ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 6ης Σεπτεμβρίου 2011 ( 1 )
Υπόθεση C-249/10 P
Brosmann Footwear (HK) Ltd,
Seasonable Footwear (Zhongshan) Ltd,
Lung Pao Footwear (Guangzhou) Ltd,
Risen Footwear (HK) Co. Ltd
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Αίτηση αναιρέσεως — Κοινή εμπορική πολιτική — Ντάμπινγκ — Άρθρα 2, παράγραφος 7, 3, παράγραφος 7, 5, παράγραφος 4, 9, παράγραφοι 5 και 6, 17, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 — Εισαγωγές ορισμένων υποδημάτων με το άνω μέρος από δέρμα προελεύσεως Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Βιετνάμ — Εταιρία που ασκεί τις δραστηριότητές της υπό καθεστώς οικονομίας της αγοράς — Ιδιαίτερη μεταχείριση — Μέθοδος δειγματοληψίας — Συνεργασία της κοινοτικής βιομηχανίας»
I – Εισαγωγή
1.
Με την αίτηση αναιρέσεως που άσκησαν, οι Brosmann Footwear (HK) Ltd, Seasonable Footwear (Zhongshan) Ltd, Lung Pao Footwear (Guangzhou) Ltd et Risen Footwear (HK) Co. Ltd (στο εξής, από κοινού: Brosmann Footwear κ.λπ.) ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 4ης Μαρτίου 2010, Brosmann Footwear (HK) κ.λπ. κατά Συμβουλίου (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) ( 2 ), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα μερικής ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΚ) 1472/2006 του Συμβουλίου, της 5ης Οκτωβρίου 2006, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων υποδημάτων που έχουν το πάνω μέρος από δέρμα, προελεύσεως Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Βιετνάμ ( 3 ) (στο εξής: οριστικός κανονισμός).
2.
Κατ’ ουσίαν, το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η παρούσα υπόθεση έγκειται στην αλληλεξάρτηση ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ( 4 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 461/2004 του Συμβουλίου της 8ης Μαρτίου 2004 ( 5 ) (στο εξής: βασικός κανονισμός).
3.
Επί της ουσίας, με την αίτηση αναιρέσεως ζητείται κυρίως να εξεταστεί το περιεχόμενο του άρθρου 17 του βασικού κανονισμού με το οποίο παρέχεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή η δυνατότητα να περιορίζει την έρευνά της σε αντιπροσωπευτικό δείγμα των εξαγωγέων ή των παραγωγών της ενδιαφερόμενης τρίτης χώρας και να μην εξετάζει τις αιτήσεις υπολογισμού «ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ» τις οποίες υποβάλλουν οι μη περιλαμβανόμενες στο δείγμα επιχειρήσεις αλλά οι οποίες υποβάλλουν τις απαραίτητες πληροφορίες εντός της ταχθείσας προθεσμίας, «εάν ο αριθμός των εξαγωγέων ή των παραγωγών είναι τόσο μεγάλος ώστε αυτή η ενέργεια να είναι επαχθής και να παρεμποδίζει την έγκαιρη ολοκλήρωση της έρευνας».
4.
Συγκεκριμένα, θα πρέπει να ελεγχθεί συναφώς εάν το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ορθώς ότι, βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή είχε την εξουσία να αρνηθεί, λόγω του αριθμού των ενδιαφερόμενων εξαγωγέων ή παραγωγών, να εξετάσει τις αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που ασκεί τις δραστηριότητές της υπό καθεστώς οικονομίας της αγοράς (στο εξής: ΚΟΑ), που διέπονται από το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ, του βασικού κανονισμού, καθώς και τις καλούμενες «αιτήσεις ιδιαίτερης μεταχειρίσεως» (στο εξής: ΙΜ), που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού, οι οποίες υποβλήθηκαν από τους εξαγωγείς ή τους παραγωγούς που δεν συμπεριλήφθηκαν στο δείγμα.
II – Ιστορικό της διαφοράς και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
5.
Οι αναιρεσείουσες, ήτοι οι Brosmann Footwear κ.λπ., είναι εγκατεστημένες στην Κίνα εταιρίες παραγωγής και εξαγωγής υποδημάτων.
6.
Κατόπιν καταγγελίας που υποβλήθηκε στις 30 Μαΐου 2005 από την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία της Βιομηχανίας Υποδημάτων (CEC), η Επιτροπή κίνησε διαδικασία αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων υποδημάτων με δερμάτινο επάνω μέρος, προελεύσεως Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Βιετνάμ. Η σχετική ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Ιουλίου 2005 ( 6 ) (στο εξής: ανακοίνωση περί κινήσεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ).
7.
Λόγω του μεγάλου αριθμού των εμπλεκομένων στην εν λόγω διαδικασία, προκρίθηκε, σύμφωνα με το σημείο 5.1, στοιχείο αʹ, της ανακοινώσεως περί κινήσεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, η τεχνική της δειγματοληψίας σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού.
8.
Η ανακοίνωση περί κινήσεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ επισήμανε επίσης στο σημείο της 5.1, στοιχείο βʹ, ότι οι παραγωγοί-εξαγωγείς που υποβάλλουν αίτηση για υπολογισμό ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ κατά τα άρθρα 17, παράγραφος 3, και 9, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού όφειλαν να υποβάλουν δεόντως συμπληρωμένο ερωτηματολόγιο εντός της οριζόμενης στην εν λόγω ανακοίνωση προθεσμίας, ήτοι εντός σαράντα ημερών από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
9.
Στο σημείο 5.1, στοιχείο εʹ, της ανακοινώσεως περί κινήσεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, που φέρει τον τίτλο «καθεστώς οικονομίας αγοράς», ορίζεται ότι η κανονική αξία των υποδημάτων με το άνω μέρος από δέρμα τα οποία πωλούνται από τους παραγωγούς που θεωρείται ότι λειτουργούν υπό τέτοιες συνθήκες, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού, καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού. Οι παραγωγοί που είχαν την πρόθεση να υποβάλουν αίτηση ΚΟΑ όφειλαν να βεβαιωθούν ότι οι αιτήσεις τους έχουν υποβληθεί στην Επιτροπή εντός της ειδικής προθεσμίας που τάσσεται στο σημείο 6, στοιχείο δʹ, της ανακοινώσεως περί κινήσεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, ήτοι εντός των δεκαπέντε ημερών από της δημοσιεύσεως της εν λόγω ανακοινώσεως.
10.
Σύμφωνα με το σημείο 6, στοιχείο δʹ, της ανακοινώσεως περί κινήσεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, η ίδια προθεσμία εφαρμόζεται και στις αιτήσεις για ΙΜ που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού.
11.
Οι Brosmann Footwear κ.λπ. υπέβαλαν στην Επιτροπή τα στοιχεία που προέβλεπε το σημείο 5.1, στοιχεία a, i και e, της ανακοινώσεως περί κινήσεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ και ζήτησαν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, αφενός, να συμπεριληφθούν στο δείγμα των παραγωγών-εξαγωγέων το οποίο επρόκειτο να καταρτίσει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού και, αφετέρου, να αναγνωριστεί ότι πρόκειται για εταιρίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους υπό ΚΟΑ ή, τουλάχιστον, να τύχουν ΙΜ.
12.
Στις 23 Μαρτίου 2006, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 553/2006 της Επιτροπής, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές υποδημάτων που έχουν το πάνω μέρος από δέρμα, προελεύσεως Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Βιετνάμ ( 7 ) (στο εξής: προσωρινός κανονισμός).
13.
Κατά την ένατη αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού, η έρευνα για την πρακτική ντάμπινγκ και τη ζημία κάλυψε το χρονικό διάστημα από την 1η Απριλίου 2004 έως την 31η Μαρτίου 2005 (στο εξής: ερευνηθέν διάστημα). Η εξέταση των χρήσιμων για την εκτίμηση της ζημίας τάσεων κάλυψε το διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2001 έως την 31η Μαρτίου 2005.
14.
Για τους παραγωγούς-εξαγωγείς της Κίνας και του Βιετνάμ στους οποίους ήταν ενδεχόμενο να μην αναγνωρισθεί η ιδιότητα της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ έπρεπε να καθοριστεί κανονική αξία και, για τον λόγο αυτόν, διενεργήθηκε στις εγκαταστάσεις των τριών εταιριών επιτόπιος έλεγχος με βάση στοιχεία προερχόμενα από χώρα όπου επικρατούν ανάλογες συνθήκες και, συγκεκριμένα, από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας (όγδοη αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού).
15.
Για τον προσδιορισμό του ντάμπινγκ, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τη μέθοδο της δειγματοληψίας. Κατά την αιτιολογική σκέψη 55 του προσωρινού κανονισμού, εξαγωγές προς την Ευρωπαϊκή Κοινότητα πραγματοποίησαν, κατά το ερευνηθέν διάστημα, 154 από τους παραγωγούς-εξαγωγείς που ζήτησαν να συμπεριληφθούν στο δείγμα. Κατά την ίδια αιτιολογική σκέψη, οι εταιρίες αυτές θεωρήθηκαν αρχικά ως συνεργασθείσες και ελήφθησαν υπόψη για την κατάρτιση του δείγματος.
16.
Από την αιτιολογική σκέψη 57 του προσωρινού κανονισμού προκύπτει ότι η Επιτροπή κατάρτισε δείγμα δεκατριών Κινέζων παραγωγών-εξαγωγέων, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν άνω του 20 % των εξαγωγών προς την Κοινότητα. Από τις αιτιολογικές σκέψεις 67 έως 69 του προσωρινού κανονισμού προκύπτει ότι όλες οι αιτήσεις αναγνωρίσεως του ΚΟΑ που υπέβαλαν αυτοί οι παραγωγοί-εξαγωγείς απορρίφθηκαν από την Επιτροπή. Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 91 έως 94 του προσωρινού κανονισμού, οι αιτήσεις ΙΜ των εν λόγω παραγωγών-εξαγωγέων απορρίφθηκαν επίσης.
17.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 62 του προσωρινού κανονισμού, οι παραγωγοί-εξαγωγείς που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα ενημερώθηκαν ότι ο δασμός αντιντάμπινγκ επί των εξαγωγών τους θα υπολογιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού. Στο πλαίσιο της αιτιολογικής σκέψεως 64 του προσωρινού κανονισμού, τέσσερις Κινέζοι παραγωγείς-εξαγωγείς που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα ζήτησαν ατομικό περιθώριο ντάμπινγκ σύμφωνα με τα άρθρα 9, παράγραφος 6, και 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού. Εντούτοις, οι αιτήσεις αυτές δεν εξετάστηκαν καθόσον η Επιτροπή έκρινε ότι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, τέτοια ατομική εξέταση θα περιέπλεκε υπερβολικά το έργο της και θα εμπόδιζε την ολοκλήρωση της έρευνας σε εύλογο χρόνο. Υπό τις συνθήκες αυτές, το περιθώριο ντάμπινγκ των εν λόγω παραγωγών-εξαγωγέων καθορίστηκε με βάση τον σταθμισμένο μέσο όρο των περιθωρίων ντάμπινγκ των εταιριών του δείγματος (αιτιολογικές σκέψεις 135 και 143 του προσωρινού κανονισμού).
18.
Όσον αφορά τον καθορισμό της κοινοτικής βιομηχανίας, η Επιτροπή αναφέρει, στην αιτιολογική σκέψη 150 του προσωρινού κανονισμού, ότι οι καταγγέλλοντες αντιπροσωπεύουν το 42 % της συνολικής κοινοτικής παραγωγής του υπό εξέταση προϊόντος. Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 65 και 151 του προσωρινού κανονισμού, η Επιτροπή επέλεξε δείγμα δέκα κοινοτικών παραγωγών, βάσει του μεγέθους της παραγωγής τους και του τόπου όπου αυτοί είναι εγκατεστημένοι. Οι περιλαμβανόμενοι στο δείγμα παραγωγοί αντιπροσωπεύουν το 10 % της παραγωγής των καταγγελλόντων. Κρίθηκε, ως εκ τούτου, ότι οι 814 κοινοτικοί παραγωγοί εξ ονόματος των οποίων υποβλήθηκε η καταγγελία αποτελούν την «κοινοτική βιομηχανία» κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού (αιτιολογική σκέψη 152 του προσωρινού κανονισμού).
19.
Όσον αφορά την ταυτότητα των κοινοτικών παραγωγών του δείγματος, η Επιτροπή επισήμανε ότι ορισμένοι εξ αυτών έχουν, εντός της Κοινότητας, πελάτες οι οποίοι επίσης προμηθεύονται τα προϊόντα τους από την Κίνα και το Βιετνάμ, επωφελούμενοι έτσι ευθέως από τις επίμαχες εισαγωγές. Κατά συνέπεια, η θέση των εν λόγω παραγωγών είναι «λεπτή», καθώς ορισμένοι από τους πελάτες τους ενδέχεται να δυσαρεστηθούν εάν πληροφορηθούν ότι έχουν υποβάλει ή υποστηρίζουν καταγγελία κατά ζημιογόνων πρακτικών ντάμπινγκ. Επομένως, οι παραγωγοί αυτοί θεώρησαν ότι υπήρχε ο κίνδυνος «αντίποινων» από ορισμένους πελάτες τους, ακόμη και διακοπής των εμπορικών σχέσεών τους. Για τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή δέχθηκε το αίτημά τους τηρήσεως του απορρήτου όσον αφορά την επωνυμία των εταιριών του δείγματος (όγδοη αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού).
20.
Στις 5 Οκτωβρίου 2006, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε τον οριστικό κανονισμό. Δυνάμει του κανονισμού αυτού, το Συμβούλιο επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές υποδημάτων που έχουν το επάνω μέρος από φυσικό ή ανασχηματισμένο δέρμα, εξαιρουμένων των αθλητικών υποδημάτων, των STAF, των παντοφλών και άλλων υποδημάτων δωματίου, των υποδημάτων με προστατευτικό κάλυμμα των δακτύλων προελεύσεως Κίνας, τα οποία υπάγονται σε διάφορες κλάσεις της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (άρθρο 1 του οριστικού κανονισμού).
21.
Όσον αφορά την αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος των Κινέζων παραγωγών, το Συμβούλιο τόνισε, με την αιτιολογική σκέψη 44 του οριστικού κανονισμού, ότι οι επιχειρήσεις του δείγματος αντιπροσωπεύουν πλέον του 12 % των εξαγωγών προς την Κοινότητα, των παραγωγών που συνεργάστηκαν στην έρευνα. Επομένως, εφόσον το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού δεν θέτει όρια όσον αφορά την αντιπροσωπευτικότητα, το καταρτισθέν δείγμα είναι αντιπροσωπευτικό κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
22.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 72 του οριστικού κανονισμού, το Συμβούλιο αποφάσισε να αναγνωρίσει την ιδιότητα της επιχειρήσεως που ασκεί τις δραστηριότητές της υπό ΚΟΑ ενός εκ των παραγωγών-εξαγωγέων που περιλαμβάνονταν μέσα στο δείγμα, ήτοι της Golden Step, λαμβάνοντας υπόψη τη μεταβολή των συνθηκών σχετικά με την εν λόγω εταιρία.
23.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, του οριστικού κανονισμού, ο συντελεστής του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που εφαρμόζεται στην καθαρή τιμή «ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας», πριν από την επιβολή δασμού, καθορίζεται σε 16,5 %, ως προς τα παραγόμενα από τις οκτώ περιλαμβανόμενες στο δείγμα κινεζικές εταιρίες υποδήματα των οποίων όμως απορρίφθηκε η αίτηση αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ. Ο συντελεστής αυτός καθορίστηκε σε 9,7 % για την Golden Step. Κατά το άρθρο 3 του οριστικού κανονισμού, οι συντελεστές αυτοί ίσχυαν για περίοδο δύο ετών.
24.
Σε ό,τι αφορά τα ερωτήματα σχετικά με τις υποβληθείσες από πολλές εταιρίες αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ, επί των οποίων η Επιτροπή δεν αποφάνθηκε, το Συμβούλιο αποφάσισε ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν απάντησε χωριστά σε κάθε τέτοια αίτηση δεν συνιστά παράβαση του βασικού κανονισμού.
25.
Ο συντελεστής του δασμού αντιντάμπινγκ που εφαρμόζεται στα παραγόμενα από τις εταιρίες αυτές υποδήματα, συμπεριλαμβανομένων των Brosmann Footwear κ.λπ., καθορίστηκε σε 16,5 %.
26.
Όσον αφορά το δείγμα των κοινοτικών παραγωγών, το Συμβούλιο απέρριψε, με τις αιτιολογικές σκέψεις 53 έως 59 του οριστικού κανονισμού, όλες τις αιτιάσεις σχετικά με την αντιπροσωπευτικότητα του εν λόγω δείγματος και, συνεπώς, επικύρωσε τις εκτιμήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή με τον προσωρινό κανονισμό.
27.
Όσον αφορά τον ορισμό της κοινοτικής βιομηχανίας, το Συμβούλιο τόνισε, με την αιτιολογική σκέψη 157 του οριστικού κανονισμού, ότι όλοι οι καταγγέλλοντες συνεργάστηκαν στο πλαίσιο της έρευνας. Πλήρη ερωτηματολόγια σχετικά με τη ζημία εστάλησαν μόνο στους κοινοτικούς παραγωγούς του δείγματος, όπως άλλωστε επιβάλλει η φύση της τεχνικής της δειγματοληψίας (αιτιολογική σκέψη 158 του οριστικού κανονισμού).
28.
Προς στήριξη της μερικής προσφυγής τους με την οποία ζητούν τη μερική ακύρωση του οριστικού κανονισμού ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, οι Brosmann Footwear κ.λπ. προέβαλαν οκτώ λόγους ακυρώσεως. Μεταξύ των λόγων αυτών, περιλαμβάνονταν οι λόγοι ακυρώσεως που αντλούνταν, πρώτον, από παράβαση των άρθρων 2, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, και 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, καθώς και από παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεύτερον, από παράβαση των άρθρων 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, και 18 του βασικού κανονισμού, καθώς και από παραβίαση των δικαιωμάτων άμυνας, τρίτον, από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, τέταρτον, από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθώς και παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού και του άρθρου 253 ΕΚ και, πέμπτον, από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.
29.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε όλους τους λόγους και καταδίκασε τις Brosmann Footwear κ.λπ. στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
30.
Στις 18 Μαΐου 2010, οι Brosmann Footwear κ.λπ. υπέβαλαν αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
31.
Οι Brosmann Footwear κ.λπ. ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, δεν ακύρωσε τον οριστικό κανονισμό και, αφετέρου, καταδίκασε τις Brosmann Footwear κ.λπ. στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου·
—
να εκδώσει τελική απόφαση και να ακυρώσει τον οριστικό κανονισμό· και
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
32.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως, το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
—
επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου· και
—
επικουρικώς, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και, σε κάθε περίπτωση, να καταδικάσει τις Brosmann Footwear κ.λπ. στα δικαστικά έξοδα.
33.
Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει τις Brosmann Footwear κ.λπ. στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.
IV – Ανάλυση
34.
Προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, οι Brosmann Footwear κ.λπ. προβάλλουν κατ’ ουσίαν πέντε λόγους οι οποίοι έχουν σχέση με τους πρωτοδίκως προβαλλόμενους λόγους, οι οποίοι απαριθμούνται στο σημείο 28 των παρουσών προτάσεων.
35.
Οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως αφορούν ουσιαστικά πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την ερμηνεία του βασικού κανονισμού σύμφωνα με την οποία τα θεσμικά όργανα μπορούσαν να εξαιρεθούν από την εξέταση των αιτήσεων αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ των παραγωγών-εξαγωγέων που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο και παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τον επαρκή βαθμό συνεργασίας της κοινοτικής βιομηχανίας στο πλαίσιο της έρευνας και της διεξαγωγής της τελευταίας. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο και από παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων όσον αφορά την εκτίμηση της προκληθείσας στην κοινοτική βιομηχανία ζημίας. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, οι Brosmann Footwear κ.λπ. προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και ότι παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την αξιολόγηση της αιτιώδους συνάφειας που υφίσταται μεταξύ του ντάμπινγκ και της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία.
Α — Επί του πρώτου και δεύτερου λόγου αναιρέσεως που αντλούνται από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την απαλλαγή των θεσμικών οργάνων από την υποχρέωση εξετάσεως των αιτήσεων αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ των παραγωγών-εξαγωγέων που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα
36.
Πριν την έκθεση και εξέταση των δύο πρώτων λόγων αναιρέσεως, σημασία έχει να υπενθυμιστούν οι σημαντικές διαπιστώσεις που οδήγησαν το Γενικό Δικαστήριο στην απόρριψη της θέσεως των Brosmann Footwear κ.λπ. πρωτοδίκως, σύμφωνα με την οποία, κατ’ ουσίαν, εναπόκειται στα θεσμικά όργανα να εξετάζουν τις αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ των Κινέζων παραγωγών-εξαγωγέων που δεν περιλαμβάνονταν στο δείγμα το οποίο καταρτίστηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας αντιντάμπινγκ.
1. Διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου
37.
Κατ’ αρχάς, στη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η μέθοδος της δειγματοληψίας, ως τεχνική που καθιστά δυνατή την εξέταση υποθέσεων με μεγάλο αριθμό καταγγελλόντων, εξαγωγέων, εισαγωγέων, τύπων προϊόντων ή συναλλαγών, συνεπάγεται περιορισμό του αντικειμένου της έρευνας, σύμφωνα με τα άρθρα 17, παράγραφοι 1 και 3, και 9, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού. Σχετικά με τα άρθρα αυτά, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η χρήση τέτοιας τεχνικής δειγματοληψίας υπόκειται, εντούτοις, στην τήρηση δύο υποχρεώσεων: αφενός, το καταρτιζόμενο δείγμα πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικό και, αφετέρου, το περιθώριο του αντιντάμπινγκ που καθορίζεται για τους μη περιλαμβανόμενους στο δείγμα παραγωγούς δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το μέσο σταθμισμένο περιθώριο ντάμπινγκ που έχει καθοριστεί για τους περιλαμβανόμενους στο δείγμα (σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
38.
Το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι οι διατάξεις αυτές προσφέρουν σε κάθε παραγωγό που δεν περιλαμβάνεται στο δείγμα τη δυνατότητα να ζητήσει τον υπολογισμό ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ, υπό την προϋπόθεση ότι θα προσκομίσει εμπρόθεσμα όλα τα απαραίτητα προς τούτο στοιχεία και ότι η διαδικασία αυτή δεν επιβαρύνει το έργο της Επιτροπής ούτε παρεμποδίζει την έγκαιρη ολοκλήρωση της έρευνας (σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
39.
Το Γενικό Δικαστήριο, αφού εξέθεσε επίσης το περιεχόμενο του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού, έκρινε, στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «οι παραγωγοί που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα μπορούν να ζητήσουν τον υπολογισμό ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ μόνο βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, εφόσον γίνει δεκτή η αίτηση αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ, οσάκις πρόκειται για τις αναφερόμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού χώρες. Ωστόσο, η διάταξη αυτή παρέχει στην Επιτροπή την ευχέρεια να εκτιμήσει αν, λόγω του αριθμού των αιτήσεων αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ, η εξέτασή τους συνεπάγεται υπερβολικό φόρτο εργασίας και παρεμποδίζεται η έγκαιρη ολοκλήρωση της έρευνας».
40.
Το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, πρώτον, σε περίπτωση χρήσεως της μεθόδου της δειγματοληψίας, ο βασικός κανονισμός δεν παρέχει στις επιχειρήσεις που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα απόλυτο δικαίωμα για υπολογισμό ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ ως προς αυτές και ότι η αποδοχή του σχετικού αιτήματος εξαρτάται από την απόφαση της Επιτροπής επί της εφαρμογής του άρθρου 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού (σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Δεύτερον, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού, η αναγνώριση της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ ή ΙΜ έχει σημασία μόνο για τον καθορισμό της μεθόδου υπολογισμού της κανονικής αξίας ενόψει του υπολογισμού ατομικών περιθωρίων ντάμπινγκ, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να εξετάζει τις αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ που υποβάλλονται από επιχειρήσεις μη περιλαμβανόμενες στο δείγμα, εφόσον κρίνει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, ότι ο υπολογισμός των εν λόγω περιθωρίων συνεπάγεται υπερβολικό φόρτο εργασίας και παρεμποδίζει την έγκαιρη ολοκλήρωση της έρευνας (σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και, τρίτον, ότι εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι ο υπολογισμός ατομικών περιθωρίων ντάμπινγκ για όλες τις μη περιλαμβανόμενες στο δείγμα επιχειρήσεις που υπέβαλαν σχετικές αιτήσεις θα συνεπαγόταν υπερβολικό φόρτο εργασίας για τα θεσμικά όργανα και θα παρεμπόδιζε την έγκαιρη ολοκλήρωση της έρευνας (σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
41.
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε συνεπώς ότι είναι απορριπτέο το επιχείρημα των Brosmann Footwear κ.λπ. ότι το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ, του βασικού κανονισμού υποχρεώνει την Επιτροπή να εξετάζει τις αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ που υποβάλλονται από μη περιλαμβανόμενες στο δείγμα επιχειρήσεις, ακόμη και στην περίπτωση που δεν πρόκειται να εφαρμοστεί ως προς αυτές ατομικό περιθώριο ντάμπινγκ (σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
42.
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε επίσης το επιχείρημά τους που αφορά την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, αφενός, μεταξύ περιλαμβανόμενων και μη περιλαμβανόμενων στο δείγμα εταιριών επειδή βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση (σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και, αφετέρου, μεταξύ των εταιριών που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα, μεταξύ αυτών των οποίων οι αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ ή ΙΜ «έπρεπε» να γίνουν δεκτές και αυτών που η αίτηση αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ ή ΙΜ θα απορριπτόταν σε κάθε περίπτωση, επειδή, βάσει των ορίων διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει από το άρθρο 17, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποφανθεί επί του συνόλου των αιτήσεων αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ (σκέψεις 83 έως 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
43.
Σχετικά με τη μη τήρηση της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού για την έγκριση αιτήσεως αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, βάσει των προεκτεθεισών εκτιμήσεών του σύμφωνα με τις οποίες «δεν συνιστά πλάνη περί το δίκαιο η παράλειψη της Επιτροπής να εξετάσει τις υποβληθείσες αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ» των Brosmann Footwear κ.λπ., οι εταιρίες αυτές «δεν μπορούν να προβάλουν βασίμως την υπέρβαση της […] προθεσμίας του […] διότι η προθεσμία αυτή ισχύει μόνο στις περιπτώσεις όπου η Επιτροπή υποχρεούται να εξετάσει τις εν λόγω αιτήσεις».
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
44.
Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου τους αναιρέσεως, οι Brosmann Footwear κ.λπ. επικρίνουν την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου που παρατίθεται στη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σύμφωνα με την οποία τα θεσμικά όργανα δεν υποχρεούνταν να εξετάσουν τις αιτήσεις τους για αναγνώριση της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ. Συναφώς, οι Brosmann Footwear κ.λπ. υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στην ίδια σκέψη της εν λόγω αποφάσεως, ότι η αναγνώριση της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ ή ΙΜ συμβάλλει αποκλειστικά στη μέθοδο υπολογισμού της κανονικής αξίας για τον υπολογισμό των ατομικών περιθωρίων ντάμπινγκ.
45.
Το Γενικό Δικαστήριο, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, υποβίβασε εσφαλμένα, στις σκέψεις 76 έως 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την αίτηση αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ των Brosmann Footwear κ.λπ. σε αίτηση υπολογισμού του ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ κατά το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού. Εξάλλου, οι Brosmann Footwear κ.λπ. δεν ζήτησαν υπολογισμό ούτε των ατομικών περιθωρίων ντάμπινγκ ούτε ατομικών δασμολογικών συντελεστών. Αντιθέτως, ζήτησαν να αναγνωριστεί το γεγονός ότι λειτουργούν εντός μιας «Κίνας που έχει γνώση της οικονομίας της αγοράς» και ως εκ τούτου να τους επιβληθεί ο μέσος σταθμισμένος δασμός που εφαρμόζεται στους παραγωγούς που λειτουργούν στην «Κίνα που έχει γνώση της οικονομίας της αγοράς» (ήτοι αυτούς που επωφελούνται από ΚΟΑ ή ΙΜ που περιλαμβάνεται στο δείγμα). Εν προκειμένω, οι Brosmann Footwear κ.λπ. διευκρινίζουν ότι για όλους τους εκτός του δείγματος παραγωγούς των οποίων οι αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ έπρεπε να γίνουν δεκτές έπρεπε να εφαρμοστεί δασμός ντάμπινγκ ίσος προς τον καθορισθέντα για την εταιρία Golden Step (9,7 %), τη μόνη εταιρία του δείγματος που αναγνωρίστηκε ως επιχείρηση που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και όχι ο μέσος σταθμισμένος δασμός του συνόλου των επιχειρήσεων του δείγματος (16,5 %). Η παραδοχή ότι τα θεσμικά όργανα μπορούν να πράξουν διαφορετικά καταλήγει στην παρερμηνεία της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
46.
Επομένως, σύμφωνα με τις Brosmann Footwear κ.λπ., το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να κρίνει ότι τα θεσμικά όργανα είχαν τη δυνατότητα να μην εξετάσουν τις αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ χρησιμοποιώντας την αιτιολογία που χρησιμοποιείται για τις αιτήσεις για υπολογισμό ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ, σύμφωνα με την οποία ο αριθμός των αιτήσεων ήταν τόσο σημαντικός ώστε η εξέτασή τους εμπόδισε την ολοκλήρωση της έρευνας σε εύθετο χρόνο.
47.
Σχετικά με τον δεύτερο λόγο τους αναιρέσεως, οι Brosmann Footwear κ.λπ. ισχυρίζονται κατά πρώτον ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού, εκτιμώντας, στη σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να τηρεί την ανώτατη αποκλειστική τρίμηνη προθεσμία που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο για την εξέταση των αιτήσεων αναγνωρίσεως της ιδιότητας των μη περιλαμβανόμενων στο δείγμα επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ.
48.
Δεύτερον, οι Brosmann Footwear κ.λπ., επισημαίνουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως μη παραθέτοντας τους λόγους για τους οποίους δεν εξέτασε το επιχείρημα ότι τα κοινοτικά όργανα παρέβησαν το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού μη αποφαινόμενα επί της αιτήσεως αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ ΚΑΙ/Ή ΙΜ των Κινέζων παραγωγών που αποτελούν μέρος του δείγματος, εντός τρίμηνης προθεσμίας από την έναρξη της έρευνας.
49.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζητούν να απορριφθούν αυτοί οι δύο λόγοι αναιρέσεως.
50.
Σύμφωνα με το Συμβούλιο, το Γενικό Δικαστήριο έχει ορθώς επεξηγήσει τους δεσμούς που υφίστανται μεταξύ των άρθρων 17 και 2, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού. Κατά τη χρήση της δειγματοληψίας, μόνον οι περιλαμβανόμενοι στο δείγμα εξαγωγείς και οι μη περιλαμβανόμενοι στο δείγμα εξαγωγείς των οποίων η αίτηση για ατομικό περιθώριο ντάμπινγκ έγινε δεκτή κατά το άρθρο 17, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού μπορούν να αποκτήσουν ατομικό περιθώριο ντάμπινγκ. Οι μη περιλαμβανόμενοι στο δείγμα εξαγωγείς των οποίων η αίτηση δεν έγινε δεκτή σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού δεν μπορούν να αποκτήσουν ατομικό περιθώριο ντάμπινγκ, ανεξάρτητα από το εάν είναι εγκατεστημένοι σε χώρα με οικονομία της αγοράς. Επομένως, το Συμβούλιο κρίνει ότι, στην περίπτωση χώρας που δεν έχει οικονομία της αγοράς, οι αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας των μη περιλαμβανόμενων στο δείγμα επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ αποσκοπούν στο να επιτραπεί στις εταιρίες που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα ή σε αυτές των οποίων η αίτηση έγινε δεκτή σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού να αποκτήσουν ατομικό περιθώριο ντάμπινγκ. Το επιχείρημα των Brosmann Footwear κ.λπ. είναι σε κάθε περίπτωση αλυσιτελές καθώς οι ίδιες υπογραμμίζουν ορθώς ότι δεν διεκδίκησαν το δικαίωμα για ατομικό περιθώριο ντάμπινγκ.
51.
Η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου όπως εκτίθεται στη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι επίσης βάσιμη δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν ανέφερε ότι οι Brosmann Footwear κ.λπ. υπέβαλαν αίτηση αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ για την απόκτηση ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ. Οι λοιπές προβαλλόμενες από τις Brosmann Footwear κ.λπ. πλάνες περί το δίκαιο είτε είναι αβάσιμες είτε απαράδεκτες.
52.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι, σύμφωνα με όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, δεν υφίσταται υποχρέωση των θεσμικών οργάνων για αξιολόγηση κάθε αιτήσεως αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ, ακόμα και στην περίπτωση που αποφασίσουν να προσφύγουν στη μέθοδο της δειγματοληψίας. Όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα θεσμικά όργανα μπορούν να περιοριστούν στην εξέταση των αιτήσεων αναγνωρίσεως για επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στο δείγμα εφόσον, εν προκειμένω, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν αμφισβητείται ότι ο υπολογισμός ατομικών περιθωρίων ντάμπινγκ για όλες τις μη περιλαμβανόμενες στο δείγμα επιχειρήσεις που υπέβαλαν σχετικές αιτήσεις θα συνεπαγόταν υπερβολικό φόρτο εργασίας για τα κοινοτικά όργανα και θα παρεμπόδιζε την έγκαιρη ολοκλήρωση της έρευνας.
53.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εκτιμούν ότι είναι εν μέρει αβάσιμος και εν μέρει απαράδεκτος. Σε σχέση με την προβαλλόμενη υπέρβαση της τρίμηνης προθεσμίας για την εξέταση των αιτήσεων αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ των Brosmann Footwear κ.λπ., τα θεσμικά αυτά όργανα παραπέμπουν στην εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, καθόσον δεν εναπόκειται στα θεσμικά όργανα η εξέταση των αιτήσεων αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ των μη περιλαμβανομένων στο δείγμα εταιριών, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υπογραμμίζουν ότι η τρίμηνη προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού, δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε λυσιτέλεια σε σχέση με αυτά. Σε σχέση με την παρερμηνεία της ίδιας προθεσμίας κατά την εξέταση των αιτήσεων αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ των εταιριών που περιλαμβάνονται στο δείγμα, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εκτιμούν ότι αυτό το σκέλος δεν προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και αποτελεί συνεπώς νέο λόγο, που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός κατά την αναιρετική διαδικασία.
3. Ανάλυση
54.
Οι δύο αυτοί λόγοι αναιρέσεως αφορούν το ζήτημα του περιεχομένου του άρθρου 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού.
55.
Δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού επιτρέπει στην Επιτροπή να καταφύγει στην τεχνική της δειγματοληψίας, συγκεκριμένα στην περίπτωση που είναι σημαντικός ο αριθμός των καταγγελλόντων.
56.
Εξάλλου, οι Brosmann Footwear κ.λπ. δεν επικρίνουν πλέον την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, όπως εκτίθεται στη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία η μέθοδος της δειγματοληψίας συνεπάγεται περιορισμό του αντικειμένου της έρευνας.
57.
Επομένως, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, οι μη περιλαμβανόμενοι στο δείγμα εξαγωγείς ή παραγωγοί δεν περιλαμβάνονται στην έρευνα.
58.
Επισημαίνεται, εντούτοις, ότι το άρθρο 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού αμβλύνει τη διαπίστωσή αυτή στην ειδική περίπτωση αιτήσεων υπολογισμού «ατομικών περιθωρίων ντάμπινγκ».
59.
Πράγματι, στη διάταξη αυτή προβλέπεται ότι, καθόσον η Επιτροπή εφαρμόζει τη μέθοδο της δειγματοληψίας, ο εξαγωγέας ή ο παραγωγός που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα, αλλά οι οποίοι έχουν προσκομίσει τα απαραίτητα στοιχεία εντός των οριζόμενων προθεσμιών μπορούν «εντούτοις» να δικαιούνται τον υπολογισμό «ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ». Η εν λόγω δυνατότητα που παρέχεται στον παραγωγό ή στον εξαγωγέα που δεν περιλαμβάνεται στο δείγμα εφαρμόζεται «εκτός αν ο αριθμός τους είναι τόσο μεγάλος, ώστε να καθίσταται υπερβολικά επαχθής η ατομική εξέταση των δεδομένων καθενός και να παρεμποδίζεται η έγκαιρη ολοκλήρωση της έρευνας».
60.
Υπενθυμίζω ότι, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε, αφενός, στις σκέψεις 76 και 77 της αποφάσεως αυτής, ότι η αίτηση υπολογισμού ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ προϋποθέτει την αίτηση αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ, οσάκις πρόκειται για τις αναφερόμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού χώρες, χωρίς να σημαίνει ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 17, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, παρέχεται σε επιχείρηση που δεν περιλαμβάνεται στο δείγμα απόλυτο δικαίωμα για υπολογισμό ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ. Αφετέρου, κρίθηκε, στη σκέψη 78 της ίδιας αποφάσεως, ότι, δεδομένου ότι η αναγνώριση της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ ή ΙΜ έχει σημασία μόνο για τον καθορισμό της μεθόδου υπολογισμού της κανονικής αξίας ενόψει του υπολογισμού ατομικών περιθωρίων ντάμπινγκ, το άρθρο 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού επιτρέπει στην Επιτροπή να μην εξετάζει τις αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ οι οποίες υποβάλλονται από επιχειρήσεις μη περιλαμβανόμενες στο δείγμα, εφόσον ο υπολογισμός των εν λόγω περιθωρίων συνεπάγεται υπερβολικό φόρτο εργασίας και παρεμποδίζει την έγκαιρη ολοκλήρωση της έρευνας.
61.
Η ανάλυση που επιτελείται στις σκέψεις 76 και 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αποτελεί, ορθώς, αντικείμενο επικρίσεως των Brosmann Footwear κ.λπ..
62.
Πράγματι, για να μπορέσει η Επιτροπή να προβεί in fine στον υπολογισμό των ατομικών περιθωρίων ντάμπινγκ, οι εξαγωγείς ή παραγωγοί χώρας που δεν έχει οικονομία αγοράς, αλλά είναι μέλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου πρέπει είτε εκ των προτέρων να μπορούν να αξιώσουν την αναγνώριση της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ, ήτοι να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ, του βασικού κανονισμού, είτε, εφόσον υποτεθεί ότι δεν επωφελούνται από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών και εφόσον η κανονική αξία υπολογίζεται βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, να έχουν τη δυνατότητα εφαρμογής της ιδιαίτερης μεταχειρίσεως της οποίας οι προϋποθέσεις διέπονται από το άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού.
63.
Επομένως, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο υπολογισμός του ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ εξαρτάται από την αναγνώριση της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται είτε υπό ΚΟΑ είτε υπό ΙΜ. Ο υπολογισμός αυτός υπόκειται εντούτοις στην επιφύλαξη του άρθρου 17, παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, σύμφωνα με την οποία η ατομική εξέταση δεν πρέπει να καθιστά υπερβολικά επαχθές το έργο της Επιτροπής και να παρεμποδίζει την έγκαιρη ολοκλήρωση της έρευνας, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 76 της εν λόγω αποφάσεως.
64.
Κατά την άποψή μου, περισσότερο προβληματική είναι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, όπως εκτίθεται στη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία, κατ’ ουσίαν, οι αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ έχουν σημασία μόνο για τον υπολογισμό των ατομικών περιθωρίων ντάμπινγκ και, επομένως, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να αρνείται την εξέταση αιτήσεων αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ των εξαγωγέων που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, εφόσον ο υπολογισμός των εν λόγω περιθωρίων καθιστά υπερβολικό τον φόρτο εργασίας της και παρεμποδίζει την έγκαιρη ολοκλήρωση της έρευνας.
65.
Πράγματι, έστω και αν πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αίτηση αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ ή ΙΜ αποτελεί προϋπόθεση για τον υπολογισμό του ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ, μια τέτοια αίτηση δεν αποσκοπεί απαραιτήτως σε αίτηση υπολογισμού του εν λόγω περιθωρίου. Οι αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και ΙΜ, αφενός, και η αίτηση υπολογισμού του ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ, αφετέρου, διέπονται από διαφορετικές διατάξεις και προθεσμίες.
66.
Συναφώς, η ανακοίνωση περί κινήσεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ όριζε, εν προκειμένω, ότι οι αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ οι οποίες υποβλήθηκαν βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού και οι αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΙΜ, οι οποίες υποβλήθηκαν κατά το άρθρο 9, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού, έπρεπε να αποσταλούν στην Επιτροπή εντός δεκαπέντε ημερών από τη δημοσίευση της εν λόγω ανακοινώσεως ενώ οι αιτήσεις υπολογισμού ατομικών περιθωρίων ντάμπινγκ, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 6, και το άρθρο 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, έπρεπε να αποσταλούν εντός προθεσμίας σαράντα ημερών από τη δημοσίευση της ανακοινώσεως περί κινήσεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ. Στην πρώτη υποσημείωση της εν λόγω ανακοινώσεως, στην οποία αναφέρεται το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υπογραμμίζεται εξάλλου ο προαιρετικός χαρακτήρας αιτήσεως υπολογισμού του ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ εκ μέρους των εξαγωγέων ή των παραγωγών που αιτήθηκαν δικαιώματος να τους αναγνωριστεί η ιδιότητα της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ ή ΙΜ. Όπως επισημαίνουν επίσης οι Brosmann Footwear κ.λπ., μια αίτηση υπολογισμού ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ πρέπει να περιλαμβάνει πρόσθετες πληροφορίες σε σχέση με τις αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ ή ΙΜ.
67.
Εξάλλου, από την αιτιολογική σκέψη 64 του προσωρινού κανονισμού που αναφέρεται στη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι μόνον τέσσερις Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς οι οποίοι δεν περιλαμβάνονταν στο δείγμα που καταρτίστηκε από την Επιτροπή ζήτησαν τον υπολογισμό ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ και κοινοποίησαν τα απαραίτητα στοιχεία κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 6, και του άρθρου 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, ενώ δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι 141 Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς υπέβαλαν αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ, μεταξύ των οποίων και οι Brosmann Footwear κ.λπ. χωρίς να έχουν οι τελευταίες επίσης συμπληρώσει, εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, το ερωτηματολόγιο με το οποίο μπορούν να ζητήσουν τον υπολογισμό ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ.
68.
Επομένως, προκύπτει με μεγάλη σαφήνεια, τόσο από το νομικό πλαίσιο όσο και από τα έγγραφα της εν λόγω υποθέσεως, ότι επιχείρηση που υποβάλλει αίτηση αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ ή ΙΜ δεν επιδιώκει απαραιτήτως τον υπολογισμό του ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ ούτε είναι υποχρεωμένη προς τούτο.
69.
Εφόσον αίτηση αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ ή ΙΜ δεν συνδέεται απαραιτήτως με αίτηση υπολογισμού ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ, δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποιο τρόπο, ελλείψει συγκεκριμένης αιτήσεως του εν λόγω περιθωρίου ντάμπινγκ, μπορεί το άρθρο 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού να καλύπτει και την εξέταση των αιτήσεων αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ των εξαγωγέων ή των παραγωγών που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα.
70.
Φρονώ επομένως ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το άρθρο 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού δεν επέτρεπε στην Επιτροπή να εξετάζει τις αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ των εταιριών οι οποίες, όπως και οι Brosmann Footwear κ.λπ., δεν περιλαμβάνονταν στο δείγμα. Πράγματι, το άρθρο αυτό περιορίζεται στο να επιτρέπει στην Επιτροπή να μην εξετάζει τις αιτήσεις υπολογισμού ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ εταιρίας που δεν περιλαμβάνεται στο δείγμα υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει.
71.
Αντιθέτως, εκτιμώ ότι αυτή η πλάνη περί το δίκαιο προβάλλεται αλυσιτελώς καθόσον δεν μπορεί προκαλέσει την ακύρωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
72.
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, ορθώς και δίχως η εν λόγω εκτίμηση να επικριθεί από τις Brosmann Footwear κ.λπ., το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η δειγματοληψία συνιστά περιορισμό της έρευνας και επομένως δεν εφαρμόζεται στις μη περιλαμβανόμενες στο δείγμα εταιρίες.
73.
Όπως επισήμανα προηγουμένως, η μοναδική εξαίρεση του περιορισμού αυτού της έρευνας, η οποία, πάντως, ευθύς αμέσως, γίνεται λιγότερη απόλυτη, αφορά την εξέταση των αιτήσεων υπολογισμού του ατομικού περιθωρίου ντάμπινγκ των εξαγωγέων ή των παραγωγών που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού. Η εξαίρεση αυτή, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά, δεν καλύπτει τις αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και ΙΜ που υποβάλλονται από τους παραγωγούς ή τους εξαγωγείς που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα.
74.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα, βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, να μην εξετάζει τις αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και ΙΜ των εταιριών που δεν περιλαμβάνονταν στο δείγμα. Η μη εξέταση αυτών των αιτήσεων αποτελεί συνέπεια της εφαρμογής της μεθόδου της δειγματοληψίας, ανεξαρτήτως εφαρμογής της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου.
75.
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι Brosmann Footwear κ.λπ. δεν αμφισβητούν ούτε τη σύνθεση του δείγματος των Κινέζων παραγωγών-εξαγωγέων ούτε τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα του. Επικρίνουν απλώς, στο σημείο 22 της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, την ερμηνεία που αποδίδει το Γενικό Δικαστήριο στο άρθρο 17 του βασικού κανονισμού, ισχυριζόμενες ότι το δείγμα μπορεί να καταρτιστεί έγκυρα μόνον κατόπιν αποφάσεως της Επιτροπής επί των αιτήσεων αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ.
76.
Εξάλλου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η έρευνα που περιλαμβάνει η δειγματοληψία μπορεί να διεξαχθεί μόνον κατόπιν της αποφάσεως της Επιτροπής επί του συνόλου των αιτήσεων αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ, συμπεριλαμβανομένων όσων υποβλήθηκαν από εταιρίες εκτός δείγματος. Καθόσον, ακόμη κι αν το προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, γνωστοποιείται με ανακοίνωση η έναρξη της έρευνας και οι αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ μπορούν να υποβληθούν μόνον κατόπιν της εν λόγω ενάρξεως της διαδικασίας, ο περιορισμός της έρευνας που αποτελεί συνέπεια της εφαρμογής της μεθόδου της δειγματοληψίας συνεπάγεται αναγκαστικά ότι οι αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ των εταιριών που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα δεν μπορούν να εξεταστούν.
77.
Η απουσία μιας τέτοιας εξετάσεως δεν συνεπάγεται, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν επίσης οι Brosmann Footwear κ.λπ., την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των μη περιλαμβανόμενων στο δείγμα εταιριών, σε βάρος των μη περιλαμβανόμενων στο δείγμα επιχειρήσεων των οποίων οι αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ ή ΙΜ έπρεπε να γίνουν δεκτές με τρόπο ώστε, σε ό,τι αφορά τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ, εξετάζονταν ακριβώς όπως και οι αιτήσεις εταιριών μη περιλαμβανομένων στο δείγμα οι οποίες αφορούσαν την αναγνώριση της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ και απορρίφθηκαν.
78.
Πράγματι, πέραν του ότι ένα τέτοιο επιχείρημα είναι φύσει υποθετικό στην περίπτωση των Brosmann Footwear κ.λπ., πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 9, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι ο δασμός αντιντάμπινγκ ο οποίος επιβάλλεται σε εξαγωγείς-παραγωγούς οι οποίοι δεν έχουν συμπεριληφθεί στην έρευνα δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το μέσο σταθμισμένο περιθώριο ντάμπινγκ που έχει καθοριστεί για τις επιχειρήσεις που επελέγησαν για τη δειγματοληψία. Η διάταξη αυτή, της οποίας η εγκυρότητα δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από τις Brosmann Footwear κ.λπ., δεν απονέμει συνεπώς κανένα δικαίωμα στους μη περιλαμβανόμενους στο δείγμα παραγωγούς-εξαγωγείς οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ ή ΙΜ να αποκτήσουν εκ μέρους των θεσμικών οργάνων υπολογισμό του μέσου σταθμισμένου περιθωρίου ντάμπινγκ διαφορετικό από αυτόν που προκύπτει από την εξέταση του συνόλου των εταιριών του δείγματος, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι εταιρίες αυτές έχουν αναγνωριστεί ως δραστηριοποιούμενες υπό ΚΟΑ ή ΙΜ.
79.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, και παρά την πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την ερμηνεία του άρθρου 17, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εντούτοις ορθώς κατ’ ουσίαν στη σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το επιχείρημα που αντλείται από την υπέρβαση της τρίμηνης προθεσμίας που παρέχεται στην Επιτροπή για την εξέταση των αιτήσεων αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ των Brosmann Footwear κ.λπ., ότι η προθεσμία αυτή αφορά αποκλειστικά τις αιτήσεις που υποβάλλονται από τις εταιρίες που συμμετέχουν στην έρευνα, ήτοι τους παραγωγούς-εξαγωγείς που περιλαμβάνονται στο δείγμα.
80.
Σε ό,τι αφορά τη μη τήρηση της προθεσμίας για την εξέταση των εν λόγω αιτήσεων αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ που υπέβαλαν οι τελευταίες αυτές εταιρίες, δεν θεωρώ ότι οι Brosmann Footwear κ.λπ. προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν απάντησε επί αυτού, καθόσον η αιτίαση αυτή δεν προβλήθηκε κατ’ ουσίαν πρωτοδίκως. Πράγματι, παρά τον ισχυρισμό του συνηγόρου των Brosmann Footwear κ.λπ. της κύριας δίκης που προβλήθηκε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου επ’ ακροατηρίου διαδικασία, κατά τον οποίο η αιτίαση αυτή διατυπώθηκε στη σκέψη 67 της προσφυγής, προκύπτει από το πλαίσιο στο οποίο διατυπώθηκε η εν λόγω σκέψη ότι η μη τήρηση της τρίμηνης προθεσμίας αφορούσε μόνον τις αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ που υποβλήθηκαν από τις Brosmann Footwear κ.λπ. και από άλλους Κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα. Πράγματι, η σκέψη αυτή αποτελεί σκέλος της προσφυγής που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού και ιδίως των δικαιωμάτων άμυνας. Δεδομένου ότι τα δικαιώματα αυτά είναι φύσει υποκειμενικά, το σκέλος αυτό, όπως έχει διατυπωθεί, δεν μπορεί σαφώς να αναφέρεται εγκύρως στις κινεζικές εταιρίες που περιλαμβάνονται στο δείγμα των οποίων οι αιτήσεις αναγνωρίσεως της ιδιότητας της επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό ΚΟΑ και/ή ΙΜ εξετάστηκαν από τα θεσμικά όργανα. Προτείνω, επομένως, την απόρριψη της εν λόγω αιτιάσεως ως απαράδεκτης κατ’ αναίρεση.
81.
Βάσει όλων των προαναφερθέντων, προτείνω την απόρριψη των δύο πρώτων λόγων αναιρέσεως, του πρώτου ως αλυσιτελούς, του δεύτερου ως αβάσιμου.
Β — Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο και από παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν τον ικανοποιητικό βαθμό συνεργασίας με την κοινοτική βιομηχανία στο πλαίσιο της έρευνας και της διεξαγωγής της τελευταίας
82.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως χωρίζεται σε δύο σκέλη τα οποία αντλούνται από πλάνη περί το δίκαιο και παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν τον ικανοποιητικό βαθμό συνεργασίας με την κοινοτική βιομηχανία στο πλαίσιο της έρευνας και της διεξαγωγής της τελευταίας.
1. Επί του πρώτου σκέλους, που αφορά την πλάνη περί το δίκαιο και την παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν τον ικανοποιητικό βαθμό συνεργασίας με την κοινοτική βιομηχανία στο πλαίσιο της έρευνας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
83.
Σύμφωνα με τις Brosmann Footwear κ.λπ., το Γενικό Δικαστήριο αρκέστηκε στο να εξετάσει εάν η καταγγελία υποστηρίχθηκε με αιτιολόγηση της ενάρξεως της έρευνας αντιντάμπινγκ, αλλά δεν ερεύνησε εάν τα θεσμικά όργανα αποφάνθηκαν ορθώς ότι οι 804 κοινοτικοί παραγωγοί που δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα, οι οποίοι έχουν απαντήσει μόνο στο πρώτο ερωτηματολόγιο που διαβιβάστηκε πριν την έρευνα (στο εξής: το ερωτηματολόγιο για το έννομο συμφέρον), είχαν συνεργαστεί επαρκώς για τον καθορισμό του έννομου συμφέροντος κατά τη διάρκεια της έρευνας. Το Γενικό Δικαστήριο δεν έλεγξε, δηλαδή, εάν τα θεσμικά όργανα έκριναν ορθώς ότι η απαίτηση σχετικά με το έννομο συμφέρον πληρώθηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας. Συνεπώς, οι Brosmann Footwear κ.λπ. προβάλλουν ότι δεν είναι βέβαιο ότι ο σημαντικός βαθμός υποστηρίξεως της καταγγελίας πριν την έναρξη της έρευνας θα ήταν ο ίδιος με τον βαθμό συνεργασίας και έννομου συμφέροντος κατά την έναρξη της έρευνας. Το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει κρίνει ότι τα θεσμικά όργανα είχαν την υποχρέωση να ελέγξουν τη συνεργασία των 804 καταγγελλόντων, απευθύνοντάς τους το ερωτηματολόγιο της δειγματοληψίας. Πράγματι, όπως το παραδέχτηκε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το εν λόγω ερωτηματολόγιο ήταν αυτό που θα αποστελλόταν κανονικά στους κοινοτικούς παραγωγούς προκειμένου να επιβεβαιώσουν τη συνεργασία τους στην έρευνα. Εξάλλου, εκτιμώντας κατ’ ουσίαν στις σκέψεις 110 έως 112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι τα θεσμικά όργανα είχαν την εξουσία να μην αποστείλουν τα ερωτηματολόγια της δειγματοληψίας στους 804 κοινοτικούς παραγωγούς που δεν περιλαμβάνονταν στο δείγμα με σκοπό να ελέγξουν τη συνεργασία τους κατά τη διάρκεια της έρευνας και παραδεχόμενο ότι αρκούσε για τον έλεγχο αυτόν η απλή δήλωσή τους υποστηρίξεως της καταγγελίας με την απάντηση στο ερωτηματολόγιο για το έννομο συμφέρον, το Γενικό Δικαστήριο παρερμήνευσε τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού καθώς και την υποχρέωση αιτιολογήσεως της αποφάσεώς του.
84.
Οι εκτιμήσεις που εκτίθενται στη σκέψη 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως βαρύνονται επίσης από παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχειών, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο κακώς συνήγαγε από το ερωτηματολόγιο για το έννομο συμφέρον ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί γνώριζαν ότι οι πληροφορίες που κοινοποιούσαν θα υπόκειντο, ενδεχομένως σε έλεγχο κατά τη διάρκεια της έρευνας και ότι οι απαντήσεις στο έγγραφο αυτό αρκούσαν για την απόδειξη υπάρξεως συνεργασίας κατά τη διάρκεια της έρευνας.
85.
Με βάση όλα τα προεκτεθέντα, οι Brosmann Footwear κ.λπ. υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μόνον οι δέκα εταιρίες της Ένωσης οι οποίες περιλαμβάνονταν στο δείγμα συνεργάστηκαν κατά την έρευνα, γεγονός που ήταν εντούτοις ανεπαρκές για την επίτευξη του ορίου που απαιτείται για «το έννομο συμφέρον στο πλαίσιο της έρευνας». Υπό αυτές τις συνθήκες, οι εν λόγω εταιρίες δεν μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν εγκύρως την «κοινοτική βιομηχανία» για τους σκοπούς της διαδικασίας αντιντάμπινγκ.
86.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή προτείνουν την απόρριψη του πρώτου αυτού σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως. Κατ’ ουσίαν, τα εν λόγω θεσμικά όργανα κρίνουν ότι οι παραγωγοί της Ένωσης, έχοντας απαντήσει στο ερωτηματολόγιο για το έννομο συμφέρον και έχοντας επιβεβαιώσει ότι υποστηρίζουν την καταγγελία, έχουν συνεργαστεί. Κατά συνέπεια, οι 814 εταιρίες πρέπει συνεπώς να θεωρηθούν ότι ενεργούν εκ μέρους της «κοινοτικής βιομηχανίας» κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Η Επιτροπή δεν έχει καμία υποχρέωση να επιβεβαιώσει εκ νέου εάν αυτές οι εταιρίες συνεργάζονταν κατόπιν της ενάρξεως της έρευνας.
β) Ανάλυση
87.
Όπως αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, στο πλαίσιο έρευνας αντιντάμπινγκ η Επιτροπή απευθύνει διάφορα είδη ερωτηματολογίων στα ενδιαφερόμενα μέρη.
88.
Η φύση και οι λειτουργίες των ερωτηματολογίων αυτών δεν ορίζονται εντούτοις στον βασικό κανονισμό.
89.
Όπως υπογράμμισε το Συμβούλιο και χωρίς να το αμφισβητήσουν οι Brosmann Footwear κ.λπ., η Επιτροπή απευθύνει, κατά κανόνα, δύο ερωτηματολόγια στους καταγγέλλοντες παραγωγούς της Ένωσης.
90.
Το ερωτηματολόγιο για το έννομο συμφέρον, του οποίου ο ακριβής τίτλος, εν προκειμένω, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι «Ενδεχόμενη έναρξη έρευνας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές υποδημάτων με δερμάτινο επάνω μέρος προελεύσεως Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Βιετνάμ», αντιστοιχεί στο ερωτηματολόγιο που αξιολογεί τον βαθμό υποστηρίξεως της καταγγελίας. Κατά συνέπεια, το ερωτηματολόγιο αυτό διαβιβάζεται πριν την έναρξη της έρευνας.
91.
Το δεύτερο ερωτηματολόγιο, το οποίο ονομάζεται «ερωτηματολόγιο της δειγματοληψίας», διαβιβάζεται στους παραγωγούς της Ένωσης κατόπιν της ενάρξεως της έρευνας. Το ερωτηματολόγιο αυτό συμπληρώνεται κατά κανόνα σε δύο στάδια. Πρώτον, όλοι οι παραγωγοί λαμβάνουν ένα σύντομο ερωτηματολόγιο δειγματοληψίας στο οποίο καλούνται να συμπληρώσουν τα απαραίτητα στοιχεία, συγκεκριμένα τα μεγέθη της παραγωγής και των πωλήσεων, και των οποίων οι απαντήσεις συνδράμουν συνήθως στη σύνθεση αντιπροσωπευτικού δείγματος. Στο πλαίσιο του πρώτου αυτού ερωτηματολογίου, η Επιτροπή ερωτά επίσης εάν, σε περίπτωση εφαρμογής της μεθόδου της δειγματοληψίας, οι παραγωγοί της Ένωσης προτίθενται να λάβουν μέρος στο δείγμα, να προσκομίσουν τα απαραίτητα στοιχεία για την εκτίμηση της ζημίας, καθώς και να επιτρέψουν στην Επιτροπή να προβεί σε επιτόπιους ελέγχους. Δεύτερον, κατόπιν της συνθέσεως του δείγματος, η Επιτροπή απευθύνει στους περιλαμβανόμενους στο δείγμα παραγωγούς της Ένωσης το δεύτερο μέρος του ερωτηματολογίου —που αφορά την εκτίμηση της ζημίας της κοινοτικής βιομηχανίας.
92.
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται, όπως επισημαίνει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή εφάρμοσε διαφορετική μέθοδο λόγω του εξαιρετικά υψηλού αριθμού παραγωγών της Ένωσης. Συνεπώς, συνέθεσε το δείγμα βάσει των συγκεντρωθέντων μέσω του ερωτηματολογίου στοιχείων σχετικά με το έννομο συμφέρον και απηύθυνε το δεύτερο ερωτηματολόγιο μόνο στις καταγγέλλουσες εταιρίες της Ένωσης που περιλαμβάνονταν στο δείγμα, προκειμένου οι τελευταίες να προσκομίσουν κυρίως τα σχετικά με την εκτίμηση της ζημίας στοιχεία. Οι μη περιλαμβανόμενοι στο δείγμα παραγωγοί της Ένωσης, ήτοι οι 804 εταιρίες από τους 814 παραγωγούς στο όνομα των οποίων υποβλήθηκε η καταγγελία, δεν έλαβαν συνεπώς το σύντομο ερωτηματολόγιο της δειγματοληψίας.
93.
Κατά την άποψη των Brosmann Footwear κ.λπ. και σύμφωνα με το Γενικό Δικαστήριο, η παραδοχή ότι η Επιτροπή δύναται να πράττει τοιουτοτρόπως θα αντέβαινε στα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Πράγματι, σύμφωνα με την οπτική αυτή και υπό αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή δεν θα προέβαινε στον έλεγχο της συνεργασίας των μη περιλαμβανομένων στο δείγμα εταιριών στην έρευνα. Οι εν λόγω εταιρίες έπρεπε συνεπώς να εξαιρεθούν από τον ορισμό της «κοινοτικής βιομηχανίας» σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Επομένως, βάσει αυτού συμπεραίνεται επίσης ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την υποστήριξη της καταγγελίας, τη συνεργασία στην έρευνα και την εκτίμηση της ζημίας που προκλήθηκε στην κοινοτική βιομηχανία από το ντάμπινγκ δεν έχουν πληρωθεί.
94.
Φρονώ ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν ευσταθούν.
95.
Καταρχάς, δεν αμφισβητείται, όπως επισημαίνει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 4, του βασικού κανονισμού, η έρευνα αντιντάμπινγκ αρχίζει εγκύρως —με την επιφύλαξη της παραγράφου 6 του ίδιου άρθρου, η οποία δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω— αν υποβληθεί καταγγελία εκ μέρους ή για λογαριασμό της «κοινοτικής βιομηχανίας». Γίνεται δεκτό ότι η καταγγελία έχει υποβληθεί εκ μέρους ή για λογαριασμό της κοινοτικής βιομηχανίας αν υποστηρίζεται από παραγωγούς της Ένωσης των οποίων η παραγωγή αντιπροσωπεύει ποσοστό άνω του 50 % της συνολικής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος από το τμήμα της κοινοτικής βιομηχανίας το οποίο είτε εκφράζει την υποστήριξή του προς την καταγγελία είτε αντιτίθεται σε αυτή. Εξάλλου, οι παραγωγοί που ρητώς υποστηρίζουν την καταγγελία πρέπει επίσης να αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 25 % της συνολικής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος από την κοινοτική βιομηχανία
96.
Όπως έκρινε επίσης το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς την οποία οι Brosmann Footwear κ.λπ. δεν προβάλλουν καμία αντίρρηση, η «υποστήριξη» καταγγελίας υποβληθείσας εξ ονόματος της κοινοτικής βιομηχανίας, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφοι 2 και 4, του βασικού κανονισμού, απαιτεί από τον καταγγέλλοντα ή τους καταγγέλλοντες, καθώς και από τα πρόσωπα εξ ονόματος των οποίων υποβλήθηκε η καταγγελία, πρώτον, να παράσχουν τα στοιχεία που ζητεί η Επιτροπή προκειμένου να εξετάσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επιβολής δασμού αντιντάμπινγκ και, δεύτερον, να δεχθούν να υποβληθούν σε οποιονδήποτε έλεγχο κρίνει σκόπιμο να διενεργήσει η Επιτροπή, προκειμένου να ελέγξει την ακρίβεια των παρασχεθέντων στοιχείων.
97.
Η δεύτερη αυτή δέσμευση αντιπροσωπεύει τη συνεργασία στην έρευνα για την οποία δεν έχει δοθεί κανένας θετικός ορισμός από τον βασικό κανονισμό, αλλά ο οποίος προκύπτει από τα άρθρα 6, παράγραφος 8, και 18 του βασικού κανονισμού που αναφέρεται, κατ’ ουσίαν, στη στάση των ενδιαφερόμενων μερών να συμμετέχουν στην ομαλή διεξαγωγή της έρευνας ιδίως με τη δέσμευσή τους να παρέχουν πρόσβαση ή να προσκομίζουν πληροφορίες στην Επιτροπή και να υποβάλλονται στους διενεργούμενους από την τελευταία ελέγχους.
98.
Συναφώς, αξίζει να υπομνησθεί ότι ο βασικός κανονισμός δεν προβλέπει καμία συγκεκριμένη μέθοδο η οποία να επιτρέπει τη διαπίστωση της υποστηρίξεως της καταγγελίας ή τον έλεγχο της συνεργασίας στην έρευνα από τους παραγωγούς της Ένωσης. Οι Brosmann Footwear κ.λπ. δέχονται εξάλλου επανειλημμένα στην αίτηση αναιρέσεώς τους ότι, όπως έχει κρίνει το Γενικό Δικαστήριο κατ’ ουσίαν, δεν υπάρχει ενιαία μέθοδος που επιβάλλεται στην Επιτροπή ( 8 ). Έχοντας υπόψη το μεγάλο περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν συνεπώς τα θεσμικά όργανα, ορθώς δεν μπορεί η Επιτροπή να υποχρεωθεί να ακολουθήσει ειδική διαδικασία για τη διαπίστωση της υποστηρίξεως της καταγγελίας ή του ελέγχου της συνεργασίας της έρευνας από τους παραγωγούς της Ένωσης, και συγκεκριμένα εφόσον δεν αμφισβητείται η ύπαρξη εξαιρετικά υψηλού αριθμού καταγγελλόντων παραγωγών της Ένωσης.
99.
Εν συνεχεία, εφόσον καθίσταται σαφές ότι η συνεργασία των περιλαμβανόμενων στο δείγμα εταιριών πρέπει να υφίσταται καθ’ όλην τη διάρκεια της έρευνας, η συνεργασία των μη περιλαμβανόμενων στο δείγμα παραγωγών της Ένωσης περιορίζεται στην κοινοποίηση των πληροφοριών που επιτρέπουν, αφενός, να συνάγεται η ιδιότητα ή όχι μέλους των εν λόγω παραγωγών στην «κοινοτική βιομηχανία» με τρόπο ώστε να ελέγχεται η υποστήριξή τους στην καταγγελία και, αφετέρου, τη σύνθεση του δείγματος. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, κατόπιν της καταρτίσεως του δείγματος, οι παραγωγοί της Ένωσης που δεν περιλαμβάνονται σε αυτό δεν συμμετέχουν πλέον, εξ ορισμού, στην έρευνα.
100.
Εξάλλου, σε ό,τι αφορά το πρώτο στοιχείο, ήτοι τον έλεγχο της υποστηρίξεως της καταγγελίας, οι Brosmann Footwear κ.λπ. δεν αμφισβητούν το ότι πράγματι το Γενικό Δικαστήριο προέβη στις σκέψεις 110 και 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε τέτοιο έλεγχο. Θα ήθελα να προσθέσω ότι, υπό το φως της διευκρινίσεως που παρατίθεται στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων και αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι Brosmann Footwear κ.λπ., δεν εναπόκειται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να ελέγξει «το έννομο συμφέρον [των μη περιλαμβανόμενων στο δείγμα εταιριών] κατά την έρευνα». Πράγματι, καθόσον γίνεται κατανοητό από την τελευταία αυτή φράση, ο έλεγχος της συνεργασίας κατόπιν της συνθέσεως του δείγματος διενεργείται πλήρως μόνον όσον αφορά τις εταιρίες του εν λόγω δείγματος.
101.
Σε σχέση με το δεύτερο στοιχείο, ήτοι την κατάρτιση του δείγματος, οι Brosmann Footwear κ.λπ. επισημαίνουν ορθώς ότι, στη σκέψη 164 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή, βασιζόμενη στο ερωτηματολόγιο που απευθυνόταν στους 814 παραγωγούς της Ένωσης ( 9 ), διέθετε τα απαραίτητα στοιχεία για την εν λόγω κατάρτιση βάσει κριτηρίων τα οποία έκρινε πρόσφορα. Μολονότι οι Brosmann Footwear κ.λπ. ισχυρίζονται ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία αναφέροντας ότι το ερωτηματολόγιο για το έννομο συμφέρον περιελάμβανε ερωτήσεις σχετικά με περίοδο διαφορετική από εκείνη της έρευνας, ο ισχυρισμός αυτός όχι μόνον είναι αβάσιμος, αλλά επίσης και κυρίως, όπως τόνισε το Συμβούλιο, αναιρείται από το περιεχόμενο του ίδιου του ερωτηματολογίου το οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην παραγωγή κάθε καταγγέλλουσας εταιρίας για την περίοδο έρευνας ( 10 ).
102.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, προτείνω να απορριφθεί το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως.
2. Επί του δεύτερου σκέλους, που αφορά πλάνη περί το δίκαιο και παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τη διεξαγωγή της έρευνας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
103.
Οι Brosmann Footwear κ.λπ. υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο σε ό,τι αφορά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, παραδεχόμενο ότι τα θεσμικά όργανα θα μπορούσαν έγκυρα να χρησιμοποιήσουν τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν πριν την ανακοίνωση περί κινήσεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ για τους σκοπούς της δειγματοληψίας.
104.
Επικουρικώς, οι Brosmann Footwear κ.λπ. ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή, χρησιμοποιώντας τις κοινοποιηθείσες στο πλαίσιο του ερωτηματολογίου για το έννομο συμφέρον πληροφορίες, ξεκίνησε την έρευνά της πιο νωρίς από την ημερομηνία της ανακοινώσεως περί κινήσεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ. Κατά συνέπεια, ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή δεν ολοκλήρωσε την έρευνα εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε μηνών η οποία προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού.
105.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το εν λόγω επιχείρημα είναι αβάσιμο.
β) Ανάλυση
106.
Δεν αμφισβητείται ότι η συλλογή των στοιχείων από την Επιτροπή στο πλαίσιο των απαντήσεων στο ερωτηματολόγιο για το έννομο συμφέρον έγινε πριν τη δημοσίευση της ανακοινώσεως περί κινήσεως της διαδικασίας έρευνας.
107.
Εντούτοις, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε περίπτωση που η Επιτροπή πρέπει να συλλέγει και να ελέγχει ορισμένες κοινοποιηθείσες από τους καταγγέλλοντες πληροφορίες πριν την έναρξη της διαδικασίας, καμία διάταξη του βασικού κανονισμού δεν την εμποδίζει να τις λάβει υπόψη στο πλαίσιο της έρευνας.
108.
Το γεγονός ότι η Επιτροπή ξεκινά την έρευνα κατόπιν της ανακοινώσεως περί κινήσεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, όπως ορίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, δεν σημαίνει ότι οι πληροφορίες που περιέχονται σ’ αυτήν πριν την έρευνα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τη διάρκεια αυτής.
109.
Άλλως η Επιτροπή θα ήταν υποχρεωμένη να ζητεί εκ μέρους των καταγγελλόντων παραγωγών της Ένωσης την επανειλημμένη κοινοποίηση ουσιαστικά ομοίων πληροφοριών, ανεξαρτήτως της απαιτήσεως χρηστής διοικήσεως και της αποτελεσματικής διαχειρίσεως των περιορισμένων πόρων, ιδίως καθόσον ο αριθμός των καταγγελλόντων είναι εξαιρετικά υψηλός, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
110.
Επιπλέον, όπως έχω ήδη υπογραμμίσει, οι Brosmann Footwear κ.λπ. δεν αμφισβητούν σοβαρά το γεγονός ότι τα συγκεντρωθέντα πριν τη δημοσίευση της ανακοινώσεως περί ενάρξεως της έρευνας στοιχεία επέτρεπαν την σύνθεση του δείγματος των παραγωγών της Ένωσης, επαρκώς κατά νόμον.
111.
Επιπλέον, σε ό,τι αφορά την τήρηση της δεκαπεντάμηνης προθεσμίας η οποία προβλέπεται για την επιβολή των δασμών από τη δημοσίευση της ανακοινώσεως περί ενάρξεως της έρευνας, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε ορθώς στο συμπέρασμα, με τη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι στον οριστικό κανονισμό είχε τηρηθεί πλήρως η συγκεκριμένη απαίτηση του βασικού κανονισμού. Πράγματι, εάν η Επιτροπή συνέλεξε πληροφορίες πριν τη δημοσίευση της ανακοινώσεως περί ενάρξεως της έρευνας ενώπιον των καταγγελλόντων παραγωγών της Ένωσης, οι πληροφορίες αυτές για τη σύνθεση του δείγματος χρησιμοποιήθηκαν και ελέγχθηκαν κατόπιν της ενάρξεως της εν λόγω έρευνας. Η Επιτροπή δεν εκκίνησε συνεπώς την έρευνα πριν τη δημοσίευση της ανακοινώσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας.
112.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνω να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου καθώς και ο λόγος αυτός στο σύνολό του.
Γ — Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως που αφορά πλάνη περί το δίκαιο και παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την εκτίμηση της ζημίας που προκλήθηκε στην κοινοτική βιομηχανία
1. Διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου
113.
Στην πρωτοβάθμια διαδικασία, οι Brosmann Footwear κ.λπ. υποστήριξαν ότι, για την εκτίμηση των μακροοικονομικών και μικροοικονομικών παραμέτρων όσον αφορά τη ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία, τα θεσμικά όργανα στηρίχθηκαν σε μη αξιόπιστα στοιχεία. Συγκεκριμένα, οι Brosmann Footwear κ.λπ. υποστήριξαν, βάσει των πληροφοριών που είχαν κυρίως συλλεχθεί από τον Τύπο και οι οποίες διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή, ότι ορισμένες ιταλικές εταιρίες που περιλαμβάνονταν πιθανώς στο δείγμα των παραγωγών της Ένωσης προσκόμισαν ψευδή στοιχεία και διέπραξαν ορισμένο αριθμό απατών σε εθνικό επίπεδο προκειμένου να επωφεληθούν από τις ενισχύσεις ή τις παραβάσεις του εργατικού δικαίου.
114.
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις αιτιάσεις αυτές.
115.
Καταρχάς, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε στη σκέψη 168 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι μια επιχείρηση έχει διαπράξει απάτες σε εθνικό επίπεδο ότι η επιχείρηση αυτή δεν συνεργάζεται σε έρευνα αντιντάμπινγκ της Επιτροπής και ότι έχει προσκομίσει, στο πλαίσιο αυτό, ανακριβή στοιχεία. Μια τέτοια περίπτωση, ακόμα κι αν προκύψει, δεν αρκεί από μόνη της για τη συναγωγή συμπεράσματος ότι τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στο πλαίσιο της έρευνας αντιντάμπινγκ δεν είναι αξιόπιστα, εάν τα εν λόγω στοιχεία δεν έχουν καμία σχέση με τις εν λόγω απάτες. Εξάλλου, στη σκέψη 169 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο, απαντώντας σε προβαλλόμενο επιχείρημα σχετικά με την καταδίκη διαχειριστή μιας εκ των ιταλικών εταιριών για αντικανονική τήρηση βιβλίων, έκρινε ότι τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά αφορούσαν περίοδο κατά πολλά έτη προγενέστερη της περιόδου της έρευνας και δεν έθιγαν την αξιοπιστία των στοιχείων που προσκομίστηκαν στο πλαίσιο της έρευνας αντιντάμπινγκ.
116.
Εν συνεχεία, σχετικά με τα επιχειρήματα των Brosmann Footwear κ.λπ. ότι δύο ιταλικές εταιρίες προσκόμισαν παραποιημένα στοιχεία, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, κατ’ ουσίαν, στη σκέψη 173 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι μπορούν να θεωρηθούν λυσιτελή μόνον εφόσον καθιστούν αναξιόπιστες τις παραμέτρους (μακροοικονομικές και μικροοικονομικές) που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη ζημίας στην κοινοτική βιομηχανία.
117.
Συνεχίζοντας με την εξέταση του αντίκτυπου που θα μπορούσαν να έχουν τα εν λόγω δεδομένα στους μακροοικονομικούς δείκτες της ζημίας, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ένα προς ένα, στις σκέψεις 174 έως 176 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα επιχειρήματα των Brosmann Footwear κ.λπ. Συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά τις απάτες τις οποίες φέρεται να έχει διαπράξει μία από τις δύο ιταλικές επιχειρήσεις και οι οποίες συνίστανται στην είσπραξη κρατικών ενισχύσεων με σκοπό την αγορά νέων μηχανημάτων, τα οποία, όμως, εγκαταστάθηκαν σε τρίτη χώρα, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 176 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο ισχυρισμός αυτός, εφόσον ευσταθεί, οδηγεί σε αρνητικά συμπεράσματα για το πραγματικό ύψος των επενδύσεων στην κοινοτική αγορά και επιβεβαιώνει τις σχετικές διαπιστώσεις του Συμβουλίου.
118.
Όσον αφορά την επίδραση των στοιχείων αυτών στους μικροοικονομικούς δείκτες της ζημίας, η οποία εξετάστηκε στις σκέψεις 178 και 179 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα στοιχεία που κοινοποιήθηκαν από τις δύο ιταλικές εταιρίες μπόρεσαν να επηρεάσουν τον υπολογισμό της μέσης τιμής πωλήσεως των υποδημάτων που έχουν το πάνω μέρος από δέρμα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κριτήριο της μέσης τιμής πωλήσεως δεν αποτελούσε από μόνο του καθοριστικό παράγοντα. Πράγματι, ακόμη κι αν η μέση τιμή πωλήσεως είναι στην πραγματικότητα υψηλότερη, τούτο δεν αρκεί για την ανατροπή των διαπιστώσεων του Συμβουλίου σχετικά με τις ταμειακές ροές, την κερδοφορία, την απόδοση των επενδύσεων, την ικανότητα συγκεντρώσεως κεφαλαίων για την πραγματοποίηση επενδύσεων, ενδείξεις οι οποίες μαρτυρούν σημαντική επιδείνωση της καταστάσεως της κοινοτικής βιομηχανίας.
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
119.
Πρώτον, οι Brosmann Footwear κ.λπ. υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία κρίνοντας, στη σκέψη 179 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με τις μικροοικονομικές παραμέτρους της ζημίας, ότι η υψηλότερη μέση τιμή πωλήσεως των υποδημάτων που έχουν το πάνω μέρος από δέρμα δεν αρκεί για την ανατροπή των διαπιστώσεων του Συμβουλίου σχετικά με τις ταμειακές ροές, την κερδοφορία, την απόδοση των επενδύσεων, την ικανότητα συγκεντρώσεως κεφαλαίων για την πραγματοποίηση επενδύσεων. Σύμφωνα με αυτές τις διαπιστώσεις, η υψηλότερη τιμή πωλήσεως των υποδημάτων αυτών θα είχε απαραιτήτως θετικό αντίκτυπο σε καθένα από τους παράγοντες αυτούς και θα είχε κυρίως καταλήξει σε μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους, σε πιο σημαντικές ταμειακές ροές. Ομοίως, όσον αφορά τις μακροοικονομικές παραμέτρους της ζημίας, οι Brosmann Footwear κ.λπ. ισχυρίζονται ότι, αφενός, το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε στο να παραπέμψει στις διαπιστώσεις του Συμβουλίου και δεν επικαλέστηκε καταδίκη για ψευδή στοιχεία και πλαστά τιμολόγια των ιταλικών εταιριών κατά των οποίων βάλλουν οι Brosmann Footwear κ.λπ., γεγονός που συνεπάγεται ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να εμπιστευτεί την ακρίβεια των κοινοποιούμενων από τις εν λόγω εταιρίες πληροφοριών. Αφετέρου, οι Brosmann Footwear κ.λπ. ισχυρίζονται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρερμήνευσε στη σκέψη 176 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τον αναμφισβήτητο αντίκτυπο των απατών στις επενδυτικές τάσεις, ο οποίος υπερτόνιζε την πραγματοποιηθείσα κατά την περίοδο της έρευνας μείωση.
120.
Δεύτερον, οι Brosmann Footwear κ.λπ. έκριναν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βαρύνεται με πλάνη περί το δίκαιο, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να ελέγξει εάν τα θεσμικά όργανα εξέτασαν με επιμέλεια και αμεροληψία τις πληροφορίες τις οποίες τους διαβίβασαν σχετικά με την απατηλή συμπεριφορά των ιταλικών εταιριών που συνεργάστηκαν στην έρευνα.
121.
Τρίτον, οι Brosmann Footwear κ.λπ. εκτιμούν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 182 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Συμβούλιο έχει τηρήσει την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως.
122.
Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως είναι εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος. Με τη θέση αυτή συντάσσεται και η Επιτροπή.
3. Ανάλυση
123.
Κατά την άποψή μου, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.
124.
Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως να εξακριβώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, καταρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Συγκεκριμένα, εφόσον η προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων ήταν νομότυπη και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων και το βάρος αποδείξεως, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμά την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του έχουν υποβληθεί. Επομένως, η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεως του περιεχομένου των στοιχείων αυτών, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου ( 11 ).
125.
Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, από την πρώτη σειρά αιτιάσεών τους οι οποίες αφορούν, αφενός, τον αντίκτυπο των απατών στις επενδύσεις, τις οποίες φέρονται να έχουν διαπράξει οι ιταλικές εταιρίες κατά των οποίων βάλλουν, στους μακροοικονομικούς δείκτες της ζημίας, και, αφετέρου, την επίδραση της πιθανής αυξήσεως της μέσης τιμής πωλήσεως των υποδημάτων που έχουν το πάνω μέρος από δέρμα εντός της Ένωσης στους μικροοικονομικούς δείκτες της ζημίας, οι Brosmann Footwear κ.λπ. καλούν το Δικαστήριο να προβεί σε επανεξέταση των εκτιμήσεων του Γενικού Δικαστηρίου ως προς τα πραγματικά περιστατικά, στις σκέψεις 176 και 179 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, για την οποία όμως δεν έχει αρμοδιότητα το Δικαστήριο στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.
126.
Προσθέτω ότι οι Brosmann Footwear κ.λπ. δεν τεκμηριώνουν τη φερόμενη παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων στις ίδιες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εξάλλου, μια τέτοια παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να χρειάζεται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων ( 12 ).
127.
Επιπλέον, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν οι Brosmann Footwear κ.λπ., το Γενικό Δικαστήριο όχι μόνο δεν παρέπεμψε απλώς στις εκτιμήσεις του Συμβουλίου σχετικά με τις μακροοικονομικές παραμέτρους της ζημίας, αλλά και εξέτασε την επίδραση των απατών και των υποτιθέμενων πλαστών τιμολογίων στους δείκτες που λαμβάνονται υπόψη από το Συμβούλιο προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη της ζημίας ή γενικότερα στην αξιοπιστία των κοινοποιημένων στην Επιτροπή στοιχείων κατά τη διάρκεια της έρευνας αντιντάμπινγκ από τις εν λόγω ιταλικές εταιρίες, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 169 και 174 έως 176 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
128.
Κατά συνέπεια, αυτή η πρώτη σειρά αιτιάσεων πρέπει να κριθεί εν μέρει απαράδεκτη και εν μέρει αβάσιμη.
129.
Η διαπίστωση του απαραδέκτου πρέπει να εκτείνεται, εν μέρει, στις άλλες δύο αιτιάσεις που διατυπώνουν οι Brosmann Footwear κ.λπ. προς υποστήριξη του παρόντος λόγου αναιρέσεως, που στρέφονται κατά των σκέψεων 174, 175, 178 και 181 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αιτιάσεις περί παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων, οι οποίες δεν συνοδεύονται από την παραμικρή απόδειξη.
130.
Στη συνέχεια και κατά τα λοιπά, οι Brosmann Footwear κ.λπ. δεν μπορούν να προσάψουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν απάντησε στο επιχείρημά τους ότι οι σχετικές πληροφορίες που κοινοποίησαν στην Επιτροπή σχετικά με τη συμπεριφορά των δύο ιταλικών εταιριών έπρεπε να εξετασθούν με επιμέλεια και αμεροληψία, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός, όπως τονίζουν με παραπομπή στο σημείο 69 του υπομνήματός τους απαντήσεως που κατατέθηκε πρωτοδίκως, διατυπώθηκε εκπρόθεσμα σε μία μόνο φράση του εν λόγω υπομνήματος, το οποίο προβάλλεται σε κάθε περίπτωση επικουρικώς στο πλαίσιο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως των θεσμικών οργάνων.
131.
Εν πάση περιπτώσει, απορρέει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το Γενικό Δικαστήριο, αντί να αμφισβητήσει την ακρίβεια των κοινοποιηθεισών από τους Brosmann Footwear κ.λπ. πληροφοριών στην Επιτροπή σχετικά με τη συμπεριφορά των εν λόγω δύο ιταλικών εταιριών που αμφισβητήθηκαν από τις Brosmann Footwear κ.λπ., επικεντρώθηκε στην εξέταση της επιδράσεως που ενδέχεται να είχαν οι εν λόγω πληροφορίες, ακόμη και αν ευσταθούσαν, στην εκτίμηση της ζημίας που προκλήθηκε στην κοινοτική βιομηχανία την οποία διενέργησε το Συμβούλιο. Το Γενικό Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί της ουσίας του επιχειρήματος των Brosmann Footwear κ.λπ. και κρίνοντας ότι τα στοιχεία που προσκόμισαν οι εταιρίες αυτές δεν ήταν λυσιτελή σχετικά με την εκτίμηση υπάρξεως σημαντικής ζημίας στην κοινοτική βιομηχανία, αποφάνθηκε εμμέσως πλην σαφώς επί της υποχρεώσεως των θεσμικών οργάνων να εξετάζουν «με επιμέλεια και αμεροληψία τα σχετικά στοιχεία» κάθε περιπτώσεως, δίδοντας αρνητική απάντηση. Το Γενικό Δικαστήριο, δηλαδή, εφόσον έκρινε ότι τα κοινοποιηθέντα από τις Brosmann Footwear κ.λπ. στοιχεία δεν είναι πρόσφορα, συνήγαγε εμμέσως εξ αυτού ότι τα θεσμικά όργανα δεν είχαν καμία υποχρέωση να τα εξετάσουν.
132.
Επομένως, η δεύτερη αιτίαση των Brosmann Footwear κ.λπ., ακόμη και αν υποτεθεί παραδεκτή, πρέπει να κριθεί αβάσιμη.
133.
Τέλος, σχετικά με την πλάνη περί το δίκαιο που προβάλλεται στο πλαίσιο της τρίτης αιτιάσεως στη σκέψη 181 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι Brosmann Footwear κ.λπ. αδυνατούν να την αποδείξουν και το Γενικό Δικαστήριο περιορίζεται στο να διαπιστώσει ορθώς ότι το Συμβούλιο εξέθεσε με σαφήνεια στον οριστικό κανονισμό τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι η κοινοτική βιομηχανία υπέστη σημαντική ζημία.
134.
Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι κρίθηκε ότι τα κοινοποιηθέντα από τους Brosmann Footwear κ.λπ. στην Επιτροπή επίμαχα στοιχεία δεν είχαν οποιαδήποτε επίδραση στους δείκτες της ζημίας και επομένως δεν είχαν καμία σχέση με την εκτίμηση της εν λόγω ζημίας την οποία υπέστη η κοινοτική βιομηχανία, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς συνήγαγε εξ αυτού ότι το Συμβούλιο δεν μπορούσε συγκεκριμένα να αιτιολογήσει τον λόγο για τον οποίο τα στοιχεία αυτά δεν είχαν ληφθεί υπόψη για τον σκοπό αυτόν.
135.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως.
Δ — Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο και παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την αξιολόγηση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ντάμπινγκ και της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
136.
Οι Brosmann Footwear κ.λπ. υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία επηρεάζοντας τοιουτοτρόπως την αξιολόγηση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ντάμπινγκ και της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία, κατά παράβαση του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού. Οι αιτιάσεις τους αφορούν δύο πτυχές.
137.
Αφενός, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να αναγνωρίσει την έλλειψη ανταγωνιστικότητας της κοινοτικής βιομηχανίας ως αποτελούσα κύριο παράγοντα που προκάλεσε τη ζημία στην τελευταία, ανεξαρτήτως των εισαγωγών υποδημάτων που έχουν το πάνω μέρος από δέρμα προελεύσεως Κίνας. Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο αποσιώπησε το γεγονός, το οποίο καθίσταται σαφές σε διάφορες αιτιολογικές σκέψεις του οριστικού κανονισμού, ότι η κοινοτική βιομηχανία δεν πραγματοποίησε ποτέ εύλογα κέρδη εντός των τελευταίων δεκαπέντε ετών καθώς και το γεγονός ότι η συνεχής απώλεια τμημάτων της αγοράς της βιομηχανίας αυτής μακροπρόθεσμα οφείλεται στη σχετική έλλειψη ανταγωνιστικότητας της παραγωγής εντός της Ένωσης. Η έλλειψη αυτή ανταγωνιστικότητας επιβεβαιώθηκε από τη μείωση των εξαγωγών της κοινοτικής βιομηχανίας.
138.
Αφετέρου, οι Brosmann Footwear κ.λπ. προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι αγνόησε το γεγονός ότι η επικουρική πτώση των τιμών των Κινέζων παραγωγών-εξαγωγέων οφείλεται στην τροποποίηση της συνθέσεως των προϊόντων μετά το 2002, μαζί με την κατάργηση των ποσοστώσεων. Η τροποποίηση αυτή της συνθέσεως των προϊόντων εξηγεί τη σημαντικότερη πτώση της μέσης ενιαίας τιμής των εξαγωγών προελεύσεως Κίνας σε σχέση με την πτώση της τιμής των εξαγωγών προελεύσεως άλλης τρίτης χώρας. Το επιχείρημα αυτό, παρά το γεγονός ότι προβλήθηκε πρωτοδίκως, απορρίφθηκε χωρίς εξήγηση από το Γενικό Δικαστήριο, το οποίο αγνόησε επίσης την υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεών του.
139.
Το Συμβούλιο προτείνει να απορριφθεί ο παρών λόγος αναιρέσεως ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.
2. Ανάλυση
140.
Όπως ορθώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 190 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά τον προσδιορισμό της ζημίας της κοινοτικής βιομηχανίας, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποχρεούνται να εξετάζουν αν η ζημία που προτίθενται να λάβουν υπόψη οφείλεται πράγματι σε εισαγωγές ντάμπινγκ και να αποκλείουν κάθε ζημία που προκύπτει από άλλους παράγοντες και ιδίως ζημία οφειλόμενη στην ίδια τη συμπεριφορά των παραγωγών της Ένωσης ( 13 ). Η υποχρέωση αυτή προκύπτει πράγματι από το άρθρο 3, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού.
141.
Δεν αμφισβητείται, εν προκειμένω, ότι, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, τα θεσμικά όργανα έχουν αποτελεσματικά ελέγξει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία και των εισαγωγών υποδημάτων με το άνω μέρος από δέρμα προελεύσεως Κίνας.
142.
Δεν αμφισβητείται επίσης το γεγονός ότι το βάσιμο των προτάσεών τους ελέγχθηκε από το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 192 έως 200 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με τα επιχειρήματα των Brosmann Footwear κ.λπ. που εκτέθηκαν σε πρώτο βαθμό σύμφωνα με τα οποία, κατ’ ουσίαν, τα άσχημα αποτελέσματα στην εξαγωγή της κοινοτικής βιομηχανίας, οι εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες καθώς και η κατάργηση του καθεστώτος των δασμολογικών ποσοστώσεων από το πρώτο τρίμηνο του 2005 θα έπρεπε να έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον κατάλληλο καθορισμό της αιτιώδους συνάφειας ή θα ήταν ικανά να καταλύσουν την αιτιώδη αυτή συνάφεια.
143.
Οι Brosmann Footwear κ.λπ. εντούτοις, προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι, πρώτον, παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία αρνούμενο να αναγνωρίσει ότι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας της Ένωσης αποτελούσε τον πρωταρχικό ζημιογόνο παράγοντα στην εν λόγω βιομηχανία. Οι Brosmann Footwear κ.λπ. στηρίζουν τον ισχυρισμό τους σε τρία στοιχεία που αγνοήθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο.
144.
Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι, αφενός, δύο από τα τρία αυτά στοιχεία δεν εκτέθηκαν πρωτοδίκως και ότι το τρίτο δεν θα μπορούσε να μεταβάλει την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου καθόσον, όπως παραδέχονται εμμέσως οι Brosmann Footwear κ.λπ., είχε ήδη ληφθεί υπόψη από το Συμβούλιο στον οριστικό κανονισμό ( 14 ) και, αφετέρου, ότι η υποτιθέμενη παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων δεν προκύπτει με προφανή τρόπο από τα στοιχεία του φακέλου, εκτιμώ, όπως και το Συμβούλιο, ότι η «έλλειψη ανταγωνιστικότητας» δεν αποτελεί χωριστή παράμετρο κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού.
145.
Πράγματι, η γενική αυτή έκφραση αποτελεί στην πραγματικότητα μόνο το αποτέλεσμα παραμέτρων όπως το αυξημένο κόστος παραγωγής, η απουσία επενδύσεων, η ανεπαρκής παραγωγικότητα, παράμετροι οι οποίες απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού ή οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, μπορούν να ληφθούν υπόψη από τα θεσμικά όργανα δυνάμει της εν λόγω διατάξεως.
146.
Στο πλαίσιο αυτό, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε πρωτοδίκως στη σκέψη 192 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προς απάντηση σε συγκεκριμένα επιχειρήματα που εξέθεσαν οι Brosmann Footwear κ.λπ., εάν τα φερόμενα άσχημα αποτελέσματα στην εξαγωγή της βιομηχανίας της Ένωσης μπορούσαν, βάσει των άλλων παραμέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού, να προκαλέσουν σημαντική ζημία στη βιομηχανία της Ένωσης.
147.
Δεύτερον, σε ό,τι αφορά το επιχείρημα ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί της συμπληρωματικής πτώσεως των τιμών των Κινέζων παραγωγών-εξαγωγέων λόγω της μεταβολής της συνθέσεως των προϊόντων από το 2002, αξίζει να υπομνησθεί ότι δεν είχε διατυπωθεί πρωτοδίκως με αυτούς του όρους. Όπως προκύπτει από το σημείο 106 της αιτήσεως αναιρέσεως, οι Brosmann Footwear κ.λπ. υποστήριξαν πράγματι ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι η πτώση των επίμαχων τιμών οφειλόταν στη μεταβολή της συνθέσεως των προϊόντων κατόπιν της καταργήσεως των ποσοστώσεων, ήτοι από τον Ιανουάριο του 2005 και όχι από το 2002. Οι Brosmann Footwear κ.λπ. δεν μπορούν συνεπώς να προσάψουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέλειψε να αποφανθεί επί ενός τέτοιου επιχειρήματος.
148.
Εν πάση περιπτώσει, επί της ουσίας, εκτιμώ ότι δεν υφίσταται καμία υποχρέωση των θεσμικών οργάνων να ερευνούν, στο πλαίσιο έρευνας αντιντάμπινγκ, την προέλευση της συμπληρωματικής πτώσεως των τιμών των εισαγόμενων εντός της Ένωσης προϊόντων τα οποία αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.
149.
Συνεπώς, προτείνω να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως καθώς και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
150.
Κατά το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 169, παράγραφος 2, του ίδιου Κανονισμού, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία βάσει του άρθρου 118 του κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εφόσον το Συμβούλιο ζήτησε να καταδικασθούν οι Brosmann Footwear κ.λπ. στα δικαστικά τους έξοδα και εφόσον, κατ’ εμέ, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, οι Brosmann Footwear κ.λπ. πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
VI – Πρόταση
151.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
«1.
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2.
Καταδικάζει τις Brosmann Footwear (HK) Ltd, Seasonable Footwear (Zhongshan) Ltd, Lung Pao Footwear (Guangzhou) Ltd και Risen Footwear (HK) Co. Ltd, στα δικαστικά έξοδα.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) T-401/06, Συλλογή 2010, σ. ΙΙ-671.
( 3 ) ΕΕ L 275, σ. 1.
( 4 ) ΕΕ 1996, L 56, σ. 1.
( 5 ) ΕΕ L 77, σ. 12.
( 6 ) ΕΕ C 166, σ. 14.
( 7 ) ΕΕ L 98, σ. 3.
( 8 ) Βλ. σημεία 50 και 51 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 9 ) Σημασία έχει να επισημανθεί ότι η αναφορά του Γενικού Δικαστηρίου, σε αυτή τη σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο ερωτηματολόγιο της δειγματοληψίας και όχι στο ερωτηματολόγιο για το έννομο συμφέρον οφείλεται αναμφίβολα σε λάθος εκ παραδρομής.
( 10 ) Βλ. παράρτημα 7 της αιτήσεως αναιρέσεως (σ. 289) που περιλαμβάνει τους πίνακες που απευθύνονται στους καταγγέλλοντες παραγωγούς της Ένωσης που αναφέρονται στα έτη 2003, 2004 καθώς και στο πρώτο τρίμηνο του 2005.
( 11 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Μαρτίου 2010, C-419/08 P, Trubowest Handel και Makarov κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. Ι-2259, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 12 ) Βλ. απόφαση Trubowest Handel και Makarov κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 13 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C-535/06 P, Moser Baer India κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2009, σ. I-7051, σκέψη 87 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 14 ) Βλ. σημείο 137 των παρουσών προτάσεων.
Full & Egal Universal Law Academy