ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 30ής Ιουνίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑224/10
Staatsanwaltschaft Baden-Baden
κατά
Leo Apelt
[αίτηση του Landgericht Baden-Baden (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 91/439/EΟΚ – Αμοιβαία αναγνώριση των αδειών οδηγήσεως – Αφαίρεση της εθνικής άδειας οδηγήσεως και χορήγηση, εκ μέρους άλλου κράτους μέλους, άδειας οδηγήσεως για τις κατηγορίες B και Δ – Άρνηση αναγνωρίσεώς της εκ μέρους του κράτους μέλους διαμονής – Επιβολή ως προϋποθέσεως για τη χορήγηση άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Δ της κατοχής ισχύουσας άδειας οδηγήσεως κατηγορίας B»
1. Το Δικαστήριο καλείται για μία ακόμη φορά να ερμηνεύσει τις διατάξεις της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδηγήσεως (2), όπως αυτή έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (3).
2. Ειδικότερα, το Landgericht Baden-Baden (Γερμανία) ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 91/439, το οποίο ορίζει ότι άδεια για την κατηγορία Δ (στο εξής: άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ) χορηγείται μόνο στους οδηγούς που είναι ήδη κάτοχοι άδειας οδηγήσεως για την κατηγορία Β.
3. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, οι τσεχικές αρχές χορήγησαν στον εφεσίβλητο της κύριας δίκης άδεια οδηγήσεως για την κατηγορία Β (στο εξής: άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Β), ενόσω εκκρεμούσε στη Γερμανία διαδικασία για την εξακρίβωση της ικανότητάς του προς οδήγηση, κατόπιν οδικής παραβάσεως που αυτός είχε διαπράξει προ της χορηγήσεως της εν λόγω άδειας. Εν συνεχεία, αφού του αφαιρέθηκε η γερμανική άδεια οδηγήσεως και έληξε η επιβληθείσα σε αυτόν απαγόρευση αποκτήσεως νέας άδειας οδηγήσεως, ο εφεσίβλητος της κύριας δίκης έλαβε από τις τσεχικές αρχές άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ).
4. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της οδηγίας 91/439 και, ιδίως, της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως, οι γερμανικές αρχές υποχρεούνται να αναγνωρίσουν την ισχύ των αδειών οδηγήσεως κατηγορίας Β και Δ που χορηγήθηκαν υπό αυτές τις συνθήκες.
5. Η υπό κρίση υπόθεση προσφέρει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αποφανθεί επί της σχέσεως μεταξύ της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β και της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Δ και, ειδικότερα, να κρίνει εάν η μη αναγνώριση άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β συνεπάγεται τη μη αναγνώριση άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Δ.
6. Με τις παρούσες προτάσεις θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους φρονώ ότι ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να αναγνωρίσει την ισχύ άδειας οδηγήσεως χορηγηθείσας από άλλο κράτος μέλος για τις κατηγορίες Β και Δ, οσάκις το ίδιο αυτό κράτος μέλος έχει ανακαλέσει το δικαίωμα οδηγήσεως με μέτρο επιβληθέν στον οδηγό μετά τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β, πλην όμως λόγω παραβάσεως διαπιστωθείσας προ της εν λόγω χορηγήσεως. Το γεγονός ότι η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ χορηγήθηκε μετά τη λήξη της απαγορεύσεως αποκτήσεως νέας άδειας οδηγήσεως, η οποία είχε επιβληθεί στον οδηγό ως παρεπόμενο της ανακλήσεως μέτρο, δεν ασκεί συναφώς επιρροή.
I – Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η οδηγία 91/439
7. Προκειμένου να διευκολύνεται η κυκλοφορία των προσώπων στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή η εγκατάστασή τους σε κράτος μέλος διαφορετικό εκείνου που τους χορήγησε την άδεια οδηγήσεως, η οδηγία 91/439 καθιέρωσε την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως (4).
8. Ο καθορισμός, με την οδηγία αυτή, ελάχιστων προϋποθέσεων υπό τις οποίες δύναται να χορηγηθεί άδεια οδηγήσεως σκοπεί επίσης στην ενίσχυση της οδικής ασφάλειας στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (5).
9. Ειδικότερα, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 91/439 ορίζει:
«Η χορήγηση της άδειας οδηγήσεως εξαρτάται από τις παρακάτω προϋποθέσεις:
α) η άδεια για τις κατηγορίες Γ και Δ χορηγείται μόνο στους οδηγούς που είναι ήδη κάτοχοι άδειας για την κατηγορία B».
10. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της εν λόγω οδηγίας ορίζει περαιτέρω:
«Η χορήγηση της άδειας οδηγήσεως προϋποθέτει επίσης:
[…]
β) [συνήθη] διαμονή ή απόδειξη της σπουδαστικής ιδιότητας επί διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών στην επικράτεια του κράτους μέλους που χορηγεί την άδεια οδηγήσεως [(6)].»
11. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439, ουδείς δύναται να κατέχει περισσότερες από μία άδειες οδηγήσεως.
12. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι το κράτος μέλος της συνήθους διαμονής δύναται να εφαρμόσει επί του κατόχου άδειας οδηγήσεως εκδοθείσας από άλλο κράτος μέλος τις εθνικές του διατάξεις όσον αφορά τον περιορισμό, την αναστολή, την αφαίρεση ή την ακύρωση του δικαιώματος οδηγήσεως.
13. Δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, ένα κράτος μέλος μπορεί επίσης να αρνηθεί να αναγνωρίσει την ισχύ άδειας οδηγήσεως χορηγηθείσας από άλλο κράτος μέλος σε πρόσωπο επί του οποίου έχει επιβληθεί, εντός του εδάφους του, κάποιο εκ των προαναφερθέντων μέτρων.
2. Η οδηγία 2006/126/EΚ
14. Η οδηγία 2006/126/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για την άδεια οδηγήσεως (7), επιφέρει συνολική αναδιατύπωση των διατάξεων της οδηγίας 91/439, λόγω των πολυάριθμων τροποποιήσεων που αυτή είχε υποστεί (8).
15. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2006/126, ένα κράτος μέλος αρνείται να αναγνωρίσει την ισχύ οιασδήποτε άδειας οδηγήσεως χορηγηθείσας από άλλο κράτος μέλος σε πρόσωπο του οποίου η άδεια οδηγήσεως αποτελεί αντικείμενο περιορισμού, έχει ανασταλεί ή ανακληθεί εντός του πρώτου αυτού κράτους μέλους.
16. Δυνάμει του άρθρου 17, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, η οδηγία 91/439 παύει να ισχύει από της 19ης Ιανουαρίου 2013.
17. Κατά το άρθρο 18, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2006/126, το άρθρο της 11, παράγραφος 4, εφαρμόζεται από της 19ης Ιανουαρίου 2009.
Το εθνικό δίκαιο
18. Το άρθρο 28, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της κανονιστικής αποφάσεως περί της προσβάσεως των ιδιωτών στην οδική κυκλοφορία (Verordnung über die Zulassung von Personen zum Straβenverkehr) ορίζει ότι οι κάτοχοι άδειας οδηγήσεως εν ισχύι εντός της Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1 ή 2, της εν λόγω κανονιστικής αποφάσεως, στη Γερμανία δύνανται, με την επιφύλαξη των περιορισμών που προβλέπονται από τις παραγράφους 2 έως 4 του εν λόγω άρθρου 28, να οδηγούν οχήματα στην ημεδαπή, εντός των ορίων των δικαιωμάτων που τους παρέχει η άδειά τους οδηγήσεως.
19. Κατά το άρθρο 28, παράγραφος 4, της ανωτέρω κανονιστικής αποφάσεως, η παράγραφος 1 του ιδίου άρθρου δεν εφαρμόζεται επί των κατόχων άδειας οδηγήσεως της Ένωσης ή του ΕΟΧ η οποία έχει αποτελέσει στη Γερμανία αντικείμενο προσωρινής ή οριστικής αφαιρέσεως με δικαστική απόφαση ή αφαιρέσεως με άμεσα εκτελεστή ή καταστάσα απρόσβλητη απόφαση διοικητικής αρχής.
20. Κατά το άρθρο 21, παράγραφος 1, σημείο 1, του νόμου περί οδικής κυκλοφορίας (Straßenverkehrsgesetz), όποιος οδηγεί όχημα χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη προς τούτο άδεια οδηγήσεως ή ενώ η οδήγηση του έχει απαγορευθεί βάσει του άρθρου 44 του Ποινικού Κώδικα ή του άρθρου 25 του νόμου αυτού τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή.
II – Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
21. Ο L. Apelt, Γερμανός υπήκοος, απέκτησε τη 14η Δεκεμβρίου 1998 γερμανική άδεια οδηγήσεως για τις κατηγορίες 1a, 1b, 3, 4 και 5 (9).
22. Την 23η Ιανουαρίου 2006, στο πλαίσιο οδικού ελέγχου που διενήργησαν οι γερμανικές αρχές, ο L. Apelt κατελήφθη να οδηγεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Την επομένη, στις 24 Ιανουαρίου 2006, του αφαιρέθηκε η άδεια οδηγήσεως.
23. Με ποινική απόφαση της 31ης Μαΐου 2006, η οποία κατέστη απρόσβλητη τη 2α Ιουνίου 2006, το Amtsgericht Osterholz-Sharmbeck επέβαλε στον L. Apelt χρηματική ποινή λόγω οδηγήσεως σε κατάσταση μέθης. Στον L. Apelt επεβλήθη επίσης ποινή στερήσεως του δικαιώματός του οδηγήσεως και απαγόρευση αποκτήσεως νέας άδειας οδηγήσεως έως την 29η Νοεμβρίου 2006.
24. Την 1η Μαρτίου 2006, ήτοι πριν ακόμη από την έκδοση της στερητικής του δικαιώματος οδηγήσεως δικαστικής αποφάσεως, οι τσεχικές αρχές χορήγησαν στον L. Apelt άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Β, στην οποία αναφέρεται ως τόπος διαμονής διεύθυνση στη Γερμανία.
25. Την 30ή Απριλίου 2007 οι τσεχικές αρχές χορήγησαν στον L. Apelt άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ, στην οποία αναγράφεται ως τόπος διαμονής διεύθυνση στην Τσεχική Δημοκρατία, καθώς και η ημερομηνία χορηγήσεως της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β.
26. Στο πλαίσιο οδικού ελέγχου στον οποίο υπεβλήθη την 11η Ιουλίου 2009, ο L. Apelt, ο οποίος τον δεδομένο χρόνο οδηγούσε λεωφορείο εντός της γερμανικής επικράτειας, επέδειξε στις γερμανικές αρχές την άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ που του είχαν χορηγήσει οι τσεχικές αρχές. Κατόπιν του ελέγχου αυτού, η Staatsanwaltschaft Baden-Baden (εισαγγελική αρχή του Baden-Baden) ζήτησε από το Amtsgericht Achern να καταδικάσει τον L. Apelt για εκ προθέσεως οδήγηση άνευ άδειας οδηγήσεως.
27. Με απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2009 το Amtsgericht Achern απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι η άδεια οδηγήσεως που είχε χορηγηθεί στον L. Apelt στην Τσεχική Δημοκρατία για τα οχήματα της κατηγορίας Δ ίσχυε και στη Γερμανία. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε επίσης ότι οι γερμανικές αρχές δεν δικαιούνταν να ελέγξουν αν πληρούνταν οι προβλεπόμενες από την οδηγία 91/439 προϋποθέσεις χορηγήσεως. Επιπροσθέτως, το Amtsgericht Achern επισήμανε ότι η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ είχε χορηγηθεί στον L. Apelt μετά τη λήξη της επιβληθείσας σε αυτόν απαγορεύσεως αποκτήσεως νέας άδειας οδηγήσεως. Ως εκ τούτου, κατά το Amtsgericht Achern, η εν λόγω άδεια οδηγήσεως ήταν έγκυρη.
28. Η Staatsanwaltschaft Baden-Baden άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
29. Το Landgericht Baden-Baden, αμφιβάλλοντας ως προς την ορθή ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της οδηγίας, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 91/439 [...], κατά το οποίο η άδεια οδηγήσεως για την κατηγορία Δ χορηγείται μόνο στους οδηγούς που είναι ήδη κάτοχοι άδειας οδηγήσεως για την κατηγορία Β, μπορεί ένα κράτος μέλος να αρνηθεί, δυνάμει των άρθρων 1 και 8, παράγραφοι 2 και 4, της ιδίας οδηγίας, να αναγνωρίσει την ισχύ άδειας οδηγήσεως χορηγηθείσας από άλλο κράτος για τις κατηγορίες Β και Δ, ιδίως όσον αφορά την κατηγορία Δ, στην περίπτωση κατά την οποία η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Β χορηγήθηκε στον οδηγό προ της δικαστικής ανακλήσεως, εντός του πρώτου κράτους μέλους, του δικαιώματός του οδηγήσεως, ενώ η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ χορηγήθηκε μετά τη δικαστική ανάκληση και μετά τη λήξη της απαγορεύσεως αποκτήσεως νέας άδειας η οποία είχε επιβληθεί στον οδηγό συγχρόνως με την εν λόγω ανάκληση;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Δύναται το πρώτο κράτος μέλος να αρνηθεί να αναγνωρίσει την προαναφερθείσα άδεια οδηγήσεως, ιδίως όσον αφορά την κατηγορία Δ, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 4, της οδηγίας 2006/126 [...], κατά το οποίο ένα κράτος μέλος αρνείται να αναγνωρίσει την ισχύ οιασδήποτε άδειας οδηγήσεως χορηγηθείσας από άλλο κράτος μέλος σε πρόσωπο του οποίου η άδεια οδηγήσεως έχει ανακληθεί εντός του πρώτου κράτους μέλους, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαίωμα οδηγήσεως οχημάτων των κατηγοριών Β και Δ χορηγήθηκε, αντιστοίχως, την 1η Μαρτίου 2006 και την 30ή Απριλίου 2007 και η άδεια οδηγήσεως εκδόθηκε την 30ή Απριλίου 2007;»
IV – Ανάλυση
30. Προ της εξετάσεως των υποβληθέντων από το αιτούν δικαστήριο ερωτημάτων, κρίνεται αναγκαίο να υπομνησθεί το σύστημα που έχει θέσει σε εφαρμογή ο νομοθέτης της Ένωσης σε σχέση με τη χορήγηση αδειών οδηγήσεως.
Το σύστημα που εισήχθη με την οδηγία 91/439
31. Η οδηγία 91/439 σκοπεί στην εναρμόνιση των προϋποθέσεων χορηγήσεως αδειών οδηγήσεως προκειμένου να ενισχυθεί η οδική ασφάλεια και να διευκολυνθεί η κυκλοφορία των προσώπων που εγκαθίστανται σε κράτος μέλος διαφορετικό εκείνου στο οποίο απέκτησαν την άδειά τους οδηγήσεως (10).
32. Προς τούτο, ο νομοθέτης της Ένωσης καθιέρωσε κατηγορίες και υποκατηγορίες αδειών οδηγήσεως. Επί παραδείγματι, η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Β παρέχει στον κάτοχό της το δικαίωμα οδηγήσεως οχημάτων που διαθέτουν έως οκτώ θέσεις καθημένων, πέραν της θέσεως του οδηγού, ενώ η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ παρέχει στον κάτοχό της το δικαίωμα οδηγήσεως οχημάτων που προορίζονται για τη μεταφορά προσώπων και διαθέτουν περισσότερες από οκτώ θέσεις καθημένων, πέραν της θέσεως του οδηγού (11).
33. Η εν λόγω διάκριση σε κατηγορίες και υποκατηγορίες καθιστά δυνατό τον καθορισμό, για εκάστη των κατηγοριών και υποκατηγοριών, των ελάχιστων προϋποθέσεων υπό τις οποίες δύναται να χορηγηθεί άδεια οδηγήσεως.
34. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 91/439, η χορήγηση άδειας οδηγήσεως για την κατηγορία Δ προϋποθέτει την κατοχή άδειας οδηγήσεως για την κατηγορία Β. Ο υποψήφιος που επιθυμεί να αποκτήσει άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ οφείλει, επομένως, σε πρώτο στάδιο, να αποδείξει ότι δύναται νομίμως να οδηγεί οχήματα που εμπίπτουν στην κατηγορία Β, ήτοι ότι έχει κριθεί ικανός για την οδήγηση των εν λόγω οχημάτων. Η ικανότητα αυτή μπορεί, κατά την άποψή μου, να αποδειχθεί μόνο με την εκ μέρους του απόκτηση της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β, η οποία αποτελεί και το μοναδικό εχέγγυο τηρήσεως των ελάχιστων απαιτούμενων προϋποθέσεων.
35. Ομοίως, προβλέπεται κατώτατο όριο ηλικίας για την απόκτηση άδειας οδηγήσεως. Το όριο αυτό ποικίλλει αναλόγως της κατηγορίας στην οποία εμπίπτει η άδεια οδηγήσεως. Συγκεκριμένα, για την κατηγορία Δ, η ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία ορίζεται στα 21 έτη (12).
36. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 91/439 ορίζει περαιτέρω ότι ο υποψήφιος οφείλει να επιτύχει σε δοκιμασίες ελέγχου των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς του, καθώς και σε δοκιμασίες γνώσεως, ενώ οφείλει να πληροί και ορισμένες προϋποθέσεις ιατρικής φύσεως.
37. Τα παραρτήματα II και III της εν λόγω οδηγίας καθορίζουν ένα κοινό για όλες τις κατηγορίες αδειών οδηγήσεως πλέγμα βασικών προϋποθέσεων (13). Για τη χορήγηση οιασδήποτε άδειας οδηγήσεως πρέπει να πληρούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις του κοινού αυτού πλέγματος. Πρόκειται, επί παραδείγματι, για την ικανότητα ελέγχου του οχήματος ούτως ώστε να αποτρέπεται η δημιουργία επικίνδυνων καταστάσεων, καθώς και για την ικανότητα προσήκουσας αντιδράσεως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ανακύπτουν τέτοιες καταστάσεις (14) ή ακόμη για τη γνώση των κανόνων που σχετίζονται με την τήρηση των αποστάσεων ασφαλείας μεταξύ των οχημάτων, την απόσταση πεδήσεως και τη σταθερότητα του οχήματος της οικείας κατηγορίας (15).
38. Πέραν των ελάχιστων αυτών προϋποθέσεων, προβλέπονται ειδικές δοκιμασίες για κάθε κατηγορία και, ιδίως, για την κατηγορία Δ (16). Συγκεκριμένα, οι δοκιμασίες και οι ιατρικής φύσεως προϋποθέσεις διαφοροποιούνται σε συνάρτηση με την κατηγορία στην οποία εμπίπτει η άδεια οδηγήσεως, καθώς οι ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για κατηγορίες όπως η κατηγορία Δ είναι αυστηρότερες εκείνων που προβλέπονται για τη χορήγηση άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β.
39. Πρόκειται για ευεξήγητες διαφοροποιήσεις. Ο τρόπος οδηγήσεως λεωφορείου δεν ταυτίζεται με τον τρόπο οδηγήσεως αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας. Η οδήγηση λεωφορείου απαιτεί πιο σύνθετους χειρισμούς, ενώ το συγκεκριμένο όχημα διαφέρει ουσιωδώς των άλλων από πλευράς σταθερότητας εν κινήσει. Ομοίως, η ευθύνη του οδηγού λεωφορείου είναι αυξημένη λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των επιβατών που αυτός μεταφέρει.
40. Συνεπώς, μολονότι ο υποψήφιος για την απόκτηση άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Δ έχει, κατ’ αρχήν, αποδείξει ότι πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις του κοινού πλέγματος, καθώς οφείλει να είναι ήδη κάτοχος άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β, αυτός καλείται επιπλέον να επιτύχει στις ειδικές δοκιμασίες που προβλέπονται για τη χορήγηση άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Δ.
41. Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά την οδηγία 91/439, ο υποψήφιος για την απόκτηση άδειας οδηγήσεως συγκεκριμένης κατηγορίας ο οποίος είναι ήδη κάτοχος άδειας οδηγήσεως άλλης κατηγορίας μπορεί να απαλλαγεί από τις κοινές δοκιμασίες που προβλέπονται από τα σημεία 2 έως 4 του παραρτήματος II της εν λόγω οδηγίας (17). Κατά την άποψή μου, αφετηρία του νομοθέτη της Ένωσης αποτελεί η αρχή ότι, εφόσον πληρούνται οι κοινές βασικές προϋποθέσεις, δεν είναι αναγκαία η υποβολή του υποψηφίου σε νέα, σχετική με τις εν λόγω προϋποθέσεις, εξέταση.
42. Τέλος, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της εν λόγω οδηγίας, η χορήγηση άδειας οδηγήσεως προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, συνήθη διαμονή στο έδαφος του κράτους μέλους που χορηγεί την άδεια.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
43. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν στα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, αυτής, πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι ένα κράτος μέλος δύναται να αρνηθεί να αναγνωρίσει την ισχύ άδειας οδηγήσεως χορηγηθείσας από άλλο κράτος για τις κατηγορίες Β και Δ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαίωμα οδηγήσεως του κάτοχου της άδειας αυτής έχει ανακληθεί, εντός του πρώτου κράτους μέλους, με μέτρο επιβληθέν μετά τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β, πλην όμως λόγω παραβάσεως διαπιστωθείσας προ της εν λόγω χορηγήσεως, και η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ έχει χορηγηθεί μετά τη λήξη της απαγορεύσεως αποκτήσεως νέας άδειας η οποία είχε επιβληθεί στον οδηγό συγχρόνως με την εν λόγω ανάκληση.
44. Το ερώτημα αυτό υπαγορεύει, στην πραγματικότητα, την εξέταση των δύο ακόλουθων ζητημάτων. Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται να εξακριβωθεί αν, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της οδηγίας 91/439, οι γερμανικές αρχές έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν να αναγνωρίσουν τη χορηγηθείσα από τις τσεχικές αρχές άδεια οδηγήσεως κατηγορίας B. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, επιβάλλεται, εν συνεχεία, να διερευνηθούν οι συνέπειες που η εν λόγω μη αναγνώριση δύναται να έχει επί του κύρους της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Δ, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας.
45. Φρονώ, όπως το αιτούν δικαστήριο (18), ότι οι γερμανικές αρχές έχουν το δικαίωμα να μην αναγνωρίσουν τη χορηγηθείσα από τις τσεχικές αρχές άδεια οδηγήσεως κατηγορίας B.
46. Από το λεπτομερές ιστορικό που εκτίθεται με τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι την 23η Ιανουαρίου 2006 ο L. Apelt διέπραξε οδική παράβαση εντός της γερμανικής επικράτειας. Την επομένη οι αστυνομικές αρχές τού αφαίρεσαν τη γερμανική άδεια οδηγήσεως. Την 31η Μαΐου 2006 το Αmtsgericht Osterholz-Sharmbeck διέταξε την ανάκληση του δικαιώματος οδηγήσεως και απαγόρευσε στον L. Apelt να αποκτήσει νέα άδεια οδηγήσεως έως την 29η Νοεμβρίου 2006. Οι αποφάσεις επιβολής των εν λόγω μέτρων κατέστησαν απρόσβλητες τη 2α Ιουνίου 2006.
47. Πλην όμως, την 1η Μαρτίου 2006 και ενώ η γερμανική άδεια οδηγήσεως είχε αφαιρεθεί προσωρινώς από τον L. Apelt και τα εν λόγω μέτρα δεν είχαν ακόμη απαγγελθεί, οι τσεχικές αρχές χορήγησαν σε αυτόν άδεια οδηγήσεως κατηγορίας B.
48. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, σε μια τέτοια περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η οδηγία 91/439 επιβάλλει στις γερμανικές αρχές την υποχρέωση αναγνωρίσεως της χορηγηθείσας από τις τσεχικές αρχές άδειας οδηγήσεως (19).
49. Συγκεκριμένα, η δυνατότητα των αρμοδίων αρχών, όπως και των δικαστηρίων κράτους μέλους, να μην αναγνωρίσουν την ισχύ άδειας οδηγήσεως την οποία απέκτησε, σε άλλο κράτος μέλος, πρόσωπο του οποίου η άδεια οδηγήσεως έχει ανασταλεί στο πρώτο κράτος μέλος πρέπει να αναγνωρίζεται, βάσει των διατάξεων της οδηγίας 91/439 και, ιδίως, του άρθρου της 8, παράγραφος 4, κατά τρόπο απόλυτο και οριστικό, όταν το μέτρο αναστολής συνοδεύεται με μέτρο ανακλήσεως του δικαιώματος οδηγήσεως επιβληθέν ως κύρωση για την ίδια πράξη. Το γεγονός ότι το μέτρο ανακλήσεως του δικαιώματος οδηγήσεως απαγγέλλεται μετά την ημερομηνία χορηγήσεως της νέας άδειας οδηγήσεως δεν ασκεί συναφώς επιρροή, καθόσον οι λόγοι που δικαιολόγησαν την επιβολή του εν λόγω μέτρου συνέτρεχαν τη συγκεκριμένη ημερομηνία (20).
50. Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, εκτιμώ ότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, οι γερμανικές αρχές έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν να αναγνωρίσουν την άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Β που χορηγήθηκε στον L. Apelt από τις τσεχικές αρχές.
51. Δεδομένου τούτου, το ερώτημα που τίθεται εν συνεχεία είναι αν οι γερμανικές αρχές έχουν ομοίως το δικαίωμα να αρνηθούν να αναγνωρίσουν την άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ που οι τσεχικές αρχές χορήγησαν στον L. Apelt μετά τη λήξη της επιβληθείσας σε αυτόν απαγορεύσεως αποκτήσεως νέας άδειας οδηγήσεως, καθόσον το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 91/439 ορίζει ότι η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ χορηγείται μόνο στους οδηγούς που είναι ήδη κάτοχοι άδειας για την κατηγορία Β.
52. Μπορεί, εν ολίγοις, η μη αναγνώριση της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β να έχει επιπτώσεις επί του κύρους της χορηγηθείσας από τις τσεχικές αρχές άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Δ και, συνεπώς, να εμποδίσει την εκ μέρους του L. Apelt χρήση της εν λόγω άδειας;
53. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι γερμανικές αρχές πρέπει να αναγνωρίσουν τη χορηγηθείσα από τις τσεχικές αρχές άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ για τον λόγο ότι, εν αντιθέσει προς την άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Β, η εν λόγω άδεια, αφενός, χορηγήθηκε μετά τη λήξη της απαγορεύσεως χορηγήσεως νέας άδειας και, αφετέρου, αναφέρει ως τόπο διαμονής διεύθυνση εντός της τσεχικής επικράτειας.
54. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί, επιπροσθέτως, ότι, μολονότι είναι σαφές ότι η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ χορηγείται μόνο στους οδηγούς που είναι ήδη κάτοχοι άδειας κατηγορίας Β, από πλευράς τσεχικού δικαίου, ο L. Apelt κρίθηκε ικανός για την οδήγηση οχημάτων κατηγορίας Β αφ’ ης στιγμής του χορηγήθηκε η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ.
55. Κατά την άποψη της Επιτροπής, μολονότι η χορήγηση της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας B είναι παράτυπη και παρά το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να μην αναγνωρίσει την άδεια αυτή, η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ πρέπει να αναγνωρισθεί διότι ο κάτοχός της επέτυχε στις δοκιμασίες ελέγχου των γνώσεων, των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς οι οποίες είναι, εν πάση περιπτώσει, τουλάχιστον τόσο απαιτητικές όσο και οι προβλεπόμενες για την άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Β και, συνεπώς, διότι ο οδηγός έχει υποβληθεί σε όλες τις απαιτούμενες εξετάσεις. Επομένως, κατά την Επιτροπή, η μη αναγνώριση της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας B ουδεμία επιρροή ασκεί στην αναγνώριση της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Δ.
56. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή για τους ακόλουθους λόγους.
57. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, η χορήγηση της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Δ προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι ο οδηγός είναι ήδη κάτοχος της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας B, ότι έχει επιτύχει στις δοκιμασίες ελέγχου των ικανοτήτων, της συμπεριφοράς και των γνώσεων, ότι πληροί ορισμένες προϋποθέσεις ιατρικής φύσεως και ότι έχει συνήθη διαμονή εντός του κράτους μέλους που χορηγεί την άδεια.
58. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 προβλέπει την αμοιβαία αναγνώριση, άνευ περαιτέρω διατυπώσεων, των αδειών οδηγήσεως που χορηγούνται από τα κράτη μέλη (21). Επομένως, εφόσον οι αρχές κράτους μέλους έχουν χορηγήσει άδεια οδηγήσεως συμφώνως προς το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/439, τα λοιπά κράτη μέλη δεν δικαιούνται να ελέγχουν εάν έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες από την εν λόγω οδηγία προϋποθέσεις χορηγήσεως, καθώς η κατοχή της εν λόγω άδειας οδηγήσεως πρέπει να θεωρείται στοιχείο αποδεικνύον ότι ο κάτοχος αυτής πληρούσε, κατά τον χρόνο χορηγήσεώς της, τις εν λόγω προϋποθέσεις (22).
59. H αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως δεν είναι, ωστόσο, απόλυτη. Ειδικότερα, με τις αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 2008, Wiedemann και Funk (23), καθώς και Zerche κ.λπ. (24), το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα κράτος μέλος δύναται να αρνηθεί να αναγνωρίσει στο έδαφός του το δικαίωμα οδηγήσεως που παρέχει άδεια οδηγήσεως η οποία εκδόθηκε μεταγενέστερα από άλλο κράτος μέλος, αν αποδεικνύεται, βάσει στοιχείων που αναγράφονται στην ίδια την άδεια οδηγήσεως ή άλλων αδιαμφισβήτητων στοιχείων προερχόμενων από το κράτος μέλος που εξέδωσε την άδεια, ότι, κατά τον χρόνο χορηγήσεως της εν λόγω άδειας, ο κάτοχός της, από τον οποίο είχε αφαιρεθεί προηγούμενη άδεια, δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος του κράτους μέλους που εξέδωσε την άδεια (25).
60. Με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο έκρινε ότι η προϋπόθεση της διαμονής είναι ιδιαιτέρως σημαντική, καθώς είναι αναγκαία για τον έλεγχο της συνδρομής της προϋποθέσεως της ικανότητας προς οδήγηση και ότι αποτελεί προαπαιτούμενο όρο που παρέχει στις αρχές τη δυνατότητα να εξακριβώνουν αν ο υποψήφιος πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις που επιβάλλει η οδηγία 91/439 (26). Επομένως, εφόσον κατά τον χρόνο εκδόσεως της άδειας δεν πληρούτο η προϋπόθεση της συνήθους διαμονής, δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως ή μη της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως (27).
61. Φρονώ ότι εξίσου σημαντική με την προϋπόθεση της συνήθους διαμονής είναι και η επιβαλλόμενη από το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 91/439 προϋπόθεση και ότι, στην περίπτωση μη συνδρομής της, ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να αναγνωρίσει την εκδοθείσα από άλλο κράτος μέλος άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ.
62. Ειδικότερα, όπως επισημάνθηκε, η απόκτηση της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β αποτελεί την πρώτη εκ των ελάχιστων προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Δ. Κατά την άποψή μου, ο νομοθέτης της Ένωσης εκκινεί από την αρχή ότι η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Β συνιστά αναγκαία συνθήκη για την απόκτηση της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Δ (28).
63. Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλει καθ’ όλα εύλογος ο συλλογισμός ότι, προκειμένου να μπορεί ένα πρόσωπο να επικαλείται ικανότητα οδηγήσεως οχήματος κατηγορίας λεωφορείου, πρέπει να είναι ικανό να οδηγεί οχήματα κατώτερων κατηγοριών. Η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, επέκταση της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β, παρέχουσα τη δυνατότητα οδηγήσεως οχημάτων ανώτερης κατηγορίας.
64. Η απόκτηση της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β συνιστά, επομένως, βάση η οποία εγγυάται την τήρηση των ελάχιστων προϋποθέσεων που η οδηγία 91/439 επιβάλλει στο κράτος μέλος χορηγήσεως και, συνεπώς, την ικανότητα οδηγήσεως καθώς και τη μη επικινδυνότητα του κατόχου της άδειας.
65. Στην περίπτωση, όμως, της υπό κρίση διαφοράς, η βάση αυτή, ήτοι η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Β, ενέχει παρατυπίες. Ειδικότερα, όπως επισημάνθηκε, η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Β χορηγήθηκε από τις τσεχικές αρχές παρά το γεγονός ότι, αφενός, από το ίδιο το έγγραφο της άδειας προκύπτει ότι η προϋπόθεση της διαμονής δεν πληρούτο και, αφετέρου, στον κάτοχο της άδειας αυτής είχε επιβληθεί μέτρο προσωρινής αφαιρέσεως προηγούμενης άδειας λόγω επικίνδυνης οδηγήσεως. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η προϋπόθεση της διαμονής είναι ιδιαιτέρως σημαντική διότι καθιστά δυνατό τον έλεγχο της πληρώσεως, εκ μέρους του υποψηφίου, των λοιπών προϋποθέσεων που επιβάλλει η οδηγία 91/439.
66. Είναι, συνεπώς, απολύτως εύλογος ο συλλογισμός ότι, κατά τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β, οι τσεχικές αρχές δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσουν αν ο L. Apelt, εις βάρος του οποίου είχε απαγγελθεί μέτρο ανακλήσεως του δικαιώματός του οδηγήσεως εντός της γερμανικής επικρατείας, κατείχε τις ικανότητες και τις γνώσεις που απαιτούνται για την οδήγηση και να βεβαιωθούν ότι αυτός δεν συνιστούσε, δεδομένου του ιστορικού του ως οδηγού, κίνδυνο για την οδική ασφάλεια.
67. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι η άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ χορηγήθηκε στον L. Apelt μετά τη λήξη της επιβληθείσας σε αυτόν απαγορεύσεως αποκτήσεως νέας άδειας οδηγήσεως και ότι οι προϋποθέσεις για την απόκτηση της εν λόγω άδειας είναι αυστηρότερες εκείνων που προβλέπονται για την άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Β, ο εν λόγω κάτοχος ήταν, κατά μείζονα λόγο, ικανός να οδηγεί οχήματα της κατηγορίας Β. Επομένως, κατά την Επιτροπή, οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις πληρούνται.
68. Εντούτοις, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε ότι ο υποψήφιος για την απόκτηση άδειας οδηγήσεως συγκεκριμένης κατηγορίας ο οποίος είναι ήδη κάτοχος άδειας οδηγήσεως άλλης κατηγορίας μπορεί να απαλλαγεί από τις κοινές δοκιμασίες που προβλέπονται από τα σημεία 2 έως 4 του παραρτήματος II της οδηγίας 91/439 (29). Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, τούτο συνεπάγεται τη μη υποβολή του υποψηφίου για την απόκτηση άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Δ στις κοινές με εκείνες της κατηγορίας Β δοκιμασίες, καθώς τεκμαίρεται ότι ο υποψήφιος υπεβλήθη επιτυχώς στις εν λόγω δοκιμασίες στο πλαίσιο της αποκτήσεως της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας B.
69. Η συνδρομή των ελάχιστων απαιτούμενων προϋποθέσεων πρέπει, επομένως, κατά μείζονα λόγο, να επαληθεύεται κατά τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας B.
70. Εφόσον, όμως, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β δεν τηρήθηκαν, ουδεμία εγγύηση υφίσταται ότι τηρήθηκαν οι ελάχιστες κοινές για τις δύο κατηγορίες αδειών οδηγήσεως προϋποθέσεις (30).
71. Η επιβολή σε κράτος μέλος της υποχρεώσεως να αναγνωρίσει άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ χορηγηθείσα υπό αυτές τις συνθήκες και ενώ δεν αποδεικνύεται ότι το κράτος μέλος που χορήγησε την εν λόγω άδεια βεβαιώθηκε ότι ο κάτοχος της άδειας οδηγήσεως πληρούσε τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις θα ήταν, επομένως, αντίθετη προς τον σκοπό ενισχύσεως της οδικής ασφάλειας.
72. Συνεπώς, εφόσον ένα κράτος μέλος έχει, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/439, το δικαίωμα να μην αναγνωρίσει την ισχύ άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β χορηγηθείσα από τις αρχές άλλου κράτους μέλους, εκτιμώ ότι το κράτος αυτό δύναται ομοίως να μην αναγνωρίσει την ισχύ άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Δ η οποία έχει χορηγηθεί επί τη βάσει της πρώτης άδειας.
73. Θα ήταν ανακόλουθο να γίνει δεκτό ότι η ανάκληση του δικαιώματος οδηγήσεως ισχύει, στην περίπτωση αυτή, αποκλειστικώς για την άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Β και όχι για την οδήγηση λεωφορείων, πολλώ δε μάλλον διότι η μη αναγνώριση της εν λόγω άδειας αποτελεί επακόλουθο επικίνδυνης συμπεριφοράς του κατόχου της ο οποίος, υπενθυμίζω, κατελήφθη να οδηγεί σε κατάσταση μέθης.
74. Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω στοιχείων, εκτιμώ ότι στα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, αυτής, πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να αναγνωρίσει την ισχύ άδειας οδηγήσεως χορηγηθείσας από άλλο κράτος για τις κατηγορίες Β και Δ στην περίπτωση κατά την οποία το δικαίωμα οδηγήσεως του κατόχου της άδειας αυτής έχει ανακληθεί, εντός του πρώτου κράτους μέλους, με μέτρο επιβληθέν μετά τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως για την κατηγορία Β, λόγω, όμως, παραβάσεως διαπιστωθείσας προ της εν λόγω χορηγήσεως. Το γεγονός ότι η άδεια οδηγήσεως για την κατηγορία Δ χορηγήθηκε μετά τη λήξη της απαγορεύσεως αποκτήσεως νέας άδειας οδηγήσεως, η οποία είχε επιβληθεί στον οδηγό ως παρεπόμενο της ανακλήσεως μέτρο, δεν ασκεί συναφώς επιρροή.
75. Καθόσον προτείνεται καταφατική απάντηση επί του πρώτου εκ των υποβληθέντων από το αιτούν δικαστήριο ερωτημάτων, παρέλκει η απάντηση επί του δευτέρου ερωτήματος.
76. Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του δεύτερου αυτού ερωτήματος.
77. Συγκεκριμένα, όπως επισημάνθηκε, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του άρθρου 11, παράγραφος 4, της οδηγίας 2006/126 είναι η 19η Ιανουαρίου 2009 (31).
78. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης ανάγονται, όμως, στο 2006, όταν αφαιρέθηκε από τον L. Apelt η γερμανική άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Β και χορηγήθηκε σε αυτόν η τσεχική άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Β, και στο 2007, όταν χορηγήθηκε στον L. Apelt η τσεχική άδεια οδηγήσεως κατηγορίας Δ.
79. Συνεπώς, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά είναι προγενέστερα της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του άρθρου 11, παράγραφος 4, της οδηγίας 2006/126, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος.
V – Πρόταση
80. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Landgericht Baden-Baden ερωτήματα ως εξής:
«Στα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδηγήσεως, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 91/439, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να αναγνωρίσει την ισχύ άδειας οδηγήσεως χορηγηθείσας από άλλο κράτος για τις κατηγορίες Β και Δ στην περίπτωση κατά την οποία το δικαίωμα οδηγήσεως του κατόχου της άδειας αυτής έχει ανακληθεί, εντός του πρώτου κράτους μέλους, με μέτρο επιβληθέν μετά τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως για την κατηγορία Β, λόγω, όμως, παραβάσεως διαπιστωθείσας προ της εν λόγω χορηγήσεως.
Το γεγονός ότι η άδεια οδηγήσεως για την κατηγορία Δ χορηγήθηκε μετά τη λήξη της απαγορεύσεως αποκτήσεως νέας άδειας οδηγήσεως, η οποία είχε επιβληθεί στον οδηγό ως παρεπόμενο της ανακλήσεως μέτρο, δεν ασκεί συναφώς επιρροή.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 237, σ. 1.
3 – ΕΕ L 284, σ. 1, στο εξής: οδηγία 91/439.
4 – Βλ. άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας.
5 – Βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη της ίδιας οδηγίας.
6 – Κατά το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, ως «κανονική διαμονή» νοείται ο τόπος στον οποίο ένα πρόσωπο διαμένει συνήθως, ήτοι επί τουλάχιστον 185 ημέρες ανά ημερολογιακό έτος. Εάν ο κάτοχος της άδειας είναι σπουδαστής στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, οφείλει να αποδείξει ότι έχει εγκατασταθεί σε αυτό προ τουλάχιστον έξι μηνών.
7 – ΕΕ L 403, σ. 18.
8 – Βλ. πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2006/126.
9 – Οι εν λόγω κατηγορίες άδειας οδηγήσεως αντιστοιχούν, κατά βάση, στις κατηγορίες A, A1 και B [βλ. απόφαση 2008/766/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Αυγούστου 2008, για την ισοδυναμία μεταξύ κατηγοριών αδειών οδηγήσεως (ΕΕ L 270, σ. 31)].
10 – Βλ. πρώτη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας.
11 – Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
12 – Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 91/439.
13 – Βλ. τίτλο Ι, σημεία 1 και 2, καθώς και τίτλο II του παραρτήματος II της εν λόγω οδηγίας.
14 – Βλ. τίτλο II, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του παραρτήματος II.
15 – Βλ. τίτλο I, σημείο 2.1.3, του εν λόγω παραρτήματος.
16 – Βλ. τίτλο I, σημεία 4 και 8, του παραρτήματος II της οδηγίας 91/439.
17 – Βλ. τίτλο I, σημείο 1, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω παραρτήματος.
18 – Βλ. διάταξη περί παραπομπής (σημείο 8).
19 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2008, C‑1/07, Weber (Συλλογή 2008, σ. I‑8571, σκέψεις 30 και 31).
20 – Όπ.π. (βλ. σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
21 – Βλ. απόφαση της 19ης Μαΐου 2011, C‑184/10, Grasser (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 19).
22 – Όπ.π. (σκέψη 21).
23 – C‑329/06 και C‑343/06 (Συλλογή 2008, σ. I‑4635).
24 – C‑334/06 έως C‑336/06 (Συλλογή 2008, σ. I‑4691).
25 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk (σκέψη 73) καθώς και Zerche κ.λπ. (σκέψη 70).
26 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk (σκέψεις 69 και 70) καθώς και Zerche κ.λπ. (σκέψεις 66 και 67).
27 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Grasser (σκέψη 24).
28 – Επιβάλλεται, συναφώς, η επισήμανση ότι, στην Τσεχική Δημοκρατία, δυνάμει του άρθρου 82, παράγραφος 2, του νόμου περί της κυκλοφορίας στις χερσαίες οδούς επικοινωνίας και περί τροποποιήσεως ορισμένων νόμων (νόμος περί οδικής κυκλοφορίας) [zákon o provozu na pozemních komunikacích a o změnách některých zákonů (zákon o silničním provozu), 361/2000 Sb.], όπως είχε τροποποιηθεί κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, σε συνδυασμό με τα άρθρα 82, παράγραφος 1, στοιχείο e), και 91, παράγραφος 1, στοιχείο a), του ιδίου νόμου, προκειμένου να επιτραπεί σε οδηγό η οδήγηση οχήματος της κατηγορίας Δ, πρέπει υποχρεωτικώς να εξακολουθεί αυτός να κατέχει άδεια οδηγήσεως για οχήματα της κατηγορίας Β.
29 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 41 των προτάσεων.
30 – Κατά τον τσεχικό νόμο περί οδικής κυκλοφορίας, η άδεια οδηγήσεως οχήματος, επί παραδείγματι, κατηγορίας Δ, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο περιορισμού, ιδίως εάν ο οδηγός δεν κατέχει πλέον την άδεια οδηγήσεως της βασικής κατηγορίας που απαιτείται για τη χορήγηση άδειας οδηγήσεως ανώτερης κατηγορίας.
31 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 15 έως 17 των προτάσεων.
Full & Egal Universal Law Academy