ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 16ης Ιουνίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑155/10
Williams κ.λπ.
κατά
British Airways plc
[αίτηση του Supreme Court (Ηνωμένο Βασίλειο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Όροι εργασίας – Οργάνωση του χρόνου εργασίας – Άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ – Δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών – Περιεχόμενο των υποχρεώσεων που προβλέπουν οι οδηγίες αυτές ως προς τη φύση και το ύψος των αποδοχών που καταβάλλονται κατά τη διάρκεια της ετήσιας αδείας – Διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών κατά τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων για την ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών – Οδηγία 2000/79/ΕΚ – Ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών που χορηγείται στους χειριστές αεροσκαφών»
Πίνακας περιεχομένων
I – Εισαγωγή
II – Το κανονιστικό πλαίσιο
Α – Το δίκαιο της Ένωσης
Β – Το εθνικό δίκαιο
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαφορά της κύριας δίκης και τα υποβληθέντα ερωτήματα
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
V – Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
VI – Νομική εκτίμηση
Α – Τα σημαντικά νομικά ζητήματα της υπό κρίση υποθέσεως
Β – Διατάξεις του δικαίου της Ένωσης σχετικές με τη φύση και την έκταση του δικαιώματος για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών
1. Το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών στην έννομη τάξη της Ένωσης
α) Βασικοί κανόνες του δικαίου της Ένωσης
β) Η αρμοδιότητα των κρατών μελών ως προς τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο
2. Η σχέση της οδηγίας 2000/79 με τις οδηγίες για την οργάνωση του χρόνου εργασίας και τη δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των νομολογιακών αρχών
3. Οι νομολογιακές αρχές σχετικά με το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών
α) Επί της διατήρησης των κανονικών αποδοχών κατά τη διάρκεια της ετήσιας αδείας.
β) Τελικό συμπέρασμα: Απόρριψη του κριτηρίου που στηρίζεται στις βασικές βιοτικές ανάγκες
4. Αρμοδιότητα των κρατών μελών να υπολογίζουν το ύψος των αποδοχών αδείας
5. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
Γ – Διαδικασία στις περιπτώσεις πολύπλοκων μισθολογικών διαρθρώσεων
1. Γενικά
2. Οι κανόνες του δικαίου της Ένωσης και οι αρμοδιότητες που διατηρούν τα κράτη μέλη κατά τη ρύθμιση των λεπτομερειών σχετικά με τις αποδοχές αδείας
3. Συστατικά στοιχεία των αποδοχών
α) Υλικό στοιχείο της έννοιας «κανονικές αποδοχές»
i) Η έννοια «αποδοχές» κατά το δίκαιο της Ένωσης
ii) Ο βασικός μισθός ως σημαντικό τμήμα των αποδοχών
iii) Χαρακτηρισμός των επιδομάτων ως συστατικού στοιχείου των αποδοχών
β) Χρονικό στοιχείο της έννοιας «κανονικές αποδοχές»
γ) Απαγόρευση διακρίσεων
4. Ενδιάμεση πρόταση
VII – Πρόταση
I – Εισαγωγή
1. Στην υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Supreme Court του Ηνωμένου Βασιλείου (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) υποβάλλει στο Δικαστήριο σειρά ερωτημάτων που αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (2) και της ρήτρας 3 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας για την οργάνωση του χρόνου εργασίας του ιπτάμενου προσωπικού της πολιτικής αεροπορίας που συνήφθη από την Ένωση Ευρωπαϊκών Αεροπορικών Εταιρειών (ΑΕΑ), την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Εργαζομένων στις Μεταφορές (ETF), την Ευρωπαϊκή Ένωση Προσωπικού Θαλάμων Διακυβέρνησης Αεροσκαφών (ΕCΑ), την Ευρωπαϊκή Ένωση Αερομεταφορέων των Περιφερειών της Ευρώπης (ERA) και τη Διεθνή Ένωση για τις Ναυλωμένες Πτήσεις (IACA) (στο εξής: Ευρωπαϊκή Συμφωνία), η οποία επισυνάπτεται στην οδηγία 2000/79/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000 (3), που εκδόθηκε για την εκτέλεση της συμφωνίας αυτής.
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της S. Williams και λοιπών χειριστών αεροσκαφών, υπαλλήλων της αεροπορικής εταιρίας British Airways, και, αφετέρου, της εν λόγω εργοδότριας εταιρίας σχετικά με το ζήτημα του ακριβούς τρόπου υπολογισμού των αποδοχών που πρέπει να καταβάλλονται στους μισθωτούς κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειάς τους. Λαμβανομένων υπόψη τόσο των ειδικών διατάξεων του τομέα των αερομεταφορών, οι οποίες ανταποκρίνονται στην απαίτηση ασφάλειας της εναέριας κυκλοφορίας και πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρούνται δεσμευτικής ισχύος, όσο και της πολύπλοκης διάρθρωσης του μισθολογίου του εν λόγω κλάδου, το οποίο περιλαμβάνει διάφορα επιδόματα και πρόσθετες παροχές, η επίλυση του ζητήματος εν προκειμένω προσκρούει σε ορισμένες δυσκολίες. Τα νομικά ζητήματα επί των οποίων καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο αφορούν τόσο τις αρμοδιότητες της Ένωσης και των κρατών μελών της όσο και τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης που πρέπει να τηρούν οι κοινωνικοί εταίροι όταν συνάπτουν δεσμευτικές συμφωνίες υπό την έννοια του άρθρου 139 ΕΚ ή του άρθρου 155 ΣΛΕΕ που ισχύει σήμερα, με τις οποίες ρυθμίζουν συγκεκριμένα κοινωνικά δικαιώματα, εν προκειμένω το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών.
II – Το κανονιστικό πλαίσιο
Α – Το δίκαιο της Ένωσης (4)
3. Το άρθρο 139 ΕΚ, διάταξη που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 155 ΣΛΕΕ, παρείχε εξουσία εκδόσεως οδηγιών για την εκτέλεση συμφωνιών συναπτόμενων μεταξύ των κοινωνικών εταίρων:
«1) Ο διάλογος μεταξύ κοινωνικών εταίρων σε κοινοτικό επίπεδο μπορεί να οδηγεί, εφόσον οι κοινωνικοί εταίροι το επιθυμούν, στη σύναψη συμβατικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών.
2) Οι συμφωνίες που συνάπτονται σε κοινοτικό επίπεδο υλοποιούνται, είτε σύμφωνα με τις διαδικασίες και πρακτικές των ενδιαφερομένων κοινωνικών εταίρων και κρατών μελών, είτε, σε τομείς που εμπίπτουν στο άρθρο 137, όταν το ζητούν από κοινού τα υπογράφοντα μέρη, με απόφαση του Συμβουλίου που λαμβάνεται μετά από πρόταση της Επιτροπής.
Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, εκτός εάν η εν λόγω συμφωνία περιέχει μία ή περισσότερες διατάξεις σχετικές με τομέα για τον οποίο απαιτείται ομοφωνία δυνάμει του άρθρου 137, παράγραφος 2. Στην περίπτωση αυτή, το Συμβούλιο αποφασίζει με ομοφωνία.»
4. Η οδηγία 2003/88 αντικατέστησε στις 2 Αυγούστου 2004 την οδηγία 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (5). Όπως και η προϊσχύσασα οδηγία, η οδηγία 2003/88 αποσκοπεί στον καθορισμό ορισμένων στοιχειωδών προδιαγραφών ασφάλειας και υγείας όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, που επαναλαμβάνει αυτολεξεί το αντίστοιχο άρθρο της οδηγίας 93/104, έχει ως ακολούθως:
«Ετήσια άδεια
1) Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες και/ή πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της αδείας.
2) Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.»
5. Το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/88 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 93/104. Το άρθρο 7 δεν καταλέγεται μεταξύ των διατάξεων από τις οποίες η οδηγία 2003/88 επιτρέπει παρέκκλιση.
6. Η οδηγία 2000/79/ΕΚ θέτει σε εφαρμογή την Ευρωπαϊκή Συμφωνία, η ρήτρα 3 της οποίας έχει ως ακολούθως:
«1) Το ιπτάμενο προσωπικό της πολιτικής αεροπορίας δικαιούται ετησίας αδείας μετ’ αποδοχών τουλάχιστον 4 εβδομάδων σύμφωνα με τους όρους απόκτησης δικαιώματος και χορήγησης τέτοιας αδείας που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική.
2) Η ελάχιστη περίοδος ετησίας αδείας μετ’ αποδοχών δεν αντικαθίσταται από αντισταθμιστικό επίδομα, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η σχέση εργασίας λήγει.»
Β – Το εθνικό δίκαιο
7. Το Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσε το 2004 την κανονιστική απόφαση περί χρόνου εργασίας στην πολιτική αεροπορία (Civil Aviation Working Time Regulations 2004 (6), στο εξής: κανονιστική απόφαση), προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπείχε από την οδηγία 2000/79.
8. Το άρθρο 4 της κανονιστικής αποφάσεως ορίζει τα εξής:
«1) Τα μέλη του πληρώματος δικαιούνται ετησίας αδείας μετ’ αποδοχών τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων ή χρονικού διαστήματος που αναλογεί σε τέσσερις εβδομάδες για περίοδο απασχολήσεως μικρότερη του ενός έτους.
2) Η άδεια της οποίας δικαιούνται τα μέλη του πληρώματος δυνάμει της κανονιστικής αυτής αποφάσεως:
α) μπορεί να χορηγηθεί τμηματικά·
β) δεν μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η σχέση εργασίας λήγει.»
9. Το άρθρο 9 της κανονιστικής αποφάσεως απαιτεί από τον εργοδότη να εξασφαλίζει ότι:
«κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε μήνα
α) κανένας από τους υπαλλήλους του δεν θα εργαστεί ως μέλος του πληρώματος κατά τη διάρκεια του χρόνου εργασίας του, αν, κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης περιόδου που λήγει την τελευταία ημέρα του προηγούμενου μήνα, οι συνολικές ώρες πτήσης του εν λόγω εργαζομένου υπερβαίνουν τις 900, και
β) κανένας από τους υπαλλήλους του που εργάζονται ως μέλη πληρώματος δεν θα έχει συνολικό ετήσιο χρόνο εργασίας που υπερβαίνει τις 2000 ώρες, τούτο δε κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης περιόδου που λήγει την τελευταία ημέρα του προηγούμενου μήνα.»
10. Η κανονιστική αυτή απόφαση δεν περιέχει καμία διάταξη που να καθορίζει τη φύση και το ύψος των αποδοχών που καταβάλλονται κατά τη διάρκεια της ετήσιας αδείας.
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαφορά της κύριας δίκης και τα υποβληθέντα ερωτήματα
11. Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης είναι χειριστές αεροσκαφών της British Airways plc. Οι όροι εργασίας τους αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ της British Airways και του συνδικάτου των χειριστών αεροσκαφών, του British Air Line Pilots Association (στο εξής: BALPA). Οι όροι που ισχύουν σήμερα περιέχονται σε μνημόνιο συμφωνίας (Memorandum of agreement), της 1ης Απριλίου 2005 (στο εξής: ΜΟΑ).
12. Κατά το ΜΟΑ, σε συνδυασμό με τους κανόνες που θεσπίζουν οι συλλογικές συμβάσεις για τα μηνιαία προγράμματα πτήσεων, οι αποδοχές των χειριστών αεροσκαφών αποτελούνται από τρία στοιχεία. Το πρώτο στοιχείο είναι ένα πάγιο ετήσιο ποσό. Το δεύτερο και το τρίτο στοιχείο συνιστούν επιδόματα το ποσό των οποίων κυμαίνεται ανάλογα με τον χρόνο πτήσης [οπότε πρόκειται για το αποκαλούμενο «Flying Pay Supplement» (πτητικό επίδομα, στο εξής: FPS), καθοριζόμενο στις 10 αγγλικές λίρες (GBP) για κάθε προγραμματισμένη ώρα πτήσης] ή με τη διάρκεια παραμονής εκτός έδρας [οπότε πρόκειται για το αποκαλούμενο «Time Away from Base Allowance» (επίδομα εκτός έδρας, στο εξής: TAFB), καθοριζόμενο στις 2,73 GBP ανά ώρα]. Το FPS συνιστά τμήμα των αποδοχών και υπόκειται στον φόρο στο σύνολό του. Όσον αφορά το TAFB, ποσοστό 82 % αυτού λογίζεται ότι χορηγείται για την κάλυψη εξόδων, με αποτέλεσμα μόνον ένα ποσοστό 18 % να θεωρείται ως φορολογητέο εισόδημα.
13. Ο συνολικός χρόνος πτήσης ενός πιλότου εξαρτάται από τα δρομολόγια και τoν κατάλογο των βαρδιών. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο χρόνος αυτός αντιστοιχεί, κατά γενικό κανόνα, σε 15 ημέρες ανά μήνα.
14. Δυνάμει του ΜΟΑ, το ποσό που καταβάλλεται ως αποδοχές ετήσιας αδείας καθορίζεται αποκλειστικά βάσει του πρώτου στοιχείου των αποδοχών, ήτοι βάσει του πάγιου ετήσιου ποσού. Εντούτοις, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι, κατά το δίκαιο της Ένωσης αλλά και το εθνικό δίκαιο, δικαιούνται τη χορήγηση εβδομαδιαίων ποσών βάσει και των τριών στοιχείων των αποδοχών τους.
15. Τόσο το Employment Tribunal όσο και το Employment Appeal Tribunal δέχτηκαν τις σχετικές αιτήσεις των προσφευγόντων. Αντιθέτως, το Court of Appeal δέχτηκε τα νομικά επιχειρήματα της British Airways, αποφαινόμενο υπέρ της.
16. Το Supreme Court είναι της γνώμης ότι, μολονότι η πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η οδηγία 2000/79 επιβάλλει την καταβολή «κανονικής» ή «παρόμοιας» αμοιβής, εντούτοις διαπιστώνεται ότι η έννοια «ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών» χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, κυρίως υπό το πρίσμα των ειδικών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως. Επιπλέον, παραμένουν εκκρεμή ζητήματα σχετικά με το περιθώριο εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στην εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική κατά τον καθορισμό «των όρων απόκτησης δικαιώματος και χορήγησης τέτοιας αδείας». Συνεπώς, κατά το Supreme Court, μπορεί να υποστηριχθεί ότι, σε μια υπόθεση όπως η υπό κρίση, εγείρονται αμφιβολίες ως προς το εφαρμοστέο νομικό καθεστώς.
17. Για τον λόγο αυτό το Supreme Court αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Κατά το άρθρο 7 της οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Συμβουλίου, καθώς και τη ρήτρα 3 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας για την οργάνωση του χρόνου εργασίας του ιπτάμενου προσωπικού της πολιτικής αεροπορίας που επισυνάπτεται στην οδηγία 2000/79/ΕΚ του Συμβουλίου: α) καθορίζει ή θεσπίζει το Ευρωπαϊκό δίκαιο, και αν ναι σε ποιο μέτρο, κριτήρια σχετικά με τη φύση και/ή το ύψος των αμοιβών που οφείλονται για τις περιόδους αδείας μετ’ αποδοχών, και β) καθορίζουν τα κράτη μέλη, και αν ναι σε ποιο μέτρο, τον τρόπο υπολογισμού των αμοιβών αυτών;
2) Ειδικότερα, αρκεί, κατά το εθνικό δίκαιο και/ή την εθνική πρακτική και/ή δυνάμει των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και/ή των συμβατικών όρων εργασίας που καθορίζονται κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, η καταβαλλόμενη αμοιβή να παρέχει στον εργαζόμενο τη δυνατότητα και το κίνητρο να χρησιμοποιεί και να αξιοποιεί στο έπακρο την ετήσια άδειά του και να μη καθιστά πιθανό το ενδεχόμενο να μη χρησιμοποιήσει ο εργαζόμενος την άδεια αυτή;
3) Ή απαιτείται η αμοιβή α) είτε να αντιστοιχεί επακριβώς β) είτε να είναι εν γένει παρόμοια με την “κανονική” αμοιβή του εργαζομένου;
Επιπλέον, στην περίπτωση καταφατικής απάντησης στο τρίτο ερώτημα υπό α΄ ή β΄:
4) Συνιστά πρόσφορο μέτρο σύγκρισης α) η αμοιβή που θα οφειλόταν στον εργαζόμενο αν είχε εργαστεί κατά τη συγκεκριμένη περίοδο αδείας αντί να βρίσκεται σε άδεια, ή β) η αμοιβή η οποία καταβαλλόταν στον εργαζόμενο για άλλη περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας εργαζόταν, και σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποια είναι η περίοδος αυτή;
5) Πώς πρέπει να εκτιμηθεί η “κανονική” ή η “παρόμοια” αμοιβή στις περιπτώσεις κατά τις οποίες α) οι αποδοχές του εργαζόμενου εφόσον εργάζεται προσαυξάνονται στο μέτρο που επιδίδεται σε ορισμένη δραστηριότητα β) υφίσταται ετήσιο ή άλλο όριο που καθορίζει σε ποιο μέτρο και για πόσο χρονικό διάστημα επιτρέπεται ο εργαζόμενος να επιδίδεται στη δραστηριότητα αυτή και ο εργαζόμενος έχει ήδη υπερβεί, ή σχεδόν υπερβεί, το όριο αυτό κατά τον χρόνο χρήσης της ετήσιας αδείας του, οπότε στην πραγματικότητα ο εργαζόμενος αυτός δεν θα μπορούσε να επιδοθεί στη δραστηριότητα αυτή αν εργαζόταν αντί να βρίσκεται σε άδεια;»
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
18. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως με ημερομηνία 24 Μαρτίου 2010 πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Απριλίου 2010.
19. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Δανική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
20. Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Απριλίου 2011 παρέστησαν οι εκπρόσωποι των διαδίκων της κύριας δίκης, της Δανικής Κυβέρνησης και της Επιτροπής, για να αναπτύξουν τις παρατηρήσεις τους.
V – Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
21. Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης και η Επιτροπή προτείνουν να δοθεί στα προδικαστικά ερωτήματα η απάντηση ότι, κατ’ εφαρμογή των λυσιτελών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, ο εργαζόμενος πρέπει να διατηρεί τις κανονικές αποδοχές του κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειάς του. Αληθεύει ότι τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία, στο πλαίσιο λήψεως των αναγκαίων πρακτικών μέτρων, να καθορίζουν μεταξύ άλλων τη μέθοδο υπολογισμού των καταβλητέων αποδοχών κατά τη διάρκεια της ετήσιας αδείας. Εντούτοις, γεγονός παραμένει ότι η μέθοδος αυτή πρέπει να παρέχει στους εργαζομένους τη δυνατότητα να λαμβάνουν τις κανονικές τους αποδοχές κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειάς τους.
22. Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι, για τον υπολογισμό των κανονικών αποδοχών, πρέπει να χρησιμοποιείται ως χρόνος αναφοράς μια αντιπροσωπευτική χρονική περίοδος. Η χρονική αυτή περίοδος προηγείται, κατά κανόνα, της περιόδου κατά την οποία ο εργαζόμενος λαμβάνει πραγματικά την ετήσια άδειά του. Ωστόσο, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, μπορεί να λαμβάνεται υπόψη άλλη χρονική περίοδος προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι εξακολουθούν να καταβάλλονται οι κανονικές αποδοχές. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι «οι κανονικές αποδοχές» πρέπει να αντανακλούν τον μέσο εβδομαδιαίο μισθό που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια μιας αντιπροσωπευτικής περιόδου αναφοράς.
23. Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι τα επιδόματα που λαμβάνουν λόγω ασκήσεως ιδιαίτερης δραστηριότητας, και τα οποία αποτελούν στοιχεία των κανονικών τους αποδοχών, πρέπει να εξακολουθούν να τους καταβάλλονται και κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειάς τους. Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά τον υπολογισμό των αποδοχών ετήσιας αδείας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι περιορισμοί γενικής φύσεως.
24. Η καθής της κύριας δίκης προτείνει να δοθεί στα προδικαστικά ερωτήματα η απάντηση ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει απαιτήσεις σχετικές με τη φύση και το ύψος των αποδοχών που πρέπει να καταβάλλονται κατά τη διάρκεια της ετήσιας αδείας. Επικουρικώς, η καθής της κύριας δίκης προβάλλει ότι η μόνη απαίτηση που επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης είναι το ύψος των αποδοχών ετήσιας αδείας να καθορίζεται συμβατικώς. Εν πάση περιπτώσει, οι αποδοχές ετήσιας αδείας πρέπει να είναι επαρκώς υψηλές, ώστε να μην αποτρέπεται ο εργαζόμενος από το να κάνει χρήση του δικαιώματός του ετήσιας αδείας.
25. Κατά την καθής της κύριας δίκης αρκεί, δυνάμει των νομικών κανόνων, των πρακτικών καθώς και των συμβατικών ρυθμίσεων που συμφωνούνται μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, οι καταβαλλόμενες αποδοχές να παρέχουν στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να λαμβάνει και να αξιοποιεί την ετήσια άδειά του κατά τρόπο ώστε να μη γεννάται σοβαρός κίνδυνος να μην το πράξει. Επομένως, οι αποδοχές ετήσιας αδείας δεν πρέπει αναγκαστικά να ανταποκρίνονται απολύτως στις κανονικές αποδοχές του εργαζομένου ούτε να είναι παρόμοιες με αυτές.
26. Η Δανική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί στα προδικαστικά ερωτήματα η απάντηση ότι το δίκαιο της Ένωσης κατοχυρώνει το δικαίωμα των εργαζομένων να λαμβάνουν ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων κατά τη διάρκεια της οποίας πρέπει να τους καταβάλλεται ποσό που αντιστοιχεί στις κανονικές τους αποδοχές, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή πρακτικές.
27. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η οδηγία 2003/88 δεν απαγορεύει τη διεξαγωγή συλλογικών διαπραγματεύσεων σχετικά με τον καθορισμό των επιδομάτων που θεωρούνται τμήμα των αποδοχών ετήσιας αδείας, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω αποδοχές δεν είναι τόσο χαμηλές ώστε να εμποδίζεται ο εργαζόμενος να κάνει χρήση του δικαιώματός του για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών.
VI – Νομική εκτίμηση
Α – Τα σημαντικά νομικά ζητήματα της υπό κρίση υποθέσεως
28. Η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αναπτύξει περαιτέρω τη νομολογία του σχετικά με το δικαίωμα κάθε εργαζομένου να λαμβάνει ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών. Παραλλήλως, η υπό κρίση υπόθεση προσφέρεται επίσης για την επέκταση της νομολογίας αυτής σε άλλους τομείς δραστηριότητας για τους οποίους η Ένωση έχει θεσπίσει ειδικότερες ρυθμίσεις που λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες του οικείου επαγγελματικού τομέα, με σκοπό την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.
29. Τα λεπτομερώς διατυπωθέντα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου ταξινομούνται, κατ’ ουσίαν, σε τρεις θεματικές ενότητες, οι οποίες όμως αλληλεπικαλύπτονται εν μέρει. Καταρχάς, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το ζήτημα αν η πρόβλεψη νομικού ορισμού της έννοιας «ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών» καθώς και η θέσπιση της μεθόδου υπολογισμού των αποδοχών ετήσιας αδείας εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης ή των κρατών μελών της. Εν συνεχεία, ζητείται να διευκρινιστεί η ποσοτική σχέση που πρέπει να υφίσταται, δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, μεταξύ των κανονικών αποδοχών και των αποδοχών ετήσιας αδείας. Τέλος, ερωτάται κατά πόσο πρέπει να συνεκτιμώνται για τον υπολογισμό των αποδοχών ετήσιας αδείας τα επιδόματα που χορηγούνται στον εργαζόμενο δυνάμει συλλογικών συμβάσεων αλλά και ενδεχόμενοι περιορισμοί του χρόνου εργασίας.
30. Για λόγους σαφήνειας, επιβάλλεται αναδιοργάνωση των προδικαστικών ερωτημάτων ώστε να δοθεί σε αυτά απάντηση στο πλαίσιο εμπεριστατωμένης ανάλυσης των οικείων θεματικών ενοτήτων. Πρώτον, θα αναλύσω το ζήτημα κατά πόσο το δίκαιο της Ένωσης περιέχει κανόνες που διέπουν τη φύση και την έκταση του δικαιώματος για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών καθώς και ποιες αρμοδιότητες διατηρούν συναφώς τα κράτη μέλη. Δεύτερον, θα διευκρινίσω τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει κατά γενικό κανόνα να υπολογίζονται οι αποδοχές ετήσιας αδείας σε σχέση με τις κανονικές αποδοχές. Τέλος, θα προτείνω τη λύση που θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί σε μια υπόθεση όπως η υπό κρίση, η οποία χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα όσον αφορά τη διάρθρωση του μισθολογίου.
Β – Διατάξεις του δικαίου της Ένωσης σχετικές με τη φύση και την έκταση του δικαιώματος για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών
1. Το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών στην έννομη τάξη της Ένωσης
α) Βασικοί κανόνες του δικαίου της Ένωσης
31. Όπως εξέθεσα με τις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση Schultz-Hoff κ.λπ. (7), το γεγονός ότι το δικαίωμα των εργαζομένων για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών περιελήφθη στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβεβαιώνει κατά τον πλέον έγκυρο και οριστικό τρόπο τον χαρακτήρα του ως θεμελιώδους δικαιώματος (8). Το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη ορίζει ότι «[κ]άθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα σε ένα όριο μέγιστης διάρκειας εργασίας, σε ημερήσιες και εβδομαδιαίες περιόδους ανάπαυσης, καθώς και σε ετήσια περίοδο αμειβόμενων διακοπών» (9). Αν και, αρχικώς, ο Χάρτης είχε κυρίως δηλωτικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι εξέφραζε τη δέσμευση της Ένωσης να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, εντούτοις, από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας, η διάταξη αυτή έχει αποκτήσει οριστικά ισχύ πρωτογενούς δικαίου στην έννομη τάξη της Ένωσης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ (10). Τούτο συνεπάγεται ότι οι νομικές πράξεις που εκδίδουν τα όργανα της Ένωσης στον τομέα αυτό πρέπει να εξετάζονται υπό το πρίσμα της διάταξης αυτής, δυνάμει του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη που προβλέπει τον δεσμευτικό χαρακτήρα των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Επιπλέον, η δέσμευση αυτή ισχύει εφεξής και για τα κράτη μέλη, στο μέτρο που θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης (11).
32. Ο νομοθέτης της Ένωσης έχει επιλέξει τη νομική πράξη της οδηγίας για να θέσει σε εφαρμογή το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών. Οι βασικές διατάξεις οι οποίες διέπουν το δικαίωμα αυτό στο επίπεδο της Ένωσης, και την ερμηνεία των οποίων ζητεί το αιτούν δικαστήριο, περιλαμβάνονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, το οποίο επαναλαμβάνει αυτολεξεί το γράμμα του άρθρου 7 της προϊσχύσασας οδηγίας 93/104 και στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει με τη νομολογία του το ίδιο κανονιστικό περιεχόμενο (12). Κατά το άρθρο αυτό, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες και/ή πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της αδείας. Εντούτοις, ακριβώς όπως και η οδηγία 2000/79, το εν λόγω άρθρο της οδηγίας 2003/88 δεν περιλαμβάνει καμία ρητή ρύθμιση σχετικά με το ύψος των αποδοχών ετήσιας αδείας.
33. Οι δύο προαναφερθείσες οδηγίες προβλέπουν στο άρθρο 14 τη δυνατότητα του νομοθέτη της Ένωσης να θεσπίζει για ορισμένες επαγγελματικές ασχολίες ή δραστηριότητες ειδικότερες διατάξεις οι οποίες, σύμφωνα με την αρχή «ειδικός νόμος υπερισχύει του γενικού», κατισχύουν των διατάξεων των οδηγιών για την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτει, όπως ρητώς προκύπτει από τη ρήτρα 1, παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας, και η οδηγία 2000/79, η οποία περιέχει ειδικότερες διατάξεις σχετικές με την οργάνωση του χρόνου εργασίας του ιπτάμενου προσωπικού της πολιτικής αεροπορίας. Η Ένωση εξέδωσε την πράξη αυτή για την εκτέλεση της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας, ασκώντας τη νομοθετική εξουσία που της χορηγεί το άρθρο 139, παράγραφος 2, ΕΚ (νυν άρθρο 155, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ). Μέσω της ενσωμάτωσής της, η Ευρωπαϊκή Συμφωνία αποτελεί πλέον αναπόσπαστο τμήμα της οδηγίας 2000/79 (13). Όπως οποιαδήποτε άλλη οδηγία, έτσι και η οδηγία 2000/79 υπάγεται στην ερμηνευτική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (14), οπότε είναι θεμιτή η επέκταση των ζητημάτων ερμηνείας που εγείρει το αιτούν δικαστήριο και στη ρήτρα 3 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας.
β) Η αρμοδιότητα των κρατών μελών ως προς τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο
34. Αντιθέτως, δεν υπάγονται στην ερμηνευτική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου οι εθνικές διατάξεις τις οποίες θεσπίζουν τα κράτη μέλη για τη μεταφορά των προαναφερθεισών οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο. Η επιλογή της νομικής πράξης της οδηγίας καθιστά εφικτό στα κράτη μέλη να ρυθμίζουν διεξοδικότερα το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών στις αντίστοιχες έννομες τάξεις τους. Η αρμοδιότητα αυτή δεν τους παρέχεται μόνον από το άρθρο 249, παράγραφος 3, ΕΚ (άρθρο 288, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ), κατά το οποίο η επιλογή του τύπου και των μέσων προς επίτευξη του δεσμευτικού νομικού αποτελέσματος απόκειται στις εθνικές αρχές, αλλά και ρητώς από τις ίδιες τις οδηγίες.
35. Επιπλέον, ο νομοθέτης της Ένωσης, ο οποίος, κατά την άσκηση της νομοθετικής του εξουσίας δεσμεύεται από την αρχή της επικουρικότητας, αρκέστηκε, δυνάμει της ρήτρας 3 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας σε συνδυασμό με την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/79 (15), να ρυθμίσει ορισμένες σημαντικές πτυχές, όπως είναι η κατώτερη διάρκεια της ετήσια αδείας, ενώ, όπως προεκτέθηκε, όσον αφορά τους όρους απόκτησης δικαιώματος και χορήγησης τέτοιας αδείας παρέπεμψε «στην εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική». Η θέση αυτή, όπως διαπίστωσε και το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (16), συνάδει και με την εξουσιοδότηση που περιλαμβάνει η Συνθήκη, η οποία αναθέτει στον νομοθέτη της Ένωσης να θεσπίζει ελάχιστες μόνον προδιαγραφές προκειμένου να συμβάλλει, μέσω της εναρμονίσεως, στην επίτευξη του σκοπού της ανυψώσεως του επιπέδου προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, η οποία εναπόκειται κατά κύριο λόγο στα κράτη μέλη.
36. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση, η συμβολή των κρατών μελών στην πραγμάτωση αυτού του δικαιώματος μπορεί να είναι σημαντική, δεδομένου ότι, προκειμένου να εκπληρώσουν την υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο που τους επιβάλλει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88, οφείλουν να καθορίσουν τις αναγκαίες λεπτομέρειες εφαρμογής στο εσωτερικό δίκαιο (17).. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να καθορίσουν τους όρους ασκήσεως και εφαρμογής του δικαιώματος ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών, ενώ είναι ελεύθερα να διευκρινίζουν τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες οι εργαζόμενοι μπορούν να κάνουν χρήση του εν λόγω δικαιώματος που απολαύουν βάσει του συνόλου των περιόδων απασχόλησης που έχουν συμπληρώσει (18).
37. Η περιεχόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 παραπομπή στις εθνικές νομοθεσίες σκοπεί ιδίως στο να παράσχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να καθορίσουν το κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει τις οργανωτικές και διαδικαστικές πτυχές κτήσεως του δικαιώματος για άδεια, όπως π.χ. τον προγραμματισμό των περιόδων αδείας, την ενδεχόμενη υποχρέωση του εργαζομένου να γνωστοποιεί στον εργοδότη πότε θέλει να πάρει την άδειά του, την απαίτηση παροχής εργασίας για ένα τουλάχιστον χρονικό διάστημα πριν καταστεί δυνατή η λήψη της αδείας, τα κριτήρια για τον αναλογικό υπολογισμό του δικαιώματος για ετήσια άδεια όταν η διάρκεια της σχέσεως εργασίας είναι μικρότερη του έτους κ.λπ. (19). Πρόκειται όμως πάντοτε για μέτρα που προορίζονται να καθορίσουν τους όρους κτήσεως και χορηγήσεως του δικαιώματος για άδεια, τα οποία επιτρέπονται, ως τέτοια, από την οδηγία 2003/88.
38. Συναφώς, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως υπενθυμίσει ότι τα κράτη μέλη, κατά την άσκηση των εξουσιών τους, δεν μπορούν ποτέ να υπερβαίνουν τα όρια που τους επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης (20). Μέσω της ερμηνείας του Δικαστηρίου, τα όρια αυτά προσδιορίστηκαν και διευκρινίστηκαν (21). Εκτός αυτού, από τη νομολογία του Δικαστηρίου μπορούν να προκύψουν ορισμένα χρήσιμα ενδεικτικά στοιχεία που αφορούν τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να υπολογίζονται οι αποδοχές ετήσιας αδείας ώστε το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών να μην καθίσταται κενό περιεχομένου. Συνεπώς, είναι σκόπιμο να αναλυθεί η νομολογία αυτή και να αντληθούν ορισμένες αρχές που θα μπορούσαν ενδεχομένως να είναι λυσιτελείς για την απάντηση των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων.
2. Η σχέση της οδηγίας 2000/79 με τις οδηγίες για την οργάνωση του χρόνου εργασίας και τη δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των νομολογιακών αρχών
39. Εντούτοις, πρέπει να διευκρινιστεί εκ προοιμίου το ζήτημα αν οι νομολογιακές αρχές τις οποίες έχει αναπτύξει το Δικαστήριο μέχρι σήμερα στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 7 των οδηγιών για την οργάνωση του χρόνου –και στις οποίες θα επανέλθω κατωτέρω– μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικώς και στη ρήτρα 3 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας. Το ζήτημα αυτό είναι ιδιαιτέρως λυσιτελές εν προκειμένω, δεδομένου ότι το Δικαστήριο, όπως εκτέθηκε, έχει συμβάλει σημαντικά στη διαμόρφωση του κανονιστικού περιεχομένου του δικαιώματος αυτού. Η ερμηνεία που δίδει η νομολογία στο εν λόγω άρθρο 7 καθιστά ταυτοχρόνως δυνατή τη συναγωγή συμπερασμάτων ως προς την κανονιστική αρμοδιότητα του νομοθέτη της Ένωσης να υπολογίζει το ύψος των αποδοχών της ετήσιας αδείας. Για να προκαταλάβω το συμπέρασμα της ανάλυσής μου, κατά τη γνώμη μου, το γράμμα, η έννοια, ο σκοπός και οι προπαρασκευαστικές εργασίες των διατάξεων αυτών συνηγορούν υπέρ αυτής της άποψης.
40. Διαπιστώνεται καταρχάς ότι, παρά το γεγονός ότι στηρίζονται σε διαφορετικές εξουσιοδοτικές διατάξεις της Συνθήκης, η έννοια και ο σκοπός τόσο των οδηγιών για την οργάνωση του χρόνου εργασίας όσο και της οδηγίας 2000/79 συνίστανται στη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, υπό την έννοια της επιβολής ορισμένων περιορισμών για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων. Τούτο προκύπτει για παράδειγμα από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/79 καθώς και από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/88. Πέραν τούτου, το ίδιο το γράμμα της ρήτρας 3 είναι σχεδόν πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 7 των οδηγιών για την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Αν τα συμβαλλόμενα μέρη της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας είχαν την πρόθεση να αποδώσουν διαφορετικό νόημα στη ρήτρα 3, θα είχαν δίχως άλλο επιλέξει ορολογία διαφορετική εκείνης που χρησιμοποιείται στις εν λόγω οδηγίες.
41. Από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας (22) προκύπτει επίσης ότι πρόθεση των συμβαλλομένων μέρων ήταν η εννοιολογική ταύτιση του όρου «ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών» με τον αντίστοιχο όρο της οδηγίας 93/104. Η αρχική πρόταση της Επιτροπής για την έκδοση οδηγίας για την οργάνωση του χρόνου εργασίας προέβλεπε ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας έπρεπε να εκτείνεται σε όλους τους οικονομικούς τομείς και τους κλάδους δραστηριότητας. Αντιθέτως, το Συμβούλιο αποφάσισε να εξαιρέσει ορισμένους τομείς από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, όχι όμως διότι θεωρούσε επαρκή την προστασία της υγείας και της ασφάλειας στους τομείς αυτούς, αλλά διότι είχε επίγνωση του γεγονότος ότι οι εργαζόμενοι στους εν λόγους τομείς απασχολούνται κατά κανόνα μακριά από την κατοικία τους, οπότε έκρινε ότι επιβαλλόταν η θέσπιση ειδικότερων κανόνων. Με το «Λευκό βιβλίο σχετικά με τους κλάδους και τις δραστηριότητες που εξαιρούνται από την οδηγία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας», η Επιτροπή πρότεινε, μεταξύ άλλων, διαφοροποιημένη προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία για κάθε τομέα δραστηριότητας θα εκδίδονταν χωριστές ρυθμίσεις σε σχέση με τον χρόνο εργασίας και ανάπαυσης των μετακινούμενων εργαζομένων (23). Κατόπιν αξιολογήσεως των αντιδράσεων των κοινωνικών εταίρων η Επιτροπή αποφάσισε να υιοθετήσει την προσέγγιση αυτή, η οποία τελικώς μετουσιώθηκε σε δίκαιο της Ένωσης (24). Σύμφωνα με τη διαφοροποιημένη αυτή προσέγγιση, η Ευρωπαϊκή Συμφωνία έπρεπε να έχει εφαρμογή αποκλειστικά στο ιπτάμενο προσωπικό της πολιτικής αεροπορίας και, προς τούτο, να ενσωματώσει αναλλοίωτο στη ρήτρα 3 το προβλεπόμενο στο άρθρο 7 της οδηγίας 93/104 δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών. Τέλος, από την πρόταση οδηγίας της Επιτροπής (25) προκύπτει ότι η Ευρωπαϊκή Συμφωνία για το ιπτάμενο προσωπικό της πολιτικής αεροπορίας είχε σκοπό, μεταξύ άλλων, να θέσει σε εφαρμογή το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών που κατοχυρώνει το σημείο 8 του Κοινοτικού Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων. Επομένως, οι νομοπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 2000/79 επιβεβαιώνουν ότι πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των ήδη ισχυουσών διατάξεων που αφορούσαν το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών και στο ιπτάμενο προσωπικό της πολιτικής αεροπορίας, χωρίς όμως να αλλοιώσει το ουσιαστικό περιεχόμενό του.
42. Αλλά και από τις νομοπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 2003/88 επιβεβαιώνεται ότι οι διατάξεις που διέπουν το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών προορίζονταν να τύχουν εφαρμογής και στους μετακινούμενους εργαζομένους, συμπεριλαμβανομένου του ιπτάμενου προσωπικού της πολιτικής αεροπορίας. Συγκεκριμένα, η οδηγία 93/104 τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την οδηγία 2000/34, οπότε καταργήθηκαν (πλην των ρυθμίσεων για τους ναυτικούς) και οι εξαιρέσεις που ίσχυαν μέχρι τότε κατ’ εφαρμογή της διαφοροποιημένης προσέγγισης που είχε υιοθετηθεί για τον τομέα των μεταφορών. Εν συνεχεία, όπως αναμφισβήτητα προκύπτει από την ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/34 (26), η εφαρμογή των σχετικών με την ετήσια άδεια διατάξεων επεκτάθηκε ώστε να συμπεριληφθούν στο πεδίο εφαρμογής τους οι μετακινούμενοι εργαζόμενοι των εξαιρούμενων κλάδων και δραστηριοτήτων. Αντιθέτως, από τη δέκατη αιτιολογική σκέψη (27) της ίδιας οδηγίας προκύπτει ότι οι διατάξεις όσον αφορά τον χρόνο εργασίας και ανάπαυσης χρειάζεται μόνο να προσαρμοσθούν ώστε να εφαρμόζονται στους εν λόγω εργαζομένους. Επιπλέον, από το άρθρο 2 της οδηγίας 2000/79 καθίσταται σαφές ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί η εφαρμογή της οδηγίας αυτής να αποτελέσει επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στους τομείς που αυτή καλύπτει. Με άλλα λόγια, η διάταξη αυτή απαγορεύει στα κράτη μέλη να οπισθοχωρήσουν από ένα συγκεκριμένο επίπεδο προστασίας το οποίο έχει ήδη εξασφαλίσει η οδηγία 93/104, τροποποιηθείσα με την οδηγία 2000/34. Σε αυτήν ακριβώς τη διαπίστωση καταλήγει και η δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/79 (28).
43. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι τίποτα δεν εμποδίζει την αναλογική εφαρμογή των νομολογιακών αρχών που έχει αναπτύξει το Δικαστήριο μέχρι σήμερα στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 7 των οδηγιών για την οργάνωση του χρόνου και στη ρήτρα 3 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας.
3. Οι νομολογιακές αρχές σχετικά με το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών
α) Επί της διατήρησης των κανονικών αποδοχών κατά τη διάρκεια της ετήσιας αδείας.
44. Η νομολογία του Δικαστηρίου έχει προ πολλού δεχτεί τη σημασία του δικαιώματος για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών. Κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως αρχή του κοινοτικού κοινωνικού δικαίου με ιδιαίτερη σημασία, από την οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και της οποίας η εφαρμογή από τις αρμόδιες εθνικές αρχές μπορεί να γίνεται μόνον εντός των ορίων που προβλέπει ρητώς η οδηγία 93/104 ή η μεταγενέστερη οδηγία 2003/88 (29). Με τη νομοθετική κατοχύρωση του δικαιώματος ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών σε επίπεδο παραγώγου δικαίου, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να εξασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι όλων των κρατών μελών έχουν όντως στη διάθεσή τους ελεύθερο χρόνο «χάριν αποτελεσματικής προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους» (30). Σκοπός του δικαιώματος ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών είναι να παράσχει στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να αναπαυθεί και να έχει στη διάθεσή του ένα χρονικό διάστημα χαλαρώσεως και ψυχαγωγίας (31).
45. Όσον αφορά το συγκεκριμένο δικαίωμα του εργαζομένου για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών το οποίο είναι κρίσιμο για τους σκοπούς της υπό κρίση αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, διαπιστώνεται, όπως προεκτέθηκε, ότι ούτε οι οδηγίες για την οργάνωση του χρόνου εργασίας αλλά ούτε και η οδηγία 2000/79 περιέχουν διατάξεις οι οποίες καθορίζουν ρητώς το ύψος των καταβλητέων αποδοχών αδείας ή τη μέθοδο υπολογισμού τους. Εντούτοις, η ανάλυση της νομολογίας του Δικαστηρίου παρέχει σημαντικά ενδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης που πρέπει να πληρούν οι αποδοχές ετήσιας αδείας.
46. Συναφώς, επιβάλλεται η παραπομπή στην απόφαση Robinson-Steele, με την οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, κατά τις οδηγίες για την οργάνωση του χρόνου εργασίας, το δικαίωμα ετήσιας αδείας και η καταβολή των αντιστοιχουσών σ’ αυτήν αποδοχών συνιστούν «τις δύο όψεις ενός ενιαίου δικαιώματος» (32). Από τη διαπίστωση αυτή απορρέει ήδη η ακόλουθη σημαντική έννομη συνέπεια: δεδομένου ότι οι δύο αξιώσεις συνιστούν, κατά το Δικαστήριο, αδιάσπαστο δικαίωμα, απαγορεύεται κατά μείζονα λόγο στα κράτη μέλη να εισάγουν παρεκκλίσεις από το δικαίωμα στις αποδοχές αδείας κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, στο μέτρο που τούτο δεν προβλέπεται ρητώς από τις οδηγίες για την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Άλλωστε, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88 δεν καταλέγεται μεταξύ των διατάξεων από τις οποίες η οδηγία επιτρέπει ρητώς παρεκκλίσεις. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τέτοια παρέκκλιση εις βάρος του εργαζομένου απαγορεύεται τόσο νομοθετικά όσο και με σύμβαση, πρέπει να γίνει καταρχήν δεκτή η άποψη της Δανικής Κυβέρνησης (33), ότι το δικαίωμα καταβολής των αποδοχών αδείας που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης έχει δεσμευτικό χαρακτήρα (34). Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η αρχή αυτή δεν μπορεί επίσης να ερμηνεύεται στενά, λαμβανομένου υπόψη ότι η νομολογία την κατατάσσει μεταξύ των σημαντικών αρχών του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης (35).
47. Κατά το Δικαστήριο, ο σκοπός της υποχρεώσεως καταβολής των αποδοχών ετήσιας αδείας έγκειται στο «να εξασφαλίζεται στον εργαζόμενο, κατά τη διάρκεια αυτής της αδείας και όσον αφορά τις αποδοχές του, κατάσταση παρόμοια με εκείνη των περιόδων εργασίας του». Οι διαπιστώσεις στις οποίες προέβη ακολούθως το Δικαστήριο σχετικά με το ύψος των καταβλητέων αποδοχών αδείας είναι κατά τη γνώμη μου επαρκώς σαφείς, ωστόσο, με τη σκέψη 50 της αποφάσεως Robinson-Steele κ.λπ., το Δικαστήριο διαπίστωσε ρητώς ότι ο όρος «ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/103 σημαίνει ότι, «κατά τη διάρκεια της κατά την οδηγία ετήσιας αδείας, πρέπει να συνεχίζεται η καταβολή αποδοχών». Οποιεσδήποτε αμφιβολίες ενδεχομένως παρέμειναν ως προς την έννοια της φράσης αυτής εξαλείφθηκαν από την επόμενη επεξηγηματική διαπίστωση (που εισάγεται με τη λέξη «δηλαδή»), σύμφωνα με την οποία «ο εργαζόμενος πρέπει να εισπράττει τις κανονικές αποδοχές του γι’ αυτήν την περίοδο ανάπαυσης». Η διαπίστωση αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι οι αποδοχές αδείας πρέπει να αντιστοιχούν απολύτως στο ύψος των κανονικών αποδοχών.
48. Αληθεύει ότι, όπως επισημαίνει και το αιτούν δικαστήριο, το αντικείμενο της διαφοράς στην υπόθεση Robinson-Steele κ.λπ. διακρίνεται από εκείνο της υπό κρίση υποθέσεως, καθόσον η υπόθεση εκείνη αφορούσε κατ’ ουσίαν το ζήτημα κατά πόσον είναι σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης ορισμένη πρακτική η οποία συνίστατο στην καταβολή των αποδοχών ελάχιστης περιόδου ετήσιας αδείας τμηματικώς καθ’ όλη την αντίστοιχη περίοδο ετήσιας εργασίας, μαζί δε με την καταβολή της αμοιβής για την παρασχεθείσα εργασία, και όχι χωριστά για τη συγκεκριμένη περίοδο κατά την οποία ο εργαζόμενος λάμβανε πράγματι την ετήσια άδειά του. Παρά ταύτα, οι εκτιμήσεις στις οποίες το Δικαστήριο στηρίζει τις διαπιστώσεις του, με τη σκέψη 50 της αποφάσεως αυτής, είναι διατυπωμένες κατά τρόπο γενικό και σε καμία περίπτωση δεν έχουν εφαρμογή μόνο στις συγκεκριμένες περιστάσεις από τις οποίες ανέκυψε η υπόθεση εκείνη. Αντιθέτως, οι εκτιμήσεις αυτές τυγχάνουν γενικής εφαρμογής και, ως εκ τούτου, πρέπει να ληφθούν υπόψη και στο πλαίσιο της απαντήσεως στα ερωτήματα της υπό κρίση αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Η γενική ισχύς των εκτιμήσεων αυτών καθίσταται σαφής και από το γεγονός ότι το Δικαστήριο, με τη σκέψη 58 της αποφάσεως Schultz-Hoff κ.λπ., τις παρέθεσε στο πλαίσιο της εξετάσεως διαφορετικού ζητήματος, ήτοι του τρόπου υπολογισμού της αποζημίωσης που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/88, αποζημίωσης την οποία δικαιούται ο εργαζόμενος ο οποίος, για λόγους ανεξάρτητους της βούλησής του, δεν είναι σε θέση να ασκήσει το δικαίωμά του για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών πριν τη λήξη της σχέσης εργασίας. Με την εν λόγω σκέψη, το Δικαστήριο επιβεβαιώνει την ερμηνεία του σύμφωνα με την οποία «κατά τη διάρκεια της […] ετήσιας αδείας πρέπει να συνεχίζεται η καταβολή αποδοχών» και ότι «ο εργαζόμενος πρέπει να εισπράττει τις κανονικές αποδοχές του γι’ αυτήν την περίοδο ανάπαυσης».
49. Επιπλέον, η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται τόσο από τη συστηματική όσο και από τη γραμματική ερμηνεία των σχετικών κειμένων. Προς τούτο, απαιτείται αντιπαραβολή της οδηγίας 2003/88 ή της οδηγίας 2000/79 με άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης, οι οποίες προβλέπουν διαφορετική μορφή διατήρησης των αποδοχών κατά τη διάρκεια της αδείας. Η οδηγία 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (36), εξασφαλίζει την προστασία των εγκύων εργαζομένων από κινδύνους για την ασφάλεια ή την υγεία τους ή από ενδεχόμενο αντίκτυπο στην εγκυμοσύνη ή τη γαλουχία τους προβλέποντας, πλην της δυνατότητας προσαρμογής των συνθηκών εργασίας τους και αλλαγής της θέσης τους, και την απαλλαγή από την εργασία, ενώ το άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι «τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας, περιλαμβανομένης της διατήρησης αμοιβής και/ή του ευεργετήματος κατάλληλου επιδόματος των εργαζομένων γυναικών […], πρέπει να εξασφαλίζονται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες και/ή πρακτικές». Η διάταξη αυτή παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα την οποία το Δικαστήριο επισήμανε πρόσφατα με τις αποφάσεις που εξέδωσε την 1η Ιουλίου 2010 στις υποθέσεις Parviainen (37) και Gassmayr (38). Με τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη διάταξη της εν λόγω οδηγίας προβλέπει, στις περισσότερες από τις γλωσσικές αποδόσεις που ήταν διαθέσιμες κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας, την εξακολούθηση καταβολής «αμοιβής» και όχι «της αμοιβής» (39). Από το γράμμα της διάταξης αυτής καθώς και από άλλα λυσιτελή στοιχεία το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι έγκυες εργαζόμενες οι οποίες, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας, τοποθετούνται προσωρινώς σε άλλη θέση από εκείνη στην οποία απασχολούνταν πριν την εγκυμοσύνη τους δεν δικαιούνται, βάσει του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας, την καταβολή του μέσου μισθού που ελάμβαναν πριν την αλλαγή της θέσης τους (40). Ωστόσο, όσον αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 ή τη ρήτρα 3 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας, το έννομο καθεστώς δεν είναι συγκρίσιμο. Το γράμμα των διατάξεων αυτών είναι απολύτως σαφές, στο μέτρο που, σύμφωνα με όλες τις γλωσσικές αποδόσεις, ο εργαζόμενος δικαιούται απλώς άδεια «μετ’ αποδοχών» (41), πράγμα που συνηγορεί υπέρ της διατήρησης μιας παγιωμένης κατάστασης, υπό την έννοια της διατήρησης των «κανονικών» αποδοχών, σύμφωνα με τη νομολογία.
50. Τέλος, ένα ακόμα στοιχείο το οποίο ενισχύει την άποψη που εκθέτω ανωτέρω προκύπτει από τις θεμελιώδεις αρχές της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), οι οποίες, σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/88 για την οργάνωση του χρόνου εργασίας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Στο πλαίσιο της ΔΟΕ ως ειδικής οργανώσεως των Ηνωμένων Εθνών, το δικαίωμα ελάχιστης περιόδου ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών έχει μέχρι στιγμής αποτελέσει το αντικείμενο δύο πολυμερών συμβάσεων, από τις οποίες η υπ’ αριθ. 132 (42) , που τέθηκε σε ισχύ στις 30 Ιουνίου 1973, τροποποίησε τη μέχρι τότε ισχύουσα σύμβαση υπ’ αριθ. 52 (43). Οι συμβάσεις αυτές περιέχουν δεσμευτικούς κανόνες για τα συμβαλλόμενα κράτη σε σχέση με τη θέση σε εφαρμογή αυτού του θεμελιώδους κοινωνικού δικαιώματος εντός των εθνικών τους εννόμων τάξεων. Η σύμβαση 132, η λυσιτέλεια της οποίας για την ερμηνεία της οδηγίας 2003/88 επιβεβαιώθηκε ρητώς από το Δικαστήριο με την πρόσφατη απόφαση Schultz-Hoff κ.λπ. (44), ορίζει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, ότι κάθε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει την άδεια που προβλέπει η εν λόγω σύμβαση δικαιούται την καταβολή «τουλάχιστον των κανονικών ή μέσων αποδοχών του» καθ’ όλη τη διάρκεια της αδείας αυτής.
51. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, θεωρώ ότι η άποψη που εκφράζει το αιτούν δικαστήριο με το σημείο 29 της αιτήσεώς του, ότι δηλαδή το Δικαστήριο, όταν χρησιμοποίησε τον όρο «παρόμοια» με την απόφαση Schultz-Hoff κ.λπ. (45) –αναφερόμενο στην κατάσταση στην οποία πρέπει να βρίσκεται ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειάς του και την οποία εξασφαλίζει η υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει αποδοχές αδείας– , εννοούσε ίσως κάτι διαφορετικό, πιθανότατα και το ενδεχόμενο να επιτρέπεται περικοπή των κανονικών αποδοχών υπό προϋποθέσεις, στηρίζεται προφανώς σε εσφαλμένη ερμηνεία της νομολογίας. Επιπλέον, οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη συμπίπτουν απολύτως με την επιχειρηματολογία που ανέπτυξα στο πλαίσιο των προτάσεών μου στην υπόθεση Schultz-Hoff κ.λπ. (46) ότι δηλαδή η αποζημίωση που λαμβάνει ο εργαζόμενος πρέπει να είναι «ισάξια» του ποσού του συνήθους του μισθού. Ανεξαρτήτως της διαφορετικής διατύπωσης, το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι τελικώς το ίδιο, να εξασφαλιστεί δηλαδή, μέσω τελολογικής ερμηνείας του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας για την οργάνωση του χρόνου εργασίας, ότι ενδεχόμενη εσφαλμένη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας δεν θα ματαιώσει τους σκοπούς της. Ειδικότερα, πρέπει να εξασφαλιστεί ότι η απόφαση του εργαζομένου να ασκήσει το δικαίωμά του ετήσιας αδείας δεν θα έχει οποιαδήποτε αρνητική επίπτωση σε αυτόν. Στις αρνητικές αυτές επιπτώσεις καταλέγονται κατά κύριο λόγο ενδεχόμενες οικονομικές απώλειες οι οποίες, αναλόγως της περιστάσεως, θα μπορούσαν να τον αποτρέψουν από το να κάνει χρήση της άδειάς του.
52. Κατόπιν των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι το δίκαιο της Ένωσης, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο, περιέχει επαρκώς σαφείς κανόνες σχετικούς με τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών αδείας. Κατά τους κανόνες αυτούς, το ύψος των αποδοχών αδείας πρέπει σε κάθε περίπτωση να ισοδυναμεί με εκείνο των κανονικών αποδοχών.
β) Τελικό συμπέρασμα: Απόρριψη του κριτηρίου που στηρίζεται στις βασικές βιοτικές ανάγκες
53. Τέλος, η διατήρηση των κανονικών αποδοχών κατά τη διάρκεια της ετήσιας αδείας καθιστά δυνατή την αποτελεσματική λειτουργία του σκοπού ανάπαυσης που επιδιώκει η ετήσια άδεια. Η στηριζόμενη στο περιεχόμενο και στον σκοπό των οδηγιών για την οργάνωση του χρόνου εργασίας ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, των οδηγιών αυτών, η οποία έχει επιπλέον επιβεβαιωθεί και από τη νομολογία του Δικαστηρίου, απαγορεύει σε κάθε περίπτωση να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των αποδοχών ετήσιας αδείας ένα κατώτατο επίπεδο διαβίωσης. Είναι αντίθετο προς τη νομολογία αυτή ο υπολογισμός των αποδοχών αδείας να βασίζεται αποκλειστικά, όπως προτείνει η καθής της κύριας δίκης (47), σε ένα ποσό αναφοράς το οποίο είναι επαρκώς υψηλό ώστε ο εργαζόμενος να μην αποτρέπεται από το να ασκήσει το δικαίωμά του να λάβει ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών. Συγκεκριμένα, αφενός, το μέτρο αυτό δεν συνιστά «διατήρηση των κανονικών αποδοχών» κατά τη διάρκεια της ετήσιας αδείας. Αντιθέτως, η προτεινόμενη από την καθής ερμηνεία έχει ως συνέπεια να τροποποιούνται εκ των υστέρων, και μάλιστα εις βάρος των εργαζομένων, οι απαιτήσεις που το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι πρέπει να εκπληρώνουν οι αποδοχές αδείας προκειμένου να είναι σύμφωνες με την οδηγία. Αφετέρου, η ερμηνεία αυτή οδηγεί σε μια κατάσταση κατά την οποία το έννομο καθεστώς που εξασφαλίζεται για τους εργαζομένους δεν ανταποκρίνεται ούτε στις απαιτήσεις ελάχιστης εναρμόνισης στο επίπεδο της Ένωσης ούτε στην επιταγή για ασφάλεια δικαίου.
54. Εντούτοις, η ελάχιστη εναρμόνιση, την οποία, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/79, επιδιώκει και η Ευρωπαϊκή Συμφωνία όσον αφορά τον τομέα των αερομεταφορών, δεν σημαίνει ότι η δράση της Ένωσης οφείλει να περιορίζεται στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή. Σε καμία περίπτωση δηλαδή δεν πρόκειται για την ελάχιστη δυνατή εναρμόνιση. Σκοπός δεν είναι να κατοχυρωθεί σε επίπεδο Ένωσης το κατώτατο επίπεδο προστασίας που ισχύει σε ένα από τα κράτη μέλη, αλλά να διασφαλιστεί για την αντίστοιχη πολιτική της Ένωσης ένα πλαίσιο βασικής προστασίας (48), το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποβαθμιστεί. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία είναι αντίθετη προς τον σκοπό του άρθρου 136 ΕΚ, που συνίσταται στη «βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας, ώστε να καταστεί δυνατή η εναρμόνισή τους με παράλληλη διατήρηση της προόδου» και στη διασφάλιση «κατάλληλης κοινωνικής προστασίας». Μια διάταξη η οποία καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων πρέπει να είναι διατυπωμένη με αντικειμενικότητα και σαφήνεια, προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και ομοιόμορφη μεταφορά της στο σύνολο των εννόμων τάξεων της Ένωσης. Ένα κριτήριο που προσανατολίζεται στην εξεύρεση του «οικονομικώς ανεκτού» επιπέδου των αποδοχών αδείας δεν παρουσιάζει πρακτική αποτελεσματικότητα, καθόσον η εφαρμογή του –όπως ορθώς επισημαίνουν οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης (49)– εξαρτάται από τις ειδικές περιστάσεις της κάθε περίπτωσης, συγκεκριμένα δε από τα οικονομικά βάρη που φέρει ο κάθε εργαζόμενος χωριστά. Η εφαρμογή ενός τόσο ασαφούς κριτηρίου υπονομεύει εν τέλει το δικαίωμα ετήσιας αδείας.
4. Αρμοδιότητα των κρατών μελών να υπολογίζουν το ύψος των αποδοχών αδείας
55. Ελλείψει ρητών διατάξεων των οδηγιών για την οργάνωση του χρόνου εργασίας ή της οδηγίας 2000/79, ο καθορισμός της μεθόδου υπολογισμού του ύψους των αποδοχών αδείας εξακολουθεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών τα οποία, όπως προεκτέθηκε, υπέχουν την υποχρέωση να θεσπίζουν τις αναγκαίες ρυθμίσεις εφαρμογής του εσωτερικού δικαίου. Με την απόφαση Schultz-Hoff κ.λπ. (50), το Δικαστήριο κατέληξε σε παρόμοιο συμπέρασμα όσον αφορά το εξίσου μη ρυθμιζόμενο από το δίκαιο της Ένωσης ζήτημα του τρόπου υπολογισμού της χρηματικής αποζημίωσης που πρέπει να καταβάλλεται, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/88, αντί της ελάχιστης ή των ελάχιστων περιόδων ετήσιας αδείας σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης. Το ζήτημα αυτό εμπίπτει «στις εθνικές νομοθεσίες και/ή πρακτικές» στις οποίες παραπέμπουν οι οδηγίες. Τα κράτη μέλη οφείλουν συναφώς να μεριμνούν ότι οι εθνικές ρυθμίσεις εφαρμογής τηρούν τα όρια που επιβάλλει το ίδιο το δίκαιο της Ένωσης, περιλαμβανομένων των νομολογιακών αρχών τις οποίες εξέθεσα λεπτομερώς στο πλαίσιο της ανάλυσής μου ανωτέρω.
5. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
56. Θεωρώ ότι η επιχειρηματολογία που ανέπτυξα σε σχέση τόσο με το περιεχόμενο των κανονιστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στον νομοθέτη της Ένωσης ή που διατηρούν τα κράτη μέλη όσο και με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης που μπορούν να αντληθούν από τις οδηγίες για την οργάνωση του χρόνου εργασίας, από την οδηγία 2000/79 και από τη νομολογία, παρέχει απάντηση στο πρώτο από τα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο, καθόσον είναι αόριστα διατυπωμένο, έχει ως αντικείμενο τη διευκρίνιση ουσιωδών πτυχών του δικαιώματος καταβολής αποδοχών αδείας.
57. Η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο και στο τρίτο από τα προδικαστικά ερωτήματα, το γράμμα των οποίων είναι σαφέστερο, είναι ότι οι αποδοχές αδείας πρέπει να υπολογίζονται σε τέτοιο ύψος ώστε να αντιστοιχούν στις «κανονικές» αποδοχές του εργαζομένου. Σε καμία περίπτωση δεν πληροί τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης χρηματική αποζημίωση χορηγούμενη αντί αποδοχών αδείας η οποία υπολογίζεται κατά τρόπο ώστε να αποκλείεται κάθε σοβαρός κίνδυνος ο εργαζόμενος να μη χρησιμοποιήσει την ετήσια άδειά του.
Γ – Διαδικασία στις περιπτώσεις πολύπλοκων μισθολογικών διαρθρώσεων
1. Γενικά
58. Η αρχή ότι το ποσό των αποδοχών αδείας πρέπει να υπολογίζεται κατά τρόπο ώστε να αντιστοιχεί σε εκείνο των «κανονικών» αποδοχών πρέπει δίχως άλλο να προσαρμόζεται σε εκείνες ακριβώς τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το ύψος των κανονικών αποδοχών δεν είναι σταθερό αλλά μπορεί να κυμαίνεται αναλόγως της περιόδου, λόγω ορισμένων παραγόντων που τα συμβαλλόμενα μέρη θεωρούν κρίσιμους εν προκειμένω. Οι παράγοντες αυτοί μπορούν να ανάγονται στην επαγγελματική θέση του εργαζομένου εντός της εργοδότριας επιχειρήσεως ή σε συγκεκριμένες υπηρεσίες παρεχόμενες από τον εν λόγω εργαζόμενο. Στην τελευταία κατηγορία καταλέγονται τα ειδικά επιδόματα ή οι αποζημιώσεις για την κάλυψη εξόδων.
59. Με το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα ζητείται κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει την έννοια των «κανονικών αποδοχών» που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της αδείας σε μια περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης. Πρέπει να επισημανθεί ότι η έννοια αυτή εμπεριέχει ένα χρονικό και ένα υλικό στοιχείο. Αμφότερα τα ερωτήματα αφορούν και τα δύο αυτά στοιχεία. Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα ζητείται να διευκρινιστεί αν η κρίσιμη χρονική περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η πραγματική χρονική περίοδος, δηλαδή εκείνη κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος βρισκόταν σε άδεια, ή ενδεχομένως κάποια άλλη. Με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο εργαζόμενος δικαιούται τη χορήγηση ορισμένου επιδόματος στην περίπτωση και μόνον κατά την οποία επιδίδεται σε συγκεκριμένη δραστηριότητα. Σε περίπτωση που στο τελευταίο αυτό ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί κατά πόσον πρέπει ενδεχομένως να συνεκτιμηθούν κατά τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας ανώτατα όρια που έχουν θεσπιστεί όσον αφορά το περιεχόμενο ή τη χρονική διάρκεια της δραστηριότητας αυτής.
2. Οι κανόνες του δικαίου της Ένωσης και οι αρμοδιότητες που διατηρούν τα κράτη μέλη κατά τη ρύθμιση των λεπτομερειών σχετικά με τις αποδοχές αδείας
60. Η λιτή διατύπωση της ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης στον τομέα αυτό, η οποία περιορίζει αναγκαστικά το ερμηνευτικό έργο του Δικαστηρίου, συνιστά, αν μη τι άλλο, εμπόδιο στη συναγωγή τελικού συμπεράσματος ως προς το περιεχόμενο του όρου «κανονικές αποδοχές» υπό την έννοια της νομολογίας.
61. Η Δανική Κυβέρνηση, για να δικαιολογήσει τη θέση της ότι η Ένωση δεν έχει νομοθετική αρμοδιότητα στον τομέα αυτό, οπότε και το Δικαστήριο στερείται αντίστοιχης ερμηνευτικής αρμοδιότητας, επικαλείται το άρθρο 137, παράγραφος 5, ΕΚ, στο μέτρο που το άρθρο αυτό προβλέπει ρητώς τη μη εφαρμογή του στις «αποδοχές». Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, το πραγματικό εμπόδιο δεν είναι αυτό, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως διευκρινίσει με τη νομολογία του (51) ότι πρέπει να λαμβάνεται πάντοτε υπόψη ότι η διάταξη αυτή της Συνθήκης επιβάλλεται να ερμηνεύεται συσταλτικά ώστε να μη θίγεται ανεπίτρεπτα το περιεχόμενο των παραγράφων 1 έως 4 του ίδιου άρθρου και οι επιδιωκόμενοι από το άρθρο 136 ΕΚ σκοποί. Επιπλέον, η διάταξη αυτή δεν πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι το πεδίο εφαρμογής της εκτείνεται σε όλα τα ζητήματα τα οποία συνδέονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τις αποδοχές. Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο με την απόφασή του Del Cerro Alonso (52), η εξαίρεση αυτή πρέπει μάλλον να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αφορά τα μέτρα εκείνα τα οποία, όπως η εξομοίωση όλων ή ορισμένων από τα στοιχεία που συνιστούν τους μισθούς και/ή το επίπεδό τους στα κράτη μέλη ή ακόμα η καθιέρωση ελάχιστου κοινοτικού μισθού, θα συνιστούσαν άμεση επέμβαση του δικαίου της Ένωσης στον καθορισμό των αμοιβών εντός αυτής (53). Επομένως, ο καθορισμός του επιπέδου των διαφόρων συστατικών στοιχείων της αμοιβής ενός εργαζομένου εκφεύγει της αρμοδιότητας του νομοθέτη της Ένωσης παραμένοντας αναμφιβόλως στον τομέα ευθύνης των αρμοδίων σε κάθε κράτος μέλος αρχών, εξυπακουομένου ότι, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς τους στους τομείς που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης, οι αρχές αυτές υποχρεούνται να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης (54).
62. Τούτο όμως δεν απαντά στο ερώτημα αν ο νομοθέτης της Ένωσης έχει αρμοδιότητα να ρυθμίζει το ύψος των αποδοχών αδείας σε περιπτώσεις πολύπλοκων μισθολογικών διαρθρώσεων. Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε συναφώς η γενική εισαγγελέας J. Kokott με τις προτάσεις που ανέπτυξε στην προαναφερθείσα υπόθεση Del Cerro Alonso, η παρέκκλιση που εισάγει το άρθρο 137, παράγραφος 5, ΕΚ δεν εμποδίζει την Ένωση να προβαίνει σε ρυθμίσεις έχουσες χρηματικές επιπτώσεις, για παράδειγμα όσον αφορά τους όρους εργασίας (άρθρο 137, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ) ή όσον αφορά τη βελτίωση του περιβάλλοντος εργασίας, με σκοπό την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων (άρθρο 137, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ΕΚ). Ο νομοθέτης της Ένωσης δεν εμποδίζεται να θέτει κανόνες για το εθνικό εργατικό δίκαιο, οι οποίοι θεμελιώνουν αξίωση του εργαζομένου για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, όπως ισχύει στην περίπτωση του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/88 (55). Το ίδιο ισχύει και για τις σχεδόν πανομοιότυπες διατάξεις της ρήτρας 3 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας, η οποία επισυνάπτεται στην οδηγία 2000/79, στο μέτρο που η παρέκκλιση του άρθρου 137, παράγραφος 5, ΕΚ καλύπτει εξίσου τη νομική βάση της εν λόγω οδηγίας, δηλαδή το άρθρο 139 ΕΚ (56). Με άλλα λόγια, ο νομοθέτης της Ένωσης όχι μόνον έχει αρμοδιότητα να ρυθμίζει τους τομείς που καλύπτουν οι οδηγίες 2003/88 και 2000/79, αλλά επιπλέον, από νομικής απόψεως, είναι καταρχήν αρμόδιος να θεσπίζει λεπτομερέστερους κανόνες σχετικούς με τη φύση και το ύψος των αποδοχών αδείας.
63. Εντούτοις, ο νομοθέτης της Ένωσης αποφάσισε να μην καθορίσει, με τις ανωτέρω διατάξεις, τα συστατικά στοιχεία από τα οποία πρέπει να αποτελούνται οι αποδοχές αδείας. Αντ’ αυτού, προτίμησε να παραπέμψει στις «εθνικές νομοθεσίας και/ή πρακτικές». Η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να παραχωρήσει στα κράτη μέλη και στους κοινωνικούς εταίρους ευρέα περιθώρια ελιγμών διαφαίνεται από τη δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/79, κατά την οποία «η κατάλληλη πράξη για την υλοποίηση αυτής της συμφωνίας είναι μια οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 249 της Συνθήκης». Για τον τομέα της πολιτικής αεροπορίας ακολουθεί πρόσθετη παραπομπή στο εθνικό δίκαιο, στο μέτρο που, όπως προκύπτει από τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της ίδιας οδηγίας «όσον αφορά τους όρους που χρησιμοποιούνται στη συμφωνία οι οποίοι δεν ορίζονται συγκεκριμένα σε αυτή, η οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη την ελευθερία να ορίσουν τους όρους αυτούς σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις και πρακτικές, όπως συμβαίνει και με άλλες οδηγίες για την κοινωνική πολιτική που χρησιμοποιούν παρόμοιους όρους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω ορισμοί συμβιβάζονται με το περιεχόμενο της συμφωνίας». Το άρθρο 3 της οδηγίας 2000/79 επιβάλλει επιπλέον στα κράτη μέλη την υποχρέωση να «διασφαλίζουν ότι οι κοινωνικοί εταίροι λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα μέσω συμφωνίας».
64. Με τον τρόπο αυτό, ακολουθείται στο επίπεδο της Ένωσης προσέγγιση που είναι κατ’ ουσίαν παρόμοια με αυτήν που υιοθετείται για την εφαρμογή της συμβάσεως 132 της ΔΟΕ, η οποία επίσης δεν περιέχει ειδικές διατάξεις για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας, αλλ’ αντιθέτως χορηγεί στα συμβαλλόμενα κράτη ευρέα περιθώρια εκτιμήσεως (57). Το άρθρο 1 της συμβάσεως αυτής προβλέπει ότι «οι διατάξεις της παρούσας συμβάσεως τίθενται σε εφαρμογή μέσω της εθνικής νομοθεσίας, εκτός αν η εφαρμογή τους πραγματοποιείται μέσω συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών αποφάσεων, δικαστικών αποφάσεων, επίσημων διαδικασιών για τον καθορισμό των μισθών ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο σύμφωνο με τις εθνικές πρακτικές, ο οποίος κρίνεται κατάλληλος λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών που επικρατούν σε κάθε κράτος».
65. Η προσέγγιση αυτή είναι σύμφωνη με την αρχή της επικουρικότητας αλλά και με την ανάγκη διασφαλίσεως της συλλογικής αυτονομίας των κοινωνικών εταίρων στο πλαίσιο των μισθολογικών διαπραγματεύσεων. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι το δικαίωμα συλλογικής διαπραγματεύσεως και η συμφυής με το δικαίωμα αυτό αυτονομία των κοινωνικών εταίρων συνιστούν θεμελιώδη δικαιώματα προστατευόμενα από την έννομη τάξη της Ένωσης (58). Το δικαίωμα συλλογικής διαπραγματεύσεως αναγνωρίζεται, αφενός, από μια σειρά διεθνών συμβάσεων στις οποίες τα κράτη μέλη είτε συμβλήθηκαν εξαρχής είτε προσχώρησαν στη συνέχεια, όπως είναι ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης που υπογράφηκε στο Τορίνο στις 18 Οκτωβρίου 1961 (59), και ο οποίος μάλιστα μνημονεύεται ρητώς στο άρθρο 136 ΕΚ, και, αφετέρου, από άλλες πράξεις που έχουν καταρτίσει τα κράτη μέλη είτε σε κοινοτικό επίπεδο είτε στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι ο Κοινοτικός Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων, ο οποίος θεσπίστηκε κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Στρασβούργο στις 9 Δεκεμβρίου 1989 (60) και μνημονεύεται ομοίως στο άρθρο 136 ΕΚ, και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διακηρύχθηκε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (61).
66. Επιπλέον, η προσέγγιση αυτή ανταποκρίνεται και στις απαιτήσεις της πραγματικότητας, καθόσον η θέσπιση ομοιόμορφων κανόνων για όλους τους τομείς αποτελεί εξαιρετικά δυσχερές έργο (62). Από τα επιχειρήματα των διαδίκων της κύριας δίκης καθίσταται σαφής η ανάγκη ευελιξίας στον τομέα των αερομεταφορών. Πρέπει να θεσπίζονται ρυθμίσεις οι οποίες να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε κλάδου και να γίνονται επιπλέον αποδεκτές από τους κοινωνικούς εταίρους. Η επιφυλακτικότητα αυτή του νομοθέτη της Ένωσης πρέπει να συνεκτιμάται από το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, όπως προεκτέθηκε (63), το περιθώριο ελιγμών των κρατών μελών υπόκειται σε περιορισμούς. Αντιθέτως, οι πράξεις που εκδίδουν τα κράτη μέλη προς εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης πρέπει να εντάσσονται σε πλαίσιο που οριοθετείται από το ίδιο το δίκαιο της Ένωσης.
67. Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις συνάγεται ότι, ελλείψει αντίθετων κανόνων του δικαίου της Ένωσης, τα κράτη μέλη είναι κατ’ ουσίαν ελεύθερα να ορίζουν, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις εργατικού δικαίου, ότι οι αποδοχές συνίστανται σε ένα βασικό μισθό και σε διάφορα επιδόματα, τα οποία ο εργαζόμενος λαμβάνει αναλόγως των παρεχόμενων από αυτόν υπηρεσιών.
3. Συστατικά στοιχεία των αποδοχών
α) Υλικό στοιχείο της έννοιας «κανονικές αποδοχές»
68. Όσον αφορά το υλικό στοιχείο της έννοιας «κανονικές αποδοχές» στην περίπτωση πολύπλοκης μισθολογικής διάρθρωσης, που αποτελεί αντικείμενο του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος, είμαι της γνώμης ότι από τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/79 δεν μπορεί να συναχθεί με απόλυτη βεβαιότητα η αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών ή των κοινωνικών εταίρων να προσδιορίζουν λεπτομερώς τα ποσά που πρέπει να θεωρούνται τμήμα των «αποδοχών αδείας». Δεδομένου ότι η έννοια των «αποδοχών αδείας» συναρτάται με εκείνη των «αποδοχών», θα έπρεπε λογικά οι αποδοχές να εξακολουθούν καταρχήν να καταβάλλονται χωρίς περικοπές και κατά τη διάρκεια της αδείας. Το δίκαιο της Ένωσης έχει συμβάλει σημαντικά στη διαμόρφωση της τελευταίας αυτής έννοιας των αποδοχών.
i) Η έννοια «αποδοχές» κατά το δίκαιο της Ένωσης
69. Αληθεύει ότι ούτε οι οδηγίες για την οργάνωση του χρόνου της εργασίας αλλά ούτε και η οδηγία 2000/79 περιέχουν ορισμό της έννοιας «αποδοχές», εντούτοις, το δίκαιο της Ένωσης παρέχει επαρκώς σαφή ορισμό της εν λόγω έννοιας στο άρθρο 141, παράγραφος 2, ΕΚ, ορισμό τον οποίο έχει δεχτεί και το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία οδηγιών οι οποίες –όπως ακριβώς και η ίδια η οδηγία 93/104, που αποτελεί ένα από τα αντικείμενα της υπό κρίση αιτήσεως– εκδόθηκαν δυνάμει της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 118α της Συνθήκης ΕΚ (64). Επιπλέον, ο ορισμός αυτός πληροί τις προϋποθέσεις του διεθνούς εργατικού δικαίου, δεδομένου ότι ανάγεται ιστορικώς στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, της σύμβασης 100 (65) της ΔΟΕ (66). Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι κατά τη γνώμη μου δυνατή και εν προκειμένω η χρήση των εννοιών του πρωτογενούς δικαίου για την ερμηνεία της οδηγίας 2000/79.
70. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα ποια οφέλη πρέπει, υπό την έννοια του ορισμού αυτού, να λογίζονται συστατικά στοιχεία των αποδοχών.
71. Σύμφωνα με το άρθρο 141 της Συνθήκης ΕΚ, ως «αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας». Είναι αδιάφορο αν οι παροχές αυτές καταβάλλονται δυνάμει συμβάσεως εργασίας, νομοθετικών διατάξεων ή εξ αγαθής προαιρέσεως (67). Η νομολογία του Δικαστηρίου τείνει να ερμηνεύει τη διάταξη αυτή διασταλτικά (68). Για τον λόγο αυτό, η έννοια των αποδοχών του άρθρου 141, παράγραφος 2, ΕΚ μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να υπερακοντίζει την αντίστοιχη εθνική έννοια (69). Το ζήτημα αν ένα όφελος συνιστά τμήμα των αποδοχών πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση.
72. Εντούτοις, πριν εξετάσω κατά πόσον τα επίδικα συστατικά στοιχεία του μισθού συνιστούν καθαυτά τμήμα των αποδοχών, θα ήθελα εν συντομία να επισημάνω ότι επιβάλλεται να διατηρηθεί η ευρεία ερμηνεία της έννοιας «αποδοχές» η οποία γίνεται μέχρι σήμερα δεκτή υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, στις οποίες ο μισθός αποτελείται από διάφορα συστατικά στοιχεία, μια πολύ στενή ερμηνεία υποθάλπει τον κίνδυνο να παρακινηθεί ο εργοδότης να μη δηλώσει ορισμένα στοιχεία ως συστατικά των αποδοχών και/ή ακόμα να προβεί σε περαιτέρω κατακερματισμό του μισθού, προκειμένου να καταβάλει τις χαμηλότερες δυνατές αποδοχές αδείας. Η πρακτική αυτή θα οδηγούσε όμως σε μια κατάσταση κατά την οποία ο εργαζόμενος αποτρέπεται από το να ασκήσει το δικαίωμά του ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών και, ως εκ τούτου, σε ματαίωση του σκοπού ανάπαυσης που επιδιώκει η οδηγία. Ορθώς, κατά τη γνώμη μου, επισημαίνουν οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης τον κίνδυνο αυτό (70).
ii) Ο βασικός μισθός ως σημαντικό τμήμα των αποδοχών
73. Λαμβανομένου υπόψη του σαφούς γράμματός της, η διάταξη αυτή καλύπτει εν πάση περιπτώσει κάθε όφελος το οποίο παρέχεται στον εργαζόμενο υπό μορφή «βασικού μισθού». Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε πρόσφατα τη θέση αυτή με την απόφαση Parviainen, η οποία αφορούσε αεροσυνοδό που ασκούσε καθήκοντα υπεύθυνης πληρώματος αεροσκάφους σε εταιρία αερομεταφορών. Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αν έγκυος εργαζόμενη η οποία δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/85 μετατίθεται προσωρινώς για λόγους υγείας και ασφάλειας σε άλλη θέση διατηρεί, κατά τη μετάθεση αυτή, πέραν του σχετικού με τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας της βασικού μισθού, το δικαίωμα στα συστατικά στοιχεία της αμοιβής ή σε επιδόματα που συνδέονται με την ιδιότητά της ως προϊσταμένης, την αρχαιότητά της και τα επαγγελματικά της προσόντα. Το Δικαστήριο απάντησε καταφατικά στο ζήτημα αυτό, κρίνοντας εκ προοιμίου ότι ο βασικός μισθός της προσφεύγουσας εμπίπτει στην έννοια των αποδοχών του άρθρου 141 ΕΚ (71). Η κατηγορία «βασικός μισθός» καλύπτει και το σταθερό ποσό το οποίο δικαιούται εν πάση περιπτώσει κάθε χειριστής αεροσκαφών δυνάμει του ΜΟΑ σε συνδυασμό με τους συμφωνημένους κανόνες για τα μηνιαία προγράμματα πτήσεων. Το ύψος του μισθού αυτού είναι επακριβώς καθορισμένο και εξαρτάται από συγκεκριμένους παράγοντες, όπως ο βαθμός του χειριστή αεροσκαφών και ο στόλος στον οποίο αυτός ανήκει. Κατά συνέπεια, αυτό το σταθερό και αμετάβλητο συστατικό στοιχείο του μισθού των χειριστών αεροσκαφών συνιστά εν πάση περιπτώσει συστατικό στοιχείο των «κανονικών αποδοχών», το οποίο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να εξακολουθεί να καταβάλλεται στον εργαζόμενο κατά τη διάρκεια της άδειάς του.
iii) Χαρακτηρισμός των επιδομάτων ως συστατικού στοιχείου των αποδοχών
74. Η εκτίμηση του ζητήματος αν τα επίδικα εν προκειμένω επιδόματα εμπίπτουν στις αποδοχές υπό την έννοια του άρθρου 141 ΕΚ παρουσιάζει ορισμένες δυσκολίες. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει το αιτούν δικαστήριο, στον βασικό μισθό προστίθενται δύο ακόμα συστατικά στοιχεία, τα οποία διακρίνονται μεταξύ τους αναλόγως της λειτουργίας που επιτελούν και του τρόπου με τον οποίο φορολογούνται. Το ύψος των επιδομάτων καθορίζεται σε συνάρτηση με τις ώρες πτήσης (FPS) και τη διάρκεια παραμονής εκτός έδρας (TAFB). Κατά το εθνικό δίκαιο, το FPS θεωρείται τμήμα των αποδοχών στο σύνολό του και φορολογείται αναλόγως. Όσον αφορά το TAFB, ποσοστό 82 % αυτού λογίζεται ως αποζημίωση για την κάλυψη εξόδων, με αποτέλεσμα μόνον ένα ποσοστό 18 % να θεωρείται ως εισόδημα υποκείμενο στον φόρο.
75. Ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τους από το εθνικό δίκαιο, τέτοιου είδους επιδόματα θα μπορούσαν ενδεχομένως να θεωρηθούν, υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης, ως «άλλα οφέλη» υπό την έννοια του ανωτέρω νομικού ορισμού. Τούτο θα εξεταστεί ακολούθως. Αν ληφθεί υπόψη η λειτουργία των αποδοχών ως αντιπαροχή του εργοδότη για την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος, ως «άλλα οφέλη» θα πρέπει να νοούνται οποιεσδήποτε παροχές σε χρήμα οι οποίες συνιστούν, υπό την ευρεία έννοια του όρου, τέτοια αντιπαροχή και οι οποίες δεν χορηγούνται αποκλειστικά για άλλους λόγους (72) (π.χ. αύξηση της παραγωγικότητας, βελτίωση των συνθηκών εργασίας και του εργασιακού περιβάλλοντος, προαγωγή της υγείας).
76. Εντούτοις, επιβάλλεται καταρχάς να οριοθετηθεί το αντικείμενο της εξετάσεως ώστε να ανταποκρίνεται στη λυσιτέλεια των προδικαστικών ερωτημάτων για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Εν πάση περιπτώσει, από τα στοιχεία του φακέλου (73) προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης προβάλλουν αξίωση να τους καταβληθεί τόσο το FPS όσο και το φορολογητέο τμήμα του TAFB, το οποίο, δυνάμει του εθνικού δικαίου, συνιστά συστατικό στοιχείο των αποδοχών. Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να συναχθεί και από την επιχειρηματολογία των προσφευγόντων της κύριας δίκης, δεδομένου ότι, με τις γραπτές τους παρατηρήσεις κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου (74), οι εν λόγω προσφεύγοντες αναφέρονται αποκλειστικά σε αυτά ακριβώς τα συστατικά στοιχεία του μισθού. Επομένως, τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι το προς διευκρίνιση ζήτημα, αν δηλαδή κατά τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας πρέπει να συνεκτιμώνται, πλην του βασικού μισθού, και τα επιδόματα, αφορά αποκλειστικά το FPS και το φορολογητέο τμήμα του TAFB. Ως εκ τούτου, η εξέταση που ακολουθεί δεν χρειάζεται να επεκταθεί στο τμήμα του TAFB που καταβάλλεται ως αποζημίωση για την κάλυψη εξόδων, καθόσον τούτο στερείται λυσιτέλειας για την απάντηση του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος.
77. Καταρχήν, η ευρεία έννοια των αποδοχών του άρθρου 141, παράγραφος 2, ΕΚ περιλαμβάνει, εκτός από τις αποδοχές καθαυτές που πρέπει να καταβάλλονται ως αντιπαροχή για την παρεχόμενη εργασία, και όλα τα παρεπόμενα συστατικά όπως είναι τα δώρα, τα επιδόματα και οι προσαυξήσεις, οφέλη ή μπόνους που χορηγούνται από τον εργοδότη (75). Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι εμπίπτουν εν πάση περιπτώσει στην έννοια των αποδοχών του άρθρου αυτού προσαυξήσεις μισθού οι οποίες βασίζονται στο κριτήριο της ευελιξίας, για παράδειγμα επιδόματα που ανταμείβουν την ετοιμότητα του εργαζομένου να εργασθεί σε διαφορετικές ώρες (76). Κατά συνέπεια, κατά τη νομολογία, εμπίπτουν στον ορισμό αυτό τόσο οι προσαυξήσεις λόγω εργασίας κατά τη νύκτα, τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες (77) όσο και η αμοιβή για υπερωριακή εργασία (78), καθώς και για υπερωρίες λόγω συμμετοχής σε εκπαιδευτικά προγράμματα η διάρκεια των οποίων υπερβαίνει το ατομικό ωράριο εργασίας του εργαζομένου (79). Κατά τη λογική αυτή, πρέπει να υπάγονται στην κατηγορία αυτή οι αμοιβές υπερωρίας, τα επιδόματα αργίας, τα επιδόματα βάρδιας καθώς και άλλες παρόμοιες παροχές (80).
78. Η ομοιότητα που έχουν τα οφέλη αυτά –η απαρίθμηση των οποίων δεν είναι εξαντλητική– με τα επίδικα επιδόματα είναι οφθαλμοφανής, καθόσον όλα τα εν λόγω επιδόματα συνδέονται εν τέλει με την ετοιμότητα των χειριστών αεροσκαφών να διαθέτουν τον χρόνο για την εκτέλεση ορισμένης εργασίας για όσο χρονικό διάστημα κρίνει αναγκαίο ο εργοδότης. Παρά ταύτα, εντοπίζεται μια διαφορά μεταξύ των δύο επίδικων επιδομάτων η οποία συνίσταται στο ότι, ενώ το FPS αποτελεί άμεση αντιπαροχή για μια τυπική δραστηριότητα χειριστή αεροσκαφών –ήτοι τον χειρισμό αεροσκάφους–, το TAFB έχει μάλλον τον χαρακτήρα αποζημίωσης για την εκτός έδρας παραμονή του χειριστή η οποία αποτελεί αναγκαστική συνέπεια κάθε πτήσης. Το γεγονός ότι ένα όφελος ενδέχεται να έχει χαρακτήρα αποζημίωσης δεν εμποδίζει καταρχήν τον χαρακτηρισμό του ως συστατικού των αποδοχών υπό την έννοια του άρθρου 141, παράγραφος 2, ΕΚ, δεδομένου ότι η νομολογία έχει κρίνει ότι στην έννοια των αποδοχών εμπίπτουν ακόμα και οι αποζημιώσεις απολύσεως που προβλέπονται από τον νόμο (81). Ωστόσο, σε σύγκριση με τα οφέλη αυτά, ο χαρακτήρας αποζημίωσης του TAFB, τουλάχιστον όσον αφορά το λυσιτελές εν προκειμένω φορολογητέο τμήμα του, είναι σαφώς λιγότερο ευδιάκριτος. Επιπλέον, επισημαίνεται συναφώς ότι, αντιθέτως προς το μη φορολογητέο τμήμα του TAFB, το φορολογητέο τμήμα του δεν συνιστά αποζημίωση για την κάλυψη εξόδων, αλλά αποτελεί τμήμα των αποδοχών όπως ακριβώς προβλέπει το εθνικό δίκαιο. Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι κατά τη γνώμη μου ορθός, δεδομένου ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, πρόκειται για έμμεσο όφελος για την ασκηθείσα δραστηριότητα το οποίο έχει αντισταθμιστικό χαρακτήρα και μπορεί να συγκριθεί με προσαύξηση λόγω εργασίας κατά τη νύκτα, τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες. Ανεξαρτήτως της εκτιμήσεως αυτής, αμφότερα τα επιδόματα αποτελούν παροχές σε χρήμα, τις οποίες ο εργοδότης χορηγεί συνειδητά σε σχέση με συγκεκριμένη δραστηριότητα του χειριστή αεροσκαφών, οπότε δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση ο χαρακτήρας αμφότερων των επιδομάτων ως συστατικών των αποδοχών.
79. Επομένως, τα επιδόματα αυτά αποτελούν «άλλα οφέλη» που παρέχονται στον εργαζόμενο κατά το άρθρο 141, παράγραφος 2, ΕΚ, λόγω της σχέσεως εργασίας. Κατά συνέπεια, τα συστατικά αυτά στοιχεία του μισθού εμπίπτουν επίσης στην κατηγορία «κανονικές αποδοχές» οι οποίες, όπως ορίζει η νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να εξακολουθούν να καταβάλλονται στον εργαζόμενο κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειάς του. Για τον λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δικαιούται καταρχήν να λαμβάνει και κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειάς του τα επιδόματα που του χορηγούνται υπό κανονικές συνθήκες.
80. Το γεγονός ότι ο εργαζόμενος ασκεί το δικαίωμά του για ετήσια άδεια δεν μπορεί να δικαιολογήσει μια εξαιρετικά περιοριστική ερμηνεία της έννοιας «αποδοχές» του δικαίου της Ένωσης, σύμφωνα με την οποία δεν εμπίπτουν στην εν λόγω έννοια τα επιδόματα που αντιστοιχούν στην περίοδο της ετήσιας αδείας. Το αντίθετο συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση του εργαζομένου από οικονομικής απόψεως, αναλόγως του αν εργάζεται ή αν βρίσκεται σε άδεια, πράγμα όμως το οποίο, όπως λεπτομερέστατα εκτέθηκε, προσκρούει στη νομολογία.
81. Παρά ταύτα, η αναγνώριση της αρχής ότι ο εργαζόμενος δικαιούται τα συνήθη επιδόματα δεν συνεπάγεται αναγκαστικά την ύπαρξη απεριόριστου δικαιώματος χορηγήσεως όλων των πιθανών επιδομάτων. Κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο έχει οριοθετήσει το δικαίωμα αυτό, στο μέτρο που η νομολογία του μπορεί επίσης να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο εργαζόμενος δεν δικαιούται παρά αποκλειστικά και μόνον τις «κανονικές αποδοχές» του. Θα εξηγήσω ευθύς αμέσως τις συνέπειες της ερμηνείας αυτής.
β) Χρονικό στοιχείο της έννοιας «κανονικές αποδοχές»
82. Όπως επισημάνθηκε εισαγωγικώς, η έννοια «κανονικές αποδοχές» αποτελείται και από ένα χρονικό στοιχείο. Ως «κανονικό» μπορεί να χαρακτηριστεί, κατά τη συνήθη έννοια του όρου, μόνον κάτι το οποίο υπήρξε κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης χρονικής περιόδου και το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει αργότερα ως μέτρο σύγκρισης. Η έκφραση αυτή συνεπάγεται κατ’ ουσίαν, όπως ορθώς επισημαίνουν η Επιτροπή (82) και οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης (83), ότι οι αποδοχές που καταβάλλονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και οι οποίες παρουσιάζουν στη διάρκεια του χρόνου διάφορες διακυμάνσεις προσαρμόζονται στο ύψος μιας μέσης τιμής. Για τον καθορισμό των «κανονικών αποδοχών» χρειάζεται αναγκαστικά, όπως ορθώς αναγνώρισαν οι μετέχοντες στη διαδικασία, μια επαρκώς αντιπροσωπευτική χρονική περίοδος αναφοράς, στη δε υπόθεση της κύριας δίκης υπάρχουν διάφορες εναλλακτικές περίοδοι που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη. Συγκεκριμένα, μπορεί να ληφθεί υπόψη η συγκεκριμένη χρονική περίοδος κατά την οποία ο εργαζόμενος βρισκόταν σε άδεια, οπότε θα υπολογιστεί μια υποθετική μέση τιμή, ή να γίνει αναγωγή σε προγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο εργαζόμενος απασχολούνταν αδιαλείπτως, οπότε θα υπολογιστεί η μέση τιμή. Αμφότερες οι δυνατότητες μνημονεύονται στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα. Ωστόσο, θα μπορούσε επίσης να γίνει δεκτός ο υπολογισμός ενιαίων αποδοχών αδείας για τις χωριστές κατηγορίες των χειριστών αεροσκαφών. Καμία πάντως από τις προσεγγίσεις αυτές δεν υπερισχύει από πρακτικής απόψεως, καθώς αμφότερες παρουσιάζουν τόσο πλεονεκτήματα όσο και μειονεκτήματα. Η πρώτη προσέγγιση για παράδειγμα έχει το μειονέκτημα ότι δεν είναι πάντοτε εφικτό να προσδιοριστεί με βεβαιότητα ποια καθήκοντα θα είχε πιθανότατα εκπληρώσει ο ευρισκόμενος σε άδεια χειριστής αεροσκαφών κατά τη διάρκεια του οικείου χρονικού διαστήματος, δεδομένου ότι είναι εύλογο να υποτεθεί, αναλόγως της περιπτώσεως, ότι τα εν λόγω καθήκοντα θα μπορούσαν κάλλιστα να εκπληρωθούν από οποιονδήποτε άλλο χειριστή (84). Η δεύτερη προσέγγιση θα μπορούσε πάλι να περιπλέξει τις περιπτώσεις νεοπροσλαμβανομένων, όπου δεν υπάρχει βεβαίως αντιπροσωπευτική χρονική περίοδος αναφοράς στην οποία να μπορεί να γίνει αναγωγή (85). Άλλωστε, και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η πρώτη και η δεύτερη προσέγγιση δεν οδηγούν στην πράξη σε αξιοσημείωτες ποσοτικές διαφορές, πράγμα το οποίο τόνισαν και οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης (86).
83. Προσεκτικότερη εξέταση της τεθείσας προβληματικής καθιστά σαφές ότι τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα επί των οποίων συζήτησαν διεξοδικώς οι μετέχοντες στην κύρια δίκη αφορούν κατά κύριο λόγο την πρακτική πλευρά της εφαρμογής του δικαιώματος για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών. Με άλλα λόγια, το κρίσιμο προς διευκρίνιση ζήτημα είναι ποια προσέγγιση κρίνεται καταλληλότερη ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότερη άσκηση του εν λόγω δικαιώματος. Στο πλαίσιο όμως αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο, μέσω της ερμηνείας του, καλείται να προσδιορίζει τους νομικώς δεσμευτικούς κανόνες του δικαίου της Ένωσης τους οποίους οφείλουν να τηρούν οι εθνικές νομοθεσίες μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο (87) ενώ, στο πλαίσιο δικαστικής συνεργασίας, πρέπει να αποφαίνεται επί των νομικών ζητημάτων που υποβάλλουν στην κρίση του τα εθνικά δικαστήρια. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει ότι το δίκαιο της Ένωσης, όπως ορθώς επισημαίνει και η καθής της κύριας δίκης (88), δεν επιβάλλει την υιοθέτηση συγκεκριμένης προσέγγισης.
84. Ελλείψει λεπτομερών κανόνων σε επίπεδο δικαίου της Ένωσης, πρέπει να θεωρηθεί ότι η αρμοδιότητα για τον καθορισμό της επίμαχης χρονικής περιόδου αναφοράς καθώς και για τον υπολογισμό των μέσων αποδοχών που αντιστοιχούν στην περίοδο αυτή ανήκει στα κράτη μέλη, οπότε, σύμφωνα με τη ρήτρα 3 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας ή το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, «οι εθνικές νομοθεσίες και/ή πρακτικές» αποκτούν καθοριστική σημασία. Σύμφωνα με την οικεία έννομη τάξη, απόκειται στον εθνικό νομοθέτη να θεσπίζει τις αναγκαίες διατάξεις εφαρμογής ή στους κοινωνικούς εταίρους να συνάπτουν τις αναγκαίες συλλογικές συμβάσεις προς εξασφάλιση όρων υπό τους οποίους είναι δυνατή η καταβολή αυτών των μέσων αποδοχών.
85. Το ίδιο ισχύει και για το διεθνές εργατικό δίκαιο, από το οποίο θα μπορούσαν να συναχθούν σημαντικές αρχές του δικαίου. Το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, της συμβάσεως 132 της ΔΟΕ όντως θέτει ως αρχή τον καθορισμό μέσου μισθού, εντούτοις, η διάταξη αυτή προβλέπει ρητώς ότι κάθε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει την προβλεπόμενη στη σύμβαση αυτή άδεια δικαιούται την καταβολή τουλάχιστον των κανονικών ή μέσων αποδοχών του καθ’ όλη τη διάρκεια της αδείας αυτής. Σκοπός της εναλλακτικής αυτής λύσης είναι προφανώς να λάβει υπόψη ειδικές σχέσεις εργασίας στο πλαίσιο των οποίων οι εργαζόμενοι δεν λαμβάνουν κανονικές αποδοχές. Αντιθέτως, η διάταξη αυτή σιωπά όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού των εν λόγω μέσων αποδοχών και, κυρίως, τη χρονική περίοδο αναφοράς που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για τον υπολογισμό αυτό. Αντ’ αυτού, παραπέμπει στην αρμοδιότητα των διαφόρων κρατών στο μέτρο που διευκρινίζει ότι «οι αποδοχές αυτές υπολογίζονται σε κάθε κράτος σύμφωνα με μέθοδο που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή ή μέσω κατάλληλης διαδικασίας».
γ) Απαγόρευση διακρίσεων
86. Η ερμηνεία της νομολογίας που υποστηρίζω με τις παρούσες προτάσεις μου, σύμφωνα με την οποία το ποσό το οποίο δικαιούται ο εργαζόμενος δεν πρέπει να υπερβαίνει αυτό των «κανονικών αποδοχών» του, επιβάλλει, αφενός, τη διαδικασία προσαρμογής του ποσού προς υπολογισμό των μέσων αποδοχών. Τούτο συνεπάγεται επίσης ότι δεν νοείται αυτόματη σώρευση του βασικού μισθού και όλων των επιδομάτων, στο μέτρο που αυτά δεν χορηγούνται υπό κανονικές συνθήκες. Ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, συμφωνώ απολύτως με την άποψη της Δανικής Κυβέρνησης (89), σύμφωνα με την οποία ο συνυπολογισμός των επιδομάτων αυτών στο ποσό των μέσων αποδοχών είναι υποχρεωτικός μόνον εφόσον τα εν λόγω συστατικά στοιχεία των αποδοχών παρουσιάζουν συστηματικό χαρακτήρα.
87. Επιπλέον, η έννοια αυτή συνεπάγεται, κατ’ ουσίαν, ότι ο εργαζόμενος που λαμβάνει άδεια δεν μπορεί να τυγχάνει διαφορετικής αντιμετώπισης από εκείνη που θα του επιφυλασσόταν αν εργαζόταν. Τούτο σημαίνει ότι, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του δικαιώματος για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, πρέπει να αποκλείεται, κατά κύριο λόγο, διακριτική μεταχείριση συνεπαγόμενη οικονομικά μειονεκτήματα για τον εργαζόμενο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο εργαζόμενος που λαμβάνει άδεια περιέρχεται σε ευνοϊκότερη οικονομική κατάσταση από τους λοιπούς. Συγκεκριμένα, η χορήγηση «κανονικών αποδοχών» σημαίνει ότι οι συνήθεις περιορισμοί πρέπει καταρχήν να εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Τούτο ισχύει επίσης για ετήσια ή άλλα ανώτατα όρια που προβλέπονται όσον αφορά το περιεχόμενο συγκεκριμένης δραστηριότητας που αμείβεται με επίδομα ή τα χρονικά όρια εντός των οποίων μπορεί ο εργαζόμενος να επιδίδεται στη δραστηριότητα αυτή. Τα ανώτατα αυτά όρια πρέπει να αντανακλώνται αναλόγως στον υπολογισμό των αποδοχών αδείας.
4. Ενδιάμεση πρόταση
88. Η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι εργαζόμενος που βρίσκεται σε κατάσταση όπως αυτή της κύριας δίκης, στην οποία το ύψος των αποδοχών είναι μεταβλητό, έχει δικαίωμα σε αποδοχές αδείας οι οποίες αντιστοιχούν στις μέσες αποδοχές του. Ο υπολογισμός των εν λόγω μέσων αποδοχών πραγματοποιείται βάσει επαρκώς αντιπροσωπευτικής χρονικής περιόδου αναφοράς.
89. Η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι για τον υπολογισμό των ως άνω μέσων αποδοχών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο τα επιδόματα τα οποία χορηγούνται στον εργαζόμενο υπό κανονικές συνθήκες ως τμήμα των αποδοχών του όσο και ενδεχόμενα ετήσια ή άλλα ανώτατα όρια που προβλέπονται όσον αφορά το περιεχόμενο συγκεκριμένης δραστηριότητας που αμείβεται με επίδομα ή τα χρονικά όρια εντός των οποίων μπορεί ο εργαζόμενος να επιδίδεται στη δραστηριότητα αυτή.
VII – Πρόταση
90. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Supreme Court ως εξής:
«1) Το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, και η ρήτρα 3 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας για την οργάνωση του χρόνου εργασίας του ιπτάμενου προσωπικού της πολιτικής αεροπορίας που συνήφθη από την Ένωση Ευρωπαϊκών Αεροπορικών Εταιρειών (ΑΕΑ), την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Εργαζομένων στις Μεταφορές (ETF), την Ευρωπαϊκή Ένωση Προσωπικού Θαλάμων Διακυβέρνησης Αεροσκαφών (ΕCΑ), την Ευρωπαϊκή Ένωση Αερομεταφορέων των Περιφερειών της Ευρώπης (ERA) και τη Διεθνή Ένωση για τις Ναυλωμένες Πτήσεις (IACA), η οποία επισυνάπτεται στην οδηγία 2000/79/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, έχει την έννοια ότι ο υπολογισμός των αποδοχών αδείας πραγματοποιείται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες και/ή πρακτικές.
2) Οι αποδοχές αδείας πρέπει καταρχήν να υπολογίζονται σε τέτοιο ύψος ώστε να αντιστοιχούν στις κανονικές αποδοχές του εργαζομένου. Σε καμία περίπτωση δεν πληροί τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης χρηματική αποζημίωση χορηγούμενη αντί αποδοχών αδείας η οποία υπολογίζεται κατά τρόπο ώστε να αποκλείεται κάθε σοβαρός κίνδυνος ο εργαζόμενος να μη χρησιμοποιήσει την ετήσια άδειά του.
3) Εργαζόμενος που βρίσκεται σε κατάσταση όπως αυτή της κύριας δίκης, στην οποία το ύψος των αποδοχών είναι μεταβλητό, έχει δικαίωμα σε αποδοχές αδείας οι οποίες αντιστοιχούν στις μέσες αποδοχές του. Ο υπολογισμός των εν λόγω μέσων αποδοχών πραγματοποιείται βάσει επαρκώς αντιπροσωπευτικής χρονικής περιόδου αναφοράς.
4) Για τον υπολογισμό των ως άνω μέσων αποδοχών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο τα επιδόματα τα οποία χορηγούνται στον εργαζόμενο υπό κανονικές συνθήκες ως τμήμα των αποδοχών του όσο και ενδεχόμενα ετήσια ή άλλα ανώτατα όρια που προβλέπονται όσον αφορά το περιεχόμενο συγκεκριμένης δραστηριότητας που αμείβεται με επίδομα ή τα χρονικά όρια εντός των οποίων μπορεί ο εργαζόμενος να επιδίδεται στη δραστηριότητα αυτή.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
2 – ΕΕ L 299, σ. 9.
3 – Οδηγία για την εκτέλεση της ευρωπαϊκής συμφωνίας για την οργάνωση του χρόνου εργασίας του ιπτάμενου προσωπικού της πολιτικής αεροπορίας που συνήφθη από την Ένωση Ευρωπαϊκών Αεροπορικών Εταιρειών (ΑΕΑ), την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Εργαζομένων στις Μεταφορές (ETF), την Ευρωπαϊκή Ένωση Προσωπικού Θαλάμων Διακυβέρνησης Αεροσκαφών (ΕCΑ), την Ευρωπαϊκή Ένωση Αερομεταφορέων των Περιφερειών της Ευρώπης (ERA) και τη Διεθνή Ένωση για τις Ναυλωμένες Πτήσεις (IACA) (ΕΕ L 302, σ. 57).
4 – Κατά το πρότυπο των ορισμών που απαντούν στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, η έννοια «δίκαιο της Ένωσης» χρησιμοποιείται για να δηλώσει συνολικά τόσο το κοινοτικό δίκαιο όσο και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά το μέτρο που οι παρούσες προτάσεις παραπέμπουν σε συγκεκριμένες διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου, θα παρατίθενται οι ratione temporis εφαρμοστέοι κανόνες.
5 – ΕΕ. L 307, σ. 18.
6 – SI 2004 αριθ. 756.
7 – Προτάσεις της 24ης Ιανουαρίου 2008 στην υπόθεση C‑350/06 (απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2009, Συλλογή 2009, σ. I‑179, σημείο 38).
8 – ΕΕ 2007, C 303, σ. 1.
9 – Σύμφωνα με τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17), η διάταξη αυτή βασίζεται στην οδηγία 93/13, στο άρθρο 2 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη του 1961 και στο σημείο 8 του Κοινοτικού Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων της 9ης Δεκεμβρίου 1989.
10 – Βλ. απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2010, C‑555/07, Kücükdeveci (Συλλογή 2010, σ. I‑365, σκέψη 22).
11 – Βλ. Jarass, H. D., Charta der Grundrechte der Europäischen Union – Kommentar, Μόναχο, 2010, άρθρο 31, σημείο 3, σ. 277, και άρθρο 51, σημείο 6, σ. 413.
12 – Βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑277/08, Vicente Pereda (Συλλογή 2009, σ. I‑8405, σκέψη 18).
13 – Βλ. αποφάσεις της 15ης Απριλίου 2008, C-268/06, Impact (Συλλογή 2008, σ. I‑2483, σκέψη 58), της 23ης Απριλίου 2009, C-378/07 έως C-380/07, Αγγελιδάκη κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. I-3071, σκέψη 195), και της 16ης Ιουλίου 2009, C-537/07, Gómez-Limón (Συλλογή 2009, σ. I-6525, σκέψη 34). Βλ. Egger, J., Rechtswirkungen von Rahmenvereinbarungen im Sozialbereich, Neueste Entwicklungen im Zusammenspiel von Europarecht und nationalem Recht der Mitgliedstaaten (επιμέλεια Waldemar Hummer), Βιέννη, 2010, σ. 223, όπου επισημαίνεται ότι οι συμφωνίες καθαυτές δεν αποκτούν άμεσα κανονιστική ισχύ. Μόνον η έκδοση της αποφάσεως του Συμβουλίου συνεπάγεται τη μετατροπή της συμφωνίας-πλαισίου σε παράγωγο δίκαιο, οπότε και υπόκειται και στον ερμηνευτικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
14 – Βλ. Rebhahn, R., EU-Kommentar (επιμέλεια Jürgen Schwarze), 2η έκδοση, Baden-Baden, 2009, άρθρο 139 ΕΚ, σημεία 4 και 10, σ. 1378 επ., όπου επισημαίνεται ότι η απόφαση που εκδίδει το Συμβούλιο περί εκτελέσεως συμφωνίας συναφθείσας μεταξύ των κοινωνικών εταίρων ισοδυναμεί με νομική πράξη της Ένωσης. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει την οδηγία καθώς και τη συμφωνία που η εν λόγω οδηγία ενσωματώνει.
15 – Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/79 επιβεβαιώνει την αρχή της επικουρικότητας ως ακολούθως: «Λόγω του υψηλού βαθμού ολοκλήρωσης του τομέα της πολιτικής αεροπορίας και των συνθηκών ανταγωνισμού που επικρατούν σ’ αυτόν, οι στόχοι της παρούσας οδηγίας για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων δεν μπορούν να υλοποιηθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και απαιτείται συνεπώς κοινοτική δράση σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης· η οδηγία δεν υπερβαίνει το απαραίτητο για την επίτευξη αυτών των στόχων».
16 – Βλ. απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1996, C‑84/94 (Συλλογή 1996, σ. I‑5755, σκέψη 47).
17 – Όπ.π. (σκέψη 47) και απόφαση της 16ης Μαρτίου 2006, C‑131/04 και C‑257/04, Robinson-Steele (Συλλογή 2006, σ. I-2531, σκέψη 57).
18 – Απόφαση της 26ης Ιουνίου 2001, C‑173/99, BECTU (Συλλογή 2001, σ. I‑4881, σκέψη 53).
19 – Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της Επιτροπής στην υπόθεση BECTU, τις οποίες επανέλαβε ο γενικός εισαγγελέας A. Tizzano με τις προτάσεις του (σημείο 34) στην υπόθεση αυτή.
20 – Βλ. αποφάσεις BECTU (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 53) και Schultz-Hoff κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 46), στις οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε μεν ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να καθορίζουν, στο εθνικό τους δίκαιο, τους όρους ασκήσεως και εφαρμογής του δικαιώματος ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών, διευκρίνισε εντούτοις ότι δεν μπορούν να εξαρτούν από οποιονδήποτε όρο την ίδια τη γένεση αυτού του δικαιώματος που απορρέει ευθέως από την οδηγία 93/104.
21 – Για την επιρροή που άσκησε η νομολογία στην ερμηνεία της οδηγίας για την οργάνωση του χρόνου εργασίας, βλ. Nowak, T., The Working Time Directive and The European Court of Justice, Maastricht Journal of European and Comparative Law, τόμος 15 (2008), αριθ. 4, σ. 447.
22 – Βλ. Λευκό βιβλίο σχετικά με τους κλάδους και τις δραστηριότητες που εξαιρούνται από την οδηγία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας [COM(97) 334 τελικό, σημεία 11 έως 13].
23 – Όπ.π., σημείο 74.
24 – Βλ. Barnard, C., EC Employment Law, 2η έκδοση, Οξφόρδη, 2002, σ. 403.
25 – Βλ. την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την ευρωπαϊκή συμφωνία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας του ιπτάμενου προσωπικού της πολιτικής αεροπορίας που συνήφθη από την Ένωση Ευρωπαϊκών Αεροπορικών Εταιρειών (ΑΕΑ), την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Εργαζομένων στις Μεταφορές (ETF), την Ευρωπαϊκή Ένωση Προσωπικού Θαλάμων Διακυβέρνησης Αεροσκαφών (ΕCΑ), την Ευρωπαϊκή Ένωση Αερομεταφορέων των Περιφερειών της Ευρώπης (ERA) και τη Διεθνή Ένωση για τις Ναυλωμένες Πτήσεις (IACA), [COM(2000) 382 τελικό].
26 – Κατά την ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/34: «Οι υφιστάμενες διατάξεις όσον αφορά την ετήσια άδεια και τις αξιολογήσεις της υγείας των εργαζομένων τη νύχτα και των εργαζομένων κατά βάρδιες θα πρέπει να επεκταθούν ώστε να συμπεριλάβουν τους μετακινούμενους εργαζομένους στους κλάδους και δραστηριότητες που εξαιρούνται». Βλ., συναφώς, Rofes i Pujol, M. I., Comentario de la jurisprudencia del Tribunal de Justicia de las Comunidades Europeas, Cuadernos Europeos de Deusto, 2009, αριθ. 41, σ. 165.
27 – Κατά τη δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/34: «Οι υφιστάμενες διατάξεις όσον αφορά τον χρόνο εργασίας και ανάπαυσης χρειάζεται να προσαρμοσθούν ώστε να εφαρμόζονται στους μετακινούμενους εργαζομένους στους εξαιρούμενους κλάδους και δραστηριότητες».
28 – Η δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/79: «Η εφαρμογή της οδηγίας αυτής δεν θα δικαιολογούσε μια οπισθοδρόμηση σε σχέση με την παρούσα κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος».
29 – Βλ. αποφάσεις BECTU (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 43), της 18ης Μαρτίου 2004, C‑342/01, Merino Gómez (Συλλογή 2004, σ. I‑2605, σκέψη 29), και Robinson-Steele κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 48)· όσον αφορά την οδηγία 2003/88, βλ. τις αποφάσεις Schultz-Hoff κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 22), Vicente Pereda (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 18), και της 22ας Απριλίου 2010, C‑486/08, Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols (Συλλογή 2010, σ. I‑3527, σκέψη 28).
30 – Βλ. αποφάσεις BECTU (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 44), Merino Gómez (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 30), Schultz-Hoff κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 23) και Vicente Pereda (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 21).
31 – Βλ. αποφάσεις Schultz-Hoff κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 25) και Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 30).
32 – Απόφαση Robinson-Steele κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 58).
33 – Βλ. σημείο 16 των γραπτών παρατηρήσεων της Δανικής Κυβέρνησης.
34 – Η ερμηνεία του άρθρου 12 της Σύμβασης 132 της ΔΟΕ (Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας) οδηγεί επίσης στο ίδιο συμπέρασμα. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή ορίζει ότι κάθε συμφωνία περί καταργήσεως του δικαιώματος για ελάχιστη περίοδο ετήσιας αδείας που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, της σύμβασης αυτής ή περί παραιτήσεως από το εν λόγω δικαίωμα έναντι αποζημιώσεως ή υπό οποιουσδήποτε άλλους όρους πρέπει να λογίζεται άκυρη ή να απαγορεύεται, ανάλογα με τις υφιστάμενες στην οικεία χώρα συνθήκες. Βλ. επίσης, συναφώς, Blanpain, R., The Holidays With Pay Convention of the ILO (N° 132): a Commentary, The International Journal of Comparative Labour Law and Industrial Relations, τόμος 16/4, 2000, σ. 364.
35 – Απόφαση Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 29).
36 – ΕΕ L 348, σ. 1.
37 – Απόφαση της 1ης Ιουλίου 2010, C‑471/08 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
38 – Απόφαση της 1ης Ιουλίου 2010, C‑194/08, (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
39 – Αποφάσεις Parviainen (προαναφερθείσα στη σκέψη 37, σκέψη 50) και Gassmayr (προαναφερθείσα στη σκέψη 38, σκέψη 61).
40 – Απόφαση Parviainen (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 62).
41 – Βλ. για παράδειγμα τις αποδόσεις στη γερμανική («bezahlt»), στη γαλλική («payé»), στη δανική («med løn»), στην ισπανική («retribuidas»), στην πορτογαλική («remuneradas»), στη σλοβενική («plačanega»), στην ιταλική («retribuite»), στη σουηδική («betald») και στην ολλανδική γλώσσα («betaald»).
42 – Σύμβαση 132 περί της ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών (αναθεωρηθείσα το 1970), που υιοθετήθηκε από τη Γενική Διάσκεψη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας στις 24 Ιουνίου 1970 και τέθηκε σε ισχύ στις 30 Ιουνίου 1973.
43 – Σύμβαση 52 περί της ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών, που υιοθετήθηκε από τη Γενική Διάσκεψη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας στις 24 Ιουνίου 1936 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Σεπτεμβρίου 1939. Η σύμβαση αυτή αναθεωρήθηκε από τη σύμβαση 132, εξακολουθεί όμως να παραμένει ανοικτή προς επικύρωση.
44 – Απόφαση Schultz-Hoff κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 38). Βλ. τη συζήτηση στη θεωρία σχετικά με τη θέση που επιφυλάσσεται στις συμβάσεις της ΔΟΕ εντός της έννομης τάξης της Ένωσης. Σύμφωνα με τους Korda, M. και Pennings, F., The legal character of international social security standards, European Journal of Social Security, τόμος 10 (2008), αριθ. 2, σ. 132, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει αρμοδιότητα να θεσπίζει νομικώς δεσμευτικούς κανόνες στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης. Για τον λόγο αυτό, οι συμβάσεις που έχουν υπογραφεί στο πλαίσιο της ΔΟΕ και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη διαμόρφωση διεθνών προδιαγραφών κοινωνικής ασφάλισης. Σύμφωνα με τον Bercusson, B., The European Court of Justice, Labour Law and ILO Standards, 50 Jahre EU – 50 Jahre Rechtsprechung des Europäischen Gerichtshofs zum Arbeits- und Sozialrecht, Baden-Baden, 2008, σ. 58 επ., το Δικαστήριο οφείλει να διαδραματίσει πιο ενεργό ρόλο ώστε να κατοχυρωθεί συνταγματικά το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, το οποίο πρέπει, κατά την ερμηνεία του πρωτογενούς και του παραγώγου δικαίου της Ένωσης, να λαμβάνει υπόψη τις προδιαγραφές της ΔΟΕ. Κατά τον Murray, J., The Working Time Directive and Future Prospects for ILO Rules on Working Time, Transnational Labour Regulation – The ILO and EC compared, σ. 175, η οδηγία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας και οι κανόνες της ΔΟΕ συγκλίνουν σημαντικά ως προς το ρυθμιζόμενο αντικείμενο και τον επιδιωκόμενο σκοπό.
45 – Απόφαση Schultz-Hoff κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 60).
46 – Βλ. τις προτάσεις μου στις υποθέσεις C‑350/06 και C‑520/06 (προαναφερθείσες στην υποσημείωση 7, σημείο 38).
47 – Βλ. σημεία 41, 43 και 76 των γραπτών παρατηρήσεων της καθής της κύριας δίκης.
48 – Βλ. Leible S. και Streinz R., EUV/EGV, Μόναχο, 2003, άρθρο 95, σκέψη 44, σ. 1248.
49 – Βλ. σημείο 74 των γραπτών παρατηρήσεων των προσφευγόντων της κύριας δίκης.
50 – Απόφαση Schultz-Hoff κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψεις 57 έως 62).
51 – Βλ. απόφαση Impact (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 125).
52 – Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05 (Συλλογή 2007, σ. I‑7109).
53 – Απόφαση Impact (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 124).
54 – Όπ.π. (σκέψη 129).
55 – Βλ. το σημείο 175 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα J. Kokott της 9ης Ιανουαρίου 2008, Impact (απόφαση προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13).
56 – Βλ., συναφώς, Rebhahn, R., όπ.π. (υποσημείωση 14), άρθρο 137, σκέψη 56, σ. 1363.
57 – Κατά τον Böhnert, S., Das Recht der ILO und sein Einfluss auf das deutsche Arbeitsrecht im Zeichen der europäischen Integration, Baden-Baden, 2002, σ. 100, οι συμβάσεις της ΔΟΕ κάνουν χρήση των αποκαλούμενων «ρητρών ευελιξίας». Υπό την έννοια αυτή γίνονται αντιληπτά διάφορα μέτρα, όπως, μεταξύ άλλων, η χρήση ευρέων εννοιών καθώς και η αναγνώριση ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως κατά την υλοποίηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση ή τον καθορισμό των προς επιδίωξη σκοπών.
58 – Βλ. τις προτάσεις μου της 14ης Απριλίου 2010, στην υπόθεση C‑271/08, Επιτροπή κατά Γερμανίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 77).
59 – Το άρθρο 6 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, όπως αυτούσια επαναλαμβάνεται στο άρθρο 6 του αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη που υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 3 Μαΐου 1996, υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης μεταξύ άλλων ευνοώντας την ισομερή συνεννόηση μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και προωθώντας, όταν αυτό είναι αναγκαίο και σκόπιμο, την καθιέρωση διαδικασιών εκούσιας διαπραγμάτευσης μεταξύ των εργοδοτών ή των οργανώσεων των εργοδοτών αφενός και των οργανώσεων των εργαζομένων αφετέρου, προκειμένου να ρυθμίζονται οι όροι απασχόλησης με συλλογικές συμβάσεις.
60 – Κατά το σημείο 12 του Κοινοτικού Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων, οι εργοδότες ή οι οργανώσεις εργοδοτών, αφενός, και οι οργανώσεις εργαζομένων, αφετέρου, έχουν το δικαίωμα, υπό τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές, να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις.
61 – Κατά το άρθρο 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες, ή οι αντίστοιχες οργανώσεις τους, έχουν, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές, δικαίωμα να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις στον ενδεδειγμένο βαθμό, καθώς και να προσφεύγουν, σε περίπτωση συγκρούσεως συμφερόντων, σε συλλογικές δράσεις για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, συμπεριλαμβανομένης της απεργίας.
62 – Βλ., συναφώς, την επιχειρηματολογία που εκθέτω με το σημείο 42 των παρουσών προτάσεων σχετικά με τη διαφοροποιημένη μέθοδο που εφάρμοσε ο νομοθέτης της Ένωσης και η οποία τελικώς οδήγησε στην έκδοση της οδηγίας 2000/79 για τον ειδικό τομέα της πολιτικής αεροπορίας.
63 – Βλ. τα σημεία 38, 45, 53, 54 και 55 των παρουσών προτάσεων.
64 – Απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑191/03, McKenna (Συλλογή 2005, σ. I‑7631, σκέψη 29).
65 – Το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της συμβάσεως 100 της ΔΟΕ έχει ως ακολούθως: «Ο όρος “αποδοχές” περιλαμβάνει τους συνήθεις βασικούς ή κατώτατους μισθούς ή αποδοχές και όλα τα πρόσθετα οφέλη, που ο εργοδότης οφείλει να παρέχει στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, λόγω της σχέσεως εργασίας».
66 – Βλ. Krebber, S., EUV/EGV – Kommentar (επιμέλεια Christian Calliess και Matthias Ruffert), 3η έκδοση, Μόναχο, 2007, άρθρο 141, σημείο 23, σ. 1629.
67 – Απόφαση McKenna (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 64, σκέψη 29).
68 – Βλ. Eichenhofer, E., EUV/EGV – Kommentar, Μόναχο, 2003, άρθρο 141 ΕΚ, σημείο 10, σ. 1530.
69 – Βλ. Rebhahn, R., όπ.π. (υποσημείωση 14), άρθρο 141 ΕΚ, σημείο 10, σ. 1386.
70 – Βλ. σημείο 73 των παρατηρήσεων των προσφευγόντων της κύριας δίκης.
71 – Απόφαση Parviainen (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψεις 49 και 50).
72 – Βλ. Krebber, S., όπ.π. (υποσημείωση 66), σημείο 25, σ. 1630.
73 – Βλ. απόφαση του Employment Tribunal της 11ης Μαΐου 2007, S A Williams κ.λπ. κατά British Airways Plc (υπόθεση αριθ. 3314875/2006), σκέψεις 27 και 29, σ. 8 (παράρτημα 2 του υπομνήματος της καθής της κύριας δίκης), και τη σύνοψη των πραγματικών περιστατικών του Supreme Court («Agreed Statement of Facts and Issues in the Supreme Court of the United Kingdom»), σημείο 8, σ. 3 (παράρτημα 1 των γραπτών παρατηρήσεων της καθής της κύριας δίκης).
74 – Βλ. σημείο 11 των γραπτών παρατηρήσεων των προσφευγόντων της κύριας δίκης.
75 – Fuchs, M. και Marhold, F., Europäisches Arbeitsrecht, 2η έκδοση, Βιέννη, 2006, 123.
76 – Βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1989, 109/88, Danfoss (Συλλογή 1989, σ. 3199, σκέψη 3).
77 – Βλ. απόφαση της 30ής Μαρτίου 2000, C‑236/98 (Συλλογή 2000, σ. I‑2189, σκέψεις 39 επ.).
78 – Βλ. απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2007, C‑300/06, Voß (Συλλογή 2007, σ. I‑10573, σκέψεις 12 επ.).
79 – Βλ. αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 1992, C‑360/90, Bötel (Συλλογή 1992, σ. I‑3589, σκέψη 13), και της 6ης Φεβρουαρίου 1996, C‑457/93, Lewark (Συλλογή 1996, σ. I‑2343, σκέψη 23).
80 – Βλ. Krebber, S., όπ.π. (υποσημείωση 66), σκέψη 28, σ. 1631.
81 – Βλ. απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C‑167/97, Seymour-Smith (Συλλογή 1999, σ. I‑623, σκέψη 28).
82 – Βλ. σημείο 27 των γραπτών παρατηρήσεων της Επιτροπής.
83 – Βλ. σημεία 55 και 100 των γραπτών παρατηρήσεων των προσφευγόντων της κύριας δίκης.
84 – Βλ. σημεία 42 και 74 των γραπτών παρατηρήσεων της καθής της κύριας δίκης.
85 – Όπ.π., σημείο 42.
86 – Όπ.π., σημείο 102.
87 – Η ερμηνεία την οποία δίνει το Δικαστήριο σε κανόνα του δικαίου της Ένωσης διασαφηνίζει και ορίζει την έννοια και το περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, όπως αυτός πρέπει ή έπρεπε να γίνει αντιληπτός και να εφαρμοστεί από της θέσεώς του σε ισχύ (βλ. αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605, σκέψη 16, της 10ης Φεβρουαρίου 2000, C‑50/96, Deutsche Telekom, Συλλογή 2000, σ. I‑743, σκέψη 43, και της 13ης Ιανουαρίου 2004, C‑453/00, Kühne & Heitz, Συλλογή 2004, σ. I‑837, σκέψη 21).
88 – Βλ. σημείο 42 των γραπτών παρατηρήσεων της καθής της κύριας δίκης.
89 – Βλ. σημείο 20 των γραπτών παρατηρήσεων της Δανικής Κυβέρνησης.
Full & Egal Universal Law Academy