ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 15ης Σεπτεμβρίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑313/10
Land Nordrhein‑Westfalen
κατά
Sylvia Jansen
[αίτηση του Landesarbeitsgericht Köln (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 1999/70/ΕΚ– Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου – Ρήτρα 5, σημείο 1 – Μέτρα που σκοπούν στην πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου – “Αντικειμενικοί λόγοι” που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων – Συνεκτίμηση του αριθμού ή της συσσωρευμένης διάρκειας των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου – Δικαιολόγηση μόνο για τον δημόσιο τομέα – Δικαιολόγηση στηριζόμενη σε κονδύλια του προϋπολογισμού προβλεπόμενα για θέσεις εργασίας ορισμένης διάρκειας – Ρήτρα 8, σημείο 3 – Υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων – Ερμηνεία σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Landesarbeitsgericht Köln (δευτεροβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών της Κολωνίας, Γερμανία), αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, και της ρήτρας 8, σημείο 3, της συναφθείσας στις 18 Μαρτίου 1999 συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο), η οποία περιέχεται ως παράρτημα στην οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (2).
2. Η αίτηση αυτή έλαβε τη συγκεκριμένη μορφή της στο πλαίσιο μιας διαφοράς μεταξύ της S. Jansen και του εργοδότη της, ήτοι της διευθύνσεως διοικητικών υπηρεσιών του Land Nordrhein‑Westfalen, ως προς τη λήξη της τελευταίας από μια σειρά συμβάσεων ορισμένου χρόνου, βάσει των οποίων εργάσθηκε αυτή αδιαλείπτως επί περίπου εννέα έτη στο Landgericht Köln (πρωτοβάθμιο δικαστήριο Κολωνίας), με τη διευκρίνιση ότι αυτή η σύμβαση όριζε ότι συνάπτεται για λόγους που ανάγονται σε προσωρινώς ελεύθερα κονδύλια του προϋπολογισμού.
3. Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά μια όχι ασυνήθη, αλλά συχνότατα εμφανιζόμενη περίπτωση. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της S. Jansen εξέθεσε ότι υφίσταται πληθωρισμός προσλήψεων με σύμβαση αορίστου χρόνου λόγω της χρησιμοποιήσεως ως εργαλείου των σχετικών διατάξεων και ότι, σύμφωνα με την εκτίμησή του, υπάρχουν περίπου 100 000 άτομα που βρίσκονται σε κατάσταση αντίστοιχη προς αυτή της ενδιαφερομένης, δηλαδή με συμβάσεις, η σύναψη των οποίων στηρίζεται σε πανομοιότυπους λόγους που ανάγονται στον προϋπολογισμό.
4. Το Landesarbeitsgericht Köln ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο, θέτοντας για πρώτη φορά αυτό το ζήτημα, ως προς το, αφενός, αν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός ή η συνολική διάρκεια των συμβάσεων ορισμένου χρόνου που συνάπτονται διαδοχικά μεταξύ των ίδιων μερών, προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη αντικειμενικού λόγου χρησιμοποιήσεως μιας τέτοιας συμβάσεως, κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου.
5. Αφετέρου, ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιτρέπει να περιορίζεται στους εργοδότες του ιδιωτικού τομέα η χρήση ενός αιτίου, εν προκειμένω οικονομικού χαρακτήρα, για να δικαιολογείται ένας τέτοιος αντικειμενικός λόγος, και σε ποιο βαθμό σχετικά με τον προϋπολογισμό μέτρα που λαμβάνονται από τη δημόσια αρχή μπορούν συναφώς να χρησιμοποιούνται ως πραγματικό έρεισμα.
6. Τέλος, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει ένα ερώτημα, μη απέχον πολύ από ερωτήματα που έχουν ήδη εξετασθεί από το Δικαστήριο, το οποίο αφορά τα απαιτούμενα κατά τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου, η οποία συνήθως αποκαλείται από την επιστήμη «ρήτρα μη υποβαθμίσεως», και με τις νομικές συνέπειες που πρέπει να συνάγονται σε περίπτωση ελλείψεως συμμορφώσεως προς αυτή.
II – Το νομικό πλαίσιο
Το ενωσιακό δίκαιο
7. Η οδηγία 1999/70 στηρίζεται στο άρθρο 139, παράγραφος 2, ΕΚ (νυν άρθρο 155, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ) και αποσκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτής, «στην υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου […], που εμφαίνεται στο παράρτημα και η οποία συνήφθη […] μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP)».
8. Η δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 1999/70 διευκρινίζει ότι, «όσον αφορά τους όρους που χρησιμοποιούνται στη συμφωνία-πλαίσιο χωρίς να προσδιορίζονται επακριβώς, η παρούσα οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη τη μέριμνα να παράσχουν σχετικούς ορισμούς σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή/και τις εθνικές πρακτικές, όπως συμβαίνει με άλλες οδηγίες του κοινωνικού τομέα που χρησιμοποιούν παρόμοιους όρους, με την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω ορισμοί δεν θα αντιτίθενται προς το περιεχόμενο της συμφωνίας-πλαισίου».
9. Η δεύτερη παράγραφος του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου ορίζει τα εξής:
«Τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Αναγνωρίζουν επίσης ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων».
10. Κατά την τρίτη παράγραφο του ως άνω προοιμίου, η συμφωνία-πλαίσιο καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, θεσπίζοντας, ιδίως, ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από τις διακρίσεις, καθώς και για τη χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε μια βάση αποδοχής από τους εργοδότες και τους εργαζομένους.
11. Τα σημεία 6 έως 8 και 10 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου έχουν ως ακολούθως:
«6. εκτιμώντας ότι οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου αποτελούν τη γενική μορφή εργασιακών σχέσεων και συμβάλλουν στην ποιότητα ζωής των εργαζομένων και βελτιώνουν την απόδοση·
7. εκτιμώντας ότι η χρήση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου βάσει αντικειμενικών λόγων είναι ένας τρόπος για να προληφθεί η κατάχρηση·
8. εκτιμώντας ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της απασχόλησης σε ορισμένους τομείς, επαγγέλματα και δραστηριότητες που μπορεί να εξυπηρετεί και τους εργοδότες και τους εργαζομένους·
[…]
10. εκτιμώντας ότι η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος, και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχιακής φύσης».
12. Κατά το γράμμα της ρήτρας της 1, στοιχείο β΄, η συμφωνία-πλαίσιο σκοπό έχει την καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.
13. Η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, που επιγράφεται «μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης», ορίζει τα εξής:
«Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας·
β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου·
γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.»
14. Η ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου ορίζει τα εξής:
«Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία.»
Το εθνικό δίκαιο
1. Ο νόμος περί συμβάσεων ορισμένου χρόνου
15. Η οδηγία 1999/70 μεταφέρθηκε στη γερμανική έννομη τάξη με τον ομοσπονδιακό νόμο για τη μερική απασχόληση και τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (3), της 21ης Δεκεμβρίου 2000 (στο εξής: TzBfG).
16. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου, που επιγράφεται ως «δυνατότητα περιορισμού του χρόνου ισχύος των συμβάσεων», ορίζει τα εξής:
«(1) Επιτρέπεται η σύναψη συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον συντρέχει προς τούτο αντικειμενικός λόγος, ιδίως στις ακόλουθες ιδίως περιπτώσεις:
1. η επιχείρηση έχει ανάγκη για συγκεκριμένη παροχή εργασίας μόνο προσωρινώς·
2. ο ορισμένος χρόνος εργασίας συναρτάται άμεσα με εκπαίδευση ή σπουδές για να διευκολυνθεί η μετάβαση του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση·
3. ο εργαζόμενος απασχολείται προς αναπλήρωση άλλου εργαζομένου·
4. η ιδιομορφία της παρεχόμενης εργασίας δικαιολογεί τον καθορισμό ορισμένου χρόνου·
5. ο καθορισμός ορισμένου χρόνου συναρτάται με περίοδο δοκιμασίας,
6. λόγοι αναγόμενοι στο πρόσωπο του εργαζομένου δικαιολογούν τον καθορισμό ορισμένου χρόνου·
7. ο εργαζόμενος αμείβεται από κονδύλια του προϋπολογισμού που προορίζονται για τη χρηματοδότηση απασχολήσεως ορισμένου χρόνου και ο εργαζόμενος απασχολείται βάσει αυτού του καθεστώτος·
8. ο καθορισμός ορισμένου χρόνου στηρίζεται σε δικαστικό συμβιβασμό.»
17. Το άρθρο 16 του TzBfG προβλέπει ότι σε περίπτωση ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, η σύμβαση αυτή αναχαρακτηρίζεται ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
2. Ο νόμος περί προϋπολογισμού του Land Nordrhein‑Westfalen
18. Το άρθρο 7, παράγραφος 3, πρώτη φράση, του νόμου περί προϋπολογισμού του Land Nordrhein‑Westfalen για τη χρήση 2004‑2005, της 3ης Φεβρουαρίου 2004 (4) (στο εξής: νόμος περί προϋπολογισμού του Land), έχει εξής:
«Οργανικές και μη οργανικές θέσεις εργασίας μπορούν, στον βαθμό που οργανικές θέσεις ή μέρη μη οργανικών θέσεων δεν χρησιμοποιούνται, να διατίθενται για την απασχόληση ενασκούντων βοηθητικά καθήκοντα δημοσίου υπαλλήλου και επικουρικώς απασχολουμένων (Aushilfskräften) (5), για χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία πρέπει προσωρινώς να μη καταβάλλεται καν ή να μη καταβάλλεται πλήρως μισθός στους κατέχοντες αυτές τις θέσεις.»
III – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
19. Η S. Jansen εργάσθηκε από τις 3 Ιουλίου 1997 ως πλήρως απασχολούμενη υπάλληλος ορισμένου χρόνου στον τομέα διοικητικών υπηρεσιών του Land Nordrhein‑Westfalen, ειδικότερα δε στο Landgericht Köln (πρωτοβάθμιο δικαστήριο της Κολωνίας), βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Οι συμβάσεις αυτές, που ανανεώθηκαν οκτώ φορές συνολικώς και αδιαλείπτως, συνήφθησαν για την πλήρωση κενών θέσεων συνεπεία γονικών αδειών, ειδικών αδειών, καθώς και μειώσεως του χρόνου εργασίας, που επέλεξαν να ζητήσουν μόνιμοι υπάλληλοι αυτού του δικαστηρίου.
20. Στη συναφθείσα μεταξύ της εφεσίβλητης της κύριας δίκης και του εργοδότη της τελευταία σύμβαση ορισμένου χρόνου από τις 12 Δεκεμβρίου 2005 έως τις 30 Ιουνίου 2006, η χρησιμοποίηση αυτής της μορφής συμβάσεως αιτιολογήθηκε με τις προσωρινώς διαθέσιμες πιστώσεις στον προϋπολογισμό, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, του νόμου περί προϋπολογισμού του Land.
21. Στις 3 Μαΐου 2006, η S. Jansen άσκησε αγωγή κατά του εργοδότη της ενώπιον του Arbeitsgericht Köln (δικαστηρίου εργατικών διαφορών της Κολωνίας), ζητώντας, μεταξύ άλλων, η μεταξύ αυτών σχέση εργασίας να μη λήξει κατά την καταληκτική ημερομηνία που ορίζεται στη σύμβαση της 12ης Δεκεμβρίου 2005, αλλά να αναχαρακτηρισθεί ως σύμβαση αορίστου χρόνου. Με απόφαση εκδοθείσα σε πρώτο βαθμό στις 31 Αυγούστου 2006, το αίτημα της S. Jansen έγινε δεκτό.
22. Το Land Nordrhein-Westfalen άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Landesarbeitsgericht Köln, αιτούντος δικαστηρίου. Προς στήριξη των ισχυρισμών του προέβαλε ότι η οριζόμενη στην τελευταία σύμβαση εργασίας της S. Jansen ημερομηνία παύσεως των καθηκόντων της δικαιολογούνταν από αντικειμενικό λόγο κατά την έννοια του ισχύοντος γερμανικού δικαίου. Επικαλέσθηκε το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, του TzBfG, που σκοπεί στη μεταφορά της οδηγίας 1999/70 στο εθνικό δίκαιο, θεμιτώς συνάπτεται σύμβαση ορισμένου χρόνου, όταν υφίσταται αντικειμενικός λόγος προς τούτο, ειδικότερα δε όταν δυνάμει του σημείου 7 αυτής της διατάξεως «ο εργαζόμενος αμείβεται από κονδύλια του προϋπολογισμού που προορίζονται για τη χρηματοδότηση απασχολήσεως ορισμένου χρόνου και […] απασχολείται βάσει αυτού του καθεστώτος». Εξέθεσε ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η S. Jansen εργάσθηκε ως «επικουρικώς απασχολούμενη (“Aushilfskraft”)» βάσει του κανόνα προϋπολογισμού που διατυπώνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, του νόμου περί προϋπολογισμού του Land και ότι κατέστη δυνατό να αμείβεται τοποθετούμενη σε μέρη θέσεων που είχαν προσωρινώς ελευθερωθεί από μόνιμους υπαλλήλους του Land Nordrhein-Westfalen. Υποστήριξε ότι ήταν αναγκαίο να προβλεφθεί ότι οι εν λόγω υπάλληλοι, όταν θα έληγε η προσωρινή μείωση του χρόνου εργασίας τους ή η ειδική τους άδεια, θα ανελάμβαναν και πάλι τις δραστηριότητές τους ως πλήρως απασχολούμενοι.
23. Υπό τις συνθήκες αυτές το Landgericht Köln αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Ερώτημα 1
«α) Συνάδει προς το πνεύμα και τον σκοπό της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που περιέχεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, το ότι κατά τον νομικό έλεγχο του ζητήματος αν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση δικαιολογείται μια σύμβαση ανανεώσεως ορισμένου χρόνου για αντικειμενικούς λόγους, κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει να λαμβάνονται αποκλειστικώς ως βάση οι υφιστάμενες κατά το χρονικό σημείο συνάψεως αυτής της συμβάσεως ανανεώσεως συνθήκες, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη πόσες συμβάσεις ορισμένου χρόνου είχαν προηγηθεί αυτής της συμβάσεως, ή
β) Επιβάλλεται από το πνεύμα και τον σκοπό της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου, που συνίστανται στην παρεμπόδιση καταχρηστικών διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, να τίθενται τόσο αυστηρότερες απαιτήσεις ως προς την ύπαρξη του “αντικειμενικού λόγου” όσο περισσότερες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου είχαν προηγηθεί της νυν υπό εξέταση συμβάσεως ή όσο μακρύτερο ήταν το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο οικείος εργαζόμενος απασχολήθηκε προηγουμένως βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου;
Ερώτημα 2
Εμποδίζει η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου […] την εφαρμογή ενός κανόνα εθνικού δικαίου, όπως του άρθρου 14, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, σημείο 7, του TzBfG [Gesetz über Teilzeitarbeit und befristete Arbeitsverträge – νόμου περί της μερικής απασχολήσεως και της εργασίας ορισμένου χρόνου], ο οποίος δικαιολογεί διαδοχικές περιόδους ορισμένου χρόνου μόνο στη δημόσια υπηρεσία για τον “αντικειμενικό λόγο” ότι ο εργαζόμενος αμείβεται από κονδύλια του προϋπολογισμού, που προορίζονται βάσει των διατάξεων του προϋπολογισμού για απασχόληση ορισμένου χρόνου, ενώ στην περίπτωση εργοδοτών του ιδιωτικού τομέα δεν αναγνωρίζεται ότι τέτοιοι οικονομικοί λόγοι συνιστούν “αντικειμενικό λόγο”;
Ερώτημα 3
α) Συνάδει ο περιγραφόμενος στο ερώτημα 2 κανόνας περί ορισμένου χρόνου (εν προκειμένω το άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτη φράση, σημείο 7, του TzBfG) προς τη συμφωνία-πλαίσιο, όταν ο κανόνας του προϋπολογισμού, στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτη φράση, σημείο 7, του TzBfG, καθορίζει με επαρκώς συγκεκριμένο τρόπο τον σκοπό που επιδιώκεται με τον περιορισμό του χρόνου ισχύος της συμβάσεως, ο οποίος συναρτάται προ πάντων με την οικεία δραστηριότητα και με τους όρους ασκήσεώς της [βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Ιουλίου 2006, C-212/04, στην υπόθεση Αδενέλερ κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑6057, σημείο 1 της περιλήψεως της αποφάσεως)];
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 3, στοιχείο α΄:
β) Υφίσταται ένας τέτοιος με επαρκώς συγκεκριμένο τρόπο καθοριζόμενος σκοπός, όταν ο νόμος περί προϋπολογισμού, όπως εν προκειμένω το άρθρο 7, παράγραφος 3, του HG NRW [νόμος περί προϋπολογισμού της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας] 2004/05, ορίζει απλώς και μόνον ότι τα κονδύλια του προϋπολογισμού προορίζονται για δραστηριότητα ορισμένου χρόνου “επικουρικώς απασχολουμένων (Aushilfskraft)”;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 3, στοιχείο β΄:
γ) Ισχύει αυτό, όταν όχι μόνο ως καθεαυτή δραστηριότητα ενός “επικουρικώς απασχολουμένου (Aushilfskraft)” νοείται μια δραστηριότητα, η οποία σκοπό έχει είτε την κάλυψη ενός προσωρινώς αυξημένου φόρτου εργασίας είτε την ανάληψη της δραστηριότητας ενός προσωρινώς ελλείποντος μέλους του σταθερώς απασχολούμενου προσωπικού, αλλά και όταν το περιεχόμενο του όρου “επικουρικώς απασχολούμενος” θεωρείται επίσης ότι πληρούται, όταν ο εργαζόμενος πληρώνεται από κονδύλια του προϋπολογισμού, τα οποία αποδεσμεύονται λόγω της προσωρινής ελλείψεως ενός μέλους του σταθερώς απασχολούμενου προσωπικού στην ίδια υπηρεσία, μολονότι ο “επικουρικώς απασχολούμενος (Aushilfskraft)” απασχολείται σε δραστηριότητες, οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν ότι εντάσσονται στο πλαίσιο μια πάγιας και διαρκούς ανάγκης του εργοδότη και οι οποίες δεν εμφανίζουν καμία ουσιαστική σχέση με τη δραστηριότητα του ελλείποντος μέλους του σταθερώς απασχολούμενου προσωπικού, ή
δ) Η εκτιθέμενη στο ερώτημα 3, στοιχείο γ΄, ερμηνεία του όρου “επικουρικώς απασχολούμενος (‘Aushilfskraft’)” αντιφάσκει προς το πνεύμα και τον σκοπό της συμφωνίας-πλαισίου […], ήτοι να εμποδίζεται η κατάχρηση αλυσιδωτών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, και προς την τεθείσα στο πλαίσιο της υποθέσεως Αγγελιδάκη κ.λπ. (απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2009, C-378/07 έως C-380/07, Συλλογή 2009, σ. I-3071, σημείο 2 της περιλήψεως της αποφάσεως) αρχή ότι η ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου […] απαγορεύει την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως “κατά τρόπο που η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα να θεωρείται δικαιολογημένη από ‘αντικειμενικούς λόγους’, κατά την έννοια της εν λόγω ρήτρας, για τον λόγο και μόνο ότι οι συμβάσεις αυτές στηρίζονται σε νομοθετικές διατάξεις που επιτρέπουν την ανανέωσή τους με σκοπό την κάλυψη ορισμένων προσωρινών αναγκών, ενώ οι ανάγκες αυτές είναι στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς”;
Ερώτημα 4
Παραβαίνει κράτος μέλος τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου […], όταν στον νόμο, με τον οποίο σκοπείται η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 1999/70[…], εισάγει έναν, όπως τον περιγραφόμενο στο ερώτημα 2, κατά τις περί προϋπολογισμού διατάξεις λόγο περιορισμού του χρόνου ισχύος της συμβάσεως γενικώς για τη δημόσια υπηρεσία στο σύνολό της, ο οποίος υφίστατο με παρόμοια μορφή στην ως είχε κατά το εθνικό δίκαιο κατάσταση πριν από την έκδοση της οδηγίας 1999/70[…] μόνο για μικρότερους επί μέρους τομείς της δημοσίας υπηρεσίας (Ανώτατη Εκπαίδευση); Έχει η εν λόγω παράβαση ως συνέπεια ότι δεν επιτρέπεται πλέον να εφαρμόζεται αυτός ο εθνικός κανόνας;»
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
24. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο στο πλαίσιο αυτής της υποθέσεως περιήλθε στη Γραμματεία στις 29 Ιουνίου 2010.
25. Μία συναφής υπόθεση ενώθηκε προς συνεκδίκαση με αυτή, κατόπιν δε χωρίσθηκε (6).
26. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν το Land Nordrhein‑Westfalen, η S. Jansen, η Γερμανική Κυβέρνηση κα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
27. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Μαΐου 2011, άπαντες προέβησαν σε προφορικές παρατηρήσεις.
V – Ανάλυση
Επί της με γνώμονα τον χρονικό παράγοντα εκτιμήσεως των αντικειμενικών λόγων ανανεώσεως διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου
28. Το πρώτο ερώτημα αφορά το ζήτημα της ενδεχόμενης λήψεως υπόψη, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως ενός αντικειμενικού λόγου κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/70, του αριθμού ή της συσσωρευμένης διάρκειας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που συνήφθησαν διαδοχικώς πριν από αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς.
29. Αιτιολογώντας την αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο, η ανάλυση του οποίου φαίνεται να τείνει προς μια καταφατική απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, εκθέτει ότι το Bundesarbeitsgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο εργατικών διαφορών) (7) εκτιμά αντιθέτως, επί του παρόντος, ότι το ζήτημα αν ο μισθωτός με σύμβαση ορισμένου χρόνου ήταν στην υπηρεσία του νυν εργοδότη του στο πλαίσιο προηγουμένων συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι άνευ σημασίας για την εκτίμηση της υπάρξεως ή όχι αντικειμενικών λόγων. Επιπλέον, το γεγονός ότι είχαν προηγουμένως συναφθεί πολυάριθμες συμβάσεις ορισμένου χρόνου με τον ίδιο μισθωτό δεν καθιστά υποχρεωτικό τον καθορισμό ιδιαιτέρως αυστηρών κριτηρίων για να συναχθεί η ύπαρξη αντικειμενικών λόγων (8).
30. Είναι αληθές, όπως επισημαίνει η Γερμανική Κυβέρνηση, ότι στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής τα κράτη μέλη έχουν διατηρήσει σε ορισμένο βαθμό κανονιστική αρμοδιότητα. Πράγματι, κατά το άρθρα 151 επ. ΣΛΕΕ (πρώην άρθρα 136 επ. ΕΚ), τα μέτρα που θεσπίζουν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα κράτη μέλη σ’ αυτόν τον τομέα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ποικιλομορφία των εθνικών πρακτικών (9). Κατά συνέπεια, η οδηγία 1999/70 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη έχουν ευρεία ευχέρεια εκτιμήσεως, ως προς την επιλογή του τύπου και των μέσων, για τη θέσπιση των μέτρων που πρέπει να ληφθούν προς εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου που αποτελεί παράρτημα της οδηγίας, με την υπενθύμιση ότι η συμφωνία αυτή καθορίζει απλώς τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου (10).
31. Είναι πάντως βέβαιο ότι, ακόμη και στις σφαίρες αρμοδιότητας που έχουν διατηρήσει, τα κράτη μέλη οφείλουν να ενεργούν τηρώντας το περιεχόμενο και τους στόχους του ενωσιακού δικαίου, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ) (11). Επομένως, μολονότι η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει ως αντικείμενο μόνο τη δημιουργία ενός γενικού πλαισίου εν προκειμένω, σύμφωνα με την ονομασία της, είχε εντούτοις έντονη επίδραση στο δίκαιο των κρατών μελών, όπως αυτό αντανακλάται στις πολυάριθμες αιτήσεις προς το Δικαστήριο για μέσω της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ερμηνεία των διατάξεων αυτού του κειμένου.
32. Όσον αφορά τους όρους που χρησιμοποιούνται στη συμφωνία-πλαίσιο, χωρίς να ορίζονται επακριβώς (12), η οδηγία 1999/70 καταλείπει στα κράτη μέλη την αρμοδιότητα να ορίσουν τους εν λόγω όρους σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία ή/και τις εθνικές τους πρακτικές, με την προϋπόθεση ότι οι σε εθνικό επίπεδο ορισμοί δεν θα είναι αντίθετοι προς τη συμφωνία-πλαίσιο (13) και δεν θα θίγουν ούτε το αντικείμενό της, ούτε τον σκοπό της, ούτε την πρακτική της αποτελεσματικότητα (14). Ειδικότερα, η ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου δεν ορίζει τι πρέπει να νοείται με τους «αντικειμενικούς λόγους» κατ’ αυτή τη διάταξη. Η έλλειψη παροχής ενδείξεων εκ μέρους των συναψάντων τη συμφωνία-πλαίσιο δημιούργησε αβεβαιότητες ως προς την έννοια και το περιεχόμενό αυτού του όρου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος αυτός πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα τόσο τον σκοπό της συμφωνίας αυτής όσο και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω ρήτρα (15).
33. Εν προκειμένω, ο κύριος σκοπός της διατάξεως, της οποίας ζητείται ερμηνεία, είναι η καταπολέμηση της καταχρήσεως που μπορεί να προκύψει από την παρατεταμένη χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου (16). Σκοπεί να αποτρέψει το ενδεχόμενο της χρησιμοποιήσεως πολλαπλών συμβάσεων αυτού του είδους από την κανονική της λειτουργία.
34. Διευκρινίζω ευθύς αμέσως ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου δεν απαγορεύει καθεαυτή την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ίδιων μερών. Προβλέπει μόνο τη θέσπιση μέτρων προοριζομένων να πλαισιώσουν μια τέτοια χρήση (17), προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο ένα πρόσωπο που βρίσκεται σε σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου να παραμένει επί υπερβολικά μακρό χρόνο σε μια προσωρινή κατάσταση που εγκυμονεί τον κίνδυνο να τελεί υπό συνθήκες εύθραυστες (18) και να στερείται της προστασίας που παρέχουν οι διατάξεις κατά των απολύσεων στους μισθωτούς, οι οποίοι απολαύουν συμβάσεως αορίστου χρόνου (19). Το Δικαστήριο τόνισε ότι το πλεονέκτημα της σταθερότητας της απασχολήσεως συνιστά πράγματι, όπως προκύπτει από τη συμφωνία-πλαίσιο, μείζον στοιχείο της προστασίας των συμφερόντων των εργαζομένων (20). Παρατηρώ ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υιοθέτησε αυτή την προσέγγιση και έκρινε ότι η σταθερότητα της απασχολήσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναβιβάσθηκε, από τα μέρη που υπέγραψαν τη συμφωνία-πλαίσιο, στο επίπεδο μιας γενικής αρχής του δικαίου δεσμευτικού χαρακτήρα, μολονότι συνιστά σκοπό επιδιωκόμενο από αυτά (21).
35. Μόνον η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη, είναι αξιόμεμπτη και θεωρείται ότι πρέπει να αποτρέπεται με ένα ή περισσότερα από τα περιοριστικά μέτρα που προβλέπει η εν λόγω ρήτρα, με τη διευκρίνιση ότι τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να τα εφαρμόζουν, έχοντας όμως την επιλογή μεταξύ των τριών εξαγγελλομένων κατηγοριών μέτρων.
36. Με τη νομολογία του, το Δικαστήριο αποδίδει βεβαίως μεγάλη σημασία στη συγκεκριμένη κατάσταση που δημιουργείται από την επαναλαμβανόμενη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου (22), αλλά δεν έχει ακόμη αποφανθεί επί του ζητήματος αν πρέπει ή όχι να λαμβάνονται υπόψη χρονικής φύσεως δεδομένα που βαίνουν πέραν της τελευταίας αυτών των συμβάσεων, προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη αντικειμενικού λόγου, κατά την έννοια του σημείου 1, στοιχείο α΄, της ρήτρας 5, της συμφωνίας-πλαισίου για τη χρησιμοποίηση μιας τέτοιας μορφής σχέσεως εργασίας.
37. Συναφώς, συμμερίζομαι την εκτίμηση του αιτούντος δικαστηρίου, με την οποία συντάσσονται η S. Jansen και η Επιτροπή, ότι ο σκοπός της εν λόγω ρήτρας, που συνίσταται στην αποτροπή της καταχρήσεως που συνδέεται με τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνον αν, για την εφαρμογή αυτής της διατάξεως, τίθενται τοσούτο αυστηρότερα κριτήρια για να συνάγεται η ύπαρξη «αντικειμενικών λόγων» όσο οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου που προηγήθηκαν της επίδικης συμβάσεως ήταν πολυάριθμες ή όσο το χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου ο μισθωτός για τον οποίον πρόκειται απασχολούνταν προηγουμένως βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ήταν μακρό.
38. Ουσιαστικά, όσο μακρότερος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο μισθωτός έχει απασχοληθεί βάσει συμβάσεων ορισμένου χρόνου που ανανεώνονται, τόσο εντονότερη είναι η πιθανότητα ότι υφίσταται κατάχρηση, όταν ιδίως, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης (23), ο ενδιαφερόμενος ανέλαβε όμοια καθήκοντα, τα οποία αφορούν την κανονική και διαρκή δραστηριότητα του εργοδότη, αυτό δε επί πολλά συνεχή έτη. Σε μια τέτοια περίπτωση, έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία να αποδεικνύει ο εργοδότης ότι ενήργησε πράγματι με αντικειμενικούς σκοπούς, ειδικότερα δε ότι κάλυψε μέσω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου μια ανάγκη παροχής εργασίας που ήταν όντως προσωρινή και όχι μόνιμη. Αν ο εργοδότης δεν αποδεικνύει την ύπαρξη συγκεκριμένων δικαιολογητικών στοιχείων, προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση τέτοιων συμβάσεων ήταν καταχρηστική, καθόσον σκοπό είχε την πλήρωση μιας θέσεως που αντιστοιχεί σε διαρθρωτικές ανάγκες εργατικού δυναμικού από πρόσωπο ευρισκόμενο σε προσωρινή επαγγελματική κατάσταση, ενώ η θέση αυτή θα έπρεπε να καλύπτεται συνεχώς μέσω προσλήψεως με σύμβαση αορίστου χρόνου. Πράγματι, για να εκτιμηθεί αν συμβιβάζεται μια εσωτερική ρύθμιση με τους σκοπούς της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, η νομολογία του Δικαστηρίου υποχρεώνει τα εθνικά δικαστήρια να προβαίνουν σε εξέταση του «υποστατού» των αναγκών που καλύπτονται με τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, χωρίς να αρκούνται στους αντικειμενικούς λόγους που διατυπώνονται στην εν λόγω ρύθμιση (24).
39. Η εξέταση της καταστάσεως μόνο κατά το χρονικό σημείο της συνάψεως της τελευταίας συμβάσεως εργασίας και ο έλεγχος μόνο του αντικειμενικού λόγου που διατυπώνεται σ’ αυτή, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι συμβάσεις εργασίας που συνήφθησαν προηγουμένως μεταξύ των μερών, όπως προτείνουν το Land Nordrhein‑Westfalen και η Γερμανική Κυβέρνηση, θα είχε ως συνέπεια να καταστεί άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας η ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου (25). Υπενθυμίζω ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας θεωρείται όχι ως μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως μέρος μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως (26). Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη. Μια αδιάλειπτη όμως διαδοχή (27) προσλήψεων ορισμένου χρόνου, που καλύπτει ένα ιδιαιτέρως μακρό χρονικό διάστημα, αυτό δε προκειμένου ο ίδιος εργαζόμενος να εκτελεί κατ’ επανάληψη πανομοιότυπα καθήκοντα, όποια κι αν είναι η πραγματοποιούμενη αναπλήρωση, αποτελεί σαφώς ένδειξη για τον καταχρηστικό χαρακτήρα αυτών των επαναλαμβανομένων προσλήψεων. Ενδείκνυται επομένως, κατά τη γνώμη μου, να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, περιλαμβανομένων των από απόψεως χρόνου περιστάσεων, που συνοδεύουν την τελευταία σύμβαση εργασίας, για να εκτιμηθεί αν αυτή συμβιβάζεται προς τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου.
40. Τέλος, απορρίπτω το επιχείρημα που αντλεί η Γερμανική Κυβέρνηση από το γράμμα του σημείου 1 της εν λόγω ρήτρας 5, ότι, αν οι συντάκτες της συμφωνίας-πλαισίου είχαν θελήσει να λαμβάνονται υπόψη χρονικά κριτήρια για να ελέγχεται η ύπαρξη αντικειμενικού λόγου, θα το είχαν εκφράσει ρητώς.
41. Το αιτούν Δικαστήριο, εξάλλου, αιτιολόγησε το πρώτο του προδικαστικό ερώτημα, τονίζοντας ότι, κατά την εκτίμησή του, τα μέτρα που περιγράφονται στη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχεία α΄ έως γ΄, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να τεκμαίρονται ίσης αξίας (28), πλην όμως τα μέτρα που περιέχονται στο σημείο 1, στοιχεία β΄ έως γ΄ διαφέρουν από αυτά που περιέχονται στο σημείο 1, στοιχείο α΄, λόγω του γεγονότος ότι η εφαρμογή τους εξασφαλίζει άμεσα, ή τουλάχιστον έμμεσα, ότι η διαδοχή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που αφορούν θέση εργασίας σε έναν και τον αυτόν εργοδότη, είναι θεμιτή για περιορισμένη μόνο συνολική διάρκεια.
42. Είναι αληθές ότι η δομή αυτού του κειμένου θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη σκέψη ότι οι τρεις κατηγορίες περιοριστικών μέτρων που προβλέπονται σ’ αυτό πρέπει να διαχωρισθούν, εφόσον ορίζεται ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να περιλάβουν στο εθνικό δίκαιο μία ή περισσότερες από τις μνημονευόμενες κανονιστικές επιλογές.
43. Αν υιοθετηθεί αυτή η αντίληψη, θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι δεν χρειάζεται να λαμβάνεται υπόψη η μέγιστη συνολική διάρκεια στην περίπτωση διαδοχής συμβάσεων ορισμένου χρόνου, την οποία αφορά το σημείο 1, στοιχείο β΄, ούτε δε ο αριθμός ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων, τον οποίο αφορά το σημείο 1, στοιχείο γ΄, για να τηρηθεί η προϋπόθεση που αναφέρεται στην ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν την ανανέωση, η οποία προβλέπεται στο σημείο 1, στοιχείο α΄, της εν λόγω ρήτρας 5.
44. Δεν νομίζω πάντως ότι πρόθεση της συμφωνίας-πλαισίου ήταν ο διαχωρισμός των τριών ειδών προληπτικών μέτρων που απαριθμούνται στο σημείο 1 της ρήτρας 5 αυτής. Αντιθέτως, η συμφωνία καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν, κατά την επιλογή τους, «ένα ή περισσότερα από τα […] μέτρα» που προβλέπονται. Τα μέτρα αυτά δεν έχουν εναλλακτικό χαρακτήρα, που αποκλείει το ένα σε σχέση με τα άλλα δύο, αλλά είναι συμπληρωματικά και μπορούν μάλιστα όλα να είναι σωρευτικά (29), προκειμένου να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός της προλήψεως. Παρατηρώ ότι στην πραγματικότητα η αποτελεσματικότητα ενός εθνικού μέτρου που περιορίζει τον αριθμό των ανανεώσεων κινδυνεύει να είναι μειωμένη, εάν δεν συνδυάζεται με μια διάταξη που καθορίζει επιπλέον μια ανώτατη διάρκεια για κάθε περίοδο ανανεούμενης συμβάσεως (30), και αντιστρόφως. Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της αλληλεπιδράσεώς τους (31), θεωρώ ότι τα κριτήρια του θεμιτού που αφορούν τη συνολική διάρκεια και τον αριθμό των συμβάσεων ορισμένης διάρκειας μεταξύ των ίδιων μερών, που είναι συμφυή με τις τελευταίες δύο από τις τρεις αυτές διατάξεις, μπορούν επίσης να είναι χρήσιμα για τη σαφή ερμηνεία της πρώτης από αυτές.
45. Από τη φύση της η συμφωνία-πλαίσιο εφαρμόζεται εμμέσως, μέσω θεσπίσεως διατάξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη μέλη και/ή τους κοινωνικούς εταίρους, που διαθέτουν προς τούτο σημαντικά περιθώρια ευελιξίας. Εντούτοις, αυτά δεν είναι άνευ ορίων, εφόσον τα μέτρα που λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο δεν μπορούν να φθάνουν μέχρι τη διακύβευση του λόγου υπάρξεως της συμφωνίας-πλαισίου (32). Επομένως, η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ’ ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ’ ολοκληρία. Επιπλέον, πρέπει να προσέξει, ώστε στο τέλος αυτής της αναλύσεως να έχει πράγματι επιτευχθεί ο σκοπός της καταδίκης σε αποτυχία των καταχρηστικών πρακτικών. Εδώ, επίσης, η πρακτική αποτελεσματικότητα της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου εξαρτάται από την τήρηση αυτών των απαιτήσεων.
Β – Επί της δυνατότητας επικλήσεως ενός αντικειμενικού λόγου για την ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων αορίστου χρόνου, ο οποίος υφίσταται μόνο για τους εργοδότες που ανήκουν στον δημόσιο τομέα
46. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν κράτος μέλος μπορεί, ως προς τις εξαιρέσεις της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, να προβλέπει έναν αντικειμενικό λόγο για την προσφυγή σε διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που στηρίζεται σε χρονικώς περιορισμένη διάθεση κονδυλίων του προϋπολογισμού και του οποίου η χρήση υφίσταται μόνο για τους εργοδότες που ανήκουν στον δημόσιο τομέα.
1. Η προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου
47. Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι τόσο από το γράμμα της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαίσιο όσο και από την οικονομία και τους σκοπούς τους προκύπτει ότι τα όσα προβλέπει έχουν εφαρμογή και στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί με τις διοικήσεις και άλλους φορείς του δημόσιου τομέα (33).
48. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι μια διαφοροποιημένη αντιμετώπιση αυτών των δύο κατηγοριών απασχολήσεως είναι δυνατή στο πλαίσιο της ερμηνείας της ρήτρας 5 της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου με την ακόλουθη φράση: «[η εν λόγω ρήτρα] δεν εμποδίζει, αυτή καθαυτήν, ένα κράτος μέλος να επιφυλάσσει διαφορετική τύχη στην καταχρηστική προσφυγή σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αναλόγως του αν οι εν λόγω συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας έχουν συναφθεί με εργοδότη που ανήκει στον ιδιωτικό τομέα ή εργοδότη που εμπίπτει στον δημόσιο τομέα» (34). Έκρινε κατ’ αυτόν τον τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη την ευχέρεια εκτιμήσεως που καταλείπεται εν προκειμένω στα κράτη μέλη με την εν λόγω ρήτρα (35), χωρίς όμως να εκθέσει τους λόγους για μια τέτοια διαφοροποίηση μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα (36).
49. Παρατηρώ ότι το Δικαστήριο χρησιμοποίησε μια γενική έκφραση, που δεν διευκρινίζει σαφώς αν αυτή η εκτίμηση έχει εφαρμογή στο πλαίσιο του σημείου 1 ή του σημείου 2 της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, ή και των δύο. Μολονότι όμως και η μία και η άλλη από αυτές τις διατάξεις αφορούν μέτρα που σκοπούν στην αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (37), έχουν εντούτοις χωριστό αντικείμενο, καθόσον το πρώτο σημείο έχει σχέση με μέτρα προλήψεως, ενώ το δεύτερο αφορά μέτρα περί κυρώσεων. Επιπλέον, προβλέπουν διαφορετικά καθεστώτα, καθόσον το πρώτο από αυτά τα σημεία ορίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν το ένα από τα είδη νομοθετικών μέτρων που απαριθμούνται, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα στην εθνική τους έννομη τάξη, ενώ το δεύτερο ορίζει μόνον ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται «διαδοχικές» ή αναχαρακτηρίζονται ως συμβάσεις αορίστου χρόνου (38).
50. Αυτή η προηγούμενη νομολογία δεν καθιστά δυνατό να δοθεί ευθέως απάντηση στο εν προκειμένω υποβαλλόμενο ερώτημα, διότι οι εκδοθείσες από το Δικαστήριο αποφάσεις αφορούσαν τις εφαρμοστέες εντός κράτους μέλους νομικές κυρώσεις, όταν υπήρξε υπερβολική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ενώ η παρούσα υπόθεση αφορά ένα σύνολο προβλημάτων που ανάγονται σε ένα προκριματικό ζήτημα, δηλαδή την εξειδίκευση των αντικειμενικών λόγων για τους οποίους η εκ νέου χρησιμοποίηση τέτοιων συμβάσεων μπορεί να επιτρέπεται κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου. Με άλλα λόγια, σε όλες τις περιπτώσεις που μέχρι τούδε το απασχόλησαν, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ειδικής τύχης που μπορεί να επιφυλάσσεται στον δημόσιο τομέα λόγω των συνεπειών μιας καταχρήσεως, ενώ εδώ πρόκειται για το ζήτημα μιας τέτοιας τύχης υπό το πρίσμα της ενδεχομένως υπάρξεως καταχρήσεως (39).
2. Ως προς το γράμμα της διατάξεως
51. Για τους σκοπούς της ερμηνείας της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, ενδείκνυται κατ’ αρχάς να εξετασθεί αυτή σύμφωνα με το γράμμα της. Προκειμένου να υποστηρίξει ότι επιτρέπεται ρητώς διαφοροποίηση μεταξύ των θέσεων εργασίας στον δημόσιο τομέα και αυτών στον ιδιωτικό τομέα, η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η εν λόγω ρήτρα καλεί τα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη «des besoins de secteurs spécifiques» [«τις ανάγκες ειδικών τομέων»], κατά την επιλεγείσα έκφραση στη γαλλική απόδοση αυτής της διατάξεως. Η εν λόγω κυβέρνηση προσθέτει ότι το ίδιο επίσης εκφράζεται με το σημείο 10 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου (40) και με το τρίτο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου (41).
52. Βεβαίως, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου παρέχει σαφώς στα κράτη μέλη την ευχέρεια να λαμβάνουν υπόψη τα προσιδιάζοντα σε ορισμένους τομείς χαρακτηριστικά, που είναι εγγενή στις ειδικές δραστηριότητες, τις οποίες αυτοί συνεπάγονται. Η προβλεπόμενη από την εν λόγω ρήτρα ευελιξία σκοπό έχει να μπορούν τα εθνικά μέτρα να παραμένουν σε επαφή με τις πραγματικές καταστάσεις ενός ιδιαίτερου επαγγελματικού περιβάλλοντος. Παρά ταύτα, στο κείμενό της δεν προβλέπεται ρητώς ότι οι θέσεις εργασίας στον δημόσιο τομέα μπορούν να υπάγονται σε ένα ευνοϊκό καθεστώς αυτού του είδους.
53. Λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου (42), τονίζω ότι το γερμανικό κείμενο χρησιμοποιεί μια έκφραση, «bestimmter Branchen», παραπλήσια αυτής του φινλανδικού και του σουηδικού κειμένου, που μπορεί να μεταφρασθεί στη γαλλική γλώσσα ως «branches déterminées» [καθορισμένοι κλάδοι], και όχι ως «secteurs spécifiques» [ειδικοί τομείς], όπως στο γαλλικό κείμενο. Όπως εξέθεσε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας στην ερώτηση που της έθεσα σχετικώς, η ορολογία αυτή παραπέμπει μάλλον σε επαγγελματικές υποδιαιρέσεις, όπως είναι η βιομηχανία, η αυτοκινητοβιομηχανία, η σιδηρουργία, οι τράπεζες, οι ασφάλειες, ή ακόμη κατ’ εμέ η μεταλλουργία, η ναυσιπλοΐα, το λιανεμπόριο, η υγεία κ.λπ., παρά σε μια διακλάδωση που καθιστά δυνατή την αντιπαράθεση του ιδιωτικού τομέα προς τον δημόσιο τομέα.
54. Έχω την εντύπωση ότι ο όρος που χρησιμοποιείται σ’ αυτή τη ρήτρα 5 πρέπει επίσης να ερμηνευθεί μέσω αναφοράς στα σχετικά κριτήρια του δικαίου των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, δεδομένου ότι, ως γνωστόν, η οικονομική έννοια του «κλάδου» χρησιμοποιείται ιδίως για τον προσδιορισμό του επαγγελματικού πεδίου εφαρμογής συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Κατ’ εμέ, διαφοροποίηση στηριζόμενη μόνο σε διατάξεις της νομοθεσίας περί προϋπολογισμού ή του διοικητικού δικαίου δεν πληροί τέτοια κριτήρια.
55. Επομένως, έχω τη γνώμη ότι ο νομικός χαρακτηρισμός του εργοδότη, ως προσώπου ιδιωτικού δικαίου ή ως προσώπου δημοσίου δικαίου, ελάχιστη σημασία έχει στο πλαίσιο της εφαρμογής αυτής της ρήτρας.
3. Ως προς τον σκοπό της διατάξεως
56. Εξάλλου, είναι βέβαιο ότι για την ερμηνεία μιας διατάξεως είναι αναγκαίο να λαμβάνονται υπόψη, πέραν του γράμματός της, οι γενικοί σκοποί του κειμένου στο οποίο εμπεριέχεται και το πνεύμα που ειδικότερα υπαγόρευσε τη θέσπισή της (43).
57. Όπως υπογραμμίζει το αιτούν δικαστήριο, το οποίο υπενθυμίζει το περιεχόμενο του σημείου 6 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου (44), η συμφωνία αυτή λαμβάνει ως θεμελιώδη αρχή ότι η σύμβαση αορίστου χρόνου είναι η μορφή συμβάσεως, την οποία κατ’ αρχήν πρέπει να συνεπάγονται οι εργασιακές σχέσεις. Ο προσανατολισμός αυτός εκφράζει σαφώς τις επιφυλάξεις των μερών που υπογράφουν την εν λόγω συμφωνία έναντι της εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες επιβεβαιώνονται από τις κυριότερες διατάξεις αυτής της συμφωνίας (45), σε αντίθεση προς την αντίληψη που πρυτάνευσε στη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχολήσεως, η οποία τείνει να ευνοεί την τελευταία αυτή μορφή απασχολήσεως (46). Βεβαίως, είναι δυνατό να συνάπτεται ή να ανανεώνεται μια σύμβαση ορισμένου χρόνου. Εντούτοις, μια τέτοια δυνατότητα, η οποία παρεκκλίνει από τον γενικό κανόνα, πρέπει να νοείται συσταλτικά, όπως εκτίθεται στο σημείο 8 των εν λόγω γενικών παρατηρήσεων (47) και στη δεύτερη παράγραφο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου (48), που υπογραμμίζονται στη νομολογία του Δικαστηρίου (49).
58. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να βεβαιωθεί ότι εν προκειμένω οι διατάξεις του άρθρου 14, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, σημείο 7, του TzBfG δεν έχουν όντως ως αποτέλεσμα να καθίσταται κενή περιεχομένου η κατευθυντήρια αρχή ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου πρέπει να υπερέχουν, ούτε δε να τίθεται σε κίνδυνο η ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων για τα οποία πρόκειται, όπως την αντιλαμβάνεται το ενωσιακό δίκαιο, ως εκ του ότι οι διατάξεις αυτές θα παρείχαν στους εργοδότες του δημόσιου τομέα μια υπερβολικά μεγάλη ευχέρεια προσβάσεως σε διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (50).
59. Κατά την άποψή μου, δεν υπάρχει κανένας βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί, παραδείγματος χάριν, ένας δημοτικός υπάλληλος να βρίσκεται σε διαφορετική κατάσταση, όσον αφορά τη δυνατότητα να εργάζεται με σύμβαση αορίστου χρόνου, σε σχέση με την κατάσταση ενός υπαλλήλου που εργάζεται σε μια ιδιωτική εταιρεία, μάλιστα δε σε ένα νομικό πρόσωπο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, όταν τα καθήκοντα των ενδιαφερομένων είναι ισοδύναμα. Επομένως, ο δημόσιος τομέας, όπως αναφέρεται σ’ αυτόν εμμέσως το άρθρο 14, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, σημείο 7, του TzBfG, δεν θα πρέπει να υπάγεται στην έννοια του «ειδικού τομέα» της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, διότι απολύτως πανομοιότυπα καθήκοντα μπορούν να εκτελούνται από τους απασχολούμενους στον δημόσιο τομέα, όπως και από αυτούς που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα. Επομένως, δεν δικαιολογείται το να μην αναγνωρίζονται οικονομικές περιστάσεις ανάλογες προς αυτές που προβλέπονται από αυτό το άρθρο ως συνιστώσες αντικειμενικούς λόγους στην περίπτωση εργοδοτών που ανήκουν στον ιδιωτικό τομέα.
60. Επιπροσθέτως, μια ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α΄ της συμφωνίας-πλαισίου, που θα επεφύλασσε ιδιαίτερη τύχη στις θέσεις εργασίας του δημόσιου τομέα, θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια ένα πολύ ποικιλόμορφο επίπεδο προστασίας των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών, λαμβανομένων υπόψη των διαφορών που υφίστανται, όσον αφορά ιδίως την αντίστοιχη σημασία των δημόσιων φορέων και των ιδιωτικών φορέων στην παροχή υπηρεσιών γενικού συμφέροντος (51). Επομένως, θα ήταν ελάχιστα σκόπιμο, από την άποψη του αντικειμένου του ενωσιακού δικαίου που συνδέεται με την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών, να γίνει δεκτή μια διάκριση μεταξύ του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα ως προς τους αντικειμενικούς λόγους της προσφυγής σε διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, διότι το περιεχόμενο της έννοιας του δημοσίου τομέα υφίσταται σημαντικές διακυμάνσεις ανάλογα με τις αντιλήψεις που επικρατούν στα διάφορα κράτη μέλη, όπως έχει τονίσει το Δικαστήριο (52).
61. Επιπλέον, θεωρώ ότι οι εργοδότες του δημόσιου τομέα απολαύουν, δυνάμει ρυθμίσεως όπως της ένδικης στην κύρια δίκη, εξουσίας δυνάμενης να τους οδηγήσει σε μέχρι καταχρήσεως χρησιμοποίηση της συνάψεως συμβάσεων ορισμένου χρόνου, στον βαθμό που, καθορίζοντας τις από απόψεως προϋπολογισμού προτεραιότητές τους, θα μπορούσαν να δημιουργούν οι ίδιοι την αιτία που δικαιολογεί την προσφυγή σ’ αυτή τη μορφή συμβάσεως και κατ’ αυτόν τον τρόπο να αυτοαποδεσμεύονται από την τήρηση των ουσιωδών αρχών του εργατικού δικαίου. Αυτός ο κίνδυνος καταχρήσεως, όμως, έχει τόσο μεγαλύτερο αντίκτυπο όσο σημειώνεται σαφής αύξηση της χρησιμοποιήσεως συμβασιούχων, και όχι συμβασιούχων αορίστου χρόνου ή μόνιμων υπαλλήλων, για την κάλυψη των αναγκών του δημόσιου τομέα, αυτό δε όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά στην πλειονότητα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (53).
62. Η Γερμανική Κυβέρνηση αντιτάσσει σ’ αυτή την ανάλυση ότι δεν υπάρχει παροχή οφέλους προς τους εργοδότες του δημοσίου τομέα, ως προς τον ορισμό αυτού που μπορεί να συνιστά αντικειμενικό λόγο, εφόσον η κατάστασή τους δεν είναι τέτοιας φύσεως, ώστε να μπορεί να συγκριθεί με αυτή των εργοδοτών του ιδιωτικού τομέα (54). Το Land Nordrhein‑Westfalen, εξάλλου, εκτιμά ότι η απόκτηση ενός τέτοιου οφέλους από τους εργοδότες του δημόσιου τομέα δικαιολογείται στον βαθμό που αυτό ανταποκρίνεται στις απορρέουσες από τον προϋπολογισμό ιδιαίτερες δεσμεύσεις, τις οποίες αυτοί υφίστανται και οι οποίες καθιστούν αναγκαία μια αντιστάθμιση μέσω μεγαλύτερης ευελιξίας στην πρόσληψη εργαζομένων. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς αυτό το ζήτημα με την παρατήρηση ότι ένας εργοδότης του δημόσιου τομέα έχει μόνο το δικαίωμα να συνομολογεί υποχρεώσεις που καλύπτονται από τις διατάξεις της νομοθεσίας περί προϋπολογισμού και ότι οι προϋπολογισμοί καταρτίζονται, συνήθως, μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
63. Παρατηρώ, πάντως, ότι στην πρόταση που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της οδηγίας 1999/70 (55) εκτίθεται ότι η ευελιξία που απορρέει από το ότι λαμβάνονται υπόψη οι «ανάγκες ειδικών τομέων», όπως προβλέπεται στη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει να συνδέεται με την «ιδιαίτερη προσοχή» που δόθηκε στην «ιδιαίτερη κατάσταση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων» (ΜΜΕ), όταν συντάχθηκε το κείμενο της συμφωνίας-πλαισίου, σύμφωνα με το άρθρο 137, παράγραφος 2, ΕΚ (νυν άρθρο 153 ΣΛΕΕ) (56). Με αυτή την πρόταση, η Επιτροπή εκθέτει ότι οι διάφορες διατάξεις τις συμφωνίας-πλαισίου, στις οποίες αναφέρεται, μεταξύ των οποίων αυτές της ρήτρας 5, «δείχνουν ότι οι κοινωνικοί εταίροι έχουν την πρόθεση να αφήσουν περιθώριο ελιγμών για την άσκηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμφωνία, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες των εργαζομένων και των επιχειρήσεων σε ειδικούς τομείς, καθώς και κατηγοριών εργαζομένων και επιχειρήσεων και, βεβαίως, και των ΜΜΕ» (57).
64. Αντιθέτως, στις προπαρασκευαστικές εργασίες ουδόλως μνημονεύεται η ύπαρξη ειδικής προβλέψεως υπέρ του δημοσίου τομέα, στο πλαίσιο της διατυπώσεως της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου. Δεν νομίζω ότι οι προς πλήρωση θέσεις εργασίας σ’ αυτόν τον τομέα είναι παραδοσιακά, μάλιστα δε εκ φύσεως, προσωρινές, σε αντίθεση προς αυτό που μπορεί να συμβαίνει για ορισμένους κλάδους δραστηριοτήτων.
65. Από όλες αυτές τις σκέψεις προκύπτει ότι, κατά τη γνώμη μου, η ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει την εφαρμογή εθνικής διατάξεως, δυνάμει της οποίας επιτρέπεται η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για λόγους αναγόμενους στον προϋπολογισμό, οι οποίοι υφίστανται αποκλειστικώς στον δημόσιο τομέα.
Ως προς τη δυνατότητα επικλήσεως αντικειμενικού λόγου δημοσιονομικής φύσεως για την ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου
66. Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο υποδιαιρείται σε τέσσερα στοιχεία που διατυπώνονται σωρηδόν, έχει επίσης σχέση με την ερμηνεία του όρου «αντικειμενικοί λόγοι», κατά τη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου.
67. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν η εν λόγω ρήτρα επιτρέπει την εφαρμογή εθνικών διατάξεων, όπως αυτών του άρθρου 7, παράγραφος 3, πρώτη φράση, του νόμου περί προϋπολογισμού του Land, σε συνδυασμό με το άρθρο 14, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, σημείο 7, του TzBfG, που επιτρέπουν την ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, με μόνη αιτιολογία το γεγονός ότι ο μισθωτός αμείβεται από κονδύλια του προϋπολογισμού που προβλέπονται για εργασίες ορισμένου χρόνου.
68. Ειδικότερα, διερωτάται αν τα κριτήρια, που αφορούν ιδίως τις «θέσεις […] που διατίθενται για […] “επικουρικώς απασχολούμενους” (Aushilfskräften)», τα οποία περιέχονται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, πρώτη φράση, του νόμου περί προϋπολογισμού του Land είναι επαρκή για να πληρούνται οι διάφορες προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, την εξατομίκευση της υπάρξεως αντικειμενικού λόγου κατά την έννοια της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, καθώς και την τήρηση τόσο του αντικειμένου όσο και του σκοπού αυτής της συμφωνίας. Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι το Bundesarbeitsgericht έκρινε ότι, κατ’ εφαρμογή του TzBfG, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει σύνδεσμος μεταξύ των καθηκόντων που ασκεί ο προσωρινώς απουσιάζων μόνιμος υπάλληλος και αυτών που ασκεί ο προσλαμβανόμενος για ορισμένο χρόνο μισθωτός, καθηκόντων που μπορεί στην πραγματικότητα να περιλαμβάνονται στην κανονική και διαρκή δραστηριότητα του εργοδότη (58). Παραπέμπω στη διατύπωση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, που παρατέθηκε εκτενώς ανωτέρω, ως προς τις λεπτομέρειες των στοιχείων που περιέχει.
69. Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ένας αντικειμενικός λόγος για την ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, όπως κατά τη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου, έχει την έννοια ότι αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και από τα συμφυή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, από την επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (59).
70. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ’ αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μια διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεώς της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου (60).
71. Θεωρώ όμως, εν προκειμένω, όπως η S. Jansen και η Επιτροπή, ότι οι διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 3, πρώτη φράση, του νόμου περί προϋπολογισμού του Land, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 14, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, σημείο 7, του TzBfG, οι οποίες θεμελιώνουν τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως των συμβάσεων ορισμένου χρόνου στην ύπαρξη και μόνο κονδυλίων του προϋπολογισμού που προορίζονται γι’ αυτόν τον σκοπό, είναι διατυπωμένες πάρα πολύ γενικά και αφηρημένα, χωρίς απτό σύνδεσμο με το περιεχόμενο και τις συνθήκες της ασκήσεως της δραστηριότητας που αφορά η σύμβαση. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, του νόμου περί προϋπολογισμού του Land αναφέρεται στη δραστηριότητα του προς πρόληψη μισθωτού με σύμβαση ορισμένου χρόνου μόνο μέσω της χρησιμοποιήσεως της έννοιας του «επικουρικώς απασχολούμενου (Aushilfskraft)». Θεωρώ ότι αυτός ο κανόνας της σχετικής με τον προϋπολογισμό νομοθεσίας δεν συνιστά αφεαυτού επαρκώς συγκεκριμένη αιτιολόγηση για τη χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, όπως αυτή απαιτείται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, διότι τα καθήκοντα που πρέπει να εκτελέσει ο προσλαμβανόμενος δεν προσδιορίζονται σαφώς ούτε μπορούν να προσδιορισθούν. Διατάξεις αυτού του είδους δεν καθιστούν δυνατό τον έλεγχο ότι σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση η ανανέωση μιας συμβάσεως ορισμένου χρόνου είναι στην πραγματικότητα πιο ενδεδειγμένη από τη μετατροπή της σε σύμβαση αορίστου χρόνου ως μέθοδος διαιωνίσεως της σχέσεως εργασίας.
72. Παρατηρώ ότι, στη διαφορά της κύριας δίκης, η τελευταία από τις ένδικες συμβάσεις ορισμένου χρόνου στηρίζεται όχι στην προσωρινή αντικατάσταση ενός απόντος υπαλλήλου, αλλά στη χρησιμοποίηση κονδυλίων του προϋπολογισμού, που κατέστησαν διαθέσιμα λόγω ειδικών αδειών και λόγω μειώσεως του χρόνου εργασίας που επέλεξαν αρκετοί υπάλληλοι του Landgericht Köln. Είναι προφανές ότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτευχθείσα ευελιξία χρησιμοποιήθηκε για να προσληφθεί η S. Jansen, προκειμένου να καλύψει μόνιμες ανάγκες αυτού του εργοδότη και όχι λόγω της φύσεως ή των ιδιαίτερων λεπτομερειών της δραστηριότητας που θα ανετίθετο στην ενδιαφερομένη.
73. Επιπλέον, η αδιαφάνεια των εν λόγω διατάξεων και η ελευθερία που αφήνει στους εργοδότες του δημόσιου τομέα είναι ικανές να επιτρέψουν τις καταχρηστικές πρακτικές, τις οποίες η συμφωνία-πλαίσιο καλείται να καταπολεμήσει στον βαθμό που, όπως τονίζει η Επιτροπή, ο περιορισμός της διάρκειας των συμβάσεων που στηρίζεται στη σχετική με τον προϋπολογισμό νομοθεσία δεν αποτελεί εξωτερικό γεγονός, αλλά είναι ένα στοιχείο, το οποίο ο νομοθέτης μπορεί να επηρεάσει και τροποποιήσει και, επομένως, ένα εσωτερικό δεδομένο που μπορεί να διαμορφωθεί κατά βούληση.
74. Τέλος, σημειώνω ότι αυτές οι σχετικές με τον προϋπολογισμό εκτιμήσεις δεν συναρτώνται με σκοπούς κοινωνικής πολιτικής, όπως αυτοί που έχουν εφαρμογή στο εργατικό δίκαιο (61). Δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί ότι, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, η χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από ιδιαίτερες περιστάσεις που προκύπτουν από την επιδίωξη ενός τέτοιου θεμιτού σκοπού, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (62).
75. Ως εκ περισσού, διευκρινίζω ότι δεν μου φαίνεται δυνατό να συμπληρωθεί αυτή η ανάλυση, που γίνεται αναφορικά με τη νομολογία που αφορά τον όρο «αντικειμενικός λόγος» κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου, μέσω ανάλογης εφαρμογής της σχετικής με την ερμηνεία του όρου «αντικειμενικοί λόγοι» νομολογίας, ο οποίος περιέχεται στη ρήτρα 4 της εν λόγω συμφωνίας (63), όπως αυτό αποτέλεσε αντικείμενο παρατηρήσεων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε την υφιστάμενη συγγένεια των εννοιών που υπάρχουν στις δύο αυτές ρήτρες και τις όρισε με τον ίδιο τρόπο (64), ακολουθώντας μια κατ’ αναλογία συλλογιστική (65).
76. Στη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, που αφορά την «[α]ρχή της μη διάκρισης», η εξειδίκευση των «αντικειμενικών λόγων» προβλέπεται πάντως εντός ενός πάρα πολύ διαφορετικού πλαισίου από αυτό της ρήτρας 5 της εν λόγω συμφωνίας, η οποία αφορά «[μ]έτρα για την αποφυγή κατάχρησης» των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Το αντικείμενο των «αντικειμενικών λόγων» δεν είναι επομένως το ίδιο στις δύο αυτές ρήτρες. Επιπλέον, μου φαίνεται ότι η προσέγγιση μεταξύ δύο όρων διατυπωμένων με όμοιο τρόπο εγκυμονεί τον κίνδυνο να καταλήξει σε μια ταυτολογία. Η ερμηνεία που δίνει το Δικαστήριο στον ένα από αυτούς τους όρους δεν μπορεί, κατ’ εμέ, να παράσχει κριτήρια εκτιμήσεως που θα μπορούσαν να αναπαράγονται πανομοιότυπα ως προς τον άλλο, διότι, μολονότι αυτοί έχουν κατ’ απόλυτη θεώρηση το ίδιο περιεχόμενο, συνδέονται εντούτοις με διαφορετικά σημεία αναφοράς. Το ουσιώδες όμως είναι να εξακριβωθεί ποια είναι τα γεγονότα που πρέπει να θεωρούνται ότι συνιστούν «αντικειμενικούς λόγους» βάσει της ρήτρας 4 ή βάσει της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου.
77. Ειδικότερα, δεν νομίζω ότι ο συναχθείς κανόνας σε σχέση με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, κατά τον οποίο «η αρχή της εξοικονόμησης προσωπικού ανάγεται σε δημοσιονομικούς λόγους, οι οποίοι δεν μπορούν να αποτελούν δικαιολογητικό λόγο για διακρίσεις» (66) μπορεί να εφαρμοσθεί άνευ ετέρου κατ’ αναλογία, προκειμένου να λεχθεί ότι εκτιμήσεις αναγόμενες στον προϋπολογισμό δεν πρέπει να μπορούν να αποτελούν τη βάση για τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να αποκλείεται συστηματικά, όπως συνέβη στην περίπτωση πρακτικών που συνιστούσαν δυσμενή διάκριση, λόγοι αμιγώς οικονομικής φύσεως να μπορούν να δικαιολογούν την επαναλαμβανόμενη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Κατ’ εμέ, δεν θα ήταν ασφαλώς σύμφωνο προς τον σκοπό της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου το να μπορεί ένας εργοδότης να επικαλείται γενικώς σχετικούς με τον προϋπολογισμό περιορισμούς ως «αντικειμενικούς λόγους». Παρά ταύτα, νομίζω ότι είναι εύλογο να λαμβάνονται υπόψη οικονομικά εμπόδια, εάν συνδέονται με άλλης φύσεως λόγους, όπως αυτούς που έχουν σχέση με σκοπούς κοινωνικής πολιτικής, την ενίσχυση της παιδείας ή την προστασία του περιβάλλοντος, που απορρέουν από δεσμευτικές οδηγίες που δίνει το κράτος. Επομένως, όταν έχει προβλεφθεί ειδικό κονδύλιο του προϋπολογισμού με σκοπό την ενίσχυση της επανόδου στην εργασία, παραδείγματος χάριν υπέρ των νέων ανέργων, ένας εργοδότης του δημόσιου τομέα θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να δικαιολογεί την κατ’ επανάληψη χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου έναντι των ενδιαφερομένων, στηριζόμενος σε ένα τέτοιο προσανατολισμό του προϋπολογισμού, που έχει συγκεκριμένη αιτία και χρονικώς περιορισμένα αποτελέσματα.
78. Αυτό που νομίζω ότι έχει ακόμη πιο καθοριστική σημασία, λαμβανομένης υπόψη της σχετικής με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου νομολογίας του Δικαστηρίου, είναι ότι το αιτούν δικαστήριο ελέγχει ότι η προβαλλόμενη δικαιολόγηση έχει σαφώς άμεσο και πραγματικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη δραστηριότητα που θεωρείται ότι ασκεί ο προσληφθείς υπάλληλος βάσει αυτών των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
79. Εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένου υπόψη του ανεπαρκώς σαφούς και συγκεκριμένου περιεχομένου μιας νομοθεσίας όπως της επίδικης, έχω τη γνώμη ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να δώσει αρνητική απάντηση σε σχέση με το πρώτο μέρος του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, που διατυπώνεται στο στοιχείο α΄.
80. Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι παρέλκει η απάντηση στα τρία ερωτήματα που διατυπώνονται στα στοιχεία β΄ έως δ΄ αυτής της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Ως προς την αποκαλούμενη ρήτρα της μη υποβαθμίσεως
81. Με το τέταρτο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο αν το ισχύον γερμανικό δίκαιο (67) μπορεί να θίγει τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου, καθόσον ο λόγος για τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου επεκτάθηκε συνεπεία ενός απορρέοντος από τον προϋπολογισμό περιορισμού στο σύνολο του δημοσίου τομέα και δεν υφίσταται πλέον μόνο στον τομέα της ανώτατης εκπαιδεύσεως, όπως συνέβαινε πριν από τη έναρξη ισχύος της οδηγίας 1999/70, κατά τη διάταξη περί παραπομπής. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τις νομικές συνέπειες που θα πρέπει να συναγάγει, όσον αφορά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου, από την ενδεχόμενη έλλειψη συμβατού προς τις διατάξεις αυτής της ρήτρας, τις αποκαλούμενες μη υποβαθμίσεως.
1. Ως προς την ερμηνεία της ρήτρας 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου
82. Η ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου ορίζει ότι η εφαρμογή της δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από αυτή τη συμφωνία.
83. Διευκρινίζω εξαρχής ότι, όπως εξέθεσα στο πλαίσιο μιας προηγούμενης προδικαστικής υποθέσεως (68) και όπως τονίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, πρόκειται μάλλον για μια ρήτρα, η οποία επιβάλλει υποχρέωση διαφάνειας στους λόγους που προβάλλονται προκειμένου να δικαιολογηθεί μια νομοθετική μεταρρύθμιση και όχι για μια ρήτρα που επιβάλλει ένα status quo.
84. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου συνιστούν απλώς κανόνες ελάχιστου περιεχομένου, παραμένει δυνατή η επέμβαση των κρατών μελών εν προκειμένω είτε για τη θέσπιση ή διατήρηση διατάξεων ευνοϊκότερων από τις προβλεπόμενες στο προηγούμενο δίκαιο είτε μάλιστα και για υποβάθμιση, με την επιφύλαξη ότι τηρείται το ελάχιστο όριο της προβλεπόμενης από τη συμφωνία-πλαίσιο προστασίας και ότι η υποβάθμιση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί γενική.
85. Πράγματι, η ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου δεν απαγορεύει τη μείωση της προστασίας που παρέχει το εθνικό δίκαιο στον τομέα των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Μια τέτοια μείωση επιτρέπεται με την επιφύλαξη ότι τηρεί δύο κριτήρια, που εφαρμόζονται σωρευτικά (69), πράγμα από το οποίο απορρέει ότι η μη συνδρομή μιας από τις δύο αυτές προϋποθέσεις αρκεί, ώστε η εθνική νομοθεσία να εμπίπτει στην απαγόρευση που προβλέπει η ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου (70). Τα κριτήρια αυτά είναι τα ακόλουθα:
– αφενός, για να επιτρέπεται, η υποβάθμιση δεν πρέπει να συνδέεται με την εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου (71), πράγμα που εμποδίζει τα κράτη μέλη να επικαλούνται την υποχρέωση μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο ως «πρόσχημα» για να εξηγήσουν τις τροποποιήσεις που επιφέρουν στο εθνικό τους δίκαιο (72) και,
– αφετέρου, δεν πρέπει να θίγει το γενικό επίπεδο προστασίας των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, κριτήριο που πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τον αριθμό των εργαζομένων τους οποίους αφορά η μεταρρύθμιση (73), καθώς και με το σύνολο της προστατευτικής νομοθεσίας, με δεδομένο ότι η μείωση μπορεί να αντισταθμίζεται σφαιρικά από άλλες εγγυήσεις που προσφέρονται (74).
86. Η εφαρμογή εν προκειμένω του πρώτου από τα δύο αυτά κριτήρια απαιτεί η τροποποίηση που επήλθε με την επίδικη νομοθεσία να είχε πράγματι ως σκοπό τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 1999/70 και της αποτελούσας παράρτημά της συμφωνίας-πλαισίου, με τη διευκρίνιση ότι ακόμη και μεταγενέστερες εθνικές διατάξεις που συμπληρώνουν ή τροποποιούν τον αρχικό νόμο για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο μπορούν να ληφθούν υπόψη εν προκειμένω.
87. Αυτό όμως, κατά το Land Nordrhein‑Westfalen και τη Γερμανική Κυβέρνηση δεν συμβαίνει. Αμφότεροι αναφέρονται στην προηγούμενη της οδηγίας 1999/70 νομολογία, υποστηρίζοντας ότι το ισχύον δίκαιο επέτρεπε ήδη τον επίδικο λόγο που έχει σχέση με τον προϋπολογισμό πριν από την έναρξη ισχύος του TzBfG, ιδίως δε του άρθρου 14, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, σημείο 7, του TzBfG. Υποστηρίζουν ότι το κείμενο αυτό αποτελεί απλώς κωδικοποίηση της διαμορφωθείσας από το Bundesarbeitsgericht νομολογίας, χωρίς οποιαδήποτε διεύρυνσή της. Σε αντίθεση προς όσα εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, το Land Nordrhein-Westfalen και η Γερμανική Κυβέρνηση συμπίπτουν, εκθέτοντας ότι ο λόγος που αντλείται από έναν περιορισμό λόγω προϋπολογισμού αποτελούσε ήδη το αντικείμενο μιας εφαρμογής στο σύνολο της δημοσίας διοικήσεως. Προς στήριξη αυτού του ισχυρισμού, η εν λόγω κυβέρνηση αναφέρεται στις προπαρασκευαστικές εργασίες, που είχαν ως αποτέλεσμα τη θέσπιση του TzBfG, παραθέτοντας σχετικά αποσπάσματα του νομοσχεδίου.
88. Η Επιτροπή, εξάλλου, εκτιμά ότι δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των επίδικων διατάξεων και της μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 στο εθνικό δίκαιο και ότι, εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση μεταφοράς δεν αποτέλεσε αντικείμενο ρητής επικλήσεως από τον Γερμανό νομοθέτη προς δικαιολόγηση της επίμαχης μεταρρυθμίσεως. Κατά συνέπεια, θεωρεί, όπως και οι δύο προηγούμενοι που κατέθεσαν παρατηρήσεις, ότι οι επίδικες διατάξεις του TzBfG δεν έρχονται σε σύγκρουση με το ενωσιακό δίκαιο. Μόνον η S. Jansen υιοθετεί μια αντίθετη στάση.
89. Εν πάση περιπτώσει, η εκτίμηση του αν συντρέχει ή όχι η περίπτωση του πρώτου αυτού κριτηρίου, που προϋποθέτει μια εξέταση της εξελίξεως του ισχύοντος γερμανικού δικαίου, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, έστω κι αν τα στοιχεία που παρέχει η νομολογία του Δικαστηρίου πρέπει να το καθοδηγήσουν καθ’ όλη τη διενέργεια αυτής της εξετάσεως.
90. Αν γίνει εφαρμογή εν προκειμένω του δευτέρου κριτηρίου, πράγμα που θα προϋπέθετε ότι συντρέχει πράγματι η περίπτωση του πρώτου κριτηρίου κατόπιν της αναλύσεως στην οποία θα πρέπει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, θα έπρεπε η τροποποίηση που επήλθε με την επίμαχη νομοθεσία να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων ορισμένου χρόνου.
91. Κατά τη S. Jansen, υπάρχει αληθής υποβάθμιση αυτού του επιπέδου σε σχέση με την προηγούμενη νομοθεσία, λόγω του γεγονότος ότι ο σχετικός με τον προϋπολογισμό λόγος για τη χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου έχει πλέον εφαρμογή, συστηματικά, σε όλο τον δημόσιο τομέα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια και το περιεχόμενο των καθηκόντων που ασκεί ο εργαζόμενος, ο οποίος έχει προσληφθεί σ’ αυτό το πλαίσιο.
92. Η Γερμανική Κυβέρνηση εκτιμά, αντιθέτως, ότι ο TzBfG, κωδικοποιώντας τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του σχετικού με τον προϋπολογισμό λόγου, ο οποίος ίσχυε αρχικώς μόνο για τον τομέα της ανωτάτης εκπαιδεύσεως, διευκρίνισε το περιεχόμενο του ισχύοντος εσωτερικού δικαίου και κατ’ αυτόν τον τρόπο βελτίωσε την προστασία που παρέχεται στους εργαζομένους που έχουν συνάψει συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
93. Λαμβανομένων υπόψη αυτών των αντιφατικών απόψεων, θα εναπόκειται, και στην περίπτωση αυτή, στο Landesarbeitsgericht Köln να εξακριβώσει αν πληρούται εν προκειμένω η δεύτερη από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ρήτρας 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου, με την υπενθύμιση ότι μόνο μια μείωση τέτοιου μεγέθους, ώστε να μπορεί να επηρεάζει σφαιρικά την εθνική ρύθμιση που αφορά τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μπορεί να εμπίπτει σ’ αυτή τη ρήτρα. Συναφώς, το εν λόγω δικαστήριο θα πρέπει ιδίως να επαληθεύσει ότι ένα σημαντικό μέρος των εργαζομένων που απασχολούνται με σύμβαση ορισμένου χρόνου στο κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται θίγονται από την επίμαχη στην κύρια δίκη μεταρρύθμιση, καθώς και να εκτιμήσει τη σημασία της, λαμβανομένων υπόψη των άλλων εγγυήσεων που προβλέπει ο TzBfG για την εξασφάλιση της προστασίας αυτής της κατηγορίας εργαζομένων (75).
2. Ως προς τις νομικές συνέπειες από ενδεχόμενη έλλειψη συμβατότητας προς τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου
94. Το τελευταίο ζήτημα που θέτει το Landesarbeitsgericht Köln είναι αν έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόσει τον εθνικό κανόνα, αν αποδειχθεί ότι αυτός δεν συμβιβάζεται προς τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου.
95. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς (76), όπως το ανέπτυξα και σε προηγούμενες προτάσεις (77), ότι η ρήτρα αυτή δεν μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα, που θα ήταν εν προκειμένω κάθετο. Όπως υπενθυμίζει το Land Nordrhein‑Westfalen, η ρήτρα 8 της συμφωνίας-πλαισίου δεν επιβάλλει συγκεκριμένες υποχρεώσεις στα κράτη μέλη και δεν μπορεί να τύχει επικλήσεως από ιδιώτη ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, σε αντίθεση, παραδείγματος χάριν, προς τη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, η οποία μπορεί να θεωρηθεί, από την άποψη του περιεχομένου της, ως απαλλαγμένη αιρέσεων και αρκούντως ακριβής προς τούτο (78).
96. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο δεν υποχρεούται ευθέως να μη προβεί στην εφαρμογή διατάξεων του εθνικού δικαίου, των οποίων το περιεχόμενο αμφισβητείται με βάση τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου.
97. Παρά ταύτα, προκειμένου να συμμορφωθεί προς το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚCE), δεδομένου ότι κάθε εθνικό δικαστήριο έχει την υποχρέωση να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο τηρώντας τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου, το Landesarbeitsgericht Köln θα πρέπει να ανταποκριθεί σ’ αυτή την υποχρέωση, όπως κατ’ επανάληψη έχει κρίνει το Δικαστήριο (79). Αυτό συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι το εν λόγω δικαστήριο θα ερμηνεύσει την επίμαχη ρύθμιση, καθόσον αυτό είναι δυνατό, υπό το φως του γράμματος και του σκοπού των σχετικών διατάξεων της συμφωνίας-πλαισίου, προκειμένου να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με αυτή (80).
VI – Πρόταση
98. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Landesarbeitsgericht Köln ως εξής:
«1) Η ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου της 18ης Μαρτίου 1999, η οποία περιέχεται ως παράρτημα στην οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, πρέπει να ερμηνευθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε για να εκτιμηθεί η ύπαρξη “αντικειμενικού λόγου” κατά την έννοια αυτής της ρήτρας να μη στερείται ένα εθνικό δικαστήριο της δυνατότητας να λαμβάνει υπόψη τον αριθμό των συμβάσεων ορισμένου χρόνου που προηγήθηκαν της ανανεώσεως της συμβάσεως που πρέπει να ελεγχθεί, καθώς και της διάρκειας της περιόδου, κατά την οποία ο μισθωτός περί του οποίου πρόκειται απασχολούνταν προηγουμένως βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
2) Η ρήτρα 5, σημείο 1, της εν λόγω συμφωνίας έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει να υφίστανται διαφορές μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, όσον αφορά την εκτίμηση της υπάρξεως «αντικειμενικού λόγου» κατά την έννοια αυτής της ρήτρας.
3) Η ρήτρα 5, σημείο 1, της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει την εφαρμογή ρυθμίσεως, όπως της επίμαχης στην κύρια δίκη, η οποία στηρίζεται σε λόγους που έχουν σχέση με τον προϋπολογισμό και οι οποίοι είναι υπερβολικά γενικοί για να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις που ορίζει η νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία αφορά τους αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου κατά την έννοια αυτής της διατάξεως;
4) Κράτος μέλος θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν τηρεί τις διατάξεις της ρήτρας 8, σημείο 3, της εν λόγω συμφωνίας, προβλέποντας στο δίκαιό του έναν λόγο προσφυγής στην εργασία ορισμένου χρόνου, που οφείλεται σε δημοσιονομικής φύσεως λόγους προϋπολογισμού, ο οποίος εφαρμόζεται γενικώς στο σύνολο του δημόσιου τομέα, ενώ πριν από την έκδοση της οδηγίας 1999/70, εφαρμοζόταν με παρόμοια μορφή στο πλαίσιο του ισχύοντος εθνικού δικαίου μόνο σε περιορισμένα μέρη του δημόσιου τομέα, στην περίπτωση κατά την οποία, πράγμα που πρέπει να ελέγξει το αιτούν δικαστήριο:
– αφενός, οι επιφέρουσες μια τέτοια τροποποίηση διατάξεις χρησιμοποιούν ως δικαιολόγηση τη μεταφορά αυτής της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και,
– αφετέρου, η δικαιολόγηση αυτή συνεπάγεται υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, που εκτιμάται σε συνάρτηση με τον αριθμό των θιγομένων εργαζομένων και λαμβανομένης υπόψη της σχετικής με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου εθνικής ρυθμίσεως, θεωρούμενης στο σύνολό της.
Αν το αιτούν δικαστήριο κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα κριτήρια εκτιμήσεως, ότι ο εν προκειμένω εθνικός κανόνας δεν τηρεί τις διατάξεις της ρήτρας 8, σημείο 3, της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, αυτό θα είχε ως συνέπεια όχι ότι υποχρεούται να μην εφαρμόσει αυτόν τον κανόνα, αλλά ότι υποχρεούται να τον ερμηνεύσει σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο».
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 175, σ. 43.
3 – Gesetz über Teilzeitarbeit und befristete Arbeitsverträge und zur Änderung und Aufhebung arbeitsrechtlicher Bestimmungen (BGBl. 2000 I, σ. 1966). Ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2001. Υπέστη στη συνέχεια τροποποιήσεις (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, Deutsche Lufthansa, C-109/09, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 8 έως 11), οι οποίες δεν έχουν σχέση με τα δεδομένα της διαφοράς της κύριας δίκης.
4 – Gesetz über die Feststellung der Haushaltspläne des Landes Nordrhein‑Westfalen für die Haushaltsjahre 2004/2005 (GV. NRW. 2004, n° 4, της 6ης Φεβρουαρίου 2004, σ. 64).
5 – Ο όρος «Aushilfskraft» θα μπορούσε να μεταφρασθεί στη γαλλική γλώσσα είτε ως «agent contractuel», όπως στην περίπτωση της προδικαστικής αποφάσεως (ΕΕ 2010, C 274, σ. 4), είτε ως «agent intérimaire», όπως στην έκθεση για την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, είτε, περισσότερο κατά γράμμα, ως «personnel auxiliaire». Δεδομένης της αμφιβολίας, και προς αποφυγή οποιουδήποτε κινδύνου συγχύσεως, ιδίως με την έννοια της travail intérimaire [προσωρινής εργασίας μέσω πρακτορείου], για την οποία η συμφωνία-πλαίσιο δεν προορίζεται να έχει εφαρμογή (βλ. τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 1999/70 και το τέταρτο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου), θα προτιμήσω στις προτάσεις αυτές τη χρησιμοποιούμενη ανωτέρω διατύπωση, υπενθυμίζοντας τον γερμανικό όρο εντός παρενθέσεως. [ΣτΜ: στην ΕΕ C 274 της 9ης Οκτωβρίου 2010, σ. 4), ο όρος Aushilfskraft έχει μεταφρασθεί στη μεν γαλλική ως «agent contractuel», ήτοι συμβασιούχος, στη δε ελληνική ως επικουρικώς απασχολούμενος].
6 – Συγκεκριμένα, μια υπόθεση, που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό C‑312/10, η οποία αφορά επίσης το Land Nordrhein‑Westfalen, αποτέλεσε αφορμή για μια άλλη αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε από το Landesarbeitsgericht Köln και αφορά επίσης την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, και της ρήτρας 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου. Δεδομένης της υπάρξεως συνάφειας μεταξύ των υποθέσεων C‑312/10 και C‑313/10, οι υποθέσεις αυτές ενώθηκαν προς συνεκδίκαση, κατόπιν όμως, όταν το αιτούν δικαστήριο ανακάλεσε την αίτησή του στην πρώτη υπόθεση, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε με διάταξη της 7ης Φεβρουαρίου 2011 τον χωρισμό αυτής της υποθέσεως από την υπόθεση C‑313/10 και τη διαγραφή της από το πρωτόκολλο του Δικαστηρίου.
7 – Το εν λόγω δικαστήριο παραθέτει συναφώς την απόφαση του Bundesarbeitsgericht της 25ης Μαρτίου 2009 (7 AZR 34/08, NZA 2010, σκέψεις 34 επ.), καθώς και αυτές της 21ης Απριλίου 1993 (AP § 620 BGB Befristeter Arbeitsvertrag n° 149) και της 30ής Νοεμβρίου 1977 (AP § 620 BGB Befristeter Arbeitsvertrag n° 44).
8 – Η ανάλυση αυτή αμφισβητείται πάντως από το Land Nordrhein‑Westfalen και τη Γερμανική Κυβέρνηση. Κατά την άποψή τους, δεν είναι βέβαιο ότι το Bundesarbeitsgericht εγκατέλειψε την παλαιά του νομολογία, η οποία ελάμβανε υπόψη τον αριθμό και τη συνολική διάρκεια των προηγουμένων συμβάσεων ορισμένου χρόνου –και όχι μόνο το περιεχόμενο της τελευταίας συμβάσεως–, σε σχέση με όλους τους αντικειμενικούς λόγους που προβλέπονται στα σημεία 1 έως 8 του άρθρου 14, παράγραφος 1, δεύτερη φράση του TzBfG, όπως φαίνεται να θεωρεί το αιτούν δικαστήριο, πράγμα που θα έβαινε πέραν της υπό κρίση περιπτώσεως που αφορά αντικειμενικό λόγο αντλούμενο από την αναπλήρωση ενός εργαζομένου, η οποία είναι και η μόνη περίπτωση που αφορά ρητώς η προπαρατεθείσα απόφαση της 25ης Μαρτίου 2009. Διευκρινίζω ότι το Bundesarbeitsgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ακόμη εκκρεμούσα ως προς αυτό το τελευταίο είδος αντικειμενικών λόγων (βλ. την υπόθεση C-586/10, ΕΕ 2011, C 89, σ. 5).
9 – Σημείο 10 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου.
10 – Τρίτο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου και δέκατη παρατήρηση αυτής. Βλ., επίσης, την απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, C‑268/06, Impact (Συλλογή 2008, σ. I‑2483, σκέψη 70).
11 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, C‑212/04, Αδενέλερ κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑6057, σκέψη 68), τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott σ’ αυτή την υπόθεση (σημείο 56), την απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, C‑378/07 έως C‑380/07, Αγγελιδάκη κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. I‑3071, σκέψη 79), και πιο πρόσφατα την προπαρατεθείσα απόφαση Deutsche Lufthansa (σκέψεις 36 και 37).
12 – Η συμφωνία-πλαίσιο δίνει ελάχιστους μόνο ορισμούς, στη ρήτρα 3 αυτής, των όρων που χρησιμοποιεί, όπως «εργαζόμενος ορισμένου χρόνου» και «αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου».
13 – Δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 1999/70.
14 – Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Impact (σκέψεις 90 και 91).
15 – Βλ., μεταξύ άλλων, τη διάταξη της 12ης Ιουνίου 2008, C‑364/07, Βασιλάκης κ.λπ. (σκέψη 81 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
16 – Ρήτρα 5, σημείο 1 στην αρχή, και ρήτρα 1, στοιχείο β΄, της συμφωνίας-πλαισίου, καθώς και δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 1999/70.
17 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Αδενέλερ κ.λπ. (σκέψη 63), καθώς και Impact (σκέψη 88).
18 – Το σημείο 6 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου υπογραμμίζει ότι οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου συμβάλλουν στην ποιότητα ζωής των εργαζομένων και βελτιώνουν την απόδοση.
19 – Στηριζόμενο στις διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου και στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπενθύμισε ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου, οι οποίες εκ φύσεως εξασφαλίζουν σχετική εργασιακή ασφάλεια, δεν μπορούν να λύονται, χωρίς να αιτιολογούνται οι λόγοι της καταγγελίας (βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 26ης Οκτωβρίου 2006, Landgren κατά ETF, F‑1/05, Υπ.Υπ. I‑A‑1‑123 και II‑A‑1‑459, σκέψη 68).
20 – Βλ. την απόφαση της 22ης Νοεμβρίου 2005, C‑144/04, Mangold (Συλλογή 2003, σ. I‑9981, σκέψη 64), καθώς και την προπαρατεθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ. (σκέψη 83 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
21 – Βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 30ής Απριλίου 2009, F-65/07, Aayhan κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 114 επ.), της 4ης Ιουνίου 2009, F‑134/07 και F‑8/08, Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 99 επ.), καθώς και της 29ης Σεπτεμβρίου 2009, F‑69/07 και F‑60/08, O κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 74 επ.).
22 – Βλ. τη διάταξη της 24ης Απριλίου 2009, C‑519/08, Κούκου (Συλλογή 2009, σκέψεις 45 επ., καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
23 – Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η S. Jansen, αφού απασχολήθηκε στο Landgericht Köln από τις 3 Ιουλίου 1997 έως τις 30 Ιουνίου 2006, άσκησε καθ’ όλα αυτά τα έτη πανομοιότυπα καθήκοντα, ήτοι εργασίες γραφείου που περιλαμβάνονται στη συνεχή δραστηριότητα της γραμματείας του 23ου τμήματος του εν λόγω δικαστηρίου.
24 – Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Αγγελιδάκη κ.λπ. (σκέψη 103).
25 – Κατ’ αντιστοιχία προς τον ορισμό του διαδοχικού χαρακτήρα περισσοτέρων αλληλοδιαδόχων συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ως προς τον οποίο το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μια τόσο αυστηρή και περιοριστική προσέγγιση θα καθιστούσε δυνατή την επί πολλά έτη προσωρινή απασχόληση των εργαζομένων (προπαρατεθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψη 85).
26 – Στην προπαρατεθείσα απόφαση Mangold, το Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι η επίδικη σύμβαση ήταν η πρώτη και μοναδική σύμβαση εργασίας που συνήφθη μεταξύ των μερών, αποφάνθηκε ότι η ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου ήταν προφανώς αλυσιτελής σ’ αυτή την περίπτωση.
27 – Ιδίως, μάλιστα, μια οιονεί συνεχής διαδοχή, όπως συνέβαινε με την ελληνική ρύθμιση που προέβλεπε ότι ένα σχετικώς σύντομο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ήτοι 20 εργάσιμων ημερών, αρκούσε, προκειμένου συμβάσεις ορισμένου χρόνου να μη θεωρούνται διαδοχικές, της οποίας η σχετική διάταξη μπορούσε να δώσει λαβή σε καταχρήσεις, κατά το Δικαστήριο (προπαρατεθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 77 επ.).
28 – Τονίζω ότι το Δικαστήριο έκρινε πράγματι ότι από το γράμμα της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου προκύπτει, χωρίς δυνατότητα αμφισβητήσεως, ότι τα διάφορα προτεινόμενα μέτρα θεωρούνται ως «ισοδύναμα» (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Impact, σκέψη 76).
29 – Έτσι, από τη νομολογία προκύπτει ότι στο ελληνικό δίκαιο τα άρθρα 5 και 6 του προεδρικού διατάγματος 164/2004 εφάρμοσαν, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα, το σύνολο των μέτρων για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που απαριθμούνται στην ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχεία α΄ έως γ΄, της συμφωνίας-πλαισίου (διάταξη της 18ης Ιανουαρίου 2011, C-272/10, Βερκίζη-Νικολακάκη, σκέψη 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
30 – Παραδείγματος χάριν, ελάχιστη χρησιμότητα θα είχε να περιορίζεται ο αριθμός των ανανεώσεων σε δύο διαδοχικές συμβάσεις αορίστου χρόνου, αν κάθε μία από αυτές τις συμβάσεις μπορεί να διαρκεί περισσότερα έτη.
31 – Κατ’ αντιστοιχία προς τη σκέψη 77 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Impact.
32 – Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (σκέψη 82).
33 – Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso (Συλλογή 2007, σ. I‑7109, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
34 – Αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑53/04, Marrosu και Sardino (Συλλογή 2006, σ. I‑7213, σκέψη 48), και C‑180/04, Vassallo (Συλλογή 2006, σ. I‑7251, σκέψη 33), καθώς και διάταξη της 1ης Οκτωβρίου 2010, C-3/10, Affatato (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
35 – Απόφαση Marrosu και Sardino (προπαρατεθείσα, σκέψη 47), καθώς και η διάταξη Βασιλάκη (προπαρατεθείσα, σκέψη 121).
36 – Αντιθέτως, ο γενικός εισαγγελέας Poiares Maduro, στα σημεία 27 έως 50 των από κοινού προτάσεών του στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Marrosu και Sardino και στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Vassallo, προσπάθησε να προσδιορίσει τους λόγους για τους οποίους ορισμένες διαφορές μπορούν να δικαιολογούνται μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, όσον αφορά τις κυρώσεις για ενδεχόμενες καταχρήσεις.
37 – Βλ. τον τίτλο της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, καθώς και την αρχή της φράσεως στο σημείο 1 της εν λόγω ρήτρας.
38 – Πράγματι, το σημείο 2 της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου αφήνει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να εκτιμούν την προϋπόθεση της περιπτώσεως «όταν χρειάζεται» για την επέμβασή τους σ’ αυτούς τους τομείς. Ως προς τη διάκριση μεταξύ των δεσμευτικών αποτελεσμάτων του σημείου 1 και του σημείου 2 της εν λόγω ρήτρας, βλ., μεταξύ άλλων, τα σημεία 72 επ. των προτάσεων της γενικής εισαγγελέας J. Kokott στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ.
39 – Μου φαίνεται εύλογο να μπορεί να επιφυλάσσεται μια ιδιαίτερη τύχη στον δημόσιο τομέα κατ’ εφαρμογή του σημείου 2 της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, δεδομένου ότι σ’ αυτόν τον τομέα η σχέση εργασίας μπορεί να λάβει τη νομική μορφή μιας μονομερούς διοικητικής πράξεως και όχι συμβάσεως, με συνέπεια να μη μπορεί η κύρωση για ενδεχομένως κατάχρηση στη χρησιμοποίηση μιας τέτοιας πράξεως να είναι η παράταση της προσλήψεως του εργαζομένου, πράγμα που θα έχρηζε μιας νέας διοικητικής πράξεως, σε αντίθεση προς αυτό που συμβαίνει στην περίπτωση αναχαρακτηρισμού μιας συμβάσεως ορισμένου χρόνου ως συμβάσεως αορίστου χρόνου. Οι γενικοί εισαγγελείς Poiares Maduro [προτάσεις στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Marrosu και Sardino (σημεία 42 επ)], και J. Kokott υπογράμμισαν και άλλες ιδιομορφίες της απασχολήσεως στο δημόσιο [προτάσεις στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Αγγελιδάκη κ.λπ. (σημείο 117)].
40 – «[Η] παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος, και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχιακής φύσης» (η υπογράμμιση δική μου).
41 – «Η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων. […]» (η υπογράμμιση δική μου).
42 – Ήτοι της ισπανικής («distintos sectores»), της δανικής («bestemte sektorer»), της γερμανικής («bestimmter Branchen»), της ελληνικής («ειδικών τομέων»), της αγγλικής («specific sectors»), της γαλλικής («secteurs spécifiques»), της ιταλικής («settori […] specifici»), της ολλανδικής («bepaalde sectoren»), της πολωνικής («szczególnych gałęzi»), της πορτογαλικής («sectores […] específicos»), της φινλανδικής («erityisten alojen») και της σουηδικής («särskilda branscher»).
43 – Αποκλείω εξαρχής την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως προβλέπεται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 1999/70, στην τρίτη παράγραφο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου και στη ρήτρα 4 της συμφωνίας αυτής, την οποία επικαλείται η S. Jansen. Ο κανόνας αυτός έχει ως σκοπό να έχουν οι μισθωτοί που εργάζονται με σύμβαση ορισμένου χρόνου μεταχείριση αντίστοιχη προς αυτή της οποίας τυγχάνουν οι έχοντες σύμβαση αορίστου χρόνου και όχι να εξασφαλίζει ισότητα μεταξύ εργαζομένων που απασχολούνται όλοι με σύμβαση ορισμένου χρόνου, από τους οποίους όμως οι μεν ασκούν τα καθήκοντά τους στον δημόσιο τομέα οι δε στον ιδιωτικό.
44 – Ο χαρακτήρας της προσλήψεως μέσω συμβάσεως αορίστου χρόνου ως προσλήψεως διεπόμενης από το κοινό δίκαιο διακηρύσσεται επίσης στην πρώτη φράση της δεύτερης παραγράφου του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου. Βλ., επίσης, τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2008/104/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 2008, περί της εργασίας μέσω εταιρείας προσωρινής απασχόλησης (ΕΕ L 327, σ. 9).
45 – Ήτοι, σύμφωνα με το διπλό αντικείμενο της συμφωνίας-πλαισίου, όπως αυτό καθορίζεται στο σημείο της 1, αφενός, από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων αορίστου χρόνου και, αφετέρου, από τη δημιουργία ενός πλαισίου για την προσφυγή στην εργασία ορισμένου χρόνου, προκειμένου να αποτραπεί η καταχρηστική χρησιμοποίησή της.
46 – Οδηγία 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES (ΕΕ L 14, σ. 9). Βλ., ειδικότερα, το σημείο 5 των γενικών παρατηρήσεων αυτής της συμφωνίας-πλαισίου.
47 – «[Ο]ι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της απασχόλησης σε ορισμένους τομείς, επαγγέλματα και δραστηριότητες που μπορεί να εξυπηρετεί και τους εργοδότες και τους εργαζομένους» (η υπογράμμιση δική μου).
48 – «Τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν […] ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων» (η υπογράμμιση δική μου).
49 – Ως προς την αναγκαιότητα να προβαίνει το αιτούν δικαστήριο σε συγκεκριμένη εξέταση των αποτελεσμάτων που παράγουν οι εθνικές ρυθμίσεις, βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα διάταξη Affatato (σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
50 – Βλ. τις προπαρατεθείσες υποθέσεις Impact (σκέψη 87) και Deutsche Lufthansa (σκέψη 30), καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
51 – Οι διαφορές αυτές είναι συμφυείς με τα ειωθότα σε εθνικό επίπεδο, όπως, παραδείγματος χάριν, συμβαίνει με τη σύνδεση των νοσοκόμων κυρίως με τα δημόσια νοσοκομεία ή με ιδρύματα που σκοπό έχουν το γενικό συμφέρον.
52 – Η διάταξη της 7ης Απριλίου 2011, C‑519/09, May (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 24, όπου παρατίθεται η απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974, 152/73, Sotgiu, Συλλογή τόμος 1974, σ. 87, σκέψη 5) υπενθυμίζει ότι «όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, ελλείψει οποιουδήποτε είδους διακρίσεως στη ρήτρα εξαιρέσεως που περιλαμβάνει το άρθρο 45, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ όσον αφορά την εργασία στον δημόσιο τομέα, δεν συντρέχει λόγος να εξακριβωθεί αν ένας εργαζόμενος προσελήφθη ως ημερομίσθιος εργάτης, ως υπάλληλος με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ή ως δημόσιος υπάλληλος, ή ακόμη αν η σχέση εργασίας του διέπεται από το δημόσιο ή το ιδιωτικό δίκαιο. Αυτοί οι νομικοί χαρακτηρισμοί πράγματι ποικίλλουν στις εθνικές νομοθεσίες και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποτελέσουν κριτήριο ερμηνείας σύμφωνο προς τις επιταγές του δικαίου της Ένωσης».
53 – Βλ., μεταξύ άλλων, Fitte‑Duval, A., «Contrat à durée indéterminée dans la fonction publique: les risques d’une transposition inadaptée»» Actualité Juridique Fonctions Publiques, 2007, σ. 4 επ.
54 – Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι «[σ]τον ιδιωτικό τομέα, ο εργοδότης καθορίζει ο ίδιος το περιεχόμενο και τη μορφή της δραστηριότητας των μισθωτών του, λαμβάνοντας υπόψη τα χρηματοοικονομικά μέσα που μπορούν να επιτευχθούν στην αγορά. Η δυνατότητα αυτή δεν υφίσταται στη δημόσια διοίκηση. Η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού είναι δυνατή μόνο στο πλαίσιο του προϋπολογισμού που εγκρίνεται με τον νόμο περί προϋπολογισμού. […] Η προσφυγή στην εργασία ορισμένου χρόνου είναι δυνατή μόνον αν είναι διαθέσιμα τα αντίστοιχα κονδύλια προϋπολογισμού».
55 – Σημεία 26 έως 31 της αιτιολογικής εκθέσεως της προτάσεως οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και την ETUC, της 28ης Απριλίου 1999 [COM(1999) 203 τελικό, σ. 6 και 7].
56 – Το άρθρο αυτό ορίζει ότι στις οδηγίες που εκδίδονται στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής πρέπει να «αποφεύγεται η επιβολή διοικητικών, οικονομικών και νομικών εξαναγκασμών, οι οποίοι θα παρεμπόδιζαν τη δημιουργία και την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων». Βλ., επίσης, το σημείο 11 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου.
57 – Σημείο 30 της αιτιολογικής εκθέσεως της μνημονευθείσας προτάσεως οδηγίας, καθώς και σ. 26 του παραρτήματός της.
58 – Παρατηρώ ότι ο νόμος που ίσχυε, πριν ο TzBfG μεταφέρει την οδηγία 1999/70 στο γερμανικό δίκαιο, ήταν πιο ελαστικός όσον αφορά τη δυνατότητα συνάψεως συμβάσεων ορισμένου χρόνου, χωρίς να χρειαζόταν να αποδεικνύεται η ύπαρξη αντικειμενικού λόγου συνδεόμενου με τη δραστηριότητα του εργοδότη (βλ., σχετικώς, τα σημεία 10 επ. των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Mangold).
59 – Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα διάταξη Κούκου (σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
60 – Βλ. τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Αγγελιδάκη κ.λπ. (σκέψη 98) και Deutsche Lufthansa (σκέψη 43), καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
61 – Για ένα πρόσφατο παράδειγμα σκοπού κοινωνικής πολιτικής που μπορεί να είναι θεμιτός, βλ. τη διάταξη της 7ης Απριλίου 2011, C-151/10, Dai Cugini (σκέψεις 47 επ.).
62 – Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Αγγελιδάκη κ.λπ. (σκέψη 96 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
63 – Κατά τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, η διαφορετική αντιμετώπιση ενός εργαζομένου ορισμένου χρόνου σε σχέση με αντίστοιχο εργαζόμενο αορίστου χρόνου επιτρέπεται μόνον αν δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
64 – Έτσι, με την προπαρατεθείσα απόφαση Del Cerro Alonso (σκέψεις 56 έως 59), που αφορούσε τον «ίδιο όρο «αντικειμενικοί λόγοι»» κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατά την εν λόγω έννοια, η άνιση μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων αορίστου χρόνου πρέπει να δικαιολογείται από την ύπαρξη σαφών και συγκεκριμένων στοιχείων που να χαρακτηρίζουν τον οικείο όρο απασχόλησης στο ειδικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται και βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων, προκειμένου να ελεγχθεί αν η άνιση αυτή μεταχείριση ανταποκρίνεται σε μια γνήσια ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και είναι αναγκαία προς τούτο.
65 – Βλ. την απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C‑486/08, Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 42 και 43, καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), με την οποία, αφού υπενθύμισε το περιεχόμενο της νομολογίας του που αφορά τον όρο «αντικειμενικοί λόγοι» της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου, το Δικαστήριο έκρινε ότι «[η] ίδια ερμηνεία επιβάλλεται κατ’ αναλογία όσον αφορά τον ίδιο όρο “αντικειμενικοί λόγοι” που χρησιμοποιείται στη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου».
66 – Βλ. τη σκέψη 46 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
67 – Με τη διευκρίνιση ότι στην αιτιολογία του το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται τόσο στις διατάξεις του άρθρου 14, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, σημείο 7, του TzBfG όσο και στη νομολογία του Bundesarbeitsgericht.
68 – Βλ. το σημείο 40 των προτάσεων που ανέπτυξα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 24ης Ιουνίου 2010, C‑98/09, Sorge (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
69 – Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Sorge (σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και τη διάταξη της 11ης Νοεμβρίου 2010, C‑20/10, Vino (σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
70 – Βλ., παραδείγματος χάριν, την προπαρατεθείσα διάταξη Βερκίζη-Νικολακάκη (σκέψη 76).
71 – Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα διάταξη Vino (σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
72 – Βλ. το σημείο 40 των προτάσεών μου στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Sorge, καθώς και το σημείο 127, στο τέλος, των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Αγγελιδάκη κ.λπ.
73 – Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα διάταξη Κούκου (σκέψη 121).
74 – Βλ. την προπαρατεθείσα διάταξη Κούκου (σκέψη 122 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
75 – Βλ. την προπαρατεθείσα διάταξη Κούκου (σκέψεις 119 επ., καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και την προπαρατεθείσα απόφαση Sorge (σκέψεις 42 επ.), καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
76 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Sorge (σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και Deutsche Lufthansa (σκέψη 51).
77 – Βλ. τα σημεία 58 επ. των προτάσεών μου στη υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Sorge.
78 – Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Impact (σκέψεις 59 επ.).
79 – Επιπλέον, υπενθυμίζω ότι κατά το ίδιο το γράμμα του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 1999/70, τα κράτη μέλη οφείλουν «να λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο που να τους επιτρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να διασφαλίζουν τα αποτελέσματα που επιβάλλει [αυτή] η οδηγία».
80 – Βλ. τις σκέψεις 51 επ. της προπαρατεθείσας αποφάσεως Sorge, τα σημεία 65 επ. των προτάσεων που ανέπτυξα σ’ αυτή την υπόθεση, καθώς και τις σκέψεις 52 επ. της προπαρατεθείσας αποφάσεως Deutsche Lufthansa, επιπλέον της παρατιθέμενης νομολογίας.
Full & Egal Universal Law Academy