ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 14ης Απριλίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑186/10
Tural Oguz
κατά
Secretary of State for the Home Department
[αίτηση του Court of Appeal of England and Wales (Ηνωμένο Βασίλειο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ– Τουρκίας – Άρθρο 41, παράγραφος 1, του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου – Ρήτρα standstill − Ισχύς – Απαγόρευση επιβολής εκ μέρους των κρατών μελών νέων περιορισμών για την είσοδο στο έδαφός τους Τούρκων υπηκόων που επιθυμούν να κάνουν στο έδαφος αυτό χρήση της ελευθερίας εγκαταστάσεως – Κατάχρηση δικαιώματος»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας. Το άρθρο αυτό περιλαμβάνει ρήτρα standstill, η οποία απαγορεύει στα συμβαλλόμενα μέρη να επιβάλλουν, από 1ης Ιανουαρίου 1973, νέους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
2. Ο εκκαλών της κύριας δίκης ζήτησε, το 2008, στο Ηνωμένο Βασίλειο άδεια για την ανάληψη δραστηριότητας ελεύθερου επαγγελματία. Δεν στήριξε το αίτημά του στις ισχύουσες διατάξεις, αλλά στις ευνοϊκότερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το καθοριστικό έτος 1973. Οι αρμόδιες αρχές, επικαλούμενες την αρχή της καταχρήσεως δικαιώματος, του αρνήθηκαν το δικαίωμα να επικαλεσθεί τη ρήτρα standstill, διότι, πριν την υποβολή της αιτήσεως, είχε παραβεί όρο της μέχρι τότε ισχύουσας αδείας του διαμονής.
3. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί σχετικά με το περιεχόμενο και την έκταση της ρήτρας standstill του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (2), η παρούσα όμως υπόθεση του δίνει τη δυνατότητα να διευκρινίσει πότε μπορεί να αποκλεισθεί η επίκληση της ρήτρας standstill.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Η Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας
4. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 υπογράφηκε στην Άγκυρα από την Τουρκική Δημοκρατία, αφενός, και από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και τα κράτη μέλη της, αφετέρου, η Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας. Η Συμφωνία αυτή συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (3). Κατά το άρθρο της 2, παράγραφος 1, η Συμφωνία Συνδέσεως έχει ως αντικείμενο την προαγωγή της συνεχούς και ισόρροπης ενισχύσεως των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ακόμη και όσον αφορά τους εργαζόμενους, με τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και με την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, με σκοπό τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του τουρκικού λαού και τη διευκόλυνση, στη συνέχεια, της εντάξεως της Τουρκικής Δημοκρατίας στην Κοινότητα (4).
5. To Πρόσθετο Πρωτόκολλο που υπογράφηκε στις 23 Νοεμβρίου 1970 στις Βρυξέλλες και συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (5), αποτελώντας κατά το άρθρο του 62 αναπόσπαστο τμήμα της Συμφωνίας Συνδέσεως, θεσπίζει, στο άρθρο 1, τους όρους, τον τρόπο και τον ρυθμό εφαρμογής της μεταβατικής φάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 4 της Συμφωνίας Συνδέσεως. Το Πρόσθετο Πρωτόκολλο περιλαμβάνει έναν τίτλο II, τιτλοφορούμενο «Διακίνηση προσώπων και υπηρεσιών», του οποίου το κεφάλαιο II ρυθμίζει το «[δ]ικαίωμα εγκαταστάσεως, [τις] υπηρεσίες και [τις] μεταφορές».
6. Το άρθρο 41 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου, που περιέχεται στο κεφάλαιο II του εν λόγω τίτλου II, έχει ως εξής:
«1. Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν επιβάλλουν μεταξύ τους νέους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
2. […]»
Β – Το εθνικό δίκαιο
7. Το Statement of Immigration Rules for Control after Entry (House of Commons paper 510, διατάξεις περί μεταναστεύσεως όσον αφορά τον έλεγχο μετά την είσοδο στη χώρα) περιέχει τις ισχύουσες την 1η Ιανουαρίου 1973 στο Ηνωμένο Βασίλειο διατάξεις για την παράταση ισχύος της άδειας διαμονής.
8. Οι διατάξεις περί μεταναστεύσεως έχουν έκτοτε πολλάκις τροποποιηθεί και αντικατασταθεί. Οι διατάξεις περί μεταναστεύσεως που ίσχυαν κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως του εφεσίβλητου της κύριας δίκης, περί απορρίψεως της αιτήσεως του εκκαλούντος για τη χορήγηση άδειας διαμονής (21 Οκτωβρίου 2008), περιλαμβάνονταν στο House of Commons Paper 395 (HC 395).
9. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει –χωρίς αυτό να αμφισβητείται από τους μετέχοντες στη διαδικασία– ότι οι ισχύουσες τον Οκτώβριο 2008 στο Ηνωμένο Βασίλειο διατάξεις περί μεταναστεύσεως που αφορούν την εγκατάσταση σε αυτό το κράτος μέλος για την ανάληψη δραστηριότητας ελεύθερου επαγγελματία είναι αυστηρότερες από τις αντίστοιχες διατάξεις που ίσχυαν την 1η Ιανουαρίου 1973.
10. Ένας από τους μετέχοντες στη διαδικασία (6) προέβαλε συναφώς, χωρίς κανείς να αντιλέξει, πως καθοριστική διαφορά αποτελεί το γεγονός ότι οι νεώτερες διατάξεις, σε αντίθεση με αυτές που ίσχυαν το 1973, απαιτούν να αποδείξει ο αλλοδαπός, προκειμένου να του χορηγηθεί άδεια ασκήσεως δραστηριότητας ελεύθερου επαγγελματία, την ύπαρξη κεφαλαίου 200 000 UKL (7).
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
11. Ο κ. Oguz (στο εξής: εκκαλών της κύριας δίκης ή εκκαλών) εισήλθε τον Οκτώβριο 2000 στο Ηνωμένο Βασίλειο με άδεια εισόδου ως φοιτητής. Ακολούθως, η άδειά του διαμονής λόγω σπουδών παρατάθηκε επανειλημμένα από τις αρμόδιες αρχές. Αυτές οι διαδοχικές άδειες διαμονής χορηγήθηκαν υπό τον όρο ότι ο εκκαλών δεν μπορούσε να αναλάβει, μεταξύ άλλων, επαγγελματική δραστηριότητα ως ελεύθερος επαγγελματίας παρά μόνον με σχετική έγκριση του Secretary of State for the Home Department.
12. Για μερικά έτη ο εκκαλών άσκησε στο Ηνωμένο Βασίλειο, αρχικά, μισθωτή δραστηριότητα με έγκριση των αρμοδίων αρχών. Τον Νοέμβριο 2006 όμως ο εργοδότης του τον απέλυσε για λόγους που αφορούν την επιχείρηση. Οι προσπάθειες του εκκαλούντος να αναλάβει άλλη μισθωτή δραστηριότητα παρέμειναν ανεπιτυχείς.
13. Ακολούθως, στις 20 Μαρτίου 2008, ο εκκαλών υπέβαλε αίτηση παρατάσεως της ισχύος της άδειάς του διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία. Η αίτησή του στηρίχθηκε στις ισχύουσες την 1η Ιανουαρίου 1973 στο Ηνωμένο Βασίλειο διατάξεις περί μεταναστεύσεως (8), οι οποίες, όπως διευκρινίζει το αιτούν δικαστήριο, είναι ευνοϊκότερες από τους ισχύοντες το έτος 2008 κανόνες περί μεταναστεύσεως. Ως έρεισμα για την εφαρμογή των διατάξεων που ίσχυαν το 1973, ο εκκαλών προέβαλε τη ρήτρα standstill του άρθρου 41 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.
14. Ο εκκαλών είχε αρχίσει την επαγγελματική του δραστηριότητα ως ελεύθερος επαγγελματίας τον Φεβρουάριο 2008 και λειτουργούσε πράγματι την επιχείρησή του από τον Μάρτιο του ιδίου έτους. Κατά συνέπεια, ο εκκαλών είχε ήδη, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως, ασκήσει επί μερικές εβδομάδες επαγγελματική δραστηριότητα ως ελεύθερος επαγγελματίας και είχε, επομένως, παραβεί τον όρο υπό τον οποίο του είχε χορηγηθεί η άδεια διαμονής. Ως δικαιολογία, ο εκκαλών προέβαλε ότι θεώρησε ότι δικαιούται να προβεί σε έναρξη της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ενόσω προετοίμαζε και συνέτασσε αίτηση για άδεια διαμονής ως επιχειρηματίας.
15. Στις 11 Αυγούστου 2008 ο εκκαλών έπαυσε να απασχολείται ως ελεύθερος επαγγελματίας και ενημέρωσε τις αρμόδιες αρχές ότι θα άρχιζε εκ νέου την απασχόληση αυτή μόλις θα εκδιδόταν απόφαση επί της αιτήσεώς του.
16. Ο Secretary of State for the Home Department (στο εξής και: εφεσίβλητος της κύριας δίκης) απέρριψε την αίτηση του εκκαλούντος. Λόγος της απορρίψεως ήταν το γεγονός ότι ο εκκαλών άρχισε να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα κατά παράβαση του όρου της προγενέστερης άδειάς του διαμονής. Συνεπώς, ο εκκαλών δεν μπορούσε να επικαλεσθεί τη ρήτρα standstill του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Κατ’ εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων περί μεταναστεύσεως, η αίτησή του ήταν απορριπτέα. Εκτός αυτού, ανακλήθηκε η ισχύουσα άδειά του διαμονής ως κατόχου άδειας εργασίας, για τον λόγο ότι δεν πληρούσε πλέον τους όρους της άδειάς του διαμονής.
17. Στις 4 Νοεμβρίου 2008, ο εκκαλών άσκησε προσφυγή ενώπιον του Asylum and Immigration Tribunal (9) κατά της ως άνω απορριπτικής αποφάσεως. Η προσφυγή απορρίφθηκε. Το δικαστήριο έκρινε ότι ο εκκαλών δεν είχε ενεργήσει κατά δόλιο τρόπο. Είχε όμως παραβεί τους όρους της άδειάς του διαμονής, καθόσον άρχισε, ανέλαβε και ασκούσε επιχειρηματική δραστηριότητα, και επομένως δεν μπορούσε να επικαλεσθεί τη ρήτρα standstill του άρθρου 41 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου.
18. Ο εκκαλών υπέβαλε αίτημα για εκ νέου εξέταση της υποθέσεως (10). Με διάταξη που εξέδωσε στις 26 Ιουνίου 2009, ο Senior Immigration Judge Ward (11) έκρινε ότι η προηγούμενη απόφαση περί απορρίψεως της προσφυγής δεν βαρυνόταν με πλάνη περί το δίκαιο και, ως εκ τούτου, έπρεπε να επικυρωθεί.
19. Η δικαστική διαφορά εκκρεμεί επί του παρόντος σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Court of Appeal of England and Wales (12), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου. Αυτό επέτρεψε τη συμμετοχή του Centre for Advice on Individual Rights in Europe (στο εξής: AIRE Centre) στη διαδικασία της κύριας δίκης.
IV – Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
20. Με διάταξη της 23ης Μαρτίου 2010, το Court of Appeal ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία κει υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Δύναται Τούρκος υπήκοος, στον οποίο χορηγήθηκε άδεια διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό τον όρο να μην ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα ελεύθερου επαγγελματία και ο οποίος αναλαμβάνει δραστηριότητα ελεύθερου επαγγελματία κατά παράβαση του όρου αυτού και ακολούθως υποβάλλει αίτηση ενώπιον των εθνικών αρχών για παράταση της ισχύος της άδειάς του διαμονής, επικαλούμενος την επιχείρηση την οποία συνέστησε, να επικαλεσθεί το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμφωνίας Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας;»
21. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ανέπτυξαν γραπτώς και προφορικώς τις παρατηρήσεις τους, εκτός από τον κ. Oguz και το AIRE Centre, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
V – Εκτίμηση
22. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά την ερμηνεία του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας. Κατά το άρθρο αυτό, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν εισάγουν μεταξύ τους νέους περιορισμούς σχετικά με την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
23. Κατά συνέπεια, το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου απαγορεύει την εκ μέρους κράτους μέλους θέσπιση οποιουδήποτε νέου μέτρου που θα είχε ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα να εξαρτηθεί η εγκατάσταση και, συνακόλουθα, η διαμονή Τούρκου υπηκόου στο έδαφός του από όρους πιο περιοριστικούς εν συγκρίσει προς εκείνους οι οποίοι ίσχυαν κατά την έναρξη ισχύος του εν λόγω Προσθέτου Πρωτοκόλλου στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, δηλαδή την 1η Ιανουαρίου 1973 (13).
24. Επί της ουσίας, το Δικαστήριο έκρινε, παραδείγματος χάριν, την επιβολή υποχρεώσεως, η οποία δεν υφίστατο κατά την έναρξη ισχύος του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, θεωρήσεως εισόδου για την άσκηση ορισμένων δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών ως «νέο περιορισμό», κατά την έννοια του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (14).
25. Το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα του, το άρθρο 41, παράγραφος 1 καθιερώνει, με όρους σαφείς, ακριβείς και απαλλαγμένους αιρέσεων, μη αμφίσημη ρήτρα standstill, η οποία απαγορεύει στα συμβαλλόμενα μέρη την εισαγωγή νέων περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως από της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Από το γράμμα καθώς και από την έννοια και τον σκοπό της Συμφωνίας Συνδέσεως το Δικαστήριο συνήγαγε ότι το άρθρο 41, παράγραφος 1 αναπτύσσει άμεσα αποτελέσματα στα κράτη μέλη (15).
26. Ένας Τούρκος υπήκοος δύναται, συνεπώς, να επικαλεστεί άμεσα το άρθρο 41, παράγραφος 1, έναντι των αρχών κράτους μέλους.
27. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά πόσον ένα κράτος μέλος δύναται να αρνηθεί σε Τούρκο υπήκοο, που παρέβη όρο υπό τον οποίο τελούσε η άδειά του διαμονής, το δικαίωμα να επικαλεστεί τη ρήτρα standstill του άρθρου 41 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Ο εφεσίβλητος της κύριας δίκης καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δέχονται ότι, σε μία τέτοια περίπτωση, η επίκληση της ρήτρας standstill θα ήταν καταχρηστική και, κατά συνέπεια, δεν πρέπει να γίνει δεκτή. Το αιτούν δικαστήριο απέκλεισε ρητώς το ενδεχόμενο δόλιας συμπεριφοράς του εκκαλούντος.
28. Κατά την άποψή μου, δεν ενδείκνυται –όπως θα εκθέσω στη συνέχεια– ο αποκλεισμός της επίκλησης της ρήτρας standstill του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου λόγω καταχρήσεως δικαιώματος. Αντιθέτως, η ενδεχόμενη κατάχρηση δικαιώματος πρέπει, αν παραστεί ανάγκη, να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο της εφαρμογής του εθνικού δικαίου.
29. Η απαγόρευση κατάχρησης δικαιώματος αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (16). Κατά πάγια νομολογία, οι πολίτες δεν μπορούν να επικαλούνται τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης καταχρηστικώς ή καταστρατηγώντας τες, ενώ τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να λαμβάνουν υπόψη, κατά περίπτωση, βασιζόμενα σε αντικειμενικά στοιχεία, την καταχρηστική συμπεριφορά των ενδιαφερομένων, προκειμένου να μην εφαρμόσουν ενδεχομένως υπέρ αυτών τις διατάξεις του δικαίου αυτού (17).
30. Το Δικαστήριο, με την απόφαση Emsland Stärke, διευκρίνισε τον έλεγχο της καταχρήσεως σε σχέση με παροχές στον τομέα της γεωργίας. Με την απόφαση αυτή έκρινε πως η διαπίστωση ότι πρόκειται για πρακτική που συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση προϋποθέτει, πρώτον, τη συνδρομή ενός συνόλου αντικειμενικών περιστάσεων από τις οποίες να προκύπτει ότι, παρά την τυπική τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει η ρύθμιση της Ένωσης, δεν επιτεύχθηκε ο επιδιωκόμενος με τη ρύθμιση αυτή σκοπός (18). Δεύτερον, η διαπίστωση αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη ενός υποκειμενικού στοιχείου, το οποίο συνίσταται στη βούληση του ενδιαφερόμενου να αποκομίσει όφελος που απορρέει από την κοινοτική ρύθμιση δημιουργώντας τεχνητά τις προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την παροχή του οφέλους αυτού (19).
31. Όπως έχει τονίσει το Δικαστήριο, η ρήτρα standstill του άρθρου 41, παράγραφος 1, δεν λειτουργεί ως ουσιαστικός κανόνας, καθιστώντας ανεφάρμοστο το σχετικό ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο αντικαθιστά, αλλά ως «οιονεί διαδικαστικός κανόνας», ο οποίος προβλέπει, ratione temporis, ποιες είναι οι διατάξεις ενός κράτους μέλους υπό το πρίσμα των οποίων πρέπει να εκτιμάται η κατάσταση Τούρκου υπηκόου ο οποίος επιθυμεί να κάνει χρήση της ελευθερίας εγκαταστάσεως εντός κράτους μέλους (20).
32. Χαρακτηριστικό της εν λόγω ρήτρας standstill είναι, συνεπώς, ότι δεν παρέχει ουσιαστικά δικαιώματα. Ούτε δικαίωμα εγκαταστάσεως ούτε δικαίωμα διαμονής προκύπτει άμεσα από τη ρήτρα αυτή (21). Η ρήτρα απλώς καθορίζει ποιες διατάξεις του εθνικού δικαίου είναι εφαρμοστέες, δηλαδή ότι δεν εφαρμόζονται διατάξεις λιγότερο ευνοϊκές από τις ρυθμίσεις που ίσχυαν την 1η Ιανουαρίου 1973.
33. Κατά την άποψή μου, δεν ενδείκνυται κατ’ αρχήν, λόγω της ίδιας της φύσεως της ρήτρας standstill, να αποκλείεται η επίκλησή της λόγω καταχρήσεως δικαιώματος.
34. Και τούτο ακριβώς διότι το άρθρο 41 δεν θέτει όρους για την εφαρμογή του. Αντιθέτως, εφαρμόζεται χωρίς προϋποθέσεις. Όπως έχει τονίσει το Δικαστήριο, το άρθρο 41, παράγραφος 1, επιβάλλει στις εθνικές αρχές την απόλυτη απαγόρευση να θέτουν οποιοδήποτε νέο εμπόδιο στην άσκηση της ελευθερίας αυτής, επιδεινώνοντας τις συνθήκες που υπάρχουν σε συγκεκριμένη ημερομηνία (22).
35. Η ρήτρα standstill ρυθμίζει μόνον ποιο εθνικό δίκαιο εφαρμόζεται. Το κατά πόσον από το εθνικό δίκαιο προκύπτει, στη συνέχεια, δικαίωμα εγκαταστάσεως και, συνακόλουθα, διαμονής καθορίζεται αποκλειστικά από το εν λόγω εθνικό δίκαιο.
36. Εφόσον το άρθρο 41 επιβάλλει απόλυτη απαγόρευση, μη εξαρτώμενη από την πλήρωση προϋποθέσεων, δύσκολα μπορεί να νοηθεί περίπτωση καταχρήσεως δικαιώματος όσον αφορά την εν λόγω διάταξη. Και τούτο διότι, εφόσον δεν τίθενται προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, δεν είναι δυνατή και η τεχνητή δημιουργία τέτοιων προϋποθέσεων κατά τρόπο καταχρηστικό.
37. Ο εφεσίβλητος της κύριας δίκης και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επισημαίνουν ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί στον εκκαλούντα η επίκληση της ρήτρας standstill, διότι μόνον αναλαμβάνοντας δραστηριότητα ως ελεύθερος επαγγελματίας χωρίς προηγηθείσα έγκριση –παραβαίνοντας με τον τρόπο αυτό τον όρο υπό τον οποίο τελούσε η άδειά του διαμονής– ήταν σε θέση να πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις των εθνικών διατάξεων περί μεταναστεύσεως του 1973, τις οποίες σε διαφορετική περίπτωση δεν θα μπορούσε να πληροί.
38. Αυτό καταδεικνύει ότι ενδεχόμενη κατάχρηση δικαιώματος εκ μέρους του εκκαλούντος αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις των εθνικών διατάξεων περί μεταναστεύσεως και όχι τη ρήτρα standstill. Κατά συνέπεια, ορθώς μετατοπίστηκε το ζήτημα της καταχρήσεως δικαιώματος στο πλαίσιο του ουσιαστικού εθνικού δικαίου. Ο ίδιος ο εκκαλών επισημαίνει, συναφώς, ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις περί μεταναστεύσεως του 1973, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να λάβουν υπόψη την καταχρηστική συμπεριφορά αιτούντος (23). Τη δυνατότητα αυτή επιβεβαίωσε και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου.
39. Συνεπώς, ως συμπέρασμα σε αυτό το στάδιο της αναλύσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έννοια της καταχρήσεως δικαιώματος δεν δύναται να εφαρμοσθεί στην περίπτωση του άρθρου 41, παράγραφος 1, λόγω του απόλυτου χαρακτήρα του άρθρου αυτού, το οποίο δεν θέτει ουσιαστικές προϋποθέσεις, αλλά καθορίζει απλώς το εφαρμοστέο δίκαιο.
40. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από την επισκόπηση των πραγματικών περιστατικών στις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε ότι συντρέχει κατάχρηση δικαιώματος στον τομέα της Συμφωνίας Συνδέσεως.
41. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, αναφερόμενο στην αρχή της καταχρήσεως δικαιώματος, απέκλεισε τη δυνατότητα να θεωρηθούν οι περίοδοι εργασίας που ο εργαζόμενος συμπλήρωσε λόγω δολίας συμπεριφοράς, για την οποία και καταδικάστηκε, ως νόμιμες κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 (24), διότι ο Τούρκος υπήκοος δεν πληρούσε στην πραγματικότητα τις προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής και συνεπώς δεν αντλούσε από αυτή νομίμως δικαίωμα (25). Ως περαιτέρω πιθανό παράδειγμα καταχρήσεως δικαιώματος αναφέρει το Δικαστήριο την περίπτωση λευκού γάμου που έχει συναφθεί με μόνο σκοπό την καταχρηστική κάρπωση οφελών που προβλέπονται από το δίκαιο που διέπει τη σύνδεση ΕΟΚ-Τουρκίας (26).
42. Σε αντίθεση με τη ρήτρα standstill του άρθρου 41 που δεν περιλαμβάνει ουσιαστικά δικαιώματα, τα ίδια τα εφαρμοστέα στις προαναφερθείσες περιπτώσεις άρθρα 6 και 7 της αποφάσεως 1/80 παρέχουν ουσιαστικά δικαιώματα, συγκεκριμένα δικαίωμα στην απασχόληση και δικαίωμα διαμονής. Κατά συνέπεια, στο μέτρο αυτό, είναι δυνατή η επίκληση και της αρχής καταχρήσεως δικαιώματος.
43. Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί μια ακόμη εκτίμηση στην οποία προέβη το Δικαστήριο στην υπόθεση Tum και Dari, στην οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο έκρινε ως εξής: «Εξάλλου, δεν υποβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα συγκεκριμένο στοιχείο από το οποίο να συνάγεται ότι, στις υποθέσεις της κύριας δίκης, οι ενδιαφερόμενοι επικαλέστηκαν την εφαρμογή της ρήτρας standstill του άρθρου 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου με μοναδικό σκοπό να τύχουν καταχρηστικώς των πλεονεκτημάτων που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο» (27).
44. Από αυτή την εκτίμηση του Δικαστηρίου θα μπορούσε να συναχθεί πως το Δικαστήριο δέχεται ότι, παρ’ όλα αυτά, είναι νοητές περιπτώσεις στις οποίες τίθεται θέμα εφαρμογής της αρχής της καταχρήσεως δικαιώματος ακόμη και σε σχέση με τη ρήτρα standstill του άρθρου 41, παράγραφος 1.
45. Ακόμη όμως και σε περίπτωση διεξαγωγής ελέγχου για κατάχρηση σε μια περίπτωση όπως η προκείμενη, δεν θα γινόταν δεκτό ότι υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος.
46. Και τούτο διότι αποφασιστικό κριτήριο για να γίνει δεκτή η ύπαρξη καταχρήσεως δικαιώματος αποτελεί το κατά πόσον χρησιμοποιείται μια διάταξη του δικαίου της Ένωσης ως έρεισμα για την επίτευξη πλεονεκτημάτων που είναι προδήλως ασύμβατα προς τους σκοπούς της διατάξεως (28).
47. Σκοπό της ρήτρας standstill αποτελεί η δημιουργία ευνοϊκών προϋποθέσεων για τη σταδιακή καθιέρωση της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, μέσω της απαγορεύσεως της επιβολής, εκ μέρους των κρατών μελών, νέων περιορισμών στις ελευθερίες αυτές, ώστε να μην καταστεί δυσχερέστερη η βαθμιαία πραγμάτωσή τους μεταξύ των κρατών μελών και της Δημοκρατίας της Τουρκίας (29).
48. Όπως προαναφέρθηκε, η ρήτρα standstill επιβάλλει στις εθνικές αρχές την «απόλυτη απαγόρευση» (30) να θέτουν οποιοδήποτε νέο εμπόδιο στην άσκηση των ελευθεριών αυτών, επιδεινώνοντας τις συνθήκες που υπάρχουν σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Ο σκοπός που επιδιώκεται με αυτήν είναι, συνεπώς, να τυγχάνουν, κατ’ αρχήν, εφαρμογής μεταξύ των συμβαλλομένων μερών μόνον οι ευνοϊκότερες διατάξεις.
49. Η δυνατότητα ακόμη και ενός Τούρκου υπηκόου, ο οποίος έχει παραβεί έναν όρο της άδειας διαμονής που του είχε προγενέστερα χορηγηθεί, να επικαλεστεί τη ρήτρα δεν είναι ασύμβατη προς τον σκοπό αυτό.
50. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τελικώς, στην προαναφερθείσα υπόθεση Tum και Dari καθώς και στην παρεμφερή υπόθεση Savas, την ύπαρξη καταχρήσεως δικαιώματος.
51. Στην υπόθεση Tum και Dari επικαλέστηκαν τη ρήτρα standstill δύο πρόσωπα που διέμεναν σε κράτος μέλος μολονότι είχε διαταχθεί η απέλασή τους έπειτα από απόρριψη της αιτήσεώς τους για παροχή ασύλου. Το Δικαστήριο απέρριψε, στην υπόθεση αυτή, ρητώς το επιχείρημα ότι ένας Τούρκος υπήκοος μπορεί να επικαλεστεί τη ρήτρα standstill μόνον εφόσον έχει εισέλθει νομίμως στο κράτος μέλος (31). Στην υπόθεση Savas, ο ενδιαφερόμενος είχε παραβεί τις εθνικές διατάξεις περί μεταναστεύσεως όταν επικαλέστηκε τη ρήτρα standstill. Αυτό όμως δεν οδήγησε το Δικαστήριο στον αποκλεισμό της δυνατότητας επικλήσεως εκ μέρους του της ρήτρας αυτής (32).
52. Με τον ίδιο τρόπο θα έπρεπε, συνεπώς, να κριθεί κατ’ αποτέλεσμα μια περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, στην οποία εκείνος που επικαλείται τη ρήτρα standstill ήταν ήδη –αντίθετα από ό,τι στις υποθέσεις επί των οποίων έχει αποφανθεί το Δικαστήριο– κάτοχος άδειας διαμονής και είχε απλώς παραβεί έναν όρο της άδειας αυτής. Εν τέλει, ο εκκαλών της κύριας δίκης δεν είχε καν εισέλθει παρανόμως στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά ήταν κάτοχος άδειας εισόδου, ακόμη δε και άδειας εργασίας, έστω και αν αυτή δεν κάλυπτε τη δραστηριότητα ελεύθερου επαγγελματία. Απλώς, αναλαμβάνοντας τη δραστηριότητα ελεύθερου επαγγελματία, την οποία αμέσως μετά έπαυσε να ασκεί, παρέβη έναν όρο της άδειάς του διαμονής.
53. Ακολούθως πρέπει να εξεταστεί ακόμη η απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Kondova (33), στην οποία αναφέρονται ο εφεσίβλητος της κύριας δίκης και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
54. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε την ευρωπαϊκή συμφωνία σύνδεσης μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Βουλγαρίας, αφετέρου (34).
55. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε, συναφώς, ότι ένας Βούλγαρος υπήκοος ο οποίος, προτιθέμενος να αναλάβει δραστηριότητα ως μισθωτός ή αυτοαπασχολούμενος εργαζόμενος σε κράτος μέλος, καθιστά δολίως αναποτελεσματικούς τους σχετικούς ελέγχους των εθνικών αρχών, δηλώνοντας ψευδώς ότι εισέρχεται σ’ αυτό το κράτος για εποχιακή εργασία, θέτει εαυτόν εκτός του πεδίου προστασίας που του αναγνωρίζεται βάσει της ευρωπαϊκής συμφωνίας συνδέσεως (35).
56. Πράγματι, αν οι Βούλγαροι υπήκοοι είχαν τη δυνατότητα να υποβάλλουν ανά πάσα στιγμή αίτηση εγκαταστάσεως στο κράτος μέλος υποδοχής, παρά την προηγούμενη παράβαση της εθνικής νομοθεσίας περί αλλοδαπών, οι εν λόγω υπήκοοι θα ωθούνταν να παραμένουν παρανόμως στο εν λόγω κράτος και να υποβάλλονται στο εθνικό σύστημα ελέγχου μόνον όταν πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις της εν λόγω νομοθεσίας (36).
57. Σε αυτές τις εκτιμήσεις του Δικαστηρίου αναφέρονται, στην παρούσα υπόθεση, ο εφεσίβλητος της κύριας δίκης και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, προκειμένου να αποκλείσουν τη δυνατότητα του εκκαλούντος να επικαλεσθεί τη ρήτρα standstill. Για να θεμελιώσουν τον παραλληλισμό της προαναφερθείσας με την υπό κρίση περίπτωση, προβάλλουν το προεκτεθέν επιχείρημα ότι η παράβαση εκ μέρους του εκκαλούντος του όρου υπό τον οποίο τελούσε η άδειά του διαμονής είχε ως συνέπεια να είναι αυτός σε θέση να πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις των διατάξεων περί μεταναστεύσεως του 1973.
58. Η προαναφερθείσα όμως απόφαση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, η εφαρμοστέα στην υπόθεση Kondova ευρωπαϊκή συμφωνία συνδέσεως παρείχε δικαίωμα εγκαταστάσεως. Το άρθρο 45 της συμφωνίας αυτής καθιέρωνε την ίση μεταχείριση των Βουλγάρων υπηκόων με τους υπηκόους των κρατών μελών. Μόνον η αρχική είσοδος στο έδαφος των κρατών μελών ανήκε, κατά το άρθρο 59 της ευρωπαϊκής συμφωνίας συνδέσεως, στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Δεν είναι, συνεπώς, περίεργο το γεγονός ότι το Δικαστήριο δέχθηκε, στην υπόθεση Kondova, όπου η συμφωνία συνδέσεως παρέχει ουσιαστικό δικαίωμα, τη δυνατότητα να αποκλεισθεί η επίκληση του ουσιαστικού αυτού δικαιώματος λόγω καταχρηστικής ασκήσεως.
59. Το συμπέρασμα που συνάγεται από την υπόθεση Kondova δεν μπορεί όμως να ισχύσει στην περίπτωση ρήτρας standstill, όπως αυτή του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, η ρήτρα standstill του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δεν παρέχει ουσιαστικό δικαίωμα εγκαταστάσεως ή ίσης μεταχειρίσεως σε σχέση με τους ημεδαπούς, αλλά απλώς καθορίζει ποιο εθνικό δίκαιο τυγχάνει εφαρμογής.
60. Ως συμπέρασμα πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι δεν ενδείκνυται ο αποκλεισμός της επίκλησης της ρήτρας standstill του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου λόγω καταχρήσεως δικαιώματος. Αντιθέτως, η ενδεχόμενη κατάχρηση δικαιώματος πρέπει, αν παραστεί ανάγκη, να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο της εφαρμογής του εθνικού δικαίου. Το εθνικό δίκαιο προβλέπει άλλωστε, κατά τους μετέχοντες στη διαδικασία, τη δυνατότητα να ληφθεί υπόψη η κατάχρηση.
61. Εν κατακλείδι, πρέπει να εξεταστεί, εν συντομία, και μια πλευρά του ζητήματος που ανέκυψε από τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος. Ο εκκαλών επεσήμανε στο υπόμνημά του την ύπαρξη μιας γραπτής κατευθυντήριας γραμμής του Secretary of State προς τους υπαλλήλους του (37) , σύμφωνα με την οποία οι αρχές έπρεπε να αποδέχονται την ανάληψη δραστηριότητας ελεύθερου επαγγελματία εκ μέρους Τούρκου υπηκόου, εφόσον αυτός ήταν κάτοχος άδειας διαμονής και υπέβαλλε αίτηση για παράταση της άδειας διαμονής ως ελεύθερος επαγγελματίας. Κατά συνέπεια, ο Secretary of State καθιέρωσε διοικητική πρακτική που παρέβλεπε την παράβαση της υποχρεώσεως λήψεως εγκρίσεως πριν από την ανάληψη δραστηριότητας ελεύθερου επαγγελματία.
62. Από το πραγματικό αυτό ανακύπτει το ενδιαφέρον ερώτημα κατά πόσον αυτή καθεαυτή η ανατροπή μιας εν τω μεταξύ καθιερωθείσας ευνοϊκότερης διοικητικής πρακτικής (38) θα μπορούσε να συνιστά παράβαση της ρήτρας standstill. Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε προσφάτως ότι και η κατάργηση ευνοϊκότερης διάταξης που θεσπίστηκε μετά τη συγκεκριμένη αναφερόμενη στη ρήτρα standstill ημερομηνία αντίκειται στην απαγόρευση επιβολής «νέων περιορισμών» που προβλέπει η ρήτρα standstill, έστω και αν η νέα έννομη κατάσταση δεν οδηγεί σε επιδείνωση της καταστάσεως που ίσχυε κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία της ρήτρας standstill (39). Δεδομένου όμως ότι το αιτούν δικαστήριο δεν διατύπωσε σχετικό ερώτημα, οι μετέχοντες στη διαδικασία δεν τοποθετήθηκαν επ’ αυτού και, επίσης, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτουν από την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, η υπό κρίση υπόθεση δεν προσφέρεται για μια ολοκληρωμένη εξέταση του εν λόγω ζητήματος.
VI – Πρόταση
63. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στην αίτηση του Court of Appeal of England and Wales για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως εξής:
Ένας Τούρκος υπήκοος, στον οποίο χορηγήθηκε άδεια διαμονής σε κράτος μέλος υπό τον όρο να μην ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα ελεύθερου επαγγελματία και ο οποίος αναλαμβάνει δραστηριότητα ελεύθερου επαγγελματία κατά παράβαση του όρου αυτού και ακολούθως υποβάλλει αίτηση ενώπιον των εθνικών αρχών για παράταση της ισχύος της άδειάς του διαμονής, επικαλούμενος την επιχείρηση την οποία συνέστησε, δύναται, ανεξαρτήτως της παραβάσεως του όρου υπό τον οποίο τελεί η άδειά του διαμονής, να επικαλεσθεί τη ρήτρα standstill του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμφωνίας Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Μαΐου 2000, C‑37/98, Savas (Συλλογή 2000, σ. I‑2927), και της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C‑16/05, Tum και Dari (Συλλογή 2007, σ. I‑7415).
3 – ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48, στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως.
4 – Τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου και άρθρο 28 της Συμφωνίας Συνδέσεως.
5 – ΕΕ ειδ. έκδ. 11/002, σ. 149
6 – Το Centre for Advice on Individual Rights in Europe, βλ. σημείο 19 των παρουσών προτάσεων.
7 – Με αναφορά στο Statement of Changes to Immigration Rules (HC395) as amended, paragraph 245L(b) and Appendix A paragraph 35.
8 – House of Commons Paper 510.
9 – Δικαστήριο αρμόδιο για ζητήματα ασύλου και μεταναστεύσεως.
10 – Order for reconsideration.
11 – Ανώτερος δικαστής αρμόδιος για θέματα μεταναστεύσεως.
12 – Εφετείο Αγγλίας και Ουαλίας.
13 – Αποφάσεις Savas (παρατίθεται στην υποσημείωση 2, σκέψη 69), της 21ης Οκτωβρίου 2003, C‑317/01 και C‑369/01, Abatay κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑12301, σκέψη 66), και Tum και Dari (παρατίθεται στην υποσημείωση 2, σκέψη 49).
14 – Απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2009, C-228/06, Soysal και Savatli (Συλλογή 2009, σ. I‑1031, σκέψη 57).
15 – Απόφαση Savas (παρατίθεται στην υποσημείωση 2, σκέψη 49, με αναφορά στη νομολογία του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, επί της ρήτρας standstill του άρθρου 13 της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, απόφαση της 20ης Σεπτεμβρίου 1990, C-192/89, Sevince (Συλλογή 1990, σ. I‑3461, σκέψεις 18 και 26).
16 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέα Sharpston της 8ης Ιουλίου 2010 επί της υποθέσεως C-303/08, Bozkurt (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σημείο 37) καθώς και τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Maduro της 7ης Απριλίου 2005 επί της υποθέσεως C-255/02, Halifax (Συλλογή 2006, σ. Ι-1609, σημείο 63), που επισημαίνει τα δύο κύρια νοηματικά πλαίσια εντός των οποίων το Δικαστήριο ανέλυσε την έννοια της καταχρήσεως ή της καταστρατηγήσεως.
17 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1999, C‑212/97, Centros (Συλλογή 1999 , σ. I‑1459, σκέψη 25), της 21ης Φεβρουαρίου 2006, C‑255/02, Halifax κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑1609, σκέψη 68), και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C‑303/08, Bozkurt (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 47).
18 – Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2000, C‑110/99, Emsland-Stärke (Συλλογή 2000, σ. I‑11569, σκέψη 52).
19 – Απόφαση Emsland-Stärke (παρατίθεται στην υποσημείωση 18, σκέψη 53).
20 – Απόφαση Tum και Dari (παρατίθεται στην υποσημείωση 2, σκέψη 55).
21 – Απόφαση Tum και Dari (παρατίθεται στην υποσημείωση 2, σκέψη 52).
22 – Απόφαση Tum και Dari (παρατίθεται στην υποσημείωση 2, σκέψη 61).
23 – Ο εκκαλών αναφέρεται, συναφώς, στην παράγραφο 4 των διατάξεων αυτών.
24 –Αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την ανάπτυξη της συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Τουρκίας
25 – Βλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 1997, C-285/95, Kol (Συλλογή 1997, σ. I-3069, σκέψεις 26 και 27).
26 – Απόφαση Bozkurt (παρατίθεται στην υποσημείωση 17, σκέψη 50).
27 – Απόφαση Tum και Dari (παρατίθεται στην υποσημείωση 2, σκέψη 66).
28 – Βλ., συναφώς, και τις προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέα Sharpston επί της υποθέσεως Bozkurt (παρατίθενται στην υποσημείωση 16, σημείο 39) καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Α. Tizzano της 18ης Μαΐου 2004 επί της υποθέσεως C-200/02, Zhu και Chen (Συλλογή 2004, σ. I-9925, σημείο 115).
29 – Αποφάσεις C-317/01 και C-369/01, Abatay κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. Ι-12301, σκέψη 72), βλ., συναφώς, και απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2010, C‑300/09 και C‑301/09, Toprak (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 52).
30 – Απόφαση Tum και Dari (παρατίθεται στην υποσημείωση 2, σκέψη 61).
31 – Απόφαση Tum και Dari (παρατίθεται στην υποσημείωση 2, σκέψη 59).
32 – Απόφαση Savas (παρατίθεται στην υποσημείωση 2, σκέψη 70).
33 – Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, C‑235/99, Kondova (Συλλογή 2001, σ. I‑6427).
34 – .Συμφωνία συναφθείσα και εγκριθείσα εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 94/908/ΕΚ/ΕΚΑΧ/Ευρατόμ του Συμβουλίου και της Επιτροπής της 19ης Δεκεμβρίου 1994, ΕΕ L 358, σ. 1, στο εξής: ευρωπαϊκή συμφωνία συνδέσεως).
35 – Απόφαση Kondova (παρατίθεται στην υποσημείωση 33, σκέψη 80). Το Δικαστήριο αναφέρθηκε κατ’ αναλογία, στην προσπάθεια παρακάμψεως της εθνικής νομοθεσίας από κοινοτικούς υπηκόους που επικαλούνται καταχρηστικώς ή δολίως το κοινοτικό δίκαιο, απόφαση της 9ης Μαρτίου 1999, C-212/97, Centros (Συλλογή 1999, σ. Ι-1459, σκέψη 24, και παρατιθέμενη στην ίδια σκέψη νομολογία).
36 – Απόφαση Kondova (παρατίθεται στην υποσημείωση 33, σκέψη 77).
37 – Published Guidance of the Secretary of State to his caseworkers.
38 – Σε περίπτωση που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν τέτοια πρακτική.
39 – Βλ. απόφαση Toprak (παρατίθεται στην υποσημείωση 29, αναφορικά με τη ρήτρα standstill του άρθρου 13 της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως).
Full & Egal Universal Law Academy