ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 21ης Ιουλίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑242/10
ENEL Produzione SpA
κατά
Autorità per l’energia elettrica e il gas
[αίτηση του Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 2003/54/ΕΚ – Εσωτερική αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας – Υπηρεσίες κατανομής φορτίων και εξισορροπήσεως – Κύριες εγκαταστάσεις για τη λειτουργία και την ασφάλεια του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας – Υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας επιβαλλόμενες σε ορισμένους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας»
I – Εισαγωγή
1. Με την παρούσα προδικαστική παραπομπή, το Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia (Περιφερειακό Διοικητικό Δικαστήριο Λομβαρδίας) ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο κατά πόσον συμβιβάζεται με το δίκαιο της Ένωσης η επιβολή ορισμένων υποχρεώσεων στις εταιρίες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που διαθέτουν τις χαρακτηριζόμενες ως «αναγκαίες εγκαταστάσεις» για τη λειτουργία του ιταλικού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας στο πλαίσιο των αποκαλουμένων υπηρεσιών «κατανομής φορτίων και εξισορροπήσεως».
2. Το προμνησθέν καθεστώς των «αναγκαίων εγκαταστάσεων» παρουσιάζεται ως μέσο αντιμετωπίσεως των αναγκών των εν λόγω υπηρεσιών «κατανομής φορτίων και εξισορροπήσεως», οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, στενή σχέση με την ασφάλεια του δικτύου και την ομαλότητα του εφοδιασμού. Από την άποψη αυτή, η υπόθεση έχει σαφή σχέση με το άρθρο 11 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση της οδηγίας 96/92/ΕΚ (2). Ωστόσο, ο Ιταλός νομοθέτης και οι ρυθμιστικές αρχές επισημαίνουν ότι το επίδικο μέτρο επιδιώκει επίσης έναν ευρύτερο σκοπό ελέγχου των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας τις οποίες πληρώνει ο τελικός καταναλωτής. Η δεύτερη αυτή πτυχή και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του προμνησθέντος ιταλικού καθεστώτος επιβάλλουν τη συμπλήρωση της αναλύσεως με αναφορά στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, το οποίο επικαλούνται διάφοροι παρεμβαίνοντες, και τούτο στο μέτρο που επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν, σε ορισμένες περιπτώσεις και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας. Η απόφαση της 20ής Απριλίου 2010, Federutility (3), πρώτη νομολογιακή εφαρμογή αυτής της ρυθμίσεως των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας στον ενεργειακό τομέα (4), αποτελεί άμεσο προηγούμενο για την ερμηνεία αυτής της διατάξεως. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η υπό κρίση υπόθεση θα παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί επί της εφαρμογής αυτής της ρυθμίσεως σε ένα πλαίσιο σαφώς διαφορετικό από εκείνο που αναλύθηκε με την απόφαση εκείνη.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το δίκαιο της Ένωσης
3. Το άρθρο 3 της οδηγίας 2003/54 ρυθμίζει τα των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας και τα της προστασίας του πελάτη. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού έχει ως εξής:
«Τηρώντας πλήρως τις οικείες διατάξεις της Συνθήκης, και ιδίως το άρθρο 86, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, χάριν του γενικού οικονομικού συμφέροντος, υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας οι οποίες μπορούν να αφορούν την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της ασφάλειας του εφοδιασμού, την τακτική παροχή, την ποιότητα και τις τιμές παροχής, καθώς και την προστασία του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας του κλίματος και της ενεργειακής αποδοτικότητας. Οι υποχρεώσεις αυτές πρέπει να ορίζονται σαφώς, να είναι διαφανείς, αμερόληπτες και επαληθεύσιμες και να διασφαλίζουν την ισότιμη πρόσβαση των επιχειρήσεων ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους εθνικούς καταναλωτές. Όσον αφορά την ασφάλεια του εφοδιασμού, την ενεργειακή αποδοτικότητα/διαχείριση της ζήτησης και την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν μακροπρόθεσμο προγραμματισμό, λαμβάνοντας υπόψη το ενδεχόμενο τρίτα μέρη να ζητήσουν πρόσβαση στο δίκτυο».
4. Κατά την παράγραφο 9 του εν λόγω άρθρου 3, «[τ]α κράτη μέλη, κατά την έναρξη εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, ενημερώνουν την Επιτροπή για όλα τα μέτρα που θεσπίζουν για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας και παροχής υπηρεσιών κοινής ωφελείας».
5. Το άρθρο 11, που αφορά την «κατανομή φορτίων και εξισορρόπηση» (5), ορίζει, στην παράγραφο 2, ότι «[η] κατανομή φορτίων στις εγκαταστάσεις παραγωγής και η χρήση των διασυνδέσεων γίνονται βάσει κριτηρίων που μπορεί να εγκρίνονται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και που πρέπει να είναι αντικειμενικά, να δημοσιεύονται και να εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις προκειμένου να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Τα εν λόγω κριτήρια λαμβάνουν υπόψη την οικονομική προτεραιότητα της ηλεκτρικής ενέργειας που προέρχεται από διαθέσιμες εγκαταστάσεις παραγωγής ή από μεταφορές μέσω διασύνδεσης καθώς και τους τεχνικούς περιορισμούς του δικτύου». Εξάλλου, στην παράγραφο 6, ορίζεται ότι «[ο]ι διαχειριστές του δικτύου μεταφοράς προμηθεύονται την ενέργεια που χρησιμοποιούν για να καλύπτουν τις απώλειες ενέργειας και να διατηρούν εφεδρικό δυναμικό στο δίκτυό τους με διαφανείς, αμερόληπτες και βασιζόμενες στην αγορά διαδικασίες, όταν ασκούν τα καθήκοντα αυτά» (6).
Β – Η εθνική νομοθεσία (7)
1. Οι αποφάσεις 168/03 και 111/06 της AEEG
6. Στις 30 Δεκεμβρίου 2003, η Autorità per l’energia elettrica e il gas (στο εξής: AEEG) εξέδωσε την απόφαση 168/03 (8), με την οποία καθορίστηκαν οι όροι λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας κατανομής φορτίων με σκοπό την εξασφάλιση της ικανοποιήσεως της ζητήσεως ηλεκτρικής ενέργειας υπό συνθήκες επαρκούς ασφάλειας.
7. Η απόφαση ERG/alt 111/06, την οποία η AEEG εξέδωσε στις 9 Ιουνίου 2009 (9), τροποποίησε την απόφαση 168/03, επιτρέποντας στην Terna Rete Elettrica Nazionale SpA, επιφορτισμένη με τη διαχείριση του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ιταλία και υπεύθυνης για την άσκηση της δραστηριότητας κατανομής φορτίων σε ολόκληρη την ιταλική επικράτεια (10), να προσδιορίσει τις «αναγκαίες μονάδες» για την ασφάλεια του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, βάσει των οποίων προσδιορίζονται οι ανάγκες για την ανάπτυξη της υπηρεσίας κατανομής φορτίων.
2. Ο νόμος 2/09
8. Ο νόμος 2/09, της 28ής Ιανουαρίου 2009 (11), εισήγαγε ορισμένες τροποποιήσεις στο καθεστώς των αναγκαίων μονάδων το οποίο είχε θεσπιστεί με την απόφαση 111/06. Το άρθρο 3, παράγραφος 10, στοιχείο d, αναφέρεται στη μεταρρύθμιση της αγορά των υπηρεσιών κατανομής φορτίων, η διαχείριση της οποίας ανατέθηκε στον «παραχωρησιούχο των υπηρεσιών μεταφοράς και κατανομής φορτίων, με στόχο να καταστεί δυνατή η επιλογή των αναγκαίων μέσων για την εξασφάλιση της ασφάλειας του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας μέσω μιας διαφανούς και αποτελεσματικής από οικονομικής απόψεως αξιολογήσεως. Οι υπηρεσίες κατανομής φορτίου εξασφαλίζονται με την απόκτηση των αναγκαίων μέσων εκ μέρους των εξουσιοδοτημένων φορέων. Στην αγορά των υπηρεσιών κατανομής φορτίων, η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζεται βάσει των διαφόρων τιμών που προσφέρονται υποχρεωτικά από κάθε εξουσιοδοτημένο χρήστη και γίνονται δεκτές από τον παραχωρησιούχο των υπηρεσιών κατανομής φορτίων, με προτεραιότητα στις προσφορές των οποίων οι τιμές είναι χαμηλότερες, έως την πλήρη κάλυψη των αναγκών […]».
9. Το άρθρο 3, παράγραφος 11, του νόμου 2/09 ορίζει ότι, λαμβανομένης υπόψη της εξαιρετικά σοβαρής οικονομικής κρίσεως σε διεθνές επίπεδο και των συνεπειών της για τις τιμές των πρώτων υλών, και «προς εξασφάλιση χαμηλοτέρων χρεώσεων για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και για τη μείωση του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας», η AEEG θα προσαρμόσει τις συμφωνίες της, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την κατανομή φορτίων ηλεκτρικής ενέργειας, στις ακόλουθες αρχές και κατευθυντήριες γραμμές:
«a) οι φορείς που διαθέτουν μεμονωμένες εγκαταστάσεις ή ομάδες εγκαταστάσεων αναγκαίες για την κάλυψη των αναγκών των υπηρεσιών κατανομής φορτίων, όπως αυτές προσδιορίζονται βάσει των κριτηρίων που καθορίζει η [AEEG] σύμφωνα με τις αρχές της παρούσας διατάξεως, υποχρεούνται να υποβάλλουν προσφορές στις αγορές κατά τους όρους που καθορίζει η [AEEG], η οποία εφαρμόζει ακριβείς μηχανισμούς για την ελαχιστοποίηση των δαπανών του συστήματος και την εξασφάλιση δίκαιης αμοιβής των παραγωγών. Ειδικότερα, αναγκαίες για την κάλυψη των αναγκών των υπηρεσιών κατανομής φορτίων, αποκλειστικώς για τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες επαληθεύονται οι συνθήκες που περιγράφονται κατωτέρω, θεωρούνται οι εγκαταστάσεις που αποδεικνύονται τεχνικώς και οργανικώς απαραίτητες για την αποσυμφόρηση του δικτύου ή τη διατήρηση της ασφάλειας του εθνικού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας σε κατάλληλα επίπεδα για σημαντικά χρονικά διαστήματα.
[…]»
3. Η απόφαση 52/09 της AEEG
10. Κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω νόμου 2/09, η AEEG εξέδωσε, στις 29 Απριλίου 2009, την απόφαση AGR/elt 52/09 (12), με την οποία τροποποίησε την προγενέστερη απόφασή της 111/06, θεσπίζοντας νέο καθεστώς για τις «βασικές για τη λειτουργία του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας εγκαταστάσεις».
11. Σύμφωνα με το άρθρο 63.9 της αποφάσεως 111/06, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1, στοιχείο c, της αποφάσεως 52/09, η εταιρία που είναι επιφορτισμένη με τη διαχείριση του δικτύου μεταφοράς και των υπηρεσιών κατανομής φορτίων (Terna SpA) υποχρεούται να καταρτίζει και να δημοσιεύει κατ’ έτος κατάλογο των εγκαταστάσεων και ομάδων εγκαταστάσεων που θεωρούνται αναγκαίες για τη λειτουργία και την ασφάλεια του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας, αναφέροντας για κάθε μία από αυτές, μεταξύ άλλων στοιχείων, τους λόγους που δικαιολογούν την εγγραφή τους στον κατάλογο και τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία η συγκεκριμένη εγκατάσταση θεωρείται αναγκαία.
12. Σύμφωνα με το άρθρο 63. 2 της αποφάσεως 111/06, η Terna SpA θα θεωρεί ως αναγκαία:
a) κάθε εγκατάσταση ελλείψει της οποίας δεν είναι δυνατή, ιδίως λαμβανομένων υπόψη των αναγκών προγραμματισμένης συντηρήσεως των λοιπών εγκαταστάσεων παραγωγής και των στοιχείων του δικτύου, η διατήρηση, κατά το επόμενο ημερολογιακό έτος, των κατάλληλων προδιαγραφών ασφαλείας του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας·
b) κάθε άλλη εγκατάσταση που ανήκει σε αναγκαία ομάδα εγκαταστάσεων, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 63.6 και ανεξαρτήτως των εγκαταστάσεων που εμπίπτουν στο ανωτέρω στοιχείο a».
13. Ο χαρακτηρισμός μιας υποδομής ως αναγκαίας ή ως τμήματος αναγκαίου συστήματος υποδομών σημαίνει ότι η επιχείρηση στην οποία ανήκει υποχρεούται να υποβάλλει προσφορές στην ιταλική χρηματιστηριακή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, στα επιμέρους τμήματά της, ήτοι στην αγορά της προηγούμενης ημέρας, στην αγορά προσαρμογής και στην αγορά των βοηθητικών υπηρεσιών, «τηρώντας τους όρους και τα κριτήρια που έχει καθορίσει η Terna SpΑ για κάθε μία από τις εν λόγω αγορές» (άρθρο 64.2). Οι προσφορές που υποβάλλονται στην αγορά της προηγούμενης ημέρας και στην αγορά προσαρμογής πρέπει να είναι «μηδενικές» (άρθρο 64.5). Η τιμή των προσφορών που υποβάλλονται στην αγορά των υπηρεσιών κατανομής φορτίων που αντιστοιχεί στις ποσότητες ενέργειας ως προς τις οποίες η συγκεκριμένη εγκατάσταση θεωρείται αναγκαία για την ασφάλεια του δικτύου ισούται, για κάθε περίοδο, με την τιμή πωλήσεως της ηλεκτρικής ενέργειας στην αγορά της προηγούμενης ημέρας στη γεωγραφική ζώνη στην οποία βρίσκεται η εγκατάσταση παραγωγής (64.7). Όταν η τιμή της παρεχόμενης στο πλαίσιο του υποχρεωτικού καθεστώτος ενέργειας δεν αρκεί προς κάλυψη των διαφόρων στοιχείων μεταβλητού κόστους κάθε μονάδας παραγωγής, η Terna SpA οφείλει να καταβάλει στην επιχείρηση τη διαφορά (άρθρο 64.8).
14. Η απόφαση 52/09 προβλέπει δύο εναλλακτικές δυνατότητες του «κοινού» καθεστώτος που ισχύει για τις αναγκαίες εγκαταστάσεις.
15. Αφενός, σύμφωνα με το άρθρο 63.11 της αποφάσεως 111/06 (όπως διαμορφώθηκε με την απόφαση 52/09), οι επιχειρήσεις που διαθέτουν αναγκαίες εγκαταστάσεις μπορούν να ζητήσουν από την AEEG την εφαρμογή του αποκαλουμένου «καθεστώτος αντισταθμίσεως του κόστους», το οποίο επιτρέπει την εκ μέρους τους είσπραξη ειδικής αμοιβής ίσης προς τη διαφορά μεταξύ του αναγνωρισμένου κόστους παραγωγής της εγκαταστάσεως και των κερδών που αυτή πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο περιλαμβανόταν στον κατάλογο των βασικών εγκαταστάσεων (άρθρο 63.13). Οι επιχειρήσεις, προκειμένου να υπαχθούν στο καθεστώς αυτό, οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις που καθορίζει το άρθρο 65.
16. Αφετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 65.bis (που προστέθηκε με την απόφαση 52/09), η επιχείρηση που διαθέτει βασική εγκατάσταση ή ομάδα εγκαταστάσεων μπορεί να εξαιρεθεί από το «κοινό» καθεστώς των επιχειρήσεων αυτών συνάπτοντας με την Terna SpA σύμβαση δυνάμει της οποίας τίθεται στη διάθεση της δεύτερης προκαθορισμένη ποσότητα ενέργειας (προερχόμενης από το σύνολο των εγκαταστάσεων και όχι μόνον από τις βασικές εγκαταστάσεις), σε τιμές οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, δύνανται να αναπροσαρμοστούν (προσφορές για πώληση της ενέργειας σε μηδενική τιμή και προσφορές για αγορά της ενέργειας σε τιμή ίση προς την τιμή της ζώνης της αγοράς της προηγούμενης ημέρας) ή επί των οποίων δύνανται να επιβληθούν ανώτατα ή κατώτατα όρια.
III – Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
17. Υπό την ιδιότητά της ως επιχειρήσεως παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και διαθέτουσας εγκαταστάσεις που έχουν χαρακτηριστεί αναγκαίες, η Enel Produzione SpA (στο εξής: Enel) προσέβαλε την απόφαση 52/09 της AEEG ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση αυτή αντίκειται στο άρθρο 11, παράγραφοι 2 και 6, της οδηγίας 2003/54.
18. Το εν λόγω διοικητικό δικαστήριο φρονεί ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση ενδέχεται να είναι ασυμβίβαστη με τους κανόνες της Συνθήκης που αφορούν την ελευθερία εγκαταστάσεως, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, καθώς και την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των κεφαλαίων, και ότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ (νυν άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ) ή του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/54. Ως εκ τούτου, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Απαγορεύουν τα άρθρα 23, 43, 49 και 56 της Συνθήκης ΕΚ, καθώς και τα άρθρα 11, παράγραφοι 2 και 6, και 24 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία, χωρίς να έχει κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επιβάλλει, κατά τρόπο πάγιο, σε ορισμένους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας που, υπό δεδομένες περιστάσεις, θεωρούνται απαραίτητοι για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των υπηρεσιών κατανομής φορτίου την υποχρέωση να υποβάλλουν προσφορές στις χρηματιστηριακές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας βάσει προγραμμάτων καθοριζομένων κατά τρόπο ανεξάρτητο από τον διαχειριστή του δικτύου, και η οποία αφαιρεί τη διαμόρφωση της τιμής των εν λόγω προσφορών από τη σφαίρα της ελεύθερης βουλήσεως του παραγωγού, συναρτώντας την με παραμέτρους που δεν έχουν προκαθοριστεί σύμφωνα με διαφανείς, αμερόληπτες και βασιζόμενες σε κριτήρια της αγοράς διαδικασίες;»
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
19. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαΐου 2010.
20. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Enel, η Terna SpA, η Αυστριακή και η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.
21. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, παρέστησαν προκειμένου να αναπτύξουν προφορικά τους ισχυρισμούς τους οι εκπρόσωποι της Enel, της Terna SpA, της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Επιτροπής.
V – Ανάλυση του προδικαστικού ερωτήματος
Α – Τα καθήκοντα της «κατανομής φορτίων και εξισορροπήσεως» στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας κατά την οδηγία 2003/54
22. Η ρύθμιση των υπηρεσιών «κατανομής φορτίων και εξισορροπήσεως», που περιέχεται στο άρθρο 11 της οδηγίας 2003/54, αποτελεί, μαζί με το άρθρο 3, παράγραφος 2, και τις αιτιολογικές σκέψεις 17 και 24 της οδηγίας αυτής, συγκεκριμένη έκφραση του συμβιβασμού μεταξύ ελεύθερης αγοράς και δημόσιας υπηρεσίας τον οποίο καθιερώνει η οδηγία. Συγκεκριμένα, η αιτιολογική σκέψη 17 και το άρθρο 11 της οδηγίας 2003/54 (που επαναλαμβάνονται, σχεδόν χωρίς καμία αλλαγή, στην αιτιολογική σκέψη 35 και το άρθρο 15 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ (13)), χωρίς να αποκλείουν τη δυνατότητα ρυθμίσεως των υπηρεσιών κατανομής φορτίων και εξισορροπήσεως από την ελεύθερη αγορά, ανοίγουν την πόρτα για την εγκαθίδρυση μερικού και πολύ συγκεκριμένου ελέγχου εκ μέρους των δημοσίων αρχών στον τομέα αυτόν.
23. Το άρθρο 11 της οδηγίας 2003/54 επιτρέπει τη διάκριση, με πολύ γενικούς όρους, των διαφόρων καθηκόντων που συνεπάγεται αυτή η υπηρεσία «κατανομής φορτίων και εξισορροπήσεως». Το πρώτο καθήκον συνίσταται στην «κατανομή» ή τη «διαχείριση της κυκλοφορίας» της ηλεκτρικής ενέργειας στο δίκτυο: ο διαχειριστής του δικτύου, στο πλαίσιο αυτών των καθηκόντων, απευθύνεται, αναλόγως της ζητήσεως, στις εγκαταστάσεις παραγωγής που βρίσκονται στην περιοχή του (14). Σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας, αυτή η κατανομή γίνεται λαμβανομένης υπόψη της «οικονομικής προτεραιότητας» των προσφορών που προέρχονται από τις διάφορες εγκαταστάσεις, πράγμα που ισοδυναμεί με εφαρμογή του προγραμματισμού που προκύπτει από την αγορά της προηγούμενης ημέρας και την αγορά της ίδιας ημέρας (15). Η σειρά της «οικονομικής προτεραιότητας» που αντικατοπτρίζεται στον προγραμματισμό μπορεί να μεταβληθεί σε συγκεκριμένη περίπτωση για διαφορετικούς λόγους: πρώτον, αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει αποφασίσει να δώσει προτεραιότητα στις εγκαταστάσεις παραγωγής που χρησιμοποιούν «ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή απόβλητα ή που παράγουν συνδυασμένα ενέργεια και θερμότητα» (δυνατότητα προβλεπόμενη στην παράγραφο 3 του άρθρου 11 της οδηγίας) (16)· και, δεύτερον, αν «τεχνικοί περιορισμοί του δικτύου» δεν επιτρέπουν στην αυστηρή εφαρμογή της (άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας).
24. Δεύτερον, και σε συνάρτηση με αυτούς του τεχνικούς περιορισμούς του δικτύου, η «κατανομή φορτίων» συμπεριλαμβάνει και μια σειρά καθηκόντων που συνίστανται στην επίλυση των τεχνικών προβλημάτων που διαπιστώνονται στον προγραμματισμό ή εμφανίζονται σε πραγματικό χρόνο, στη ρύθμιση της τάσεως, στη διαχείριση των εκτροπών μεταξύ παραγωγής και καταναλώσεως και στη σύσταση και διατήρηση εφεδρικού δυναμικού. Τα καθήκοντα αυτά αποτελούν τις κατά κυριολεξία τεχνικές υπηρεσίες κατανομής φορτίων (17). Σε αυτά αναφέρεται ειδικά η παράγραφος 6 του εν λόγω άρθρου 11 της οδηγίας, στα δε καθήκοντα «εξισορροπήσεως» του δικτύου αναφέρεται η παράγραφος 7 του ίδιου άρθρου, την οποία δεν αφορά η υπό κρίση υπόθεση. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 6, η προμήθεια της ενέργειας την οποία ο διαχειριστής του δικτύου χρησιμοποιεί για να «καλύπτ[ει] τις απώλειες ενέργειας και να διατηρ[εί] εφεδρικό δυναμικό» πρέπει να γίνεται «με διαφανείς, αμερόληπτες και βασιζόμενες στην αγορά διαδικασίες» (18).
Β – Ο τομέας ηλεκτρικής ενέργειας στην Ιταλία και οι σχετικές κανονιστικές ρυθμίσεις. Το επίδικο μέτρο
25. Τα πρώτα μέτρα για το άνοιγμα της ιταλικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, τα οποία επέβαλλε η οδηγία 96/92, θεσπίστηκαν στην Ιταλία με το αποκαλούμενο «διάταγμα Bersani» (19). Πολυάριθμα μεταγενέστερα νομοθετήματα συμπλήρωσαν τη ρύθμιση αυτή, προσαρμόζοντας την ιταλική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στις επιταγές της οδηγίας 2003/54.
26. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, γενικά, η πώληση ηλεκτρικής ενέργειας εντός της Ιταλίας μπορεί να πραγματοποιείται είτε στο πλαίσιο διμερούς ελεύθερης διαπραγματεύσεως που προηγείται του χρόνου εφοδιασμού, είτε με συμμετοχή στην αγορά ή το χρηματιστήριο ηλεκτρικής ενέργειας, σε χρόνο πολύ εγγύτερο του εφοδιασμού. Αυτή η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας περιλαμβάνει δύο διαδοχικές φάσεις ή αγορές, την αποκαλούμενη «αγορά της προηγούμενης ημέρας» (day-ahead market) και την «αγορά της ίδιας ημέρας» (intraday market), στις οποίες μπορούν να συμμετάσχουν όλοι οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας. Μετά το πέρας της πρώτης αυτής φάσεως, ανοίγει η αποκαλούμενη «αγορά των υπηρεσιών κατανομής φορτίων».
1. Οι αγορές της προηγούμενης ημέρας και της ίδιας ημέρας
27. Η «αγορά της προηγούμενης ημέρας», πρώτον, συνιστά τη βάση διαπραγματεύσεως των προσφορών αγοράς και πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας για κάθε ώρα της ημερομηνίας εφοδιασμού. Στην πραγματικότητα, η αγορά αυτή ανοίγει εννέα ημέρες πριν από την ημερομηνία αυτή και κλείνει στις 9.00 της προηγούμενης ημέρας, οπότε, με βάση την εν λόγω διαπραγμάτευση, καθορίζονται τα προκαταρκτικά προγράμματα εισροών και εκροών ηλεκτρικής ενέργειας (ποιος θα την παραγάγει και ποιος θα την καταναλώσει) σε κάθε σημείο του δικτύου και για κάθε ώρα της επόμενης ημέρας.
28. Η αγορά της ίδιας ημέρας (η παλαιότερα αποκαλούμενη αγορά προσαρμογής) αναπτύσσεται εν συνεχεία, ακόμα την προηγουμένη της ημερομηνίας εφοδιασμού, και συνιστά τη βάση μιας νέας διαπραγματεύσεως η οποία επιτρέπει στους επιχειρηματίες να προβαίνουν σε προσαρμογές ή αλλαγές του προκαταρκτικού προγραμματισμού που έχει προκύψει από την αγορά της προηγούμενης ημέρας.
2. Τα καθήκοντα κατανομής φορτίων και εξισορροπήσεως: η αγορά των υπηρεσιών κατανομής φορτίων
29. Ωστόσο, ο προγραμματισμός που προκύπτει από τις δύο προηγούμενες αγορές είναι πρακτικώς αδύνατο να ανταποκρίνεται ακριβώς στις πραγματικές διακυμάνσεις οι οποίες σημειώνονται, κατά την ημερομηνία του εφοδιασμού και σε πραγματικό χρόνο, στην πραγματική προσφορά και ζήτηση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Κατά την ημερομηνία του εφοδιασμού, και στο μέτρο που η ηλεκτρική ενέργεια δεν αποτελεί αποθηκεύσιμο αγαθό, κάθε στιγμή της ζητήσεως πρέπει να ισορροπεί ακριβώς με την αντίστοιχη παραγωγή.
30. Υπό την ιδιότητά της ως διαχειριστή του δικτύου μεταφοράς, η εταιρία Terna SpA εξασφαλίζει την «κατανομή φορτίων και την εξισορρόπηση» των εγκαταστάσεων παραγωγής, υπηρεσία που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της διαρκούς ισορροπίας μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως ηλεκτρικής ενέργειας στο εθνικό δίκτυο μεταφοράς και, συγχρόνως, τον ασφαλή και αδιάκοπο εφοδιασμό σε ηλεκτρική ενέργεια (20).
31. Για την παροχή των υπηρεσιών που χαρακτήρισα ως τεχνικές υπηρεσίες κατανομής φορτίων, η επιχείρηση που διαχειρίζεται το ιταλικό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας, η Terna SpA, προσφεύγει στην προμνησθείσα «αγορά των υπηρεσιών κατανομής φορτίων». Στην περίπτωση αυτή, η μεν ζήτηση προέρχεται από την Terna SpA, η δε προσφορά από τους διαθέτοντες εγκαταστάσεις που έχουν προηγουμένως χαρακτηριστεί ως «αναγκαίες».
32. Στο πλαίσιο της αγοράς των υπηρεσιών κατανομής φορτίων, οι διαθέτοντες αναγκαίες μονάδες προσφέρονται να θέσουν τις εγκαταστάσεις τους, για ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, «στη διάθεση» της Terna SpA, η οποία τους ειδοποιεί αν, κατά το χρονικό αυτό σημείο, οφείλουν να διοχετεύσουν στο δίκτυο περισσότερη ή λιγότερη ηλεκτρική ενέργεια από την προγραμματισμένη. Δεν φαίνεται να αμφισβητείται ότι αυτό το είδος υπηρεσιών είναι σημαντικά δαπανηρότερο για τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, δεδομένου του απρόβλεπτου και σχεδόν τυχαίου χαρακτήρα των σχετικών αιτήσεων καθώς και της ανάγκης της άμεσης ικανοποιήσεώς τους, με μεγάλη ικανότητα αντιδράσεως. Το κόστος στο οποίο υποβάλλεται η Terna SpA για την απόκτηση ηλεκτρικής ενέργειας προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες αυτές καλύπτεται από το λεγόμενο «uplift», με το οποίο χρεώνονται όλοι οι καταναλωτές.
33. Αυτή η αγορά των υπηρεσιών κατανομής φορτίων προϋποθέτει, συνεπώς, τον προσδιορισμό μιας σειράς υποδομών οι οποίες χαρακτηρίζονται ως «αναγκαίες» για τη λειτουργία και την ασφάλεια του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτός ο χαρακτηρισμός συνεπάγεται την υπαγωγή σε ένα ειδικό καθεστώς συμμετοχής στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο σημαντικής μεταρρυθμίσεως το 2009.
3. Η μεταρρύθμιση του 2009: το νέο καθεστώς των αναγκαίων εγκαταστάσεων
34. Ο κατάλογος των αναγκαίων εγκαταστάσεων καταρτίζεται κατ’ έτος από την Terna SpA βάσει των κριτηρίων και σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζει συναφώς το άρθρο 63 της αποφάσεως 111/06 της AEEG, που τροποποιήθηκε από το άρθρο 1, στοιχείο c, της αποφάσεως 52/09.
35. Το σύστημα που ίσχυε πριν από τη μεταρρύθμιση του 2009 αποδείχθηκε, σύμφωνα με την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, «όχι ιδιαιτέρως αποτελεσματικό», τόσο εξ αιτίας του μικρού αριθμού των σταθμών παραγωγής που χαρακτηρίστηκαν ως αναγκαίοι όσο και λόγω του ότι η έννοια του «αναγκαίου» αφορούσε αποκλειστικά μεμονωμένες εγκαταστάσεις και όχι τις επιχειρήσεις στις οποίες ανήκαν οι εγκαταστάσεις αυτές, και, ως εκ τούτου, «δεν μπορούσε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η υπαγωγή μεμονωμένου σταθμού στο περιοριστικό καθεστώς να μην αρκεί για την αποτροπή καταστάσεων δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά εκ μέρους ορισμένων επιχειρήσεων οι οποίες, ως ιδιοκτήτριες άλλων υποδομών απαραίτητων στο σύνολό τους για την κάλυψη των αναγκών κατανομής φορτίων, μπορούσαν να καθορίζουν μονομερώς την τιμή πωλήσεως της περιθωριακής ποσότητας ενέργειας που απαιτείτο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες λειτουργίας του δικτύου».
36. Η χρησιμότητα της μεταρρυθμίσεως είναι αδιαμφισβήτητη από πλευράς του ελέγχου της ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Enel (και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τους λοιπούς ενδιαφερομένους), πριν από τον νόμο 2/09 και την απόφαση 52/09, ο χαρακτηρισμός μιας εγκαταστάσεως ως αναγκαίας προϋπέθετε ικανότητα παραγωγής 500 MW συνολικώς, ενώ, μετά την μεταρρύθμιση, θεωρούνται ως αναγκαία 10413 MW της παραγωγής της Enel, στα οποία πρέπει να προστεθούν, κατά πάσα πιθανότητα, άλλες, άγνωστες προς το παρόν, ποσότητες των λοιπών επιχειρήσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
37. Συνεπώς, για κάθε επιχείρηση διαθέτουσα αναγκαίες εγκαταστάσεις, η Terna SpA είναι αρμόδια να καθορίσει τον αριθμό ωρών και την ικανότητα που χαρακτηρίζονται ως αναγκαίες. Το υπόλοιπο των ωρών και της ικανότητας παραμένει «ελεύθερο» για τον παραγωγό, ο οποίος μπορεί να προσφέρει στην αγορά την ποσότητα που θέλει στην τιμή που επιθυμεί. Οι ώρες και η ικανότητα παραγωγής που θεωρούνται αναγκαίες, αντιθέτως, πρέπει να αποτελούν αντικείμενο προσφορών στην αγορά της προηγούμενης ημέρας, στην αγορά της ίδιας ημέρας και στην αγορά των υπηρεσιών κατανομής φορτίων «[τηρουμένων] των όρ[ων] και των κριτ[ηρίων] που έχει καθορίσει η Terna SpA για εκάστη των εν λόγω αγορών» (άρθρο 64, παράγραφος 2, της αποφάσεως 111/06).
38. Αυτό σημαίνει ότι, αφενός, η Terna SpA αναφέρει στην επιχείρηση που διαθέτει την αναγκαία εγκατάσταση την ποσότητα (ώρες/ισχύ) ενέργειας που οφείλει να προσφέρει στην αγορά της προηγούμενης ημέρας και στην αγορά της ίδιας ημέρας. Η προσφορά αυτή πρέπει να είναι σε «μηδενική τιμή», με τις συνέπειες που θα επισημάνω. Παράλληλα, διαμορφώνονται προσφορές αγοράς σε μη καθοριζόμενη τιμή (άρθρο 64, παράγραφοι 5 και 6, της αποφάσεως 111/06). Με τον τρόπο αυτόν, σύμφωνα με τις εξηγήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εξασφαλίζεται ότι η προσφορά της αναγκαίας εγκαταστάσεως θα επιλέγεται από την Terna SpA στις εν λόγω αγορές (σύμφωνα με το κριτήριο της «οικονομικής προτεραιότητας»). Ο μηχανισμός των αποκαλουμένων «προσφορών σε μηδενική τιμή» φαίνεται να συνδέεται επίσης με το ότι όλη αυτή η ικανότητα βασικής παραγωγής αμείβεται με τιμή διαφορετική από αυτή που θα μπορούσε να επιτευχθεί στην ελεύθερη αγορά.
39. Αφετέρου, οι επιχειρήσεις που διαθέτουν αναγκαίες εγκαταστάσεις υποχρεούνται επίσης να προσφέρουν στην αγορά των υπηρεσιών κατανομής φορτίων την ποσότητα ενέργειας που έχει προκαθορίσει η Terna SpA, η οποία την πληρώνει στην τιμή πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας που ισχύει στην αγορά της προηγούμενης ημέρας εντός της ίδιας ζώνης. Αν αυτή η μέση τιμή είναι κατώτερη από το μεταβλητό κόστος, καταβάλλεται στον παραγωγό η διαφορά (άρθρο 64, παράγραφοι 7 και 8, της αποφάσεως 111/06).
40. Εναλλακτικώς, οι επιχειρήσεις που διαθέτουν αναγκαίες εγκαταστάσεις μπορούν να ζητήσουν από την AEEG την εφαρμογή του αποκαλουμένου «καθεστώτος αντισταθμίσεως του κόστους», το οποίο επιτρέπει την εκ μέρους της είσπραξη ειδικής αμοιβής ίσης προς τη διαφορά μεταξύ του κόστους παραγωγής (σταθερού και μεταβλητού) της αναγκαίας εγκαταστάσεως και των εσόδων που πραγματοποίησε η επιχείρηση κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο περιλαμβανόταν στον κατάλογο των βασικών εγκαταστάσεων (άρθρο 63.13 της αποφάσεως 111/06). Το καθεστώς αυτό επιτρέπει, ως εκ τούτου, την εξασφάλιση της καλύψεως τόσο του σταθερού όσο και του μεταβλητού κόστους των εγκαταστάσεων που έχουν χαρακτηριστεί ως αναγκαίες. Σε αντάλλαγμα, η εγκατάσταση όχι μόνον παραμένει υπαγόμενη στο κοινό καθεστώς προσφορών των αναγκαίων εγκαταστάσεων για τις περιόδους και την ικανότητα παραγωγής που έχουν κηρυχθεί αναγκαίες, αλλά υποβάλλεται σε πρόσθετους περιορισμούς όσον αφορά τις μη αναγκαίες ή «ελεύθερες» ποσότητες και περιόδους: συγκεκριμένα, οι εν λόγω ποσότητες και περίοδοι πρέπει να προσφέρονται σε όλες τις αγορές σε τιμή μη υπερβαίνουσα το μεταβλητό κόστος ή, ενδεχομένως, σε μηδενική τιμή (άρθρο 65.3 της αποφάσεως 111/06).
41. Τέλος, οι επιχειρήσεις που διαθέτουν αναγκαίες εγκαταστάσεις έχουν τη δυνατότητα να αποφύγουν την κατάταξη των εγκαταστάσεών τους στον κατάλογο μέσω της συνάψεως με την Terna SpA μιας από τα δύο είδη συμβάσεων που προβλέπει το άρθρο 65 bis της αποφάσεως 111/06. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η επιχείρηση θέτει στη διάθεση της Terna SpA μια προκαθορισμένη ποσότητα ενέργειας (παραχθείσα από όλες τις εγκαταστάσεις της και όχι μόνον από εκείνες που θα μπορούσαν να έχουν χαρακτηριστεί ως βασικές) έναντι σταθερής τιμής η οποία μπορεί να ισούται με την τιμή uplift (άρθρο 65bis.1) ή να ισοδυναμεί προς το σταθερό ετήσιο κόστος ανά MW για εγκατάσταση διαθέτουσα τεχνολογία αιχμής. Η Enel (όπως και άλλες εταιρίες που έχουν προσφύγει στο πλαίσιο παράλληλων υποθέσεων) έχει επιλέξει αυτόν τον εναλλακτικό μηχανισμό του άρθρου 65 bis.
4. Σύνοψη
42. Τελικά, η νέα ιταλική ρύθμιση συνεπάγεται διπλή δημόσια παρέμβαση όσον αφορά το σύνολο της ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που έχει χαρακτηριστεί ως «αναγκαία».
43. Πρώτον, ο παραγωγός δεν έχει ελεύθερη πρόσβαση στις αγορές της προηγούμενης ημέρας και της ίδιας ημέρας, με συνέπεια να εισπράττει για την ενέργεια αυτή όχι την τιμή που θα μπορούσε να προσφέρει και να επιτύχει στις εν λόγω αγορές (21), αλλά τη μέση τιμή της αγοράς που αντιστοιχεί στην ίδια ζώνη (προφανώς, τον μέσο όρο των διαφόρων τιμών ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη διάρκεια της ημέρας).
44. Δεύτερον, οι επιχειρήσεις που διαθέτουν τις λεγόμενες αναγκαίες εγκαταστάσεις είναι υποχρεωμένες να συμμετέχουν στην αγορά των υπηρεσιών κατανομής φορτίων, η οποία επίσης είναι, σε ορισμένο βαθμό, ελεγχόμενη: η ελεύθερη λειτουργία της αγοράς αυτής θα οδηγούσε, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες, στη διαμόρφωση ελεύθερης τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας που είναι αναγκαία για την παροχή των τεχνικών υπηρεσιών κατανομής φορτίων. Η τιμή αυτή θα ήταν κανονικά υψηλότερη από τη μέση τιμή την οποία καταβάλλει σήμερα η Terna SpA, δεδομένων των χαρακτηριστικών αυτών των υπηρεσιών και του χρονικού σημείου κατά τον οποίο καθίστανται συνήθως απαραίτητες (για τον υπολογισμό της μέσης τιμής λαμβάνονται, όπως είναι λογικό, υπόψη τιμές υψηλότερες και άλλες χαμηλότερες).
45. Τελικά, στο πλαίσιο αυτής της μεταρρυθμίσεως, πρέπει να υπογραμμιστεί η θεμελιώδης θέση της Terna SpA στη λειτουργία του συστήματος των αναγκαίων εγκαταστάσεων, η οποία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο τόσο κατά την κατάρτιση του καταλόγου των αναγκαίων εγκαταστάσεων όσο και κατά τον καθορισμό της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας.
Γ – Προκαταρτικές σκέψεις επί του προδικαστικού ερωτήματος
46. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν αυτό το καθεστώς αναγκαίων εγκαταστάσεων το οποίο ισχύει στην Ιταλία είναι, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που του αποδίδονται, συμβατό με τα άρθρα 23, 43, 49 και 56 ΕΚ και με δύο συγκεκριμένες διατάξεις της οδηγίας 2003/54, ήτοι το άρθρο 11, παράγραφοι 2 και 6, και το άρθρο 24. Στο πλαίσιο αυτό, θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες προκαταρτικές σκέψεις.
47. Η αναφορά στη Συνθήκη επιβάλλει, εν πρώτοις, ορισμένες διευκρινίσεις. Το άρθρο 56 ΕΚ (άρθρο 63 ΣΛΕΕ), που αφορά τους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, είναι, κατά τη γνώμη μου, άσχετο με την υπό κρίση υπόθεση. Το προδικαστικό ερώτημα δεν δευκρινίζει ως προς τι η διάταξη αυτή της Συνθήκης μπορεί να αφορά την ανάλυση του επίδικου μέτρου.
48. Αντιθέτως, και καταρχήν, δεν θα είχε καμία αντίρρηση όσον αφορά τη δυνατότητα εξετάσεως της ιταλικής ρυθμίσεως υπό το πρίσμα των άρθρων 23 ΕΚ (άρθρο 28 ΣΛΕΕ), 43 ΕΚ (άρθρο 49 ΣΛΕΕ) και 49 ΕΚ (άρθρο 56 ΣΛΕΕ), που, αντιστοίχως, απαγορεύουν κάθε περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
49. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2003/54, «οι ελευθερίες που εγγυάται η Συνθήκη στους Ευρωπαίους πολίτες –η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, η ελευθερία παροχής υπηρεσιών και η ελευθερία εγκατάστασης– είναι δυνατές μόνο στο πλαίσιο της εντελώς ανοικτής αγοράς, η οποία παρέχει σε όλους τους καταναλωτές τη δυνατότητα να επιλέγουν ελεύθερα τους προμηθευτές τους και παρέχει σε όλους τους προμηθευτές την ελευθερία να προμηθεύουν τους πελάτες τους». Ωστόσο, οι ελευθερίες αυτές της Συνθήκης δεν είναι απόλυτες· ο περιορισμός τους είναι δυνατός σε ορισμένες περιπτώσεις για λόγους δημοσίου συμφέροντος, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Τα άρθρα 3, παράγραφος 2, και 11, παράγραφος 6, της οδηγίας 2003/54 προβλέπουν, σε ορισμένο βαθμό, εξαιρέσεις από το καθεστώς των ελευθεριών, κωδικοποιώντας και εναρμονίζοντας τις προϋποθέσεις που ισχύουν ειδικά για την εξασφάλιση της νομιμότητάς τους από πλευράς κοινοτικού δικαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης, στις οποίες συγκεκριμένα και παραπέμπουν σε ορισμένες περιπτώσεις.
50. Βάσει των προεκτεθέντων, και σύμφωνα με την πάγια νομολογία (22), θεωρώ ότι το επίδικο μέτρο πρέπει να εξεταστεί κυρίως από πλευράς των διατάξεων της οδηγίας, ερμηνευομένων, εφόσον παραστεί ανάγκη, υπό το πρίσμα της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, τις οποίες καθιερώνει η Συνθήκη. Το προδικαστικό ερώτημα παραπέμπει, όπως ανέφερα, μόνο σε δύο άρθρα της οδηγίας 2003/54: το άρθρο 11, παράγραφοι 2 και 6, και το άρθρο 24.
51. Πάντως, όσον αφορά το τελευταίο αυτό άρθρο, πρέπει να επισημανθεί ευθύς εξαρχής ότι το άρθρο αυτό αναφέρεται στα «μέτρα διασφάλισης» τα οποία τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν προσωρινώς «[σ]ε περίπτωση αιφνίδιας κρίσης στην ενεργειακή αγορά ή όταν απειλούνται η σωματική ακεραιότητα ή η ασφάλεια των προσώπων, των μηχανημάτων ή των εγκαταστάσεων, ή η αρτιότητα του δικτύου». Το αιτούν δικαστήριο αποκλείει ρητώς τη δυνατότητα υπαγωγής του συστήματος των αναγκαίων εγκαταστάσεων σε αυτή την κατηγορία των «μέτρων διασφάλισης», δεδομένου του, κατά την άποψή του, «μόνιμου χαρακτήρα» του εν λόγω καθεστώτος. Όμως, ανεξαρτήτως του μόνιμου ή μεταβατικού χαρακτήρα του επίδικου μέτρου, παρατηρώ ότι ουδέποτε η θέσπισή του συνδέθηκε με τις εξαιρετικές περιστάσεις την ύπαρξη των οποίων ευθέως απαιτεί το άρθρο 24. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι το ανεφάρμοστο του άρθρου αυτού είναι πέραν πάσης αμφισβητήσεως. Αυτό περιορίζει, κατά την άποψή του και ανεξαρτήτως όσων θα αναπτύξω στη συνέχεια, την εξέταση του καθεστώτος των αναγκαίων εγκαταστάσεων μόνο στο κατά πόσον συμβιβάζεται με το άρθρο 11 της οδηγίας 2003/54.
52. Τελικά, και από άλλη οπτική γωνία, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το αιτούν δικαστήριο προβαίνει σε μια μη επιδεχόμενη αμφισβήτηση περιγραφή της επίδικης ρυθμίσεως. Ειδικότερα, αναφέρει σαφώς ότι το καθεστώς των αναγκαίων εγκαταστάσεων έχει μόνιμο χαρακτήρα και ότι η τιμή των προσφερομένων υπηρεσιών συνδέεται με «παραμέτρους που δεν έχουν προκαθοριστεί σύμφωνα με διαφανείς, αμερόληπτες και βασιζόμενες σε κριτήρια αγοράς διαδικασίες», πράγμα που αποκλείει εκ προοιμίου κάθε δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 11, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του οποίου είναι ακριβώς αυτές, όπως επίσης και του άρθρου 3, παράγραφος 2, το οποίο επίσης αναφέρεται στη διαφάνεια και στον αμερόληπτο χαρακτήρα της διαδικασίας για την επιβολή υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, πέραν της (έμμεσης) προϋποθέσεως να έχει η ρύθμιση προσωρινό χαρακτήρα (23).
53. Κατά συνέπεια, αν γίνει ανεπιφύλακτα δεκτό ότι πληρούνται αυστηρώς όλες οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο προδικαστικό ερώτημα, θα έπρεπε να δοθεί η απάντηση ότι μια ρύθμιση όπως η περιγραφόμενη στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αντίκειται σ’ αυτό καθαυτό το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφοι 2 και 6, της οδηγίας. Είναι, εντούτοις, σαφές ότι αυτός ο τρόπος παρουσιάσεως της καταστάσεως προϋποθέτει συμφωνία ως προς το εξής ζήτημα αρχής: πρέπει να καθοριστεί κατά πόσον η ιταλική ρύθμιση εμφανίζει όντως τα χαρακτηριστικά που της αποδίδει το εν λόγω δικαστήριο, και τούτο με την επιφύλαξη της αρμοδιότητας του δικαστηρίου αυτού ως προς την ερμηνεία της εκτάσεως εφαρμογής και του περιεχομένου των διατάξεων που, ουσιαστικά, αποτελούν την εθνική ρύθμιση. Στη συνέχεια, θα πρέπει να αναλυθούν αυτά τα χαρακτηριστικά υπό το πρίσμα της οδηγίας 2003/54.
Δ – Το καθεστώς των αναγκαίων εγκαταστάσεων υπό το πρίσμα της οδηγίας 2003/54
1. Η δυνατότητα παρεμβάσεως στην τιμή στην αγορά των υπηρεσιών κατανομής φορτίων
54. Η Enel και το Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia φρονούν ότι το άρθρο 11 της οδηγίας 2003/54 επεκτείνει την ελευθέρωση της αγοράς της ηλεκτρικής ενέργειας σε ολόκληρη τη δραστηριότητα παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς και της πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας στο πλαίσιο των υπηρεσιών κατανομής φορτίων, επιβάλλοντας στον τομέα αυτόν την εφαρμογή του κριτηρίου της «οικονομικής προτεραιτότητας» της ηλεκτρικής ενέργειας (παράγραφος 2) και την υποχρέωση εφαρμογής διαδικασιών «διαφαν[ών], αμερόληπτ[ων] και βασιζόμεν[ων] στην αγορά» (παράγραφος 6). Κατά τη γνώμη τους, συνεπώς, η διάταξη αυτή απαγορεύει κάθε ρύθμιση που υπάγει τις σχέσεις μεταξύ των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας και του διαχειριστή του δικτύου μεταφοράς σε κανόνες διαφορετικούς από την ελεύθερη διαπραγμάτευση των συμβάσεων στην αγορά.
55. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η ερμηνεία της οδηγίας 2003/54 δεν είναι απολύτως ορθή.
56. Πράγματι, αυτή η δραστηριότητα ρυθμίσεως της λειτουργίας των εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ανταποκρίνεται σε σαφές δημόσιο συμφέρον (την εξασφάλιση της ασφάλειας του δικτύου και, γενικώς, του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια), και συγκεντρώνει ορισμένα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να επιτρέψουν τον χαρακτηρισμό της ως ρυθμιζόμενης δραστηριότητας: σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας 2003/54, η δραστηριότητα αυτή μπορεί να ανατεθεί αποκλειστικώς στον διαχειριστή του δικτύου (και αυτή είναι το σύνηθες, δεδομένου του ιδιαίτερου χαρακτήρα της) βάσει εκτελεστικών κανόνων που εγκρίνονται από τις δημόσιες αρχές (στην περίπτωση της Ιταλίας, οι «διαδικασίες λειτουργίας» της δραστηριότητας κατανομής φορτίων περιλαμβάνονται στον αποκαλούμενο Κώδικα Δικτύου (24), τον οποίο έχει καταρτίσει η Terna SpA και έχουν ελέγξει η AEEG και το ιταλικό υπουργείο παραγωγικών δραστηριοτήτων) (25).
57. Ασφαλώς, το άρθρο 11 της οδηγίας υπάγει καταρχήν στους κανόνες της αγοράς αυτή τη δραστηριότητα «κατανομής φορτίων στις εγκαταστάσεις παραγωγής» την οποία ασκεί ο διαχειριστής του δικτύου. Η εν λόγω κατανομή γίνεται λαμβανομένης υπόψη της «οικονομική[ς] προτεραιότητα[ς] της ηλεκτρικής ενέργειας» (παράγραφος 2), πράγμα το οποίο, όπως ήδη εξήγησα, ισοδυναμεί με επιβεβαίωση του ότι πρέπει να τηρείται η σειρά του προγραμματισμού που προκύπτει από την αγορά, με επιλογή, καταρχάς, της οικονομικώς πλεονεκτικότερης προσφοράς.
58. Ωστόσο, η εφαρμογή των κανόνων της αγοράς υπόκειται, στην περίπτωση αυτή, σε ορισμένους περιορισμούς, μεταξύ των οποίων η ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη, παράλληλα με το αυστηρώς οικονομικό κριτήριο, «[οι] τεχνικ[οί] περιορισμ[οί] του δικτύου» (άρθρο 11, παράγραφος 2). Αυτοί οι ενδεχόμενοι τεχνικοί περιορισμοί και η τεχνική ασφάλεια του δικτύου εξηγούν γιατί η ελευθέρωση της αγοράς δεν μπορεί να επεκταθεί άνευ άλλου τινός στην προμήθεια ενέργειας προς «κάλυψη των απωλειών ενέργειας και διατήρηση εφεδρικού δυναμικού» (άρθρο 11, παράγραφος 6), ούτε στη δραστηριότητα εξισορροπήσεως του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας (άρθρο 11, παράγραφος 7).
59. Η αιτιολογική σκέψη 17 της οδηγίας αντικατοπτρίζει αυτή την ιδέα ότι οι υπηρεσίες κατανομής φορτίων και εξισορροπήσεως μπορούν να παραμείνουν, έστω υπό ορισμένους όρους, εκτός της ελεύθερης αγοράς. Σύμφωνα με την αιτιολογική αυτή σκέψη, «για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική πρόσβαση στην αγορά όλων των συντελεστών της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των νεοεισερχόμενων επιχειρήσεων στην αγορά, απαιτείται η εφαρμογή μηχανισμών εξισορρόπησης που δεν επιβάλλουν διακρίσεις και αντικατοπτρίζουν το κόστος. Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί, μόλις η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αποκτήσει επαρκή ρευστότητα, με την καθιέρωση των διαφανών και βασιζόμενων στην αγορά μηχανισμών εφοδιασμού της αγοράς που είναι αναγκαίοι στο πλαίσιο των απαιτήσεων εξισορρόπησης. Όταν δεν υπάρχει τέτοια ρευστότητα στην αγορά, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές υποχρεούνται να διαδραματίζουν ενεργό ρόλο ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι τα τιμολόγια εξισορρόπησης δεν επιβάλλουν διακρίσεις και ότι αντικατοπτρίζουν το κόστος. Συγχρόνως, θα πρέπει να παρασχεθούν κατάλληλα κριτήρια για την εξισορρόπηση της εισροής και άντλησης ηλεκτρισμού και για να μην τεθεί σε κίνδυνο το σύστημα». Κατά την άποψή μου, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη συνδέεται με το άρθρο 11 της οδηγίας, οπότε η έκφραση «τιμολόγια εξισορρόπησης» αναφέρεται στο ποσό που καταβάλλεται στους παραγωγούς προς «αποζημίωσή τους» ή ως αμοιβή των υπηρεσιών που παρέχουν προς διασφάλιση της κατανομής φορτίων και της εξισορροπήσεως του δικτύου, και όχι, όπως υποστηρίζει η Enel, στο «uplift» που καταβάλλουν οι τελικοί καταναλωτές.
60. Από τη διατύπωση αυτής της αιτιολογικής σκέψεως μπορεί να συναχθεί ότι η εξαίρεση από την ελεύθερη αγορά είναι πρόσκαιρη, εξαρτώμενη από το πότε η αγορά θα αποκτήσει επαρκή ρευστότητα, αλλά ότι, όταν ξεπεραστεί αυτή η κατάσταση, η δραστηριότητα κατανομής φορτίων θα πρέπει να υπαχθεί αποκλειστικά στους κανόνες της αγοράς. Ωστόσο, ακόμα και αν υποτεθεί ότι τα ανωτέρω ισχύουν, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, παρά τη μεγάλη ρευστότητα που εμφανίζει προφανώς η ιταλική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στο σύνολό της, η ιδιαίτερη αγορά των υπηρεσιών κατανομής φορτίων φαίνεται να χαρακτηρίζεται από ασθενή βαθμό ρευστότητας (26). Αφετέρου, το γεγονός ότι ο κατάλογος των αναγκαίων εγκαταστάσεων αναθεωρείται και ανασυντάσσεται κατ’ έτος, σε συνδυασμό με το ότι η ρύθμιση παρουσιάστηκε ως μέσο καταπολεμήσεως της καταστάσεως κρίσεως και της ιδιαίτερης συγκεντρώσεως της αγοράς, θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η ρύθμιση αυτή έχει απλώς μεταβατικό χαρακτήρα.
61. Εν πάση περιπτώσει, αμφιβάλλω αν η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να απαγορεύσει οποιοδήποτε είδος δημόσιας παρεμβάσεως σε σχέση προς τις τεχνικές αυτές υπηρεσίες κατανομής φορτίων, ακόμα και στην περίπτωση μιας επαρκώς ρευστής αγοράς. Το άρθρο 11, παράγραφος 6, της οδηγίας 2003/54 ορίζει ότι ο διαχειριστής του δικτύου οφείλει να προμηθεύεται την ενέργεια που χρησιμοποιεί για να καλύπτει τις απώλειες ενέργειας και να διατηρεί εφεδρικό δυναμικό «με διαφανείς, αμερόληπτες και βασιζόμενες στην αγορά διαδικασίες». Σε αντίθεση προς το καθήκον της αυστηρής «προσφυγής» στους παραγωγούς, της «συσχετίσεως» των προσφορών και της ζητήσεως ηλεκτρικής ενέργειας το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας, οφείλει να εκτελεί λαμβάνοντας υπόψη την «οικονομική προτεραιότητα» σε κάθε αγορά, η παράγραφος 6 του ίδιου άρθρου, που αφορά την προμήθεια της αναγκαίας ηλεκτρικής ενέργειας για την παροχή των τεχνικών υπηρεσιών κατανομής φορτίων, δεν προβλέπει το αυστηρό κριτήριο της «οικονομικής προτεραιότητας» (27), περιορίζεται δε να επιβάλει, πέραν της διαφάνειας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, να λαμβάνονται σε κάποιο βαθμό υπόψη, στο πλαίσιο της διαδικασίας προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, τα οικονομικά κριτήρια που ισχύουν στην αγορά. Η έκφραση «βασιζόμενες στην αγορά» επιτρέπει, κατά τη γνώμη μου, μεγαλύτερη παρέμβαση.
62. Βάσει αυτής της σχετικής εξαιρέσεως από την ελεύθερη λειτουργία της αγοράς, η αιτιολογική σκέψη 17 παρέχει στα κράτη μέλη ευρύτερο περιθώριο παρεμβάσεως όσον αφορά τη ρύθμιση του τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, η αγορά της οποίας στερείται ρευστότητας: ως εκ τούτου, αρκεί να εξασφαλίζεται ότι η τιμή αυτής της ενέργειας «αντικατοπτρίζει το κόστος».
63. Είναι πιθανόν, όπως ισχυρίζεται η Enel, η παροχή αυτών των υπηρεσιών κατανομής φορτίων να αποδειχθεί πολύ επαχθέστερη για τους παραγωγούς σε σχέση προς την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας που πωλείται στην αγορά της προηγούμενης ημέρας, η μέση τιμή της οποίας λαμβάνεται ως στοιχείο αναφοράς για την αμοιβή των παραγωγών, καίτοι το αγαθό που αποτελεί το αντικείμενο της αγοράς των υπηρεσιών κατανομής φορτίων είναι διαφορετικό από το αγαθό που αποτελεί αντικείμενο αγοράς και πωλήσεως στην αγορά της προηγούμενης ημέρας και στην αγορά της ίδιας ημέρας (στην οποία πωλείται μια ορισμένη «διαθεσιμότητα» ή ικανότητα παραγωγής). Ωστόσο, θεωρώ ότι μια ρύθμιση όπως η ιταλική, η οποία καθορίζει την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας την οποία προμηθεύεται η Terna SpA στην αγορά των υπηρεσιών κατανομής φορτίων με αναφορά στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στην αγορά της προηγούμενης ημέρας, εξασφαλίζοντας σε κάθε περίπτωση την κάλυψη του μεταβλητού κόστους, πληροί την προϋπόθεση του καθορισμού της τιμής αυτής βάσει κριτηρίων της αγοράς. Ο μηχανισμός της «αντισταθμίσεως του κόστους» και η εναλλακτική συμβατική οδός που προβλέπει το άρθρο 65 bis της αποφάσεως 111/06 συμβάλλουν επίσης στη μεγαλύτερη αναλογικότητα της ρυθμίσεως, αυξάνοντας τον σύνδεσμο της αμοιβής με το συνολικό κόστος της ενέργειας.
64. Εξάλλου, και ανεξαρτήτως των όσων θα εκθέσω κατωτέρω, το καθεστώς των αποκαλουμένων αναγκαίων εγκαταστάσεων μπορεί να πληροί και τις προϋποθέσεις της διαφάνειας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων που επιβάλλει το άρθρο 11, παράγραφος 6. Αφενός, η επίδικη ρύθμιση δεν εισάγει διακρίσεις, όπως διατείνεται η Enel: εφόσον πρόκειται για τη διατήρηση της ασφάλειας του δικτύου, είναι λογικό η ρύθμιση αυτή να εφαρμόζεται αποκλειστικά σε εκείνες τις επιχειρήσεις και εγκαταστάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να τη θέσουν σε κίνδυνο με τη συμπεριφορά τους στην αγορά. Αφετέρου, το σύστημα που έχουν διαμορφώσει οι ιταλικές αρχές πληροί επίσης, καταρχήν, την προϋπόθεση της διαφάνειας, στον βαθμό που ο κατάλογος των αναγκαίων εγκαταστάσεων αποτελεί αντικείμενο ετήσιας αναθεωρήσεως και ανασυντάξεως, στην οποία έχουν κάποια συμμετοχή οι παραγωγοί που ενδέχεται να θιγούν (άρθρο 63.4 και 63.5 της αποφάσεως 111/06), δημοσιεύεται και μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς.
65. Βάσει όλων των προεκτεθέντων, θεωρώ ότι αυτό καθαυτό το άρθρο 11, παράγραφος 6, της οδηγίας 2003/54 μπορεί καταρχήν να καλύψει ένα καθεστώς παρεμβάσεως επί των τιμών της αγοράς των υπηρεσιών κατανομής φορτίων.
66. Ωστόσο, η ορθή ερμηνεία αυτής της διατάξεως θα μπορούσε να ανατραπεί αν αποδειχθεί ότι το αντικείμενο και ο σκοπός του εξεταζομένου καθεστώτος των αναγκαίων εγκαταστάσεων υπερβαίνει αυτό καθαυτό το πλαίσιο των αποκαλουμένων υπηρεσιών κατανομής φορτίων και επιδιώκει σκοπούς διαφορετικής φύσεως. Συνεπώς, το συμβατό του αναλυθέντος καθεστώτος των αναγκαίων εγκαταστάσεων με το άρθρο 11, παράγραφος 6, τελεί υπό την προϋπόθεση αυτή, και τούτο υπό τους όρους που θα αναλυθούν στο επόμενο σημείο.
2. Το νέο καθεστώς των αναγκαίων εγκαταστάσεων ενδέχεται να υπερβαίνει το από τεχνικής απόψεως πλαίσιο των υπηρεσιών κατανομής φορτίων
67. Υπενθυμίζω, καταρχάς, τον τρόπο με τον οποίο η Ιταλική Κυβέρνηση παρουσίασε επιμόνως το καθεστώς των αναγκαίων εγκαταστάσεων ως μέτρο απολύτως απαραίτητο για τη λειτουργία των τεχνικών υπηρεσιών κατανομής φορτίων του ηλεκτρικού συστήματος, το οποίο, ως εκ τούτου, θεσπίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας.
68. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, οι ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας στις οποίες η Terna SpA παρεμβαίνει –καταρχήν, προς τον σκοπό της κατανομής φορτίων– σημείωσαν από το 2009 και μετά μια απότομη και εντυπωσιακή αύξηση, για την οποία δεν παρασχέθηκε ικανοποιητική εξήγηση. Έτσι, πριν από τη μεταρρύθμιση που μας απασχολεί, όπως ήδη ανέφερα, οι υπηρεσίες κατανομής φορτίων υπό στενή έννοια αφορούσαν 500 MW από όλες τις επιχειρήσεις παραγωγής· μετά τη μεταρρύθμιση, χαρακτηρίστηκε ως «αναγκαία», μόνον όσον αφορά την Enel, ποσότητα υπερβαίνουσα τα 10 000 MW. Μολονότι στο παρελθόν είχαν υπάρξει μεμονωμένα προβλήματα εντοπιζόμενα στην ασφάλεια και την εξισορρόπηση του δικτύου (28), δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό ποια τεχνικά προβλήματα σχετιζόμενα με τις υπηρεσίες κατανομής φορτίων μπορεί να απαίτησαν αυτόν τον πολλαπλασιασμό της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας που θεωρείται αναγκαία. Εν πάση περιπτώσει, η Terna SpA και η Ιταλική Κυβέρνηση δεν παρέσχαν εύλογη δικαιολογία που να εξηγεί αυτή τη μεταβολή.
69. Αφετέρου, αυτή η περίσταση θα πρέπει να συνδυαστεί με το γεγονός ότι ο νόμος 2/09 αναφέρει ρητώς, ως λόγο υπάρξεως όλης αυτής της νέας ρυθμίσεως, τον σκοπό ελέγχου, γενικώς, των τελικών τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας.
70. Βάσει των δύο αυτών στοιχείων, είναι θεμιτό να τεθεί το ερώτημα μήπως η ιταλική μεταρρύθμιση επιδιώκει εμμέσως και μέσω του μηχανισμού αυτού κάποιο γενικό έλεγχο των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας τις οποίες καταβάλλουν οι τελικοί καταναλωτές. Προς τον σκοπό αυτόν, η μεταρρύθμιση κατέστησε δυνατή την υπαγωγή, στην έννοια των «αναγκαίων εγκαταστάσεων», ορισμένων εγκαταστάσεων που υπερέβαιναν προδήλως τις ανάγκες των υπηρεσιών κατανομής φορτίων. Και τούτο παρά το γεγονός ότι μπορούν να θεωρηθούν αναγκαίες από οικονομικής απόψεως, στον βαθμό που προσδίδουν στις επιχειρήσεις που τις διαθέτουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά η οποία τους επιτρέπει να ελέγχουν τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των τιμών που καταβάλλονται για τις υπηρεσίες κατανομής φορτίων (29). Συνέπεια όλων των ανωτέρω είναι ότι αφήνεται στην κρίση του διαχειριστή του δικτύου, με πραγματικά ανοικτούς όρους, ο όγκος ενέργειας που πρέπει να αποτελεί αντικείμενο παρεμβάσεως.
71. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Επιτροπή, η Terna SpA και η Ιταλική Κυβέρνηση, πιθανώς με βάση τις ανωτέρω περιστάσεις, επεξέτειναν τη συζήτηση στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/54, υποστηρίζοντας ότι το επίδικο μέτρο θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτής της διατάξεως.
72. Συγκεκριμένα, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας επιτρέπει, μετά από κοινοποίηση προς την Επιτροπή, την επιβολή υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας στις επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας «χάριν του γενικού οικονομικού συμφέροντος», υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις ορίζονται σαφώς, είναι διαφανείς, αμερόληπτες και επαληθεύσιμες και διασφαλίζουν την ισότιμη πρόσβαση των επιχειρήσεων ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους εθνικούς καταναλωτές, καθώς και ότι επιβάλλονται με πλήρη τήρηση των συναφών διατάξεων της Συνθήκης και, ιδίως, του άρθρου 106 ΣΛΕΕ.
73. Επιπλέον, και υπό την επιφύλαξη αυτών των αυστηρών προϋποθέσεων, η διάταξη δίδει ένα σχετικώς ευρύ ορισμό του σκοπού των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, οι οποίες μπορούν να αφορούν «την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της ασφάλειας του εφοδιασμού, την τακτική παροχή, την ποιότητα και τις τιμές παροχής, καθώς και την προστασία του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας του κλίματος και της ενεργειακής αποδοτικότητας». Μια ευθεία παρέμβαση στις τιμές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, όπως φαίνεται να υπάρχει στην υπό κρίση περίπτωση, θα μπορούσε να αποσκοπεί στον έλεγχο της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας που καταβάλλει ο τελικός πελάτης και, άμεσα ή έμμεσα, στη διασφάλιση της ασφάλειας του δικτύου, που αποτελούν σκοπούς ρητώς προβλεπόμενους από το προμνησθέν άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/54 (30).
74. Τέλος, τίποτε δεν θα εμπόδιζε να θεωρηθεί, καταρχήν, ότι η ρύθμιση που θέσπισε η Ιταλική Κυβέρνηση επιδιώκει ένα σκοπό «γενικού οικονομικού συμφέροντος», όπως απαιτεί το άρθρο 3, παράγραφος 2. Πράγματι, σε μια αγορά με ζήτηση άκρως ανελαστική, όπως η αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας, και στην οποία το επίμαχο αγαθό δεν μπορεί, επιπλέον, να αποθηκευθεί, δεν μπορεί να αποκλειστεί η δημιουργία καταστάσεων καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως εκ μέρους ορισμένων επιχειρήσεων. Κατά συνέπεια, η παρέμβαση στην πώληση ηλεκτρικής ενέργειας εκ μέρους των παραγωγών που θεωρούνται ως κατέχοντες δεσπόζουσα θέση στην αγορά θα μπορούσε, ενδεχομένως, να αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούμενο για τη διασφάλιση της ασφάλειας του δικτύου και να χαρακτηριστεί, τελικά, ως μέτρο «γενικού οικονομικού συμφέροντος».
75. Το σύνολο των ανωτέρω μπορεί να εξηγήσει γιατί η Ιταλική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή το άρθρο 3, παράγραφος 2, στηριχθείσα σε ένα σημαντικό νομολογιακό προηγούμενο: την προμνησθείσα απόφαση Federutility, με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο καθορισμός «τιμών αναφοράς» για την προμήθεια φυσικού αερίου μπορούσε να αποτελεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/55 (αντίστοιχη οδηγία, στον τομέα του αερίου, της δεύτερης οδηγίας για την ηλεκτρική ενέργεια την οποία αφορά η υπό κρίση υπόθεση). Έτσι, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, αν αυτού του είδους η παρέμβαση είναι νόμιμη σε μια αγορά απολύτως ανοικτή στον ανταγωνισμό όπως είναι η προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας (αερίου στην περίπτωση της Federutility, ηλεκτρικής ενέργειας εν προκειμένω), κατά μείζονα λόγο είναι νόμιμη σε σχέση προς τις υπηρεσίες κατανομής φορτίων, που αποτελούν δραστηριότητα δημοσίου συμφέροντος.
76. Παρά ταύτα, και για τους λόγους που θα εκθέσω, θεωρώ ότι το καθεστώς που καθιερώνουν οι επίδικες εθνικές διατάξεις δεν μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό γενικής ρυθμίσεως των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας.
77. Πρέπει, ευθύς εξαρχής, να παρατηρηθεί ότι τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση Federutility δεν μπορούν να εφαρμοστούν άνευ ετέρου στην υπό κρίση περίπτωση. Στην προμνησθείσα απόφαση, οι καλούμενες «τιμές αναφοράς» για την προμήθεια του φυσικού αερίου καθορίζονταν απευθείας από την εθνική ρυθμιστική αρχή (31), η οποία ανέκαθεν δήλωνε ότι το μέτρο απέβλεπε στη μείωση των τιμών αυτής της προμήθειας. Αντιθέτως, στην παρούσα περίπτωση, η Terna SpA, η εταιρία που ασκεί καθήκοντα διαχειριστή του δικτύου, είναι εκείνη που λαμβάνει απευθείας μέτρα παρεμβάσεως στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, και τούτο κατ’ εφαρμογήν εθνικής νομοθετικής διατάξεως που της επιτρέπει να ενεργεί στο πλαίσιο των καλουμένων υπηρεσιών κατανομής φορτίων.
78. Αυτή η ενδεχόμενη «πρόσθετη λειτουργία» του επίδικου μέτρου είναι εκείνη η οποία, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να καλυφθεί από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/54.
79. Όπως ανέφερα, η οδηγία προβλέπει απλώς την άμεση παρέμβαση του διαχειριστή του δικτύου (υπό την έννοια μιας παρεμβάσεως περιοριστικής για την αγορά) στο συγκεκριμένο πλαίσιο των υπηρεσιών κατανομής φορτίων (άρθρο 11). Κατά συνέπεια, η απονομή στον εν λόγω διαχειριστή άλλου είδους ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων ή δυνατοτήτων παρεμβάσεως στις αγορές της ηλεκτρικής ενέργειας που βαίνουν πέραν αυτού του πλαισίου θα συνεπαγόταν εκ πρώτης όψεως «αλλοίωση» των καθηκόντων κατανομής φορτίων και εξισορροπήσεως, ανατρέποντας στο μέτρο αυτό την εσωτερική τάξη της οδηγίας. Είναι πρόδηλο ότι, από την ίδια τη φύση του, ο διαχειριστής των υπηρεσιών κατανομής φορτίων δεν είναι κατά κανόνα σε θέση να αναλάβει, με την απαιτούμενη ανεξαρτησία και αμεροληψία, τον καθορισμό του επιπέδου της γενικής παρεμβάσεως στις τιμές του εφοδιασμού ηλεκτρικής ενέργειας, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι οι αποφάσεις του μπορούν να προσβληθούν δικαστικώς.
80. Ειδικότερα, κατά τη γνώμη μου, αυτός ο τρόπος ενέργειας συνεπάγεται μεγάλη σύγχυση, η οποία δεν συμβιβάζεται με τη διαφάνεια την οποία επιβάλλει το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας και, τελικά, με την ασφάλεια δικαίου.
81. Υπ’ αυτήν την έννοια, θεωρώ ότι το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 2, επιβάλλει διπλή διαφάνεια όσον αφορά αυτές τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας. Αφενός, αναφέροντας ότι οι υποχρεώσεις αυτές «πρέπει να ορίζονται σαφώς», η διάταξη αυτή αναφέρεται στη διαφάνεια υπό την κλασική διαδικαστική έννοια: από αυτή την άποψη, όπως έχω αναφέρει, καμία αντίρρηση δεν μπορεί να προβληθεί όσον αφορά το ιταλικό σύστημα. Όμως, στη συνέχεια η διάταξη προσθέτει ότι οι υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας θα πρέπει «να είναι διαφανείς», έκφραση η οποία θα μπορούσε να αναφέρεται στην επιταγή της ασφάλειας δικαίου. Τελικά, οι υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας όχι μόνο πρέπει να είναι σαφείς και προσιτές, αλλά και να ορίζονται και να επιβάλλονται υπό μορφή που δεν δημιουργεί σύγχυση ή πλάνη. Από την οπτική αυτή γωνία, η επίδικη ρύθμιση θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα διαφάνειας αν όντως αποδειχθεί ότι, καίτοι εμφανίζεται ως καλυπτόμενη τυπικώς από το άρθρο 11 της οδηγίας 2003/54 (και, εν τέλει, ως δικαιολογούμενη από τις «ουσιώδεις» ανάγκες της παροχής των υπηρεσιών κατανομής φορτίων), στην πράξη λειτουργεί σαν να στηρίχθηκε ο εθνικός νομοθέτης στις ιδιαίτερες δυνατότητες που παρέχει το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/54.
82. Ασφαλώς, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει σε κάθε περίπτωση ποιο ποσοστό της συνολικής ικανότητας παραγωγής που έχει χαρακτηριστεί ως «αναγκαία» ανταποκρίνεται πράγματι στους τεχνικούς λόγους ασφάλειας του δικτύου. Τελικά, το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να κρίνει, εν ανάγκη, κατά πόσον το καθεστώς των αναγκαίων εγκαταστάσεων χρησιμοποιείται για σκοπό σαφώς άσχετο προς εκείνον για τον οποίο έχει καθιερωθεί, στηριζόμενο, παραδείγματος χάριν, στα στοιχεία που αφορούν την ποσότητα που πράγματι χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών.
83. Βάσει όλων των ανωτέρω, θεωρώ ότι το άρθρο 11, παράγραφος 6, της οδηγίας 2003/54 δεν απαγορεύει ένα καθεστώς «αναγκαίων εγκαταστάσεων» όπως αυτό που αποτελεί το αντικείμενο του υπό κρίση προδικαστικού ερωτήματος, εναπόκειται δε στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, εν ανάγκη, μήπως, κατά την εφαρμογή του, το εν λόγω καθεστώς χρησιμοποιείται κατά τρόπο μη συνεπή προς τον σκοπό του, επιδιώκοντας, ειδικότερα, σκοπό ο οποίος σαφώς υπερβαίνει τις ανάγκες της ορθής διαχειρήσεως των υπηρεσιών «κατανομής φορτίων και εξισορροπήσεως».
VI – Πρόταση
84. Τελικά, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα του Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia (Ιταλία) ως ακολούθως:
«Τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ και το άρθρο 11, παράγραφοι 2 και 6, της οδηγίας 2003/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση της οδηγίας 96/92/ΕΚ, δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση η οποία υποχρεώνει ορισμένους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίοι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είναι αναγκαίοι για την ικανοποίηση της ζητήσεως για τις υπηρεσίες κατανομής φορτίων να κάνουν προσφορές στις χρηματιστηριακές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας σύμφωνα με προγράμματα που καταρτίζει ο διαχειριστής του δικτύου κατά τρόπο ανεξάρτητο, και η οποία εξαιρεί τις προσφορές αυτές από την ελεύθερη βούληση του παραγωγού, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:
1) Η αμοιβή αυτής της ενέργειας που χαρακτηρίζεται ως αναγκαία πρέπει να στηρίζεται σε παραμέτρους που έχουν προκαθοριστεί σύμφωνα με διαφανείς, αμερόληπτες και βασιζόμενες στην αγορά διαδικασίες. Εθνική ρύθμιση η οποία καθορίζει την τιμή της ενέργειας που προμηθεύεται ο διαχειριστής του δικτύου, προκειμένου να παράσχει υπηρεσίες κατανομής φορτίων, με αναφορά στη μέση τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στην αγορά της προηγούμενης ημέρας, εξασφαλίζοντας σε κάθε περίπτωση την κάλυψη του μεταβλητού κόστους, ανταποκρίνεται στην επιταγή σύμφωνα με την οποία η αμοιβή αυτή πρέπει να καθορίζεται βάσει κριτηρίων της αγοράς.
2) Εν πάση περιπτώσει, αυτό το υποχρεωτικό καθεστώς πρέπει να αντιστοιχεί στην ενέργεια που είναι απαραίτητη για την παροχή των τεχνικών υπηρεσιών κατανομής φορτίων (κάλυψη των απωλειών ενέργειας και διατήρηση εφεδρικού δυναμικού). Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει, εν ανάγκη, κατά πόσον η ικανότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που χαρακτηρίστηκε ως αναγκαία ανταποκρίνεται πράγματι στους σκοπούς αυτούς.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – ΕΕ L 176, σ. 37.
3 – Υπόθεση C-265/08, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή.
4 – Η απόφαση αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ (ΕΕ L 176, σ. 57), η διατύπωση του οποίου ομοιάζει σε μεγάλο βαθμό με εκείνη του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/54.
5 – «Appel et équilibrage» το γαλλικό κείμενο· «dispacciamento e bilanciamento» στο ιταλικό κείμενο· «Inanspruchnahme und Ausgleich von Kapazitäten» στο γερμανικό κείμενο· «dispatching and balancing» στο αγγλικό κείμενο.
6 – Η υποσημείωση αυτή αφορά μόνο το ισπανικό κείμενο της οδηγίας.
7 – Η ιταλική νομοθεσία στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας περιλαμβάνεται σε πλείονα νομοθετήματα που θεσπίστηκαν για τη μεταφορά της οδηγίας 2003/54 στην εσωτερική έννομη τάξη. Στις παρούσες προτάσεις, θα αναφερθώ άμεσα σε εκείνες τις αποφάσεις της Autorità per l’energia elettrica e il gas που είναι κρίσιμες για τη λύση της υπό κρίση υποθέσεως καθώς και στον νόμο 2/2009, που καθορίζει το γενικό πλαίσιο της αμφισβητουμένης εν προκειμένω μεταρρυθμίσεως.
8 – Στο εξής: απόφαση 168/03 [τακτικό συμπλήρωμα της GazzettaUfficialedellaRepubblicaItaliana (GURI) αριθ. 16, της 30ής Ιανουαρίου 2004].
9 – Στο εξής: απόφαση 111/06 (τακτικό συμπλήρωμα της GURI αριθ. 153, της 4ης Ιουλίου 2006).
10 – Σύμφωνα με το νομοθετικό διάταγμα 79 της 6ης Μαρτίου 1999. Στο εξής: Terna SpA.
11 – Στο εξής: νόμος 2/09 (GURI αριθ. 22, της 28ης Ιανουαρίου 2009). Πρόκειται για τον νόμο περί μετατροπής σε νόμο του νομοθετικού διατάγματος 185 της 29ης Νοεμβρίου 2008, περί επειγόντων μέτρων υπέρ των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων και της απασχολήσεως, με στόχο την τροποποίηση του εθνικού στατηγικού πλαισίου με τη θέσπιση μέτρων για την καταπολέμηση της κρίσης.
12 – Τακτικό συμπλήρωμα της GURI αριθ. 133, της 11ης Ιουνίου 2009 (στο εξής: απόφαση 52/09).
13 – Οδηγία 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενεργείας και για την κατάργηση της οδηγίας 2003/54 (ΕΕ L 211, σ. 55).
14 – Ως προς το ζήτημα αυτό, βλ. C. Isidoro, L’ouverturedumarché del’électricité à laconcurrencecommunautaireetsamiseen œuvre (Allemagne, France, Italie, Royaume-Uni), Librairie Générale de Droit et de Jurisprudence, 2006, σ. 224· και P. Cameron, Competitionintheenergymarkets, Oxford University Press, 2η έκδοση, 2007, σ. 23.
15 – Κατά το άρθρο 2, σημείο 16, της οδηγίας 2003/54, ως «οικονομική προτεραιότητα» νοείται «η κατάταξη των πηγών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας βάσει οικονομικών κριτηρίων».
16 – Η παράγραφος 4 του άρθρου 11 αναφέρεται σε παρεμφερή περίπτωση.
17 – Βλ. A. Carbajo, «Los mercados eléctricos y los servicios de ajuste del sistema», Economía Industrial, αριθ. 364, 2007· και de la Cruz Ferrer, La liberalización de los servicios públicos y el sector eléctrico, Marcial Pons Ed., 1999, σ. 450.
18 – Βλ. επίσης το άρθρο 14, παράγραφοι 5 και 6, της οδηγίας, που επαναλαμβάνουν τις ίδιες επιταγές για την περίπτωση που τα καθήκοντα αυτά ασκούνται από τον διαχειριστή του δικτύου διανομής.
19 – Νομοθετικό διάταγμα 79 της 16ης Μαρτίου 1999.
20 – Πληροφορία ληφθείσα από την ιστοσελίδα της Terna SpA:
21 – Οι οποίες στηρίζονται στο αποκαλούμενο σύστημα της «οριακής τιμής», διαφορετικής κάθε στιγμή της ημέρας και η οποία, σε μια αγορά ιδιαίτερα ανελαστική όπως αυτή της ηλεκτρικής ενέργειας, αυξάνει αναλόγως της αυξήσεως της ζητήσεως, οπότε, τις στιγμές που η ζήτηση είναι πολύ υψηλή, η οριακή τιμή φθάνει στο μέγιστο επίπεδο.
22 – Βλ., συναφώς, την απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1993, C-37/92, Vanacker και Lesage (Συλλογή 1993, σ. I-4947, σκέψη 9): «εφόσον το ζήτημα της συγκεντρώσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων έχει ρυθμιστεί κατά τρόπο εναρμονισμένο στο κοινοτικό επίπεδο από την οδηγία, κάθε σχετικό εθνικό μέτρο πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα των διατάξεων της οδηγίας αυτής και όχι των άρθρων 30 έως 36 της Συνθήκης». Βλ., υπό το ίδιο πνεύμα, τις αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1989, C-150/88, Parfümerie fabril (Συλλογή 1989, σ. 3891, σκέψη 28)· της 24ης Ιανουαρίου 2008, C-257/06, Roby Profumi (Συλλογή 2008, σ. I-189, σκέψη 14)· της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-324/99, Daimler Chrysler (Συλλογή 2001, σ. I-9897, σκέψη 32), και της 30ής Απριλίου 2009, C-132/08, Lidl Magyarország (Συλλογή 2009, σ. I-3841, σκέψη 42).
23 – Βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα απόφαση Federutility, σκέψη 35.
24 – Κώδικας μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, κατανομής των φορτίων, αναπτύξεως και ασφάλειας του δικτύου:
25 – Βλ. Β. Pajuelo Iglesias, «La gestión técnica del sistema. El operador del sistema. Los procedimientos de operación», στο Derecho de la regulación económica. III. Sector energético, Muñoz Machado, S., Dir., Iustel, 2009, σ. 447 και 463.
26 – Ο βαθμός ρευστότητας της αγοράς μετρείται, όπως εξηγεί η Enel, με βάση τη «δυνατότητα ταχείας εκτελέσεως των εντολών αγοράς και πωλήσεως χωρίς επιβολή υψηλών τιμών, καθώς και τη δυνατότητα παροχής στις επιχειρήσεις των σωστών ενδείξεων μέσω τιμών διαφανών και μη υποκειμένων σε απρόβλεπτες διακυμάνσεις συνδεόμενες με ειδικές ενέργειες ή χειρισμούς». Η Enel και η Επιτροπή επιβεβαίωσαν ότι η ιταλική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας εμφανίζει αυτά τα χαρακτηριστικά, η Ιταλική Κυβέρνηση, όμως, και η Terna SpA διευκρίνισαν ότι δεν προβλέπεται τέτοια ρευστότητα όσον αφορά την αγορά των υπηρεσιών κατανομής φορτίων. Η Enel, απαντώντας σε ερώτηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σχετικά με τον τελευταίο αυτό πραγματικό ισχυρισμό (που αποτελεί, εξάλλου, αυτόν καθαυτόν τον λόγο που δικαιολογεί το καθεστώς των αναγκαίων εγκαταστάσεων), δεν το διέψευσε ευθέως.
27 – Ούτε το προβλέπει η παράγραφος 7 του ίδιου άρθρου, που αφορά τις υπηρεσίες εξισορροπήσεως του δικτύου.
28 – Όπως αναφέρθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
29 – Έτσι το αντιλαμβάνεται το αιτούν δικαστήριο, το οποίο αναφέρει στην αίτησή του ρητώς ότι «στην έννοια των αναγκαίων εγκαταστάσεων δεν εμπίπτουν μόνον οι εγκαταστάσεις που είναι “τεχνικώς και οργανικώς” απαραίτητες για την αποσυμφόρηση του δικτύου και τη διατήρηση των επιπέδων ασφαλείας του συστήματος, αλλά και οι εγκαταστάσεις που αποτελούν τμήματα ομάδων αναγκαίων εγκαταστάσεων· ως τέτοιες ομάδες ορίζονται τα σύνολα εγκαταστάσεων που παρέχουν σε ορισμένους παραγωγούς τη δυνατότητα να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο όσον αφορά την κάλυψη της ζήτησης εκ μέρους του διαχειριστή του δικτύου, καθορίζοντας την τιμή υπό συνθήκες απουσίας πραγματικού ανταγωνισμού».
30 – Υπό την έννοια αυτή, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι στερείται σημασίας το γεγονός ότι η παρέμβαση σημειώνεται στο στάδιο της παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας. Οι αντιρρήσεις που διατυπώνουν ως προς το σημείο αυτό η Enel και το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να οφείλονται, κατά τη γνώμη μου, σε κάποια σύγχυση μεταξύ των εννοιών των «υπηρεσιών δημόσιας υπηρεσίας» και της «καθολικής υπηρεσίας», οι οποίες, ωστόσο, σαφώς διαφοροποιούνται στο ίδιο το άρθρο 3 της οδηγίας 2003/54. Ούτε μπορεί να αμφισβητηθεί το κύρος της επίδικης ρυθμίσεως λόγω του ότι δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, καθόσον, καίτοι το άρθρο 3, παράγραφος 9 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να κοινοποιούν τα μέτρα που λαμβάνουν στο πλαίσιο του εν λόγω άρθρου, πρόκειται για μια τυπική διαδικασία, η μη τήρηση της οποίας θα μπορούσε, ενδεχομένως, να δικαιολογήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως, δεν επηρεάζει όμως το κύρος του επίμαχου εθνικού μέτρου (σε αντίθεση, π.χ., προς τα μέτρα του άρθρου 24 της οδηγίας, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή, μέσω της υποχρεωτικής κοινοποιήσεως, ασκεί κάποιο έλεγχο επί του περιεχομένου του εθνικού μέτρου).
31 – Κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/54.
Full & Egal Universal Law Academy