ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 31ης Μαρτίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑184/10
Mathilde Grasser
κατά
Freistaat Bayern
[αίτηση του Bayerischer Verwaltungsgerichtshof (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 91/439/ΕΟΚ – Αμοιβαία αναγνώριση των αδειών οδηγήσεως – Άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από κράτος μέλος, χωρίς να ληφθεί υπόψη η προϋπόθεση διαμονής – Άρνηση αναγνωρίσεως από το κράτος μέλος υποδοχής, στηριζόμενη μόνο στη μη τήρηση της προϋποθέσεως διαμονής»
1. Με το υπό εξέταση προδικαστικό ερώτημα, το Δικαστήριο καλείται, ακόμη μια φορά, να ερμηνεύσει τις διατάξεις της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης (2).
2. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν αμοιβαία τις άδειες οδηγήσεως που εκδίδουν. Η χορήγηση αυτών των αδειών εξαρτάται από την τήρηση διάφορων προϋποθέσεων. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, αυτής της οδηγίας, μεταξύ άλλων, εξαρτά την απόκτηση της άδειας οδηγήσεως από την ύπαρξη συνήθους διαμονής στο έδαφος του κράτους μέλους που χορηγεί την άδεια.
3. Το Bayerischer Verwaltungsgerichtshof (Γερμανία) διερωτάται, επομένως, αν κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από άλλο κράτος μέλος, όταν αποδεικνύεται από αυτή ότι η άδεια εκδόθηκε χωρίς να τηρηθεί η προϋπόθεση διαμονής.
4. Το ερώτημα αυτό δίνει στο Δικαστήριο την ευκαιρία, πράγματι, να διευκρινίσει τη νομολογία που προκύπτει από τις αποφάσεις του της 26ης Ιουνίου 2008, C‑329/06 και C‑343/06, Wiedemann και Funk (3), καθώς και C‑334/06 έως C‑336/06, Zerche κ.λπ. (4), κατά την οποία το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει στο έδαφός του το δικαίωμα οδηγήσεως το οποίο απορρέει από προγενέστερη άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από άλλο κράτος μέλος, αν αποδεικνύεται βάσει στοιχείων που αναγράφονται στην ίδια την άδεια οδηγήσεως ή άλλων αδιαμφισβήτητων στοιχείων προερχόμενων από το κράτος μέλος εκδόσεως ότι, όταν εκδόθηκε η άδεια αυτή, ο κάτοχός της, στον οποίον είχε επιβληθεί μέτρο αφαιρέσεως προηγούμενης άδειας οδηγήσεως στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους, δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος του κράτους μέλους εκδόσεως.
5. Η ιδιομορφία της διαφοράς της κύριας δίκης οφείλεται στο γεγονός ότι, σε αντίθεση προς τις περιπτώσεις που υποβλήθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν αυτές οι αποφάσεις, η M. Grasser, Γερμανίδα υπήκοος στην οποία οι γερμανικές αρχές αρνούνται να αναγνωρίσουν την άδεια οδηγήσεως που εξέδωσαν οι τσεχικές αρχές, ουδέποτε είχε γερμανική άδεια οδηγήσεως και, επομένως, ουδέποτε της επιβλήθηκε το μέτρο της αφαιρέσεως προηγούμενης άδειας. Κατά συνέπεια, το ζήτημα που τίθεται είναι αν η απορρέουσα από τις αποφάσεις Wiedemann και Funk, καθώς και Zerche κ.λπ., νομολογία μπορεί να έχει εφαρμογή στην περίπτωση της M. Grasser.
6. Με τις προτάσεις μου, θα προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 91/439 έχουν την έννοια ότι δεν εμποδίζουν κράτος μέλος να αρνείται να αναγνωρίζει στο έδαφός του το δικαίωμα οδηγήσεως το οποίο απορρέει από άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από άλλο κράτος μέλος, αν αποδεικνύεται βάσει στοιχείων που αναγράφονται στην άδεια οδηγήσεως ή άλλων αδιαμφισβήτητων στοιχείων προερχόμενων από το κράτος μέλος εκδόσεως ότι, όταν εκδόθηκε η άδεια αυτή, ο κάτοχός της δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος του κράτους μέλους εκδόσεως.
I – Το νομικό πλαίσιο
Η ρύθμιση της Ένωσης
7. Προκειμένου να διευκολυνθεί η κυκλοφορία των προσώπων στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή η εγκατάστασή τους σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο τους χορηγήθηκε άδεια οδηγήσεως, η οδηγία 91/439 θέσπισε την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως (5).
8. Ο καθορισμός με την οδηγία ελάχιστων προϋποθέσεων για τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως σκοπεί επίσης στη βελτίωση της οδικής ασφάλειας στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (6).
9. Μεταξύ άλλων, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:
«Η χορήγηση της άδειας οδήγησης προϋποθέτει επίσης:
[…]
β) [συνήθης] διαμονή ή απόδειξη της σπουδαστικής ιδιότητας επί διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών στην επικράτεια του κράτους μέλους που χορηγεί την άδεια οδήγησης [(7)].»
10. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439, κάθε πρόσωπο δύναται να έχει μόνο μία άδεια οδηγήσεως.
11. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι το κράτος μέλος της συνήθους διαμονής μπορεί να εφαρμόσει στον κάτοχο άδειας οδηγήσεως, η οποία έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, τις εθνικές του διατάξεις όσον αφορά τον περιορισμό, την αναστολή, την αφαίρεση ή την ακύρωση του δικαιώματος οδηγήσεως.
12. Δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, κράτος μέλος μπορεί επίσης να αρνηθεί να αναγνωρίσει σε πρόσωπο επί του οποίου έχει εφαρμογή, εντός του εδάφους του, ένα από τα ως άνω μέτρα την ισχύ άδειας οδηγήσεως που έχει εκδώσει άλλο κράτος μέλος.
Η εθνική ρύθμιση
13. Η κανονιστική απόφαση για τις προϋποθέσεις προσβάσεως των ιδιωτών στην οδική κυκλοφορία (Verordnung über die Zulassung von Personen zum Straβenverkehr), όπως ίσχυε στις 19 Ιανουαρίου 2009 (στο εξής: FeV), προβλέπει, στο άρθρο της 28, παράγραφος 1, ότι οι κάτοχοι άδειας οδηγήσεως εν ισχύι εντός της Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, που έχουν τη συνήθη τους διαμονή, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1 ή 2, της FeV στη Γερμανία, επιτρέπεται, με την επιφύλαξη των περιορισμών που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 4 του εν λόγω άρθρου 28, να οδηγούν οχήματα στην ημεδαπή εντός των ορίων των δικαιωμάτων που τους παρέχει η άδειά τους οδηγήσεως.
14. Το άρθρο 28, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, σημεία 2 και 3, και δεύτερη περίοδος, της FeV διευκρινίζει ότι αυτή η έγκριση οδηγήσεως δεν έχει εφαρμογή στους κατόχους άδειας οδηγήσεως της Ένωσης ή του ΕΟΧ σε δύο περιστάσεις. Αφενός, η εν λόγω έγκριση δεν έχει εφαρμογή, όταν οι κάτοχοι, όπως αποδεικνύεται από την άδεια οδηγήσεως ή από αναμφισβήτητες πληροφορίες προερχόμενες από το κράτος μέλος που την εξέδωσε, είχαν κατά τον χρόνο εκδόσεως της άδειας τη συνήθη διαμονή τους στην ημεδαπή, εκτός εάν απέκτησαν την άδεια οδηγήσεως κατά τη διάρκεια παραμονής τους, τουλάχιστον εξάμηνης διάρκειας, ως σπουδαστές ή μαθητές. Αφετέρου, οι κάτοχοι άδειας οδηγήσεως της Ένωσης ή του ΕΟΧ δεν επιτρέπεται να οδηγούν στη γερμανική επικράτεια, όταν η άδειά τους οδηγήσεως αποτέλεσε στη Γερμανία το αντικείμενο προσωρινής ή οριστικής αφαιρέσεως με δικαστική απόφαση, ή αφαιρέσεως με αμέσως εκτελεστή ή οριστική απόφαση της διοικητικής αρχής ή όταν με οριστική απόφαση δεν τους χορηγήθηκε η άδεια οδηγήσεως ή των οποίων η άδεια οδηγήσεως δεν αφαιρέθηκε μόνο λόγω του ότι εν τω μεταξύ είχαν παραιτηθεί από αυτή.
II – Τα περιστατικά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
15. Η M. Grasser, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, έχει τη γερμανική ιθαγένεια και κατοικεί στο Viereth-Trunstadt (Γερμανία). Ουδέποτε είχε γερμανική άδεια οδηγήσεως.
16. Η προσφεύγουσα έλαβε άδεια οδηγήσεως στις 31 Μαΐου 2006, εκδοθείσα από το δημοτικό συμβούλιο του Plzeň (Τσεχική Δημοκρατία). Σ’ αυτή την άδεια αναγράφεται ως τόπος διαμονής η πόλη Viereth-Trunstadt.
17. Με έγγραφο της 3ης Απριλίου 2009, η αρμόδια για τις άδειες οδηγήσεως γερμανική αρχή κάλεσε την M. Grasser να προσκομίσει την τσέχικη άδεια οδηγήσεως για να καταχωρισθεί η έλλειψη δικαιώματος οδηγήσεως στο γερμανικό έδαφος, λόγω του ότι δεν τηρήθηκε η προϋπόθεση διαμονής κατά τη χορήγηση αυτής της άδειας. Η εν λόγω αρχή προέβη σε ακρόαση της προσφεύγουσας, προκειμένου να εκδώσει απόφαση για την έκπτωση από το δικαίωμά της οδηγήσεως.
18. Η M. Grasser, διατυπώνοντας αντιρρήσεις κατά της αποφάσεως της εν λόγω αρχής, ζήτησε από αυτή να της παρασχεθεί το δικαίωμα να κάνει χρήση της άδειάς της οδηγήσεως στο γερμανικό έδαφος, λόγω του ότι ουδέποτε υπέπεσε σε παράβαση σε σχέση με την οδική κυκλοφορία. Άλλως, ζήτησε να της χορηγηθεί γερμανική άδεια οδηγήσεως. Η αρμόδια γερμανική αρχή αρνήθηκε να κάνει δεκτά αμφότερα τα αιτήματα.
19. Με απόφαση της 3ης Ιουνίου 2009, η εν λόγω αρχή απαγόρευσε στην M. Grasser να κάνει χρήση της τσεχικής της άδειας οδηγήσεως στο γερμανικό έδαφος και την υποχρέωσε να προσκομίσει αυτή την άδεια προκειμένου να καταχωρισθεί σ’ αυτή η μνεία της ελλείψεως δικαιώματος οδηγήσεως. Διαφορετικά, η εν λόγω άδεια θα κατήσχετο.
20. Την 1η Ιουλίου 2009, η προσφεύγουσα άσκησε ενώπιον του Verwaltungsgericht Bayreuth (διοικητικού δικαστηρίου του Bayreuth) προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής. Με απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2009, το εν λόγω δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα της M. Grasser και ακύρωσε αυτή την απόφαση. Το Verwaltungsgericht Bayreuth έκρινε ότι η παραβίαση της αρχής της διαμονής δεν μπορεί, αφεαυτής, να συνιστά λόγο μη αναγνωρίσεως του δικαιώματος οδηγήσεως στο γερμανικό έδαφος. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, θα έπρεπε, επιπλέον, να έχει επιβληθεί στην προσφεύγουσα το μέτρο της αφαιρέσεως, αναστολής, ακυρώσεως ή περιορισμού της άδειάς της οδηγήσεως.
21. Το Freistaat Bayern, καθού της κύριας δίκης, εφεσίβαλε την εκδοθείσα από το Verwaltungsgericht Bayreuth απόφαση ενώπιον του Bayerischer Verwaltungsgerichtshof, το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439[...] την έννοια ότι το κράτος μέλος υποδοχής δικαιούται να μην αναγνωρίσει άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από άλλο κράτος μέλος, εάν διαπιστώνεται, βάσει στοιχείων που αναγράφονται στην εν λόγω άδεια οδηγήσεως, παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας αυτής, χωρίς προηγουμένως το κράτος μέλος υποδοχής να έχει επιβάλει στον κάτοχο της άδειας οδηγήσεως μέτρο από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439[...];»
III – Η ανάλυσή μου
22. Με το προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από άλλο κράτος μέλος, εάν διαπιστώνεται, βάσει στοιχείων που αναγράφονται σ’ αυτή την άδεια ότι δεν έχει τηρηθεί η προϋπόθεση διαμονής, μολονότι ουδέποτε επιβλήθηκε στον κάτοχο της εν λόγω άδειας, στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους, το μέτρο της αφαιρέσεως προηγούμενης άδειας οδηγήσεως.
23. Υπενθυμίζουμε, κατ’ αρχάς, ότι η οδηγία 91/439 επιδιώκει διττό σκοπό, ήτοι, αφενός, να διευκολυνθεί η κυκλοφορία των προσώπων που εγκαθίστανται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο εξετάστηκαν για να πάρουν άδεια οδηγήσεως και, αφετέρου, να βελτιωθεί η ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας (8).
24. Οι σκοποί αυτοί δεν μπορούν να διαχωρισθούν. Πράγματι, η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων έχει ως προϋπόθεση ότι αυτή μπορεί να γίνεται με ασφάλεια.
25. Επομένως, σε θέματα οδικής ασφάλειας, ο νομοθέτης της Ένωσης, προκειμένου να ανταποκριθεί σ’ αυτές τις επιτακτικές ανάγκες, έκρινε αναγκαίο να καθορίσει ελάχιστες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως (9).
26. Μεταξύ άλλων, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας 91/439 εξαρτά τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως από την επιτυχία σε δοκιμασία ελέγχου των από φυσικής και ιατρικής απόψεως ικανοτήτων, καθώς και σε δοκιμασία ελέγχου των γνώσεων, και επίσης από την ύπαρξη συνήθους διαμονής στο έδαφος του κράτους μέλους εκδόσεως.
27. Επομένως, υπέρ των αδειών οδηγήσεως που εκδίδονται με βάση αυτές τις ελάχιστες προϋποθέσεις έχει εφαρμογή η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, αυτής της οδηγίας.
28. Μεταξύ των ελάχιστων προϋποθέσεων υπό τις οποίες μπορεί να εκδίδεται η άδεια οδηγήσεως, αυτή που αφορά τη συνήθη διαμονή στο έδαφος του κράτους μέλους εκδόσεως έχει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο του συστήματος που θέσπισε ο νομοθέτης της Ένωσης, όπως το έχει ερμηνεύσει το Δικαστήριο με τη νομολογία του.
29. Πράγματι, με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk, καθώς και Zerche κ.λπ., το Δικαστήριο επισήμανε ότι η προϋπόθεση της διαμονής συμβάλλει, μεταξύ άλλων, στην καταπολέμηση του «τουρισμού της άδειας οδηγήσεως», ελλείψει πλήρους εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών για την έκδοση των αδειών οδηγήσεως (10). Εξάλλου, η προϋπόθεση αυτή είναι απαραίτητη για να ελεγχθεί αν πληρούται η προϋπόθεση της ικανότητας οδηγήσεως (11). Πράγματι, η προϋπόθεση αυτή είναι προαπαιτούμενη προϋπόθεση που επιτρέπει τον έλεγχο της τηρήσεως των λοιπών προϋποθέσεων από το κράτος μέλος εκδόσεως (12). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η προϋπόθεση της διαμονής, βάσει της οποίας καθορίζεται το κράτος μέλος εκδόσεως, είναι ιδιαιτέρως σημαντική σε σχέση με τις άλλες προϋποθέσεις που επιβάλλει η οδηγία 91/439 (13).
30. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η οδική ασφάλεια θα διακυβευόταν, ενδεχομένως, αν δεν πληρούνταν η εν λόγω προϋπόθεση της διαμονής (14).
31. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο δικηγόρος της M. Grasser τόνισε το γεγονός ότι, στην παρούσα υπόθεση, δεν υφίσταται επικείμενος κίνδυνος, ούτε επείγουσα περίπτωση, σε αντίθεση προς τις υποβληθείσες στην κρίση του Δικαστηρίου περιπτώσεις στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk, καθώς και Zerche κ.λπ. Εξέθεσε ότι, σ’ αυτές τις υποθέσεις, οι κάτοχοι των επίδικων αδειών οδηγήσεως είχαν δώσει ήδη δείγματα της επικινδυνότητάς τους, εφόσον τους είχε αφαιρεθεί η προηγούμενή τους άδεια οδηγήσεως λόγω παραβάσεων του κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Η M. Grasser, αντιθέτως, ουδέποτε είχε προηγουμένως άδεια οδηγήσεως και, επομένως, δεν της είχε επιβληθεί το μέτρο της αφαιρέσεως προηγούμενης άδειας οδηγήσεως. Γι’ αυτό τον λόγο, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή αυτή η νομολογία.
32. Δεν νομίζω ότι ένα τέτοιο επιχείρημα μπορεί να γίνει δεκτό. Θα ισοδυναμούσε με άρνηση των στόχων προλήψεως που επιδιώκει η οδηγία 91/439.
33. Όπως είδαμε, ο νομοθέτης της Ένωσης επιβάλλει ελάχιστες προϋποθέσεις για την έκδοση άδειας οδηγήσεως, αυτό δε χάριν της οδικής ασφάλειας στο έδαφος της Ένωσης. Οι προϋποθέσεις αυτές ισχύουν δεσμευτικώς για όλους τους υποψηφίους για άδεια οδηγήσεως. Το κείμενο της οδηγίας 91/439 δεν κάνει, εν προκειμένω, καμία διάκριση μεταξύ των υποψηφίων που δίνουν για πρώτη φορά εξετάσεις για την απόκτηση άδειας οδηγήσεως και αυτών που ζητούν νέα άδεια οδηγήσεως συνεπεία αφαιρέσεως προηγούμενης άδειας οδηγήσεως.
34. Ο λόγος γι’ αυτό είναι πρόδηλος, ήτοι ότι ο βαθμός επικινδυνότητας ενός οδηγού εκτιμάται πολύ πριν από τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως. Θα ήταν αδιανόητο να αναμένεται πότε ένας οδηγός θα προκαλέσει ατύχημα, προκειμένου να διαπιστωθεί η επικινδυνότητά του και να εφαρμοσθούν τα αναγκαία μέτρα κατά την αίτηση ανανεώσεως της άδειάς του οδηγήσεως. Όπως τόνισε το καθού της κύριας δίκης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τα ζητήματα της οδικής ασφάλειας τίθενται όχι μόνο σε σχέση με τα άτομα που έχουν ήδη προκαλέσει ατύχημα, αλλά και για όλους τους υποψηφίους για την απόκτηση άδειας οδηγήσεως.
35. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας 91/439, οι ίδιοι ελάχιστοι όροι πρέπει να τηρούνται, όταν μια αρμόδια εθνική αρχή εκδίδει πρώτη άδεια οδηγήσεως.
36. Η προϋπόθεση όμως της διαμονής, το υπενθυμίζουμε, έχει εν προκειμένω ουσιώδη σημασία. Αν δεν τηρείται αυτή η προϋπόθεση, είναι αδύνατο ή, εν πάση περιπτώσει, πολύ δύσκολο για την εθνική αρχή που εκδίδει την άδεια οδηγήσεως να ελέγξει ορισμένες από τις προϋποθέσεις που ορίζει αυτή η οδηγία. Η πρώτη από αυτές είναι η μοναδικότητα της άδειας οδηγήσεως. Πράγματι, το άρθρο 7, παράγραφος 5, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο μπορεί να είναι κάτοχος μόνο μίας άδειας οδηγήσεως (15). Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν ακόμη κεντρικές βάσεις δεδομένων για τις άδειες οδηγήσεως σε ενωσιακό επίπεδο, ποιος άλλος εκτός από τις εθνικές αρχές του τόπου της συνήθους διαμονής του υποψηφίου για άδεια οδηγήσεως είναι καλύτερα σε θέση να ελέγξει ότι ο υποψήφιος αυτός δεν έχει ήδη άδεια οδηγήσεως;
37. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά άλλες ουσιώδεις πληροφορίες, όπως τον έλεγχο του ποινικού μητρώου, προκειμένου να διακριβωθεί αν προηγούμενες καταδίκες αποκλείουν τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως.
38. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η τήρηση της προϋποθέσεως διαμονής είναι απαραίτητος όρος για να είναι δυνατός ο έλεγχος, σε σχέση με τον υποψήφιο, της τηρήσεως των άλλων ελάχιστων προϋποθέσεων που απαιτεί η οδηγία 91/439.
39. Επομένως, η μη τήρηση αυτής της προϋποθέσεως διαμονής, όταν ο υποψήφιος δίνει για πρώτη φορά εξετάσεις για την άδεια οδηγήσεως, θα είχε ως συνέπεια τη δυσλειτουργία του συστήματος που θέσπισε ο νομοθέτης της Ένωσης, εις βάρος της ασφάλειας των χρησιμοποιούντων το οδικό δίκτυο.
40. Προσθέτουμε, επίσης, ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και, κατόπιν, ο δικηγόρος της M. Grasser επικαλέσθηκαν το γεγονός ότι η μνεία της διαμονής που περιέχεται στην άδειά της οδηγήσεως θα μπορούσε να αποτελεί απλώς ολίσθημα γραφίδας, ότι το κράτος μέλος εκδόσεως θα μπορούσε να έχει αναγράψει εκ πλάνης διαμονή στη Γερμανία και ότι, επομένως, έπρεπε να μη ληφθεί αυτό υπόψη και να αναγνωρισθεί ως έγκυρη αυτή η άδεια. Κατά την άποψή μας, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
41. Αν γινόταν δεκτή αυτή η συλλογιστική, όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχει το κράτος μέλος εκδόσεως και τα οποία εμφαίνονται σε επίσημο έγγραφο, εν προκειμένω στην άδεια οδηγήσεως, θα μπορούσαν να τίθενται υπό αμφισβήτηση. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, τα πληροφοριακά στοιχεία που αναγράφονται στην άδεια οδηγήσεως είναι αδιαμφισβήτητα στοιχεία, που προέρχονται από τις αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως (16).
42. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι, όταν είναι δυνατό να διαπιστωθεί, βάσει στοιχείων που αναγράφονται στην ίδια την άδεια οδηγήσεως ή άλλων αδιαμφισβήτητων στοιχείων που προέρχονται από το κράτος μέλος εκδόσεως, ότι κατά την έκδοση αυτής της άδειας δεν πληρούνταν η προβλεπόμενη από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 91/439 προϋπόθεση διαμονής, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει το δικαίωμα οδηγήσεως που απορρέει από την εν λόγω άδεια.
43. Θα μπορούσε να μας αντιταχθεί το επιχείρημα ότι μια τέτοια λύση θα έβλαπτε τη μεταξύ των κρατών μελών αμοιβαία εμπιστοσύνη, την οποία προϋποθέτει η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως.
44. Εντούτοις, η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως μπορεί να προσλάβει πλήρη ισχύ μόνον αν οι ελάχιστες προϋποθέσεις εκδόσεως άδειας οδηγήσεως, που έχουν τεθεί με οδηγία εναρμονίσεως, πληρούνται και τηρούνται από όλα τα κράτη μέλη. Αυτό αποτελεί την ίδια την ουσία αυτής της αρχής. Τα κράτη μέλη έχουν αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ τους και αναγνωρίζουν αμοιβαίως τις άδειες οδηγήσεως που εκδίδουν οι αρχές τους, διότι ο νομοθέτης της Ένωσης έχει θεσπίσει σύστημα που αποτελεί εχέγγυο ότι όλα τα κράτη μέλη θα έχουν ένα ελάχιστο επίπεδο απαιτήσεων όσον αφορά την έκδοση αυτών των αδειών.
45. Επομένως, από τη στιγμή κατά την οποία δεν τηρείται αυτό το ελάχιστο επίπεδο απαιτήσεων, η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως δεν μπορεί να εφαρμόζεται ομαλά.
46. Προσθέτουμε, εξάλλου, ότι το να γίνεται δεκτό ότι άδεια οδηγήσεως όπως της M. Grasser πρέπει να αναγνωρίζεται από το κράτος μέλος υποδοχής, μολονότι δεν έχει τηρηθεί η προϋπόθεση διαμονής, θα έχει ως αποτέλεσμα να ενθαρρύνεται ο «τουρισμός της άδειας οδηγήσεως». Πράγματι, μολονότι, βεβαίως, η οδηγία 91/439 προβλέπει δεσμευτικώς ελάχιστες προϋποθέσεις ικανότητας οδηγήσεως, γεγονός παραμένει ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι ελεύθερα να απαιτούν την τήρηση αυστηρότερων κανόνων από αυτούς που προβλέπει αυτή η οδηγία (17). Επομένως, θα καθίστατο ευνοϊκότερο για πρόσωπο που διαμένει σε κράτος μέλος το οποίο επιβάλλει τέτοιους κανόνες να δίνει εξετάσεις σε άλλο κράτος μέλος το οποίο εφαρμόζει λιγότερο αυστηρούς κανόνες.
47. Ο σκοπός της οδηγίας 91/439 δεν είναι να προσφέρει στους πολίτες της Ένωσης ένα forum shopping της άδειας οδηγήσεως, αλλά να καταστήσει δυνατό σε πρόσωπο το οποίο έχει άδεια οδηγήσεως να εγκατασταθεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό της εκδόσεως αυτής της άδειας, χωρίς να χρειάζεται να ξαναδώσει οποιεσδήποτε εξετάσεις οδηγήσεως ή χωρίς να οφείλει να αλλάξει αυτή την άδεια με άλλη.
48. Έχω την εντύπωση ότι, σ’ αυτή την υπόθεση, η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως εκτράπηκε του σκοπού της, προκειμένου να καταστρατηγηθούν οι πιο αυστηροί εθνικοί κανόνες.
49. Κατά συνέπεια, για όλους αυτούς τους λόγους, έχω τη γνώμη ότι τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 91/439 έχουν την έννοια ότι δεν εμποδίζουν κράτος μέλος να αρνείται να αναγνωρίσει στο έδαφός του το δικαίωμα οδηγήσεως που απορρέει από σχετική άδεια εκδοθείσα από άλλο κράτος μέλος, αν αποδεικνύεται βάσει στοιχείων που αναγράφονται στην ίδια την άδεια οδηγήσεως ή άλλων αδιαμφισβήτητων στοιχείων προερχόμενων από το κράτος μέλος εκδόσεως ότι, όταν εκδόθηκε η άδεια αυτή, ο κάτοχός της δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος του κράτους μέλους εκδόσεως.
IV – Πρόταση
50. Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Bayerischer Verwaltungsgerichtshof:
«Τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης, έχουν την έννοια ότι δεν εμποδίζουν κράτος μέλος να αρνείται να αναγνωρίσει στο έδαφός του το δικαίωμα οδηγήσεως που απορρέει από σχετική άδεια εκδοθείσα από άλλο κράτος μέλος, αν αποδεικνύεται βάσει στοιχείων που αναγράφονται στην ίδια την άδεια οδηγήσεως ή άλλων αδιαμφισβήτητων στοιχείων προερχόμενων από το κράτος μέλος εκδόσεως ότι, όταν εκδόθηκε η άδεια αυτή, ο κάτοχός της δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος του κράτους μέλους εκδόσεως.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 237, σ. 1.
3 – Συλλογή 2008, σ. I‑4635.
4 – Συλλογή 2008, σ. I‑4691.
5 – Βλ. το άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας.
6 – Βλ. την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της ίδιας οδηγίας.
7 – Κατά το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 91/439, η συνήθης διαμονή είναι ο τόπος, όπου ένα πρόσωπο διαμένει συνήθως, δηλαδή επί 185 τουλάχιστον ημέρες κατά ημερολογιακό έτος. Αν ο κάτοχος της άδειας οδηγήσεως είναι σπουδαστής σ’ αυτό το κράτος μέλος, οφείλει να προσκομίσει την απόδειξη ότι είναι εγκατεστημένος σ’ αυτό το κράτος τουλάχιστον πριν από έξι μήνες.
8 – Βλ. την πρώτη αιτιολογική σκέψη αυτής της οδηγίας.
9 – Βλ. την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας.
10 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk (σκέψη 69), καθώς και Zerche κ.λπ. (σκέψη 66).
11 – Όπ.π..
12 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk (σκέψη 70), καθώς και Zerche κ.λπ. (σκέψη 67).
13 – Όπ.π..
14 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk (σκέψη 71), καθώς και Zerche κ.λπ. (σκέψη 68).
15 – Βλ., με αυτό το πνεύμα, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk (σκέψη 70), καθώς και Zerche κ.λπ. (σκέψη 67).
16 – Βλ., με αυτό το πνεύμα, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk (σκέψη 72), καθώς και Zerche κ.λπ. (σκέψη 69). Βλ., επίσης, τη διάταξη της 9ης Ιουλίου 2009, C‑445/08, Wierer (σκέψη 51).
17 – Βλ. το σημείο 5 του παραρτήματος III της εν λόγω οδηγίας.
Full & Egal Universal Law Academy