ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 9ης Ιουνίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑225/10
Juan Perez Garcia
Jose Arias Neira
Fernando Barrera Castro
Dolores Verdun Espinosa, succeduta a Jose Bernal Fernandez
κατά
Familienkasse Nürnberg
[αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Sozialgericht Nürnberg (Γερμανία)]
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 – Οικογενειακά επιδόματα – Παροχές για συντηρούμενα από τους δικαιούχους συντάξεων, οφειλομένων βάσει των νομοθεσιών πλειόνων κρατών μελών, ανάπηρα τέκνα – Παροχές υπέρ των ορφανών εργαζομένων υποκειμένων στις νομοθεσίες πλειόνων κρατών μελών – Δικαίωμα λήψεως οικογενειακών επιδομάτων καταβαλλομένων από κράτος όπου ασκήθηκε επαγγελματική δραστηριότητα – Οικογενειακά επιδόματα του κράτους κατοικίας, ασυμβίβαστα προς άλλη παροχή σε χρήμα την οποία επέλεξε ο ενδιαφερόμενος»
1. Τα υποβαλλόμενα από το αιτούν δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 77 και 78 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (2) (στο εξής: κανονισμός). Οι ανωτέρω διατάξεις, επί των οποίων το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αποφανθεί επανειλημμένα, αναμορφώθηκαν εξ ολοκλήρου από τον κανόνα ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 1408/71, και συγκεκριμένα από τον κανονισμό (ΕΚ) 883/2004 (3). Πάντως, οι νέες διατάξεις δεν ασκούν επιρροή όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση.
2. Αντικείμενο της διαφοράς την οποία καλείται να επιλύσει το εθνικό δικαστήριο είναι το φερόμενο δικαίωμα ορισμένων Ισπανών συνταξιούχων, κατοίκων Ισπανίας, οι οποίοι είχαν εργαστεί στο παρελθόν στη Γερμανία, επί των επιδομάτων για τα συντηρούμενα τέκνα (Kindergeld), τα οποία προβλέπει η γερμανική νομοθεσία. Οι γερμανικές αρχές αρνήθηκαν να καταβάλουν τις εν λόγω παροχές αφής στιγμής οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης έχουν τη δυνατότητα να αξιώσουν στην Ισπανία υψηλότερες παροχές σε χρήμα (prestaciones por hijo a cargo).
I – Νομοθετικό πλαίσιο
Α Δίκαιο της Ενώσεως
3. Το άρθρο 1, στοιχείο κα΄, του κανονισμού περιλαμβάνει τους ακολούθους δύο ορισμούς:
«i) ως “οικογενειακή παροχή” νοείται κάθε παροχή σε είδος ή σε χρήμα προοριζόμενη να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη [...], με εξαίρεση τα ειδικά επιδόματα τοκετού ή υιοθεσίας που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ·
ii) ως “οικογενειακό επίδομα” νοείται η περιοδική παροχή σε χρήμα που χορηγείται αποκλειστικά ανάλογα με τον αριθμό και, ενδεχομένως, την ηλικία των μελών της οικογενείας».
4. Τα άρθρα 77 και το άρθρο 78 του κανονισμού, επί των οποίων το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο, εντάσσονται στον τίτλο III, κεφάλαιο 8, το οποίο τιτλοφορείται «Παροχές για τέκνα συντηρούμενα από δικαιούχους συντάξεων και για ορφανά».
5. Το άρθρο 77 προβλέπει:
«1. Ο όρος “παροχές”, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, καθορίζει τα οικογενειακά επιδόματα που προβλέπονται για τους δικαιούχους συντάξεως γήρατος, αναπηρίας, εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθενείας, καθώς και τις προσαυξήσεις ή τα συμπληρώματα των συντάξεων αυτών λόγω τέκνων των δικαιούχων αυτών, με εξαίρεση των συμπληρωμάτων που χορηγούνται βάσει συστημάτων ασφαλίσεως για εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες.
2. Οι παροχές χορηγούνται, οποιοδήποτε και αν είναι το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο δικαιούχος συντάξεως ή τα τέκνα, κατά τους ακόλουθους κανόνες:
[…]
β) στον δικαιούχο συντάξεως που οφείλεται δυνάμει της νομοθεσίας περισσοτέρων κρατών μελών:
i) σύμφωνα με την νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο δικαιούχος αυτός, αν το δικαίωμα για μια από τις παροχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 γεννήθηκε κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας του κράτους αυτού, αφού ληφθούν υπόψη, ενδεχομένως, οι διατάξεις του άρθρου 79, παράγραφος 1, στοιχείο α΄ […]».
6. Το άρθρο 78 ορίζει τα εξής:
«1. Ο όρος «παροχές», για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, σημαίνει τα οικογενειακά επιδόματα και, ανάλογα με την περίπτωση, τα συμπληρωματικά ή τα ειδικά επιδόματα που προβλέπονται για τα ορφανά […].
2. Οι παροχές για ορφανά χορηγούνται, οποιοδήποτε και αν είναι το κράτος μέλος κατοικίας του ορφανού ή του φυσικού ή νομικού προσώπου που βαρύνεται με την πραγματική συντήρησή του, κατά τους ακόλουθους κανόνες:
[…]
β) για το ορφανό αποθανόντος μισθωτού ή μη μισθωτού ο οποίος είχε υπαχθεί στις νομοθεσίες πολλών κρατών μελών:
i) σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί το ορφανό, αν το δικαίωμα για μια από τις παροχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 γεννήθηκε κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, αφού ληφθούν υπόψη, ενδεχομένως, οι διατάξεις του άρθρου 79, παράγραφος 1, στοιχείο α΄
[…]
Η νομοθεσία του κράτους μέλους που ισχύει για την καταβολή των παροχών που αναφέρονται στο άρθρο 77 υπέρ των τέκνων δικαιούχου συντάξεων εξακολουθεί εντούτοις να ισχύει μετά τον θάνατο του δικαιούχου αυτού για την καταβολή των παροχών στα ορφανά του.»
7. Το άρθρο 5 του κανονισμού προβλέπει ότι «Τα κράτη μέλη αναφέρουν στις δηλώσεις που κοινοποιούν […] τις παροχές που προβλέπονται στα άρθρα 77 και 78».
8. Το άρθρο 76 του κανονισμού δεν ασκεί ευθέως επιρροή επί της υπό κρίση υποθέσεως αφής στιγμής αναφέρεται στους εν ενεργεία εργαζομένους και όχι στους συνταξιούχους. Εντούτοις, τούτο ζητήθηκε με τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν και πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της συζητήσεως των προδικαστικών ερωτημάτων. Το εν λόγω άρθρο ορίζει, στην ισχύουσα σήμερα εκδοχή του, η οποία ετύγχανε εφαρμογής και κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, τα ακόλουθα:
«1. Όταν καταβάλλονται οικογενειακές παροχές, κατά την ίδια περίοδο, και για το ίδιο μέλος της οικογενείας λόγω ασκήσεως μιας επαγγελματικής δραστηριότητας, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχουν την κατοικία τους τα μέλη της οικογενείας, αναστέλλεται το δικαίωμα προς είσπραξη οικογενειακών παροχών που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, ενδεχομένως, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 73 και 74, μέχρι του ποσού που προβλέπεται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους.
2. Εάν δεν υποβληθεί αίτηση παροχών στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διαμένουν τα μέλη της οικογενείας, ο αρμόδιος φορέας του άλλου κράτους μέλους μπορεί να εφαρμόζει τις διατάξεις της παραγράφου 1, ως εάν εχορηγούντο οι παροχές στο πρώτο κράτος μέλος.»
9. Η πλέον πρόσφατη εκδοχή της δηλώσεως της Γερμανίας κατά το άρθρο 5 του κανονισμού (4) αναφέρει, μεταξύ των οικογενειακών επιδομάτων τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 77 και 78 του κανονισμού, το Kindergeld.
10. Κατ’ αναλογία, η πλέον πρόσφατη δήλωση του Βασιλείου της Ισπανίας (5) παραθέτει, μεταξύ των παροχών εκείνων επί των οποίων εφαρμόζονται τα άρθρα 77 και 78 του κανονισμού, τις προβλεπόμενες στο βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/1994 παροχές, τις οποίες θα δικαιούνταν οι προσφεύγοντες στην Ισπανία σύμφωνα με τις διευκρινίσεις του αιτούντος δικαστηρίου.
Β – Η γερμανική νομοθεσία
11. Τα επιδόματα για συντηρούμενα τέκνα (Kindergeld) (6) προβλέπονται από τη γερμανική νομοθεσία για όλα τα τέκνα μέχρι τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας. Εφόσον συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις (συνέχιση των σπουδών και ελλείψει σημαντικού εισοδήματος, κ.λπ.) τα εν λόγω επιδόματα μπορούν να παραταθούν μέχρι το 21ο ή και το 25ο έτος της ηλικίας.
12. Στην περίπτωση αναπήρων τέκνων τα οποία αδυνατούν να συντηρήσουν εαυτά, τα επιδόματα για συντηρούμενα τέκνα αναγνωρίζονται, κατ’ αρχήν, χωρίς να προβλέπονται όρια ηλικίας.
13. Το ύψος των επιδομάτων για συντηρούμενα τέκνα αναπροσαρμόζεται περιοδικώς. Σύμφωνα με στοιχεία, για το έτος 2010 το ποσόν αυτό κυμαινόταν μεταξύ 184 ευρώ μηνιαίως (για το πρώτο τέκνο) και 215 ευρώ μηνιαίως (για το τέταρτο τέκνο και τα επόμενα). Εξ αυτού συνάγεται ότι τα οικογενειακά επιδόματα δεν είναι ασύμβατα με τυχόν άλλες παροχές υπέρ των αναπήρων.
Γ – Η ισπανική νομοθεσία
14. Τα προβλεπόμενα στην ισπανική έννομη τάξη επιδόματα για συντηρούμενα τέκνα στα οποία αναφέρεται η διάταξη περί παραπομπής και τα οποία διέπονται από το βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/1994 (7), αναγνωρίζονται βάσει συστήματος το οποίο διαφέρει εν μέρει από το γερμανικό. Ειδικότερα, τα επιδόματα για τα συντηρούμενα τέκνα καταβάλλονται, κατά κανόνα, μόνον εφόσον η οικογένεια δεν διαθέτει κατ’ ελάχιστον εισόδημα, το οποίο προσδιορίζεται από τον νόμο.
15. Πάντως, στην περίπτωση αναπήρων τέκνων, και στην Ισπανία, όπως στη Γερμανία, δεν προβλέπονται όρια εισοδήματος. Επιπλέον, όταν ο βαθμός αναπηρίας υπερβαίνει το 65 %, τότε δεν προβλέπονται ούτε ηλικιακά όρια. Για τέκνο άνω των 18 ετών, η αναπηρία του οποίου υπερβαίνει το 65 %, το μηνιαίο ποσόν το οποίο καταβαλλόταν κατά το έτος 2010, ανερχόταν σε 339,70 ευρώ· σε περίπτωση αναπηρίας ίσης με ή άνω του 75 %, το ποσόν ανερχόταν σε 509,60 ευρώ.
16. Πάντως, η ισπανική νομοθεσία ορίζει ότι το δικαίωμα λήψεως επιδομάτων για συντηρούμενα τέκνα δεν χορηγείται αν καταβάλλονται υπέρ των αναπήρων άλλες παροχές, μεταξύ των οποίων, ειδικότερα, σύνταξη αναπηρίας κατά την έννοια του νόμου 13/1982 περί της κοινωνικής εντάξεως των αναπήρων (8).
II – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και προδικαστικά ερωτήματα
17. Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης είναι Ισπανοί υπήκοοι, κάτοικοι Ισπανίας. Πρόκειται για συνταξιούχους (9) οι οποίοι είχαν εργαστεί στο παρελθόν στη Γερμανία και απέκτησαν δικαίωμα συντάξεως βάσει της γερμανικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Με άλλους λόγους, είναι δικαιούχοι γερμανικής συντάξεως η οποία τους αναγνωρίστηκε χωρίς οποιαδήποτε ανάγκη σωρεύσεως περιόδων εργασίας διανυθεισών σε διάφορα κράτη μέλη. Κοινό σημείο των προσφευγόντων είναι ότι φέρουν το βάρος της συντηρήσεως ενηλίκων αναπήρων τέκνων.
18. Τα τέκνα των προσφευγόντων λαμβάνουν στην Ισπανία συντάξεις αναπηρίας βάσει του νόμου 13/1982, σύμφωνα με τα παρασχεθέντα από το αιτούν δικαστήριο στοιχεία. Επομένως, σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία, είναι αδύνατη η καταβολή επιδομάτων για συντηρούμενα τέκνα.
19. Επί ορισμένο χρονικό διάστημα, οι προσφεύγοντες εισέπραξαν για λογαριασμό των συντηρουμένων από αυτούς αναπήρων τέκνων τα γερμανικά οικογενειακά επιδόματα. Πάντως, στη συνέχεια ανεστάλη η καταβολή της εν λόγω παροχής: συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις γερμανικές αρχές, οι προσφεύγοντες είχαν «[γεγενημένο]» δικαίωμα για τη λήψη των ισπανικών οικογενειακών επιδομάτων κατά το άρθρο 77, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, περίπτωση i, του κανονισμού. Επομένως, με δεδομένο παρόμοιο δικαίωμα εντός του κράτους κατοικίας κατά την έννοια της προπαρατεθείσας διατάξεως του δικαίου της Ενώσεως δεν οφείλονταν πλέον τα γερμανικά οικογενειακά επιδόματα. Το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες επέλεξαν να λαμβάνουν στην Ισπανία παροχές οι οποίες προβλέπονται εκεί εναλλακτικώς έναντι των ισπανικών οικογενειακών επιδομάτων δεν αναιρεί το γεγονός ότι, αν το επιθυμούσαν, θα μπορούσαν να επιλέξουν το να λαμβάνουν, αντί των εναλλακτικών αυτών παροχών, τα κατά κυριολεξία οικογενειακά επιδόματα.
20. Προκειμένου να τάμει τη διαφορά, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 77, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, περίπτωση i, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 την έννοια ότι δεν χορηγούνται εκ μέρους του προηγουμένου κράτους απασχολήσεως τα οικογενειακά επιδόματα τα οποία προβλέπονται για τους δικαιούχους συντάξεως γήρατος, αναπηρίας, εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθενείας οι οποίοι λαμβάνουν σύνταξη δυνάμει της νομοθεσίας πλειόνων κρατών μελών (λεγόμενοι δικαιούχοι διπλής συντάξεως ή πολλαπλών συντάξεων) και των οποίων οι συντάξεις οφείλονται κατά τη νομοθεσία του προηγουμένου κράτους απασχολήσεως (συντάξεις οφειλόμενες κατά την εθνική νομοθεσία), όταν στο κράτος κατοικίας προβλέπεται ανάλογη αλλά υψηλότερη παροχή η οποία όμως δεν συμβιβάζεται με άλλη παροχή την οποία επέλεξε ο ενδιαφερόμενος κάνοντας χρήση ενός δικαιώματος επιλογής;
2) Έχει το άρθρο 78, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, περίπτωση i, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 την έννοια ότι δεν χορηγούνται εκ μέρους του προηγουμένου κράτους απασχολήσεως οικογενειακά επιδόματα στα ορφανά αποθανόντων μισθωτών ή μη μισθωτών οι οποίοι είχαν υπαχθεί στις νομοθεσίες πλειόνων κρατών μελών, για τα οποία (ορφανά) υπάρχει πλασματικό δικαίωμα συντάξεως ορφανών κατά τη νομοθεσία του προηγουμένου κράτους απασχολήσεως (συντάξεις δυνητικώς οφειλόμενες κατά την εθνική νομοθεσία), όταν στο κράτος κατοικίας προβλέπεται ανάλογη αλλά υψηλότερη παροχή η οποία όμως δεν συμβιβάζεται με άλλη παροχή την οποία επέλεξε ο ενδιαφερόμενος κάνοντας χρήση ενός δικαιώματος επιλογής;
3) Ισχύει το ίδιο και σε σχέση με παροχή υπαγόμενη στα άρθρα 77 και 78 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, η οποία προβλέπεται μεν στο κράτος κατοικίας των τέκνων, δεν υφίσταται όμως δυνατότητα επιλογής ως προς αυτήν;
III – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
21. Τα υποβαλλόμενα από το αιτούν δικαστήριο ερωτήματα διατυπώνονται εκκινώντας με δεδομένο ότι τόσο τα προβλεπόμενα από το ισπανικό βασιλικό διάταγμα 1/1994 επιδόματα για συντηρούμενα τέκνα όσο και τα προβλεπόμενα από τη γερμανική κανονιστική ρύθμιση οικογενειακά επιδόματα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 77 (και του άρθρου 78) του κανονισμού. Εντούτοις, και υπό το φως των παρατηρήσεων οι οποίες κατατέθηκαν γραπτώς και αναπτύχθηκαν προφορικώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, επιβάλλεται προκαταρκτικώς να ελεγχθεί αν τούτο συμβαίνει εν προκειμένω. Πράγματι, θα παρείλκε η απάντηση επί των ερωτημάτων του εθνικού δικαστηρίου αν οι παροχές δεν διείποντο από το άρθρο 77.
22. Όπως προανέφερα παραθέτοντας το κανονιστικό πλαίσιο, οι δύο έννοιες των οικογενειακών παροχών και των οικογενειακών επιδομάτων διακρίνονται σαφώς σύμφωνα με τον κανονισμό. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 1, στοιχείο κα΄, οι «οικογενειακές παροχές» προορίζονται «να αντισταθμίσουν τα οικογενειακά βάρη»: επομένως, η καταβολή τους συνδέεται συχνά με τις κοινωνικές καταστάσεις ή το εισόδημα των εν δυνάμει δικαιούχων. Αντιθέτως, τα «οικογενειακά επιδόματα» είναι παροχές σε χρήμα χορηγούμενες «αποκλειστικά ανάλογα με τον αριθμό και, ενδεχομένως, την ηλικία των μελών της οικογενείας».
23. Η ιδιομορφία του άρθρου 77 του κανονισμού έγκειται στο γεγονός ότι «παροχές» κατά την ως άνω διάταξη είναι αποκλειστικά τα «οικογενειακά επιδόματα». Με τη νομολογία του Δικαστηρίου επιβεβαιώθηκε επανειλημμένα ότι η κατά το άρθρο 77 έννοια των «οικογενειακών επιδομάτων» συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 1, στοιχείο κα΄ (10). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι το άρθρο 77 του κανονισμού εφαρμόζεται αποκλειστικά επί των οικογενειακών επιδομάτων έχει ως δικαιολογητική βάση το ότι μόνον οι συνδεόμενες με τον αριθμό ή την ηλικία των τέκνων παροχές μπορούν να θεωρηθούν ως οφειλόμενες και εκ μέρους ενός κράτους πέραν εκείνου στο οποίο κατοικούν οι δικαιούχοι. Αντιθέτως, άλλες παροχές σκοπούσες, όπως οι οικογενειακές παροχές, στην αντιστάθμιση ειδικών οικογενειακών βαρών «συνδέονται κατά κανόνα στενά με το κοινωνικό περιβάλλον και, συνακόλουθα, με την κατοικία των ενδιαφερομένων» (11).
24. Κατόπιν αυτού, πρέπει να ελεγχθεί αν τα προβλεπόμενα από την ισπανική κανονιστική ρύθμιση επιδόματα για συντηρούμενα τέκνα και τα προβλεπόμενα από τη γερμανική νομοθεσία οικογενειακά επιδόματα είναι «οικογενειακά επιδόματα» κατά τον κανονισμό.
25. Όσον αφορά την ισπανική παροχή, ο μηχανισμός βάσεως προβλέπει, όπως προανέφερα, ότι τα επιδόματα για συντηρούμενα τέκνα χορηγούνται μόνον στις οικογένειες οι οποίες δεν διαθέτουν ένα κατ’ ελάχιστο εισόδημα. Αυτός είναι και λόγος για τον οποίο τα εν λόγω επιδόματα αποκλίνουν από το κλασικό υπόδειγμα των προβλεπομένων από την κοινοτική νομοθεσία οικογενειακών επιδομάτων: συγκεκριμένα, χορηγούνται όχι μόνο βάσει προϋποθέσεων αφορωσών τον αριθμό και την ηλικία των τέκνων αλλά και βάσει ενός ετέρου στοιχείου, ήτοι εκείνου του εισοδήματος της οικογενείας.
26. Εντούτοις, όταν πρόκειται για τέκνα με σοβαρή αναπηρία, η ισπανική κανονιστική ρύθμιση προβλέπει ότι δεν ασκούν πλέον επιρροή οι προϋποθέσεις περί εισοδήματος, ενώ δεν λαμβάνεται πλέον υπόψη ούτε η ηλικία των τέκνων. Αφετέρου, το ύψος των καταβαλλομένων ποσών εξαρτάται και από τον βαθμό αναπηρίας.
27. Όσον αφορά τη Γερμανία, ο «συνήθης» μηχανισμός των οικογενειακών επιδομάτων εμπίπτει αναμφίβολα στο υπόδειγμα του κανονισμού: συγκεκριμένα, έχουν σημασία αποκλειστικά ο αριθμός και η ηλικία των τέκνων, ενώ το εισόδημα της οικογενείας δεν παίζει κανένα ρόλο. Εντούτοις, και κατά το γερμανικό σύστημα, σε περίπτωση αναπήρων τέκνων, το σύστημα λειτουργεί κατά τρόπο διαφορετικό καθόσον δεν λαμβάνεται πλέον υπόψη η ηλικία.
28. Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι ούτε το ισπανικό ούτε το γερμανικό σύστημα προβλέπουν, σε περίπτωση ενηλίκων αναπήρων τέκνων, σύστημα τελούν σε απόλυτη αρμονία με τον περιλαμβανόμενο στον κανονισμό των «οικογενειακών επιδομάτων» ορισμό. Πράγματι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, όταν πρόκειται για ενήλικα ανάπηρα τέκνα, γενεσιουργός του δικαιώματος λήψεως της παροχής είναι η προϋπόθεση της αναπηρίας: δικαιώματος το οποίο, κατ’ αρχήν, δεν θα υφίστατο σε διαφορετική περίπτωση. Με άλλους λόγους, τόσο η ισπανική όσο και η γερμανική νομοθεσία χορηγούν την παροχή λαμβάνοντας υπόψη ένα επιπλέον στοιχείο (την αναπηρία) έναντι των άλλων δύο (ηλικία και αριθμός των τέκνων) τα οποία, σύμφωνα με τον κανονισμό, είναι τα μοναδικά βάσει των οποίων μπορεί να προσδιοριστεί το δικαίωμα λήψεως παροχής εμπίπτουσας στον ορισμό των «οικογενειακών επιδομάτων». Περαιτέρω, στην περίπτωση της κατά το ισπανικό δίκαιο παροχής, το γεγονός ότι, προκειμένου να καθοριστεί το ύψος του επιδόματος για συντηρούμενα τέκνα, λαμβάνεται υπόψη και ο βαθμός αναπηρίας εισάγει ένα επιπλέον στοιχείο διαφοροποιήσεως.
29. Πρέπει, πάντως, να υπογραμμιστεί ότι, όπως προανέφερα, στις προβλεπόμενες από το άρθρο 5 του κανονισμού αντίστοιχες δηλώσεις τους, τόσο το Βασίλειο της Ισπανίας όσο και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναφέρουν αντίστοιχα, μεταξύ των παροχών οι οποίες εμπίπτουν στο πλαίσιο εφαρμογής των άρθρων 77 και 78 του κανονισμού, τα προβλεπόμενα από την ισπανική νομοθεσία επιδόματα για συντηρούμενα τέκνα καθώς και τα προβλεπόμενα από τη γερμανική νομοθεσία οικογενειακά επιδόματα.
30. Επ’ αυτού, η νομολογία δέχεται ότι, ναι μεν το γεγονός ότι δεν συμπεριελήφθη παροχή στην προβλεπόμενη από το άρθρο 5 του κανονισμού δήλωση δεν είναι ικανό να την αποκλείσει από τη δυνατότητα εντάξεώς της μεταξύ των παροχών εκείνων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 77, αντιθέτως, οι παροχές εκείνες οι οποίες συμπεριελήφθησαν σε παρόμοια δήλωση εμπίπτουν αυτομάτως στο άρθρο 77. Με άλλους λόγους, ένα κράτος αδυνατεί, αφού έχει συμπεριλάβει συγκεκριμένη παροχή στη δήλωσή του, να επιδιώξει να απεμπλακεί των υποχρεώσεών του υποστηρίζοντας ότι η σχετική παροχή δεν πληροί τα παρατιθέμενα στον κανονισμό προαπαιτούμενα ώστε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 77 (12).
31. Εξ αυτού έπεται ότι, κατά κανόνα, τόσο το Βασίλειο της Ισπανίας όσο και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπέχουν την υποχρέωση να αναγνωρίσουν αντίστοιχα τα επιδόματα για συντηρούμενα τέκνα και τα καταβαλλόμενα υπέρ ενηλίκων αναπήρων τέκνων οικογενειακά επιδόματα ως «οικογενειακά επιδόματα» κατά την έννοια του άρθρου 77 του κανονισμού.
32. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ενέμεινε επί της ανάγκης οι κατά την ισπανική νομοθεσία παροχές να αξιολογηθούν βάσει των αντικειμενικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων τους, χωρίς να ληφθεί υπόψη το πώς κατονομάζονται ή το γεγονός ότι έχουν κοινοποιηθεί δυνάμει του άρθρου 5. Η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
33. Πρωτίστως, όπως προανέφερα, αμφότερα τα κράτη μέλη έχουν αναγνωρίσει το δικαίωμα λήψεως των επιδίκων παροχών. Το γεγονός αυτό δεν είναι καθοριστικής σημασίας αφ’ εαυτού ως προς το ποιο από τα δύο κράτη υπέχει την υποχρέωση καταβολής του: συνεπάγεται απλώς ότι υπέχουν την υποχρέωση εφαρμογής, επί των καταστάσεων εκείνων οι οποίες αφορούν τα δύο συγκεκριμένα κράτη, των κανόνων των άρθρων 77 και 78 προκειμένου να προσδιοριστεί ποιο κράτος οφείλει να καταβάλει τις παροχές. Και τούτο, για να παραμείνουμε στις σχέσεις μεταξύ Ισπανίας και Γερμανίας, είτε πρόκειται για κατοίκους Ισπανίας οι οποίοι είχαν εργαστεί στη Γερμανία (όπως συμβαίνει εν προκειμένω), είτε αντιστρόφως.
34. Δεύτερον, η θέση της Επιτροπής εμπεριέχει τον κίνδυνο να στερηθεί σχεδόν ολοσχερώς της πρακτικής αποτελεσματικότητάς του το άρθρο 5 του κανονισμού και η προβλεπόμενη σε αυτό υποχρέωση κοινοποιήσεως. Γεγονός παραμένει ότι η έννοια των «οικογενειακών επιδομάτων» κατά τον κανονισμό είναι έννοια του δικαίου της Ενώσεως και επεξηγείται ρητώς στο άρθρο 1 του κανονισμού. Παράλληλα, όμως, αληθεύει και το ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, όπως προανέφερα (13), η ως άνω έννοια περιλαμβάνει in concreto, αφενός, τις παροχές τις οποίες τα κράτη μέλη έχουν δηλώσει κατά το άρθρο 5 και, αφετέρου, τις περαιτέρω παροχές οι οποίες, αν και δεν έχουν κοινοποιηθεί, διαθέτουν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1, στοιχείο κα΄, χαρακτηριστικά γνωρίσματα των «οικογενειακών επιδομάτων».
35. Πέραν τούτου, η υιοθέτηση της ερμηνευτικής γραμμής της Επιτροπής θα ενείχε τον κίνδυνο κατακερματισμού, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται οι οφειλόμενες για τα συντηρούμενα τέκνα παροχές. Επί παραδείγματι, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ακόμη και τα γερμανικά οικογενειακά επιδόματα, όταν καταβάλλονται στις οικογένειες ενηλίκων αναπήρων, θα έπρεπε κατά πάσα πιθανότητα να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 77 και 78 του κανονισμού (14). Θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα πόσα από τα αναγνωριζόμενα και κοινοποιούμενα κατά το άρθρο 5 από τα διάφορα κράτη μέλη «οικογενειακά επιδόματα» θα ενέπιπταν αναντίρρητα στον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο κα΄, αν εξετάζονταν σύμφωνα με τις υποστηριζόμενες από την Επιτροπή λεπτομέρειες εφαρμογής.
36. Ας μου επιτραπεί να τονίσω επίσης ότι το ίδιο το Βασίλειο της Ισπανίας, τόσο με τις γραπτές παρατηρήσεις του όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι οι προβλεπόμενες από το βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/1994 παροχές εμπίπτουν στο πλαίσιο εφαρμογής των άρθρων 77 και 78 του κανονισμού. Καλόν είναι να υπογραμμιστεί ότι, μολονότι ο νομικός αυτός χαρακτηρισμός δεν ασκεί στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως επιρροή όσον αφορά την Ισπανία, σε άλλες υποθέσεις θα μπορούσε αντιστρόφως να επιβάλει στο εν λόγω κράτος μέλος την υποχρέωση καταβολής παροχών τις οποίες δεν θα ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει αν, αντιθέτως, δεν ενέπιπταν στα προπαρατεθέντα άρθρα 77 και 78.
37. Τέλος, μπορεί να παρατηρηθεί και ότι απαντούν αποφάσεις του Δικαστηρίου με τις οποίες, έστω και κατά τρόπο σαφώς έμμεσο, αμφότερες οι παροχές οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της συζητήσεως εν προκειμένω κρίθηκαν ότι εμπίπτουν στο πλαίσιο εφαρμογής των άρθρων 77 και 78 του κανονισμού (15).
38. Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους εκτιμώ ότι, προς επίλυση των προδικαστικών ερωτημάτων της υπό κρίση υποθέσεως, είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι οι δύο παροχές, ήτοι τόσο η ισπανική όσο και η γερμανική, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 77. Εξάλλου, πρόκειται για το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε εμμέσως και το αιτούν δικαστήριο κατόπιν της εξετάσεως των συναφών εθνικών διατάξεων.
IV – Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος
39. Το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα διατυπώνονται κατά τρόπο σχεδόν ταυτόσημο και αφορούν δύο διατάξεις (τα άρθρα 77 και 78 του κανονισμού), οι οποίες, πέραν του ότι αφορούν αντίστοιχα τους συνταξιούχους εργαζομένους και τα ορφανά, είναι με τη σειρά τους σχεδόν ταυτόσημες. Ως εκ τούτου, τα δύο ερωτήματα πρέπει να εξεταστούν από κοινού.
40. Με τα εν λόγω ερωτήματα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, υπό συνθήκες όπως αυτές της κύριας δίκης, η διοίκηση ενός κράτους μέλους νομιμοποιείται να αρνηθεί την καταβολή οικογενειακών επιδομάτων σε πρώην εργαζόμενο (ή στα ορφανά του), κάτοικο εξωτερικού, σε περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος απέκτησε εντός του κράτους κατοικίας δικαίωμα λήψεως των οικογενειακών επιδομάτων, τα οποία όμως δεν εισπράττει εκεί δεδομένου ότι επέλεξε να εισπράττει (16), εκ μέρους του κράτους κατοικίας, εναλλακτική παροχή, ασυμβίβαστη προς αυτά.
41. Στη συνέχεια, προτίθεμαι να εξετάσω το πρώτο ερώτημα το οποίο αφορά το άρθρο 77: ενόψει της ταυτότητας των άρθρων 77 και 78, τα συμπεράσματα στα οποία πρόκειται να καταλήξω θα είναι εφαρμοστέα και επί του δευτέρου από αυτά και, συνακόλουθα, και επί του δευτέρου ερωτήματος.
42. Η ratio legis του ερωτήματος έγκειται στο γεγονός ότι, κατά το άρθρο 77 του κανονισμού, σε περίπτωση κατά την οποία ένας συνταξιούχος δικαιούται να λάβει τις παροχές βάσει των κανόνων πλειόνων κρατών μελών, εναπόκειται, κατ’ αρχήν, στο κράτος της κατοικίας να καταβάλλει τα οικογενειακά επιδόματα. Τούτο, πάντως, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαίωμα λήψεώς τους «γεννήθηκε» κατά τη νομοθεσία του τελευταίου. Κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, στο πλαίσιο της υπό κρίση δίκης, μπορεί να εκληφθεί ότι είναι «[γεγενημένο]» το δικαίωμα λήψεως των οικογενειακών παροχών στην Ισπανία, έστω και αν τα επιδόματα αυτά δεν εισπράττονται, αφής στιγμής οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης θα είχαν τη δυνατότητα να προβούν στην είσπραξή τους αν είχαν παραιτηθεί των εναλλακτικών παροχών τις οποίες και επέλεξαν.
43. Εκ πρώτη όψεως, υπό το γράμμα του κανόνα, το ερώτημα δεν προσκρούει προφανώς σε σοβαρές δυσχέρειες. Πράγματι, θα μπορούσε να εκληφθεί ότι, προκειμένου ένα δικαίωμα να θεωρηθεί ως «[γεγενημένο]» κατά το άρθρο 77 του κανονισμού, αρκεί ο εν δυνάμει δικαιούχος να έχει τη δυνατότητα, κατόπιν αιτήματός του, να λάβει την παροχή. Υπό την οπτική αυτή γωνία, θα ήταν άσχετο το γεγονός ότι δεν έχει υποβληθεί αίτημα, καθώς και το γεγονός ότι ο δικαιούχος επέλεξε εναλλακτική παροχή: σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η μη λήψη των οικογενειακών επιδομάτων θα ήταν αποτέλεσμα μιας πράξεως της βουλήσεως του δικαιούχου, οπότε το δικαίωμα θα ήταν «γεγενημένο».
44. Πάντως, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, έχει κριθεί επανειλημμένα, σε σχέση με το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού, ότι μια παροχή δεν «οφείλεται» (17) εφόσον, μολονότι απολαύει του δικαιώματος, ο δικαιούχος δεν το εισπράττει επειδή, επί παραδείγματι, δεν υπέβαλε σχετική αίτηση (18). Αντιθέτως, το ισχύον σήμερα άρθρο 76, παράγραφος 2, το οποίο προβλέπει ότι η μη υποβολή αιτήσεως για τη λήψη παροχών εκ μέρους του δικαιούχου παρέχει σε κράτος μέλος τη δυνατότητα να ενεργήσει ως εάν το κράτος όπου έπρεπε να υποβληθεί η αίτηση είχε χορηγήσει τις παροχές, προστέθηκε στη συνέχεια από τον νομοθέτη (19), ακόμη και ως αντίδραση στον προσανατολισμό αυτόν του Δικαστηρίου.
45. Εξάλλου, το Δικαστήριο διευκρίνισε πρόσφατα ότι η σχετική νομολογία, μολονότι δεν μπορεί προφανώς να τύχει εφαρμογής στο άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού, κατόπιν της παρεμβάσεως του νομοθέτη, εντούτοις εξακολουθεί να ισχύει για ανάλογες στον συγκεκριμένο τομέα διατάξεις οι οποίες δεν έχουν τροποποιηθεί (20).
46. Υπό την έννοια αυτή, βάσει της προπαρατεθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου, τα πρώτα δύο υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο ερωτήματα θα έπρεπε να απαντηθούν υπό την έννοια ότι οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης, οι οποίοι επέλεξαν στην Ισπανία διαφορετική και εναλλακτική παροχή σε σχέση με τα οικογενειακά επιδόματα, αποκλείεται να έχουν εντός του οικείου κράτους μέλους «γεγενημένο» δικαίωμα για τη λήψη των εν λόγω οικογενειακών επιδομάτων.
47. Πάντως, υφίστανται δύο επιχειρήματα τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να υποστηριχθεί ότι η μόλις προπεριγραφείσα νομολογία δεν τυγχάνει εφαρμογής επί του άρθρου 77, παράγραφος 1, του κανονισμού.
48. Πρώτον, μπορεί να γίνει επίκληση των υφισταμένων γλωσσολογικών διαφορών μεταξύ των άρθρων 76 και 77. Πράγματι, όπως προανέφερα, το άρθρο 76 κάνει λόγο για παροχές «που οφείλονται» (21), ενώ το άρθρο 77, καθ’ ο μέρος ενδιαφέρει εν προκειμένω, αναφέρεται σε «γεγενημένο» δικαίωμα. Η διαφορά αυτή επαναλαμβάνεται ως έχει στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις της διατάξεως. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η χαραχθείσα από το Δικαστήριο νομολογία σε σχέση με το άρθρο 76 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής και επί του επομένου άρθρου, καθόσον αφορά διαφορετική κατάσταση. Υπό την οπτική αυτή γωνία, η επιλογή του νομοθέτη να τροποποιήσει μόνο το άρθρο 76, αλλ’ όχι το άρθρο 77, θα μπορούσε να εξηγηθεί υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεν έκρινε αναγκαίο να παρέμβει επί της δεύτερης διατάξεως.
49. Δεύτερον, εναλλακτικώς, υπάρχει η δυνατότητα να προταθεί η κατ’ αναλογία εφαρμογή, ακόμη και στην περίπτωση του άρθρου 77, του άρθρου 76, παράγραφος 2, το οποίο παρέχει σε κράτος τη δυνατότητα, όπως προανέφερα, να ενεργήσει ως εάν συγκεκριμένη παροχή είχε πράγματι χορηγηθεί σε άλλο κράτος μέλος, μολονότι τούτο δεν έλαβε χώρα αποκλειστικά και μόνο λόγω της μη υποβολής σχετικής αιτήσεως. Αυτή είναι και η λύση την οποία πρότεινε, ειδικότερα, η Γερμανική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η οποία έκανε χρήση ειδικότερα της δυνατότητας συγκρίσεως των καταστάσεων οι οποίες διέπονται από τα δύο άρθρα και της τελεολογικής ερμηνείας της παραγράφου η οποία προστέθηκε το 1989 στο άρθρο 76 υπό το φως της βουλήσεως του νομοθέτη.
50. Ακόμη και αν κατανοώ και, εν μέρει, συμμερίζομαι τις ανησυχίες επί των οποίων θεμελιώνονται τα δύο μόλις προπεριγραφέντα επιχειρήματα, δεν είναι κατά την άποψή μου πειστικά, ειδικότερα υπό το φως της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου.
51. Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, οι γλωσσολογικές διαφορές μεταξύ των δύο επιδίκων διατάξεων δεν είναι αρκούντως σαφείς ώστε να επιτρέπουν τη διάκρισή τους για τους σκοπούς της εφαρμογής των νομολογιακών αρχών. Πράγματι, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, ερμηνεύοντας το άρθρο 76 του κανονισμού, το Δικαστήριο δεν χρονοτρίβησε εξίσου λεπτολογώντας σε θέματα γλωσσολογικής φύσεως και ερμήνευσε κατ’ ουσίαν τον κανόνα με πολύ πραγματιστικούς όρους, επικεντρωνόμενο αποκλειστικά στην είσπραξη ή μη της παροχής εκ μέρους του ενδιαφερομένου (22). Επιπλέον, ερμηνεύοντας τον κανόνα, το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει τη σημασία να δοθεί μια ερμηνεία του ευνοούσα την υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων (23). Πέραν τούτου, παρατηρώ ότι η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση απέκλεισε προφανώς τη δυνατότητα μιας τέτοιας διακρίσεως και πρότεινε αντιθέτως τη δεύτερη εναλλακτική λύση, ήτοι εκείνη της κατ’ αναλογία εφαρμογής του άρθρου 76, παράγραφος 2.
52. Πάντως, ακόμη και η εν λόγω δεύτερη εναλλακτική λύση δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να γίνει δεκτή. Πράγματι, το άρθρο 76, παράγραφος 2, πρέπει να εκτιμηθεί θεωρουμένων όλων των αποτελεσμάτων, υπό το φως της προπαρατεθείσας νομολογίας, ήτοι ως ρήτρα περιοριστική ενός δικαιώματος για τη λήψη παροχής, προβλεπόμενη από τον κανονισμό. Υπό την έννοια αυτή, η ρήτρα πρέπει να ερμηνευθεί περιοριστικώς (24). Επίσης, το Δικαστήριο απέρριψε πρόσφατα την κατ’ αναλογία εφαρμογή του εν λόγω κανόνα επί καταστάσεως ανάλογης από πολλές απόψεις προς εκείνη της υπό κρίση υποθέσεως (25).
53. Κατόπιν τούτου, περαιώνοντας την εξέταση του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι, σε μια κατάσταση όπως αυτή της κύριας δίκης, παροχή που οφείλεται κατά το άρθρο 77 ή κατά το άρθρο 78 του κανονισμού δεν μπορεί να μη γίνει δεκτή εκ μέρους των αρχών ενός κράτους μέλους όπου οι δικαιούχοι απέκτησαν δικαίωμα λήψεως συντάξεως βάσει της εθνικής νομοθεσίας, εφόσον, εντός του κράτους κατοικίας, προβλέπεται ανάλογη αλλά υψηλότερη παροχή, η οποία είναι, εντούτοις, ασυμβίβαστη προς άλλη παροχή την οποία επέλεξε ο ενδιαφερόμενος κάνοντας χρήση της δυνατότητας επιλογής.
V – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
54. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η απάντηση επί των πρώτων δύο ερωτημάτων πρέπει να είναι διαφορετική αν τα οικογενειακά επιδόματα εντός του κράτους κατοικίας, μολονότι αναγνωρίζονται κατ’ αρχήν, δεν μπορούν να εισπραχθούν στην πράξη επειδή η ασυμβίβαστη με αυτά παροχή είναι υποχρεωτική κατά τρόπον ώστε οι εν δυνάμει δικαιούχοι να μην έχουν καν τη δυνατότητα να επιλέξουν αντ’ αυτής τα οικογενειακά επιδόματα.
55. Το ερώτημα τίθεται, αν και όχι ευθέως, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα έκρινε ότι, σε μια κατάσταση όπως η περιγραφείσα στο πλαίσιο του πρώτο και του δευτέρου ερωτήματος (δικαίωμα επιλογής μεταξύ των οικογενειακών επιδομάτων και άλλων παροχών, με την επιλογή των τελευταίων εκ μέρους του ενδιαφερομένου), το κράτος εντός του οποίου ασκήθηκε η επαγγελματική δραστηριότητα (στην προκειμένη περίπτωση η Γερμανία) μπορεί να αρνηθεί την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων.
56. Αφής στιγμής προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει αρνητικά επί των δύο πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων, η απάντηση επί του τρίτου ερωτήματος είναι αυτομάτως απότοκος της προτεινόμενης επί των δύο πρώτων. Αν το δικαίωμα λήψεως των γερμανικών οικογενειακών επιδομάτων εξακολουθεί να ισχύει εφόσον δεν έχουν εισπραχθεί τα ισπανικά οικογενειακά επιδόματα κατόπιν επιλογής εκ μέρους των εν δυνάμει δικαιούχων, κατά μείζονα λόγο το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να μην εξακολουθεί να ισχύει σε περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται η εν λόγω δυνατότητα επιλογής. Σε παρόμοια περίπτωση, δεν μπορεί ούτε να ειπωθεί ότι υφίσταται δικαίωμα εισπράξεως των οικογενειακών επιδομάτων στην Ισπανία: το ίδιο το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι, κατά την κρίση του, σε παρόμοια κατάσταση θα έπρεπε να εξακολουθούν να καταβάλλονται τα γερμανικά οικογενειακά επιδόματα.
57. Κατόπιν αυτού, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος αναγνωρίζοντας ότι τα λεχθέντα ως απάντηση επί των δύο πρώτων ερωτημάτων ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία η καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων στο κράτος κατοικίας, μολονότι θεωρητικώς προβλεπόμενη, δεν μπορεί να χωρήσει ούτε και μετά από επιλογή προς την κατεύθυνση αυτή εκ μέρους των δικαιούχων.
VI – Συμπέρασμα
58. Υπό το φως των προηγηθεισών σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει επί των προδικαστικών ερωτημάτων τα οποία υπέβαλε το Sozialgericht Nürnberg ως εξής:
«1. Παροχή που οφείλεται κατά την έννοια του άρθρου 77 ή του άρθρου 78 του κανονισμού 1408/71 (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, δεν μπορεί να μη γίνει δεκτή εκ μέρους των αρχών ενός κράτους μέλους όπου οι δικαιούχοι απέκτησαν δικαίωμα λήψεως συντάξεως βάσει της εθνικής νομοθεσίας, εφόσον, εντός του κράτους κατοικίας προβλέπεται ανάλογη και υψηλότερη παροχή, η οποία είναι, εντούτοις, ασυμβίβαστη προς άλλη παροχή την οποία επέλεξε ο ενδιαφερόμενος κάνοντας χρήση της δυνατότητας επιλογής.
2. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία η καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων στο κράτος κατοικίας, μολονότι θεωρητικώς προβλεπόμενη, δεν μπορεί να χωρήσει ούτε και μετά από επιλογή προς την κατεύθυνση αυτή εκ μέρους των δικαιούχων».
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – Κανονισμός του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73). Ο τίτλος του κανονισμού ελήφθη εν προκειμένω από την κωδικοποιημένη έκδοσή του.
3 – Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ L 166, σ. 1).
4 – ΕΕ C 210 της 5ης Σεπτεμβρίου 2003, σ. 1.
5 – ΕΕ C 79 της 1ης Απριλίου 2005, σ. 9.
6 – Τα οποία διέπονται σήμερα από τον ομοσπονδιακό νόμο περί επιδομάτων για συντηρούμενα τέκνα (Bundeskindergeldgesetz) της 11ης Νοεμβρίου 1995, όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια.
7 – Βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/1994 της 20ής Ιουνίου 1994, με το οποίο εγκρίνεται το αναμορφωμένο κείμενο του Ley General de la Seguridad Social (Γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως) (BOE 154 της 29ης Ιουνίου 1994).
8 – Νόμος 13/1982 της 7ης Απριλίου 1982, de Integración Social de los Minusválidos (BOE αριθ. 103 της 30ής Απριλίου 1982).
9 – Σε μια περίπτωση πρόκειται για χήρα ενός αποβιώσαντος στο μεσοδιάστημα συνταξιούχου.
10 – Αποφάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 313/86, Lenoir (Συλλογή 1988, σ. 5391, σκέψη 10), της 20ής Μαρτίου 2001, C‑33/99, Fahmi και Esmoris Cerdeiro-Pinedo Amado (Συλλογή 2001, σ. I‑2415, σκέψεις 33 και 34), και της 31ης Μαΐου 2001, C‑43/99, Leclere και Deaconescu (Συλλογή 2001, σ. I‑4265, σκέψεις 41 και 42).
11 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10 απόφαση Lenoir (σκέψη 16).
12 – Απόφαση της 11ης Ιουνίου 1991, C‑251/89, Αθανασόπουλος κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I‑2797, σκέψη 28).
13 – Βλ. προηγούμενη υποσημείωση.
14 – Σημειωτέον δε με έκβαση αντίθετη της αναμενόμενης εκ μέρους της Επιτροπής. Τα γερμανικά οικογενειακά επιδόματα δεν θα οφείλονταν πλέον κατά πάσα πιθανότητα.
15 – Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑471/99, Martínez Domínguez κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I‑7835).
16 – Η τυχόν δυνατότητα επιλογής μεταξύ των οικογενειακών επιδομάτων και μιας εναλλακτικής παροχής, ασυμβίβαστης προς αυτά, συνιστά ουσιώδους σημασίας στοιχείο των δύο πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων. Το αιτούν δικαστήριο διατύπωσε το τρίτο ερώτημα σε περίπτωση κατά την οποία, αντιθέτως, δεν υφίσταται η δυνατότητα επιλογής.
17 – Η εν λόγω νομολογία διαμορφώθηκε σύμφωνα με την αρχική διατύπωση του άρθρου 76 του κανονισμού, όπου γινόταν λόγος για παροχές «που οφείλονται» σε σχέση με αυτές του κράτους απασχολήσεως ή εκείνες του κράτους κατοικίας. Η αρχική διατύπωση του άρθρου 76 προέβλεπε τα ακόλουθα: «Το δικαίωμα οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων που οφείλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 73 ή 74 αναστέλλεται αν, λόγω της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητος, οφείλονται επίσης οικογενειακές παροχές ή επιδόματα δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογενείας».
18 – Αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1984, 191/83, Salzano (Συλλογή 1984, σ. 3741, σκέψη 10), της 23ης Απριλίου 1986, 153/84, Ferraioli (Συλλογή 1986, σ. 1401, σκέψη 14), και της 4ης Ιουλίου 1990, C‑117/89, Kracht (Συλλογή 1990, σ. I‑2781, σκέψη 11).
19 – Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3247 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ L 331, σ. 1).
20 – Απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2010, C‑16/09, Schwemmer (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 57). Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο εφήρμοσε την προπαρατεθείσα νομολογία προκειμένου να ερμηνεύσει το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138).
21 – Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 17.
22 – Με παρόμοιους όρους εξεφράσθη ρητώς και ο γενικός εισαγγελέας M. Darmon με τις προτάσεις του τις οποίες ανέπτυξε στις 11 Οκτωβρίου 1984 επί της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 18 υποθέσεως Salzano (σημείο 7 των προτάσεων).
23 – Βλ., επί παραδείγματι, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Ferraioli (σκέψεις 16 και 17) και την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση Schwemmer (σκέψη 58).
24 – Βλ. απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001, C‑215/99, Jauch (Συλλογή 2001, σ. I‑1901, σκέψη 21).
25 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση Schwemmer (σκέψη 57).
Full & Egal Universal Law Academy