ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
YVES BOT
της 6ης Οκτωβρίου 2011 ( 1 )
Υπόθεση C-338/10
Grünwald Logistik Service GmbH (GLS)
κατά
Hauptzollamt Hamburg-Stadt
[αίτηση του Finanzgericht Hamburg (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κανονισμός για την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων παρασκευασμένων ή διατηρημένων εσπεριδοειδών καταγωγής Κίνας — Κύρος — Καθορισμός της κανονικής αξίας — Χώρα εξαγωγής που δεν έχει οικονομία αγοράς — Υποχρέωση της Επιτροπής να επιδεικνύει επιμέλεια κατά τον καθορισμό της κανονικής αξίας βάσει της τιμής ομοειδούς προϊόντος σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς»
1.
Το Finanzgericht Hamburg (Γερμανία) ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει το κύρος δύο κανονισμών ( 2 ) δυνάμει των οποίων επιβλήθηκαν προσωρινοί και, στη συνέχεια, οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ σε γερμανική εταιρία που εισάγει στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα από την Κίνα μανταρίνια και άλλα παρόμοια εσπεριδοειδή σε κονσέρβα.
2.
Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες όσον αφορά τη νομιμότητα των εν λόγω κανονισμών λόγω του ότι τα κοινοτικά όργανα καθόρισαν την κανονική αξία του επίδικου προϊόντος βάσει των τιμών που πληρώνονται στην Κοινότητα για ομοειδές προϊόν, χωρίς να τηρήσει τους όρους του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου ( 3 ).
3.
Σύμφωνα με τον βασικό κανονισμό, στην περίπτωση εισαγωγών από χώρες που δεν έχουν οικονομία αγοράς, η κανονική αξία καθορίζεται βάσει της τιμής που πληρώνεται στην Κοινότητα μόνον εφόσον δεν είναι δυνατόν να γίνει αναφορά στην αξία ομοειδούς προϊόντος σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς ή στην τιμή από αυτή την τρίτη χώρα προς άλλες χώρες.
4.
Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να εξακριβώσει αν τα κοινοτικά όργανα επέδειξαν όλη την απαιτούμενη επιμέλεια πριν βασιστούν στις τιμές που πληρώνονται στην Κοινότητα και εφαρμόσουν την επικουρική αυτή μέθοδο υπολογισμού.
5.
Δηλώνει ότι διατηρεί αμφιβολίες ως προς το σημείο αυτό, διότι τα κοινοτικά όργανα εφάρμοσαν την εν λόγω μέθοδο αφού διαπίστωσαν απλώς ότι οι δύο ταϊλανδικές εταιρίες που συμμετείχαν στην έρευνα δεν απάντησαν στα ερωτηματολόγια που τους είχαν αποσταλεί, χωρίς να διεξαγάγουν περαιτέρω έρευνες στην Ταϊλάνδη και χωρίς να αναζητήσουν άλλη ανάλογη χώρα, μολονότι ένας συμμετέχων στην έρευνα είχε αναφέρει ότι ομοειδές προϊόν παρασκευαζόταν στην Ιαπωνία.
6.
Η παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο του καθορισμού της κανονικής αξίας προϊόντος που εισάγεται από χώρα η οποία, όπως η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, δεν έχει οικονομία αγοράς.
7.
Στις παρούσες προτάσεις μου θα εκθέσω, πρώτον, ότι το παρόν προδικαστικό ερώτημα για την εκτίμηση του κύρους είναι παραδεκτό μόνον όσον αφορά τον κανονισμό 1355/2008 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ.
8.
Στη συνέχεια, θα εκθέσω ότι, μολονότι στο πλαίσιο της διαδικασίας έρευνας αντιντάμπινγκ την οποία προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός, η Επιτροπή υποχρεούται να τηρεί προθεσμίες και τα μέρη καλούνται να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους, ιδίως όσον αφορά τη βάση υπολογισμού της κανονικής αξίας την οποία προτίθεται να χρησιμοποιήσει η Επιτροπή, εντούτοις το εν λόγω όργανο υποχρεούται, σύμφωνα με τον βασικό κανονισμό, να επιδεικνύει επιμέλεια κατά την αναζήτηση τρίτης χώρας με οικονομία αγοράς, η οποία να μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας.
9.
Θα εκθέσω ότι, αν από τα στοιχεία της Eurostat που είναι διαθέσιμα κατά τον χρόνο ενάρξεως της έρευνας προκύπτει ότι εισάγονται στην Κοινότητα προϊόντα που υπάγονται στην ίδια δασμολογική κλάση με το προϊόν το οποίο αφορά η καταγγελία, καταγωγής ενός ή περισσότερων τρίτων χωρών με οικονομία αγοράς και ότι ο όγκος των εισαγωγών αυτών δεν είναι προδήλως αμελητέος, εναπόκειται στην Επιτροπή να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν η κανονική αξία του οικείου προϊόντος μπορεί να καθοριστεί βάσει των τιμών σε ή από κάποια από αυτές τις χώρες. Θα υποστηρίξω ότι η Επιτροπή δεν δύναται να υπολογίσει εγκύρως αυτή την κανονική αξία βάσει των τιμών που καταβάλλονται για ομοειδές προϊόν στην Κοινότητα χωρίς να καταβάλει προσπάθεια να βασιστεί στις τιμές σε ή από κατάλληλη τρίτη χώρα και χωρίς να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους η προσπάθεια αυτή δεν τελεσφόρησε.
10.
Το συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξω είναι ότι ο κανονισμός 1355/2008 αντιβαίνει στον νόμο, δεδομένου ότι δεν προκύπτει από αυτόν ότι τα κοινοτικά όργανα κατέβαλαν σοβαρές και επαρκείς προσπάθειες να καθορίσουν την κανονική αξία των μανταρινιών και άλλων παρόμοιων εσπεριδοειδών σε κονσέρβα βάσει των τιμών σε ή από μια από τις τρίτες χώρες με οικονομία αγοράς από τις οποίες, σύμφωνα με τις στατιστικές της Eurostat, εισήχθησαν στην Κοινότητα το 2006 ή το 2007 προϊόντα που υπάγονται στην ίδια δασμολογική κατάταξη με το οικείο προϊόν σε ποσότητες που δεν είναι προδήλως αμελητέες.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α — Ο βασικός κανονισμός
11.
Οι κανονισμοί 642/2008 και 1355/2008 εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή του βασικού κανονισμού. Οι διατάξεις του βασικού κανονισμού που είναι κρίσιμες εν προκειμένω αφορούν, αφενός, τον καθορισμό της κανονικής αξίας και, αφετέρου, τη διεξαγωγή της διαδικασίας.
12.
Όπως προκύπτει από τη δεύτερη, την τρίτη και την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού, σκοπός του κανονισμού είναι η κατά το δυνατόν μεταφορά των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ) και της συμφωνίας σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου.
1. Ο καθορισμός της κανονικής αξίας
13.
Κατά τον βασικό κανονισμό, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Επιτροπή μπορούν να επιβάλλουν δασμό στις εισαγωγές στην Κοινότητα προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, όταν το ντάμπινγκ προκαλεί ζημία στην κοινοτική βιομηχανία. Ένα προϊόν αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ όταν πωλείται στην Κοινότητα σε τιμή χαμηλότερη από την κανονική του αξία.
14.
Ο βασικός κανονισμός ορίζει τον τρόπο υπολογισμού αυτής της κανονικής αξίας, ανάλογα με το αν η τρίτη χώρα από την οποία εισάγεται το οικείο προϊόν έχει οικονομία αγοράς ή όχι.
15.
Στην περίπτωση αυτή, η κανονική αξία βασίζεται, κατ’ αρχήν, στις τιμές που πληρώνονται ή πρέπει να πληρωθούν για το οικείο ή για ομοειδές προϊόν σε αυτή τη χώρα, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις από ανεξάρτητους πελάτες. Ο βασικός κανονισμός προβλέπει, στη συνέχεια, άλλους τρόπους υπολογισμού, αν δεν μπορεί να εφαρμοστεί η πρώτη αυτή μέθοδος, πράγμα που ισχύει, για παράδειγμα, αν στην εν λόγω χώρα δεν διατίθεται το εν λόγω προϊόν ή άλλο ομοειδές, ή δεν διατίθενται σε επαρκείς ποσότητες που να επιτρέπουν τη διεξαγωγή ορθής συγκρίσεως ή όταν οι εμπορικές πράξεις πραγματοποιούνται μεταξύ μερών που συνδέονται μεταξύ τους.
16.
Αν η χώρα εξαγωγής δεν έχει οικονομία αγοράς, οι εφαρμοστέες μέθοδοι υπολογισμού ορίζονται από το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, το οποίο έχει ως εξής:
«Στην περίπτωση εισαγωγών από χώρες που δεν έχουν οικονομία αγοράς, η κανονική αξία καθορίζεται με βάση την τιμή ή την κατασκευασμένη αξία σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς, ή την τιμή από αυτή την τρίτη χώρα προς άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Κοινότητας, ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, πάνω σε κάθε άλλη λογική βάση, συμπεριλαμβανομένης της τιμής που έχει πράγματι πληρωθεί ή πρέπει να πληρωθεί στην Κοινότητα για το ομοειδές προϊόν, δεόντως προσαρμοσμένης αν χρειάζεται ώστε να συμπεριλαμβάνει ένα εύλογο περιθώριο κέρδους.
Μία κατάλληλη τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς θα επιλέγεται με εύλογο τρόπο, αφού ληφθεί δεόντως υπόψη κάθε αξιόπιστη πληροφορία διαθέσιμη κατά τη στιγμή της επιλογής. Επίσης θα λαμβάνονται υπόψη οι σχετικές προθεσμίες και, όπου είναι σκόπιμο, θα χρησιμοποιείται μία τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς η οποία εμπλέκεται στην ίδια έρευνα.
Οι υποκείμενοι σε έρευνα θα ενημερώνονται, αμέσως μετά την έναρξή της, σχετικά με την τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς που προβλέπεται να χρησιμοποιηθεί, και θα έχουν προθεσμία δέκα ημερών για να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους».
17.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 18, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, αν, σε περίπτωση αρνήσεως συνεργασίας ενδιαφερόμενου μέρους, τα συμπεράσματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την κανονική αξία, βασίζονται στα διαθέσιμα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που περιέχονται στην καταγγελία, οι πληροφορίες πρέπει, όποτε είναι εφικτό και τηρουμένων των προθεσμιών που ισχύουν για την έρευνα, να ελέγχονται με βάση στοιχεία προερχόμενα από άλλες, ανεξάρτητες πηγές, όπως τιμοκαταλόγους, επίσημα στατιστικά στοιχεία για τις εισαγωγές και τελωνειακές στατιστικές.
18.
Τέλος, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, με τον όρο «ομοειδές προϊόν» νοείται ένα πανομοιότυπο προϊόν, δηλαδή όμοιο από κάθε άποψη με το εξεταζόμενο προϊόν ή, ελλείψει τούτου, ένα άλλο προϊόν το οποίο, αν και όχι όμοιο από κάθε άποψη, έχει χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν σημαντική ομοιότητα προς εκείνα του υπό εξέταση προϊόντος.
2. Οι διαδικαστικοί κανόνες
19.
Κατά το άρθρο 5, παράγραφοι 1 έως 4, του βασικού κανονισμού, η διαδικασία κινείται κατόπιν καταγγελίας η οποία, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να περιλαμβάνει διάφορες πληροφορίες και να προέρχεται από κοινοτικούς παραγωγούς που αντιπροσωπεύουν σημαντικό τμήμα της ευρωπαϊκής παραγωγής.
20.
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να κινήσει τη σχετική διαδικασία εντός 45 ημερών από την υποβολή της καταγγελίας. Αν αποφασίσει να κινήσει τη διαδικασία, πρέπει να δημοσιεύσει σχετική ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία, μεταξύ άλλων, κατονομάζονται το προϊόν και οι χώρες που πρόκειται να αποτελέσουν αντικείμενο της έρευνας και καθορίζονται οι προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να αναγγελθούν τα ενδιαφερόμενα μέρη, να υποβάλουν τυχόν στοιχεία και να ζητήσουν να γίνουν δεκτά σε ακρόαση.
21.
Κατά το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, του βασικού κανονισμού, η έρευνα αφορά τόσο την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ όσο και τη ζημία. Η Επιτροπή επιλέγει περίοδο έρευνας η οποία καλύπτει διάστημα όχι βραχύτερο των έξι μηνών αμέσως πριν την έναρξη της διαδικασίας. Στα μέρη που λαμβάνουν τα ερωτηματολόγια τα οποία χρησιμοποιούνται σε έρευνα αντιντάμπινγκ τάσσεται προθεσμία 30 ημερών τουλάχιστον για να απαντήσουν. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί.
22.
Κατά το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή δύναται να ζητεί από τα κράτη μέλη να παρέχουν πληροφορίες και να διενεργούν όλους τους αναγκαίους ελέγχους και επιθεωρήσεις.
23.
Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, τα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία έχουν αναγγελθεί εντός της προθεσμίας που τάσσεται στην ανακοίνωση η οποία έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι δυνατόν να γίνονται δεκτά σε ακρόαση, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύουν ότι είναι πράγματι ενδιαφερόμενα και ότι η ακρόασή τους επιβάλλεται ένεκα ειδικών λόγων.
24.
Το άρθρο 6, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού προβλέπει επίσης ότι μπορεί να διοργανωθεί συνάντηση των εισαγωγέων, εξαγωγέων, εκπροσώπων της κυβερνήσεως της χώρας εξαγωγής και των καταγγελλόντων με τα μέρη τα οποία έχουν συμφέροντα αντιτιθέμενα στα δικά τους, ενώ η μη συμμετοχή σε μια τέτοια συνάντηση δεν έχει αρνητικές συνέπειες για την υπόθεση του απόντος μέρους. Κατά το άρθρο το άρθρο 6, παράγραφος 6, τελευταία περίοδος, του βασικού κανονισμού, οι πληροφορίες που υποβάλλονται βάσει της εν λόγω παραγράφου λαμβάνονται υπόψη στο μέτρο που εκ των υστέρων επιβεβαιώνεται εγγράφως.
25.
Το άρθρο 6, παράγραφος 8, του βασικού κανονισμού ορίζει ότι ελέγχεται κατά το δυνατόν διεξοδικότερα η ακρίβεια των πληροφοριών που παρέχουν τα ενδιαφερόμενα μέρη και επί των οποίων στηρίζονται τα συμπεράσματα.
26.
Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, η έρευνα περατούται ει δυνατόν εντός έτους και, εν πάση περιπτώσει, εντός δεκαπέντε μηνών από την έναρξή της.
27.
Το άρθρο 7 του βασικού κανονισμού ορίζει ότι είναι δυνατόν να επιβληθούν προσωρινοί δασμοί υπό τις προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει, μετά από 60 τουλάχιστον ημέρες και το αργότερο μετά από εννέα μήνες από την έναρξη της διαδικασίας.
28.
Δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, όταν από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί τελικώς, προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ και ότι εξ αυτού προκαλείται ζημία, καθώς και ότι το συμφέρον της Κοινότητας το επιβάλλει, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με απλή πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής, επιβάλλει οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη, το ύψος του δασμού αντιντάμπινγκ δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ που έχει διαπιστωθεί, αλλά θα πρέπει να είναι κατώτερο του εν λόγω περιθωρίου, αν η επιβολή δασμού χαμηλότερου ύψους κρίνεται επαρκής για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται η κοινοτική βιομηχανία.
Β — Οι κανονισμοί 642/2008 και 1355/2008
29.
Μετά από καταγγελία που υπέβαλε στις 6 Σεπτεμβρίου 2007 η Ισπανική Ομοσπονδία Ενώσεων Επεξεργασμένων Φρούτων και Λαχανικών και σύμφωνα με την ανακοίνωση που δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 20ής Οκτωβρίου 2007 ( 4 ), η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές παρασκευασμένων ή διατηρημένων εσπεριδοειδών, όπως μανταρινιών, καταγωγής Κίνας.
30.
Στο σημείο 5.1, στοιχείο δʹ, της ανακοινώσεως, η Επιτροπή ανέφερε ότι, δεδομένου ότι το προϊόν δεν παράγεται εκτός της Κοινότητας και της Κίνας, η κανονική αξία προβλέπεται να καθοριστεί, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, πάνω σε κάθε άλλη εύλογη βάση, δηλαδή με βάση την τιμή που πράγματι καταβλήθηκε ή πρέπει να καταβληθεί στην Κοινότητα για το ομοειδές προϊόν, και καλούσε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με την εν λόγω επιλογή εντός δέκα ημερών από τη δημοσίευση της ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
31.
Ανέφερε επίσης ότι η έρευνα θα διαρκούσε από την 1η Οκτωβρίου 2006 μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2007.
32.
Στις 4 Ιουλίου 2008 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 642/2008. Οι αιτιολογικές σκέψεις σαράντα έως σαράντα δύο του κανονισμού αυτού έχουν ως εξής:
«(40)
Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιέχονται στην καταγγελία, το υπό εξέταση προϊόν δεν παράγεται σε σημαντικές ποσότητες εκτός της Κοινότητας και της υπό εξέταση χώρας. Έτσι λοιπόν, στην ανακοίνωση έναρξης της διαδικασίας, ο καθορισμός της κανονικής αξίας προβλεπόταν να στηριχθεί πάνω σε κάθε άλλη εύλογη βάση, δηλ. στην τιμή που πράγματι καταβάλλεται ή πρέπει να καταβάλλεται στην Κοινότητα για το ομοειδές προϊόν. Τα ενδιαφερόμενα μέρη κλήθηκαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το εν λόγω θέμα. Η ίδια η Επιτροπή, μετά τη δημοσίευση της ανακοίνωσης έναρξης διαδικασίας, εξακολούθησε να ερευνά για τυχόν ανάλογες χώρες. Η Επιτροπή ζήτησε τη συνεργασία δύο εταιριών στην Ταϊλάνδη. Μία από αυτές συμφώνησε αρχικά να συνεργαστεί στην έρευνα, αλλά δεν απάντησε αργότερα στο ερωτηματολόγιο. Η άλλη εταιρία δεν έδωσε καμία απάντηση.
(41)
Δύο παραγωγοί-εξαγωγείς από την υπό εξέταση χώρα και μία ένωση εισαγωγέων και χονδρεμπόρων διαφώνησαν με τον καθορισμό της κανονικής αξίας βάσει των τιμών που καταβάλλονται ή πρέπει να καταβάλλονται στην Κοινότητα χωρίς όμως να προτείνουν κάποια άλλη λύση, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί σύμφωνη με τον βασικό κανονισμό.
(42)
Βάσει των ανωτέρω, αποφασίστηκε προσωρινά ο καθορισμός της κανονικής αξίας για όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς του δείγματος να στηριχθεί πάνω σε κάθε άλλη εύλογη βάση, στην προκειμένη περίπτωση στις τιμές που πράγματι καταβάλλονται ή πρέπει να καταβάλλονται στην Κοινότητα για το ομοειδές προϊόν, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού.»
33.
Στις 18 Δεκεμβρίου 2008, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1355/2008. Η δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:
«Μετά την επιβολή προσωρινών μέτρων, και οι τρεις Κινέζοι συνεργασθέντες παραγωγοί-εξαγωγείς που συμμετείχαν στο δείγμα καθώς και δύο μη συνδεδεμένοι κοινοτικοί εισαγωγείς αμφισβήτησαν τη χρήση των τιμών του κοινοτικού κλάδου παραγωγής για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας. Υποστηρίχθηκε η άποψη ότι η κανονική αξία έπρεπε να υπολογιστεί με βάση το κόστος παραγωγής στην [Κίνα], λαμβανομένων υπόψη των ενδεχόμενων κατάλληλων αναπροσαρμογών όσον αφορά τις διαφορές μεταξύ των αγορών της [Κοινότητας] και [της Κίνας]. Ως προς αυτό, επισημαίνεται ότι η χρήση στοιχείων από χώρα που δεν αποτελεί οικονομία αγοράς και, συγκεκριμένα, από εταιρίες στις οποίες δεν έχει χορηγηθεί ΚΟΑ θα ήταν αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού. Κατά συνέπεια, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι τα στοιχεία για τις τιμές από όλες τις άλλες χώρες εισαγωγής ή σχετικές δημοσιευθείσες πληροφορίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται ως μια λογική λύση λαμβανομένης υπόψη της έλλειψης συνεργασίας από ανάλογη χώρα. Εντούτοις, τέτοιες γενικές πληροφορίες, σε αντίθεση με τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται από την Επιτροπή, δεν μπορούσαν να εξακριβωθούν και να επαληθευθούν ως προς την ακρίβειά τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 8, του βασικού κανονισμού. Άρα, το επιχείρημα απορρίπτεται. Δεν υποβλήθηκε κανένα άλλο επιχείρημα που θα μπορούσε να θέσει εν αμφιβόλω το γεγονός ότι η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε από την Επιτροπή συνάδει με τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού και, ιδιαίτερα, το γεγονός ότι αποτελεί εν προκειμένω τη μόνη εναπομείνασα λογική βάση για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας.»
34.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1355/2008 ορίζει ότι επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές παρασκευασμένων ή διατηρημένων μανταρινιών (στα οποία περιλαμβάνονται τα είδη tangerines και satsumas), κλημεντινών, wilkings και άλλων παρόμοιων υβριδίων εσπεριδοειδών, χωρίς προσθήκη αλκοόλης, με ή χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή άλλης γλυκαντικής ύλης, όπως ορίζονται στη διάκριση 2008 της συνδυασμένης ονοματολογίας (στο εξής: ΣΟ), καταγωγής Κίνας, που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 2008 30 55, 2008 30 75 και ex 2008 30 90.
35.
Με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού ορίζεται το ποσό που οφείλει κάθε μια από τις εταιρίες τις οποίες αναφέρει σε ευρώ ανά τόνο προϊόντος, ενώ προβλέπεται ότι όλες οι υπόλοιπες εταιρίες οφείλουν 531,20 ευρώ ανά τόνο προϊόντος.
36.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, ορίζει ότι εισπράττονται οριστικά τα ποσά που έχουν κατατεθεί ως εγγύηση υπό μορφή προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ δυνάμει του κανονισμού 642/2008.
II – Πραγματικά περιστατικά, προδικαστικό ερώτημα και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
37.
Η Grünwald Logistik Service GmbH (GLS) ( 5 ) εισήγαγε στην Κοινότητα από την Κίνα μανταρίνια και άλλα παρόμοια εσπεριδοειδή σε κονσέρβα υπαγόμενα στον κωδικό ΣΟ 2008 30 55, για τα οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει προσωρινούς δασμούς υπό μορφή εγγυοδοσίας ύψους 5311,92 ευρώ. Στη συνέχεια, ο προσωρινός αυτός δασμός εισπράχθηκε ως οριστικός.
38.
Μετά την απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως που υπέβαλε κατά της επιβολής των εν λόγω δασμών, η GLS άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Hamburg-Stadt.
39.
Για τη θεμελίωση της προσφυγής της υποστήριξε ότι ο κανονισμός 1355/2008 αντιβαίνει στον νόμο λόγω του ότι η Επιτροπή δεν κατέβαλε επαρκείς προσπάθειες να λάβει από το Βασίλειο της Ταϊλάνδης τα αναγκαία στοιχεία για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, ενώ δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια να εξεύρει άλλη ανάλογη χώρα κατά το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, μολονότι ένας μετέχων στη διαδικασία της είχε αναφέρει ότι παρόμοιο προϊόν παραγόταν στην Ιαπωνία.
40.
Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι η επίλυση της κρινόμενης διαφοράς εξαρτάται από το αν οι κανονισμοί 642/2008 και 1355/2008 είναι έγκυροι. Επισημαίνει ότι, ενόψει των προεκτεθέντων, έχει σοβαρές αμφιβολίες για το αν οι προσπάθειες της Επιτροπής να βρει ανάλογη χώρα ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του βασικού κανονισμού.
41.
Κατά συνέπεια, το Finanzgericht Hamburg ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Μήπως είναι ανίσχυρη η ρύθμιση αντιντάμπινγκ που θέσπισε η […] Επιτροπή κατ’ εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπει ο [βασικός] κανονισμός […], για τον λόγο ότι η Επιτροπή τη θέσπισε στηριζόμενη σε “άλλη εύλογη βάση” (εν προκειμένω: στις τιμές που πράγματι καταβάλλονται ή πρέπει να καταβάλλονται στην Κοινότητα για το ομοειδές προϊόν), χωρίς να διεξαγάγει καμία περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κανονική αξία, αφού προηγουμένως είχε απευθυνθεί ανεπιτυχώς σε δύο επιχειρήσεις μιας χώρας που η Επιτροπή είχε θεωρήσει αρχικά ως ανάλογη χώρα —από τις οποίες η μία δεν έδωσε καμία απάντηση, ενώ η άλλη δήλωσε μεν αρχικά πρόθυμη να συνεργαστεί, αλλά στη συνέχεια δεν επέστρεψε συμπληρωμένο το ερωτηματολόγιο που της είχε αποσταλεί— και αφού ορισμένοι ενδιαφερόμενοι είχαν υποδείξει στην Επιτροπή μια άλλη χώρα ως πιθανή ανάλογη χώρα;»
42.
Μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως αυτής από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσε η GLS, το Συμβούλιο και η Επιτροπή.
43.
Αφού έλαβε υπόψη τα στοιχεία που παρασχέθηκαν από το αιτούν δικαστήριο και τις προαναφερθείσες γραπτές παρατηρήσεις, το Δικαστήριο, με διάταξη της 15ης Ιουνίου 2011, ζήτησε από την Επιτροπή να προσκομίσει εντός τριών εβδομάδων από την κοινοποίηση της διατάξεως:
—
τα πρακτικά της ακροάσεως που πραγματοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 19 Δεκεμβρίου 2007, καθώς και όλες τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν μετά την εν λόγω ακρόαση και δεν είχαν προσκομιστεί ακόμα στο Δικαστήριο και
—
τα στατιστικά στοιχεία της Eurostat για τα έτη 2005 έως 2008 που ήταν διαθέσιμα στις 18 Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τις εισαγωγές στην Κοινότητα προϊόντων που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 2008 30 55, 2008 30 75 και ex 2008 30 90, από τα οποία να προκύπτουν οι χώρες εξαγωγής.
44.
Τα έγγραφα αυτά προσκομίστηκαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία της Eurostat που ήταν διαθέσιμα στα τέλη των ετών 2006 και 2007, προϊόντα υπαγόμενα στους κωδικούς ΣΟ 2008 30 55, 2008 30 75 και 2008 30 90 εισήχθησαν στην Κοινότητα από διάφορες τρίτες χώρες με οικονομία αγοράς στις ακόλουθες ποσότητες (σε τόνους):
Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2006
Χώρα εισαγωγής
Ποσότητα (σε τόνους)
Ισραήλ
3 590,30
Μαρόκο
252,90
Φιλιππίνες
149,30
Σουαζιλάνδη
3 241,00
Ταϊλάνδη
576,80
Τουρκία
2 176,50
Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2007
Χώρα εισαγωγής
Ποσότητα (σε τόνους)
Ισραήλ
4 319,20
Μαρόκο
234,80
Φιλιππίνες
117,90
Σουαζιλάνδη
3 230,90
Ταϊλάνδη
735,70
Τουρκία
2 387,30
III – Εκτίμηση
45.
Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει το κύρος του κανονισμού 642/2008 και του κανονισμού 1355/2008. Πριν εξετάσω την ουσία της υποθέσεως, θεωρώ σημαντικό να εκθέσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις σχετικά με το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
Α — Επί του παραδεκτού της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
46.
Όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο και η Επιτροπή, η κρινόμενη αίτηση είναι, κατά τη γνώμη μου, παραδεκτή μόνον όσον αφορά τον κανονισμό 1355/2008.
47.
Πράγματι, γίνεται δεκτό ότι, σε διαδικασία αντιντάμπινγκ, εφόσον εισπράχθηκαν οι προσωρινοί δασμοί δυνάμει του κανονισμού για τη θέσπιση οριστικού δασμού, οι επιχειρήσεις δεν έχουν πλέον έννομο συμφέρον να προσβάλουν τη νομιμότητα του κανονισμού για τη θέσπιση προσωρινού δασμού, διότι έχει αντικατασταθεί από τον κανονισμό για τη θέσπιση οριστικού δασμού ( 6 ).
48.
Στην κρινόμενη υπόθεση, από τα στοιχεία που παρέχει το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι οι εθνικές τελωνειακές αρχές εισέπραξαν καθ’ ολοκληρία τους προσωρινούς δασμούς αντιντάμπινγκ ύψους 5311,92 ευρώ που επιβλήθηκαν στη GLS ως οριστικούς δασμούς, καθώς και ότι το αιτούν δικαστήριο εκδικάζει προσφυγή της GLS με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως των εν λόγω αρχών με την οποία της επιβλήθηκε η καταβολή των εν λόγω οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ, οι οποίοι τη βάρυναν κατ’ εφαρμογή του κανονισμού 1355/2008.
49.
Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, η GLS δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει τη νομιμότητα του κανονισμού 642/2008.
50.
Αντιθέτως, δεν αμφισβητείται, και προφανώς, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ότι η GLS έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει τη νομιμότητα του κανονισμού 1355/2008 προβάλλοντας σχετική ένσταση ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
51.
Πράγματι, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο κανονισμός πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά αμέσως και ατομικώς τη GLS και ότι, συνεπώς, η GLS είχε το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωσή του από το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, δεν προκύπτει, ούτε και υποστηρίζεται, ότι η GLS ήταν εισαγωγέας που συνδέεται με κάποια από τις εταιρίες τις οποίες αναφέρει ο κανονισμός 1355/2008 και της οποίας οι τιμές μεταπωλήσεως του υπό εξέταση προϊόντος αποτέλεσαν τη βάση για την κατασκευή της τιμής εξαγωγής που ο κανονισμός 1355/2008 έλαβε υπόψη για τον καθορισμό των περιθωρίων ντάμπινγκ όσον αφορά την εν λόγω εταιρία ( 7 ).
52.
Κατά τη νομολογία, κανονισμός με τον οποίο θεσπίζεται δασμός αντιντάμπινγκ αφορά εισαγωγέα όπως η GLS, όχι λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τη χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο, αλλά λόγω της αντικειμενικής και μόνον ιδιότητάς της ως εισαγωγέα των οικείων προϊόντων, ακριβώς όπως και κάθε άλλη επιχείρηση που βρίσκεται, πραγματικά ή δυνητικά, στην ίδια κατάσταση ( 8 ).
53.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να εξετάσει το κρινόμενο προδικαστικό ερώτημα για την εκτίμηση του κύρους μόνον όσον αφορά τον κανονισμό 1355/2008.
Β — Επί της ουσίας
54.
Όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο και η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, το ερώτημα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί. Εντούτοις, όσον αφορά τη διατύπωση που πρέπει να προκριθεί, υπάρχει διχογνωμία μεταξύ των δύο θεσμικών οργάνων, η οποία αντικατοπτρίζει τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουν την απόφαση περί παραπομπής όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους αμφισβητείται η νομιμότητα του κανονισμού 1355/2008.
55.
Η Επιτροπή φρονεί ότι το αιτούν δικαστήριο εξετάζει μόνο τους εξής δύο λόγους ακυρώσεως: αφενός, ότι η ίδια δεν προέβη σε άλλες ενέργειες έναντι των δύο Ταϊλανδών παραγωγών στους οποίους είχε απευθυνθεί και, αφετέρου, ότι δεν εξέτασε αν η Ιαπωνία μπορούσε να αποτελέσει κατάλληλη τρίτη χώρα.
56.
Όπως η GLS και το Συμβούλιο, διαφωνώ με αυτή την περιοριστική ερμηνεία της αποφάσεως περί παραπομπής. Φρονώ ότι το αιτούν δικαστήριο εκθέτει σαφώς ότι οι αμφιβολίες του βασίζονται ευρύτερα στον ισχυρισμό της GLS ότι τα κοινοτικά όργανα δεν κατέβαλαν επαρκείς προσπάθειες προκειμένου να βρουν κατάλληλη τρίτη χώρα.
57.
Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι το προδικαστικό ερώτημα έχει την έννοια ότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσία αν ο κανονισμός 1355/2008 είναι ανίσχυρος λόγω του ότι η Επιτροπή καθόρισε την κανονική αξία του επίδικου προϊόντος βάσει των τιμών που έχουν πληρωθεί ή πρέπει να πληρωθούν στην Κοινότητα για το ομοειδές προϊόν χωρίς να καταβάλει σοβαρές και επαρκείς προσπάθειες για να καθορίσει την αξία αυτή βάσει των τιμών που ίσχυαν σε κατάλληλη τρίτη χώρα, παραβλέποντας τις απαιτήσεις που τάσσει το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού.
1. Οι παρατηρήσεις των διαδίκων
58.
Η GLS υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει καταφατικά στο ερώτημα για διάφορους λόγους που μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
59.
Η Επιτροπή παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού καθορίζοντας την κανονική αξία βάσει της τιμής στην Κοινότητα, μολονότι αυτή η μέθοδος υπολογισμού είναι επικουρική και υπάρχουν πολλές τρίτες χώρες, όπως η Ιαπωνία, οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ανάλογες χώρες.
60.
Σύμφωνα με την υποχρέωση που επιβάλλεται με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, καθώς και με τη νομολογία ( 9 ), η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να αναζητήσει αυτεπαγγέλτως κατάλληλη τρίτη χώρα προσφεύγοντας σε όλες τις πηγές πληροφοριών που διέθετε, όπως τα στοιχεία της Eurostat σχετικά με τις εισαγωγές.
61.
Στην κρινόμενη υπόθεση, από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι ομοειδές προϊόν παρασκευαζόταν στο Ισραήλ, στις Φιλιππίνες και στην Τουρκία. Συνεπώς, το θεσμικό όργανο έπρεπε να εξετάσει αν κάποια από τις χώρες αυτές συνιστούσε κατάλληλη χώρα. Εξάλλου, ένας συμμετέχων στην έρευνα είχε επισημάνει, κατά την ακρόαση της 19ης Δεκεμβρίου 2007, την ύπαρξη της παραγωγής αυτής στην Ιαπωνία.
62.
Επίσης, η Επιτροπή, πριν προσφύγει στις τιμές που εφαρμόζονται στην Κοινότητα, έπρεπε να πληροφορηθεί αν παρασκευαζόταν σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς προϊόν που παρουσιάζει σημαντική ομοιότητα προς το υπό εξέταση προϊόν, σύμφωνα με τον ορισμό του «ομοειδούς προϊόντος» στο άρθρο 1, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού.
63.
Δεδομένου ότι η Επιτροπή ανέφερε, στον κανονισμό 642/2008, ότι τα προϊόντα που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 2008 30 90, δηλαδή τα παρασκευασμένα εσπεριδοειδή χωρίς προσθήκη αλκοόλης ή ζάχαρης, μπορούν να θεωρηθούν ομοειδή προϊόντα και ότι τα προϊόντα αυτά παρασκευάζονται, μεταξύ άλλων, στο Ισραήλ, στο Μαρόκο, στη Σουαζιλάνδη, στην Τουρκία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, έπρεπε να φροντίσει να πληροφορηθεί αν επιχειρήσεις των χωρών αυτών ήταν διατεθειμένες να συνεργαστούν.
64.
Τέλος, η Επιτροπή δεν έπρεπε να περιοριστεί στην αποστολή ενός μόνο ερωτηματολογίου στις δύο ταϊλανδικές επιχειρήσεις και να συναγάγει από την απουσία απαντήσεως ότι είναι αδύνατον να καθοριστεί η κανονική αξία βάσει των τιμών που εφαρμόζονται στην Ταϊλάνδη.
65.
Επικουρικώς, η GLS υποστηρίζει ότι η κανονική αξία που καθορίζεται βάσει των τιμών στην Κοινότητα εκτιμήθηκε εσφαλμένα καθόσον η Επιτροπή δεν προέβη στις κατάλληλες προσαρμογές προκειμένου να συνυπολογίσει τα πλεονεκτήματα τα οποία διαθέτουν οι Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς έναντι των Ισπανών παραγωγών, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση σε πρώτες ύλες και την παραγωγική διαδικασία. Η GLS υπογραμμίζει ότι, σε άλλες υποθέσεις, η Επιτροπή προέβη σε ανάλογες προσαρμογές.
66.
Υποστηρίζει ότι, στην κρινόμενη υπόθεση, το θεσμικό όργανο έπρεπε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι το κόστος των πρώτων υλών είναι υψηλότερο κατά 45 % στην Κοινότητα από ό,τι στην Κίνα, ενώ το κόστος παραγωγής είναι πολύ υψηλότερο στην Ισπανία λόγω της χρησιμοποιήσεως δαπανηρών μηχανημάτων που παραμένουν σε αχρησία μεγάλο μέρος του έτους.
67.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν δέχονται ότι ο επίδικος κανονισμός είναι ανίσχυρος και θεμελιώνουν τη θέση τους στα ακόλουθα επιχειρήματα.
68.
Η Επιτροπή ιστορεί ότι στην καταγγελία αναφερόταν ότι μόνο το Βασίλειο της Ισπανίας και η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας παρασκεύαζαν μανταρίνια σε κονσέρβα και, για τον λόγο αυτό, γνωστοποίησε στην ανακοίνωση για την έναρξη της έρευνας την πρόθεσή της να καθορίσει την κανονική αξία βάσει των τιμών που εφαρμόζονται στην Κοινότητα.
69.
Εκθέτει επίσης ότι διέθετε πληροφορίες ότι υπήρχαν επίσης δύο παραγωγοί μανταρινιών σε κονσέρβα στην Ταϊλάνδη.
70.
Όσον αφορά τις ενέργειες στις οποίες προέβη έναντι των δύο αυτών παραγωγών, υποστηρίζει ότι τους απέστειλε επιστολή στις 29 Οκτωβρίου 2007, ότι ο ένας δεν απάντησε, ενώ ο άλλος απάντησε μέσω μιας ευρωπαϊκής εταιρίας η οποία ζήτησε, με επιστολή της 5ης Δεκεμβρίου 2007, να της αποσταλεί ερωτηματολόγιο σε ηλεκτρονική μορφή και να της χορηγηθεί παράταση της προθεσμίας που διέθετε για να απαντήσει. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι απάντησε αμέσως ότι η προθεσμία παρατεινόταν μέχρι τις 17 Δεκεμβρίου 2007, αλλά η εταιρία δήλωσε, με επιστολή της 14ης Δεκεμβρίου 2007, ότι δεν μπορούσε να συμπληρώσει το ερωτηματολόγιο εντός της προθεσμίας αυτής.
71.
Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατέβαλε πλέον ή επαρκείς προσπάθειες όσον αφορά τους Ταϊλανδούς παραγωγούς.
72.
Όσον αφορά το κατά πόσον έπρεπε να εξετάσει τη δυνατότητα να θεωρηθεί η Ιαπωνία κατάλληλη τρίτη χώρα, η Επιτροπή υπενθυμίζει, κατ’ αρχάς, την έκταση των υποχρεώσεων που της επιβάλλει ο βασικός κανονισμός.
73.
Υποστηρίζει ότι ο βασικός κανονισμός προβλέπει κατ’ αντιπαράθεση διαδικασία που κινείται συνήθως κατόπιν καταγγελίας. Στη συνέχεια, εκθέτει ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, δεύτερο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού, οι αποφάσεις της πρέπει να θεμελιώνονται σε κάθε διαθέσιμη αξιόπιστη πληροφορία, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών προθεσμιών.
74.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει επίσης ότι η τρίτη χώρα την οποία σκοπεύει να χρησιμοποιήσει για τον καθορισμό της κανονικής αξίας ανακοινώνεται στα μέρη, τα οποία διαθέτουν προθεσμία δέκα ημερών για να υποβάλουν παρατηρήσεις.
75.
Τέλος, υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία ( 10 ), διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για τον καθορισμό της κανονικής αξίας. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, όπως έχει κριθεί, δεν μπορεί να της προσαφθεί ότι δεν εξέτασε λεπτομερώς άλλες δυνητικές χώρες αναφοράς, αν τα μέρη δεν της υπέβαλαν σχετικές προτάσεις.
76.
Η Επιτροπή καταλήγει ότι, στην κρινόμενη υπόθεση, δεν είχε κανένα λόγο να εξετάσει αν η Ιαπωνία μπορούσε να αποτελέσει κατάλληλη χώρα, διότι δεν της δόθηκε καμία ένδειξη σχετικά με την ύπαρξη πραγματικής παραγωγής μανταρινιών σε κονσέρβα στη χώρα αυτή κατά την ακρόαση της 19ης Δεκεμβρίου 2007 και διότι, και αν ακόμα υποτεθεί ότι έγινε ανάλογη δήλωση, δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε έρευνες έναντι της εν λόγω χώρας.
77.
Πράγματι, κατά την Επιτροπή, αφενός, η Ιαπωνία δεν της είχε υποδειχθεί ως χώρα αναφοράς εντός της προθεσμίας των δέκα ημερών από τη δημοσίευση της ανακοινώσεως για την έναρξη της έρευνας, ενώ, αφετέρου, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού, οι πληροφορίες που υποβάλλονται κατά τη διάρκεια ακροάσεως λαμβάνονται υπόψη στο μέτρο που εκ των υστέρων επιβεβαιώνονται εγγράφως.
78.
Το Συμβούλιο θεμελιώνει τη θέση του στα ίδια επιχειρήματα με την Επιτροπή και προσθέτει ότι τα δύο όργανα δεν είχαν κανένα λόγο να αναζητήσουν εξ ιδίας πρωτοβουλίας άλλες κατάλληλες τρίτες χώρες, εφόσον η Επιτροπή μπορούσε να βασιστεί στην αρχή ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη γνώριζαν την αγορά και θα της υποδείκνυαν τις πιθανές ανάλογες χώρες.
2. Εκτίμηση
79.
Συμφωνώ με τη GLS ότι ο κανονισμός 1355/2008 εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, καθόσον τα κοινοτικά όργανα, και ειδικότερα η Επιτροπή, δεν κατέβαλαν σοβαρές και επαρκείς προσπάθειες προκειμένου να καθορίσουν την κανονική αξία του υπό εξέταση προϊόντος βάσει των τιμών που εφαρμόζονται σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς.
80.
Πριν εκθέσω τους λόγους για τους οποίους φρονώ ότι η Επιτροπή αγνόησε τις υποχρεώσεις της στην κρινόμενη υπόθεση, κρίνω σκόπιμο να υπενθυμίσω συνοπτικά το αντικείμενο της κανονικής αξίας στη διαδικασία αντιντάμπινγκ, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού της.
α) Το αντικείμενο της κανονικής αξίας στη διαδικασία αντιντάμπινγκ και τρόπος υπολογισμού της
81.
Πρώτον, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι η κανονική αξία αποτελεί εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο της διαδικασίας αντιντάμπινγκ.
82.
Πράγματι, αφενός, επιτρέπει να προσδιοριστεί αν ένα προϊόν που εισάγεται στην Κοινότητα αποτελεί ή όχι αντικείμενο ντάμπινγκ, εφόσον, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, ένα προϊόν θεωρείται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ όταν η τιμή εξαγωγής του στην Κοινότητα είναι χαμηλότερη από την κανονική του αξία.
83.
Αφετέρου, επιτρέπει να υπολογιστεί το ανώτατο ποσό του δασμού αντιντάμπινγκ που μπορεί να επιβάλει η Κοινότητα σε επιχείρηση, εφόσον, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, το ύψος του δασμού δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ, το οποίο αντιστοιχεί, σχηματικά, στη διαφορά μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, αφού γίνουν οι απαραίτητες προσαρμογές στα δύο αυτά στοιχεία ώστε να καταστούν συγκρίσιμα.
84.
Εφόσον η τιμή εξαγωγής παραμένει σταθερή, όσο υψηλότερη είναι η κανονική αξία, τόσο υψηλότερο είναι το περιθώριο ντάμπινγκ και κατά συνέπεια το ανώτατο ύψος του δασμού αντιντάμπινγκ που μπορεί να επιβληθεί στις επιχειρήσεις εξαγωγής του οικείου προϊόντος.
85.
Δεύτερον, η κανονική αξία είναι αντικειμενική αξία. Βασίζεται κατ’ αρχήν, όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, στην τιμή που πληρώνουν για το οικείο προϊόν ανεξάρτητοι πελάτες στη χώρα εξαγωγής κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, δηλαδή υπό ιδανικές συνθήκες λειτουργίας του ελεύθερου ανταγωνισμού.
86.
Η δυσκολία έγκειται στο ότι, στην πραγματικότητα, η τιμή αυτή δεν υφίσταται πάντοτε ή δεν μπορεί πάντοτε να χρησιμοποιηθεί. Για τον λόγο αυτόν, ο βασικός κανονισμός προβλέπει λεπτομερώς διάφορους τρόπους υπολογισμού για την κατασκευή αυτής της τιμής κατά τον περισσότερο εύλογο τρόπο, βάσει είτε των τιμών που εφαρμόζουν στη χώρα εξαγωγής οι πωλητές ομοειδούς προϊόντος είτε βάσει του κόστους παραγωγής στην εν λόγω χώρα ή, τέλος, βάσει των τιμών εξαγωγής σε κατάλληλη τρίτη χώρα.
87.
Εντούτοις, κάθε φορά που αυτό είναι δυνατόν, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως βάση οι τιμές του οικείου προϊόντος τις οποίες πληρώνουν ανεξάρτητοι αγοραστές στη χώρα εξαγωγής. Η προτεραιότητα που δίδεται σε αυτό το κριτήριο σε σχέση με τις λοιπές μεθόδους υπολογισμού τις οποίες προβλέπει το άρθρο 2 του βασικού κανονισμού απορρέει, κατά την άποψή μου, από την παραδοχή ότι ο καλύτερος τρόπος καθορισμού της κανονικής αξίας είναι η διαπίστωση της αντικειμενικής πραγματικότητας.
88.
Η ίδια παραδοχή δικαιολογεί, κατά την άποψή μου, την προτεραιότητα την οποία ορίζει το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, σε περίπτωση εισαγωγών από χώρες που δεν έχουν οικονομία αγοράς.
89.
Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη οι τιμές που εφαρμόζονται στη χώρα εξαγωγής, διότι οι τιμές αυτές δεν αποτελούν τη φυσιολογική συνισταμένη των δυνάμεων της αγοράς ( 11 ). Ο κοινοτικός νομοθέτης έπρεπε συνεπώς να επιλέξει άλλα σημεία αναφοράς. Για τον λόγο αυτό, προέβλεψε ότι η κανονική αξία πρέπει να καθορίζεται, κατά προτεραιότητα, με βάση τις τιμές που εφαρμόζονται σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς, η οποία επιλέγεται κατά μη παράλογο τρόπο ή, μόνον όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, σε κάθε άλλη λογική βάση, όπως η τιμή που έχει πράγματι πληρωθεί ή πρέπει να πληρωθεί στην Κοινότητα.
90.
Αυτή η προτεραιότητα που δίδεται στην τιμή ομοειδούς προϊόντος σε τρίτη χώρα η οποία επιλέγεται με εύλογο τρόπο σηματοδοτεί επίσης, κατά την άποψή μου, τη βούληση να ευνοηθεί η διαπίστωση μιας αντικειμενικής πραγματικότητας που να είναι όσο το δυνατόν εγγύτερη προς την κατάσταση της χώρας εξαγωγής. Ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να καθορίζει η Επιτροπή την κανονική αξία, κάθε φορά που αυτό είναι δυνατόν, βάσει των τιμών που εφαρμόζονται σε τρίτη χώρα η οποία παρουσιάζει τις περισσότερες ομοιότητες με τη χώρα εξαγωγής όσον αφορά, ιδίως, τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, τον όγκο των πωλήσεων, την πρόσβαση σε πρώτες ύλες και ενέργεια, την παραγωγική διαδικασία και η οποία, λόγω των ομοιοτήτων αυτών, μπορεί να θεωρηθεί ανάλογη με τη χώρα εξαγωγής.
91.
Συνεπώς, η χρησιμοποίηση των τιμών ομοειδούς προϊόντος στην Κοινότητα προβλέπεται μόνον επικουρικώς, διότι οι τιμές αυτές ενδέχεται να επηρεάζονται από παράγοντες όπως το κόστος του εργατικού δυναμικού και των πρώτων υλών, το οποίο είναι γενικά υψηλότερο από ό,τι σε τρίτη χώρα που δεν έχει οικονομία αγοράς.
92.
Ασφαλώς, όπως ισχυρίζεται η GLS με τον επικουρικό λόγο ακυρώσεως που προβάλλει, η Επιτροπή μπορεί και πρέπει να προβαίνει σε προσαρμογές προκειμένου να αντισταθμίσει τις εν λόγω διαφορές. Εντούτοις, οι προσαρμογές αυτές πραγματοποιούνται βάσει εκτιμήσεων οι οποίες προφανώς είναι περισσότερο συζητήσιμες από την αντικειμενική διαπίστωση της πραγματικότητας των τιμών σε τρίτη χώρα ανάλογη με τη χώρα εξαγωγής του οικείου προϊόντος.
93.
Η προτεραιότητα η οποία δίδεται ρητώς με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού στις τιμές ομοειδούς προϊόντος σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς σκοπεί συνεπώς, κατά την άποψή μου, να εξασφαλίσει ότι το ύψος του δασμού αντιντάμπινγκ δεν υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ, σύμφωνα με την απαίτηση του άρθρου 9, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και με την αρχή που διακηρύσσεται με το άρθρο VI, παράγραφος 2, της ΓΣΔΕ, καθώς και με το άρθρο 9 της συμφωνίας σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου VI.
94.
Οι λόγοι για τους οποίους φρονώ ότι η Επιτροπή παραβίασε τις υποχρεώσεις της στην κρινόμενη υπόθεση δέον να εξεταστούν υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων.
β) Οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή παραβίασε τις υποχρεώσεις της
95.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή μπορεί συννόμως να καθορίζει την κανονική αξία βάσει της τιμής που πληρώνεται στην Κοινότητα μόνον αν δεν είναι δυνατόν να επιλέξει τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς η οποία να μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη λαμβανομένης δεόντως υπόψη κάθε αξιόπιστης πληροφορίας διαθέσιμης κατά τη στιγμή της επιλογής, καθώς και των σχετικών προθεσμιών.
96.
Όπως έχει κρίνει το Πρωτοδικείο με την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, Changzhou Hailong Electronics & Light Fixtures και Zhejiang Yankon κατά Συμβουλίου ( 12 ), το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν μπορούν να μην εφαρμόσουν τον γενικό κανόνα που καθορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού όσον αφορά τον καθορισμό της κανονικής αξίας των προϊόντων που προέρχονται από χώρες οι οποίες δεν διαθέτουν οικονομία αγοράς, στηριζόμενα σε μια άλλη λογική βάση, παρά μόνον στην περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί ο ως άνω γενικός κανόνας. Μια τέτοια αδυναμία μπορεί να ανακύψει μόνον όταν τα στοιχεία που απαιτούνται για τον καθορισμό της κανονικής αξίας δεν είναι διαθέσιμα ή αξιόπιστα ( 13 ).
97.
Από την εν λόγω απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα. Πρώτον, αντιθέτως προς ό,τι άφησε να εννοηθεί η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η προσφυγή στη μέθοδο του επικουρικού υπολογισμού, και όχι στις τιμές σε ή από κατάλληλη τρίτη χώρα, δεν συνιστά επιλογή στο πλαίσιο της οποίας διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως. Η νομολογία στην οποία παραπέμπει η Επιτροπή και σύμφωνα με την οποία διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τον καθορισμό της κανονικής αξίας δεν είναι εφαρμοστέα στην κρινόμενη υπόθεση. Το ερώτημα αν η Επιτροπή, βάσει των στοιχείων που διέθετε, ήταν πράγματι αδύνατον να βασιστεί στις τιμές σε ή από κατάλληλη τρίτη χώρα δεν προϋποθέτει ανάλυση περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως και συνεπώς μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πλήρους δικαστικού ελέγχου.
98.
Δεύτερον, η έννοια του όρου «διαθέσιμες πληροφορίες» στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού δεν μπορεί να περιοριστεί στις πληροφορίες που παρέχει ο καταγγέλλων με την καταγγελία του ούτε στις πληροφορίες που παρέχονται στη συνέχεια από τα μέρη στο πλαίσιο της έρευνας.
99.
Ασφαλώς, όπως υπενθυμίζει το Συμβούλιο και η Επιτροπή, η έρευνα την οποία προβλέπει ο βασικός κανονισμός έχει χαρακτήρα αντιπαραθέσεως στο πλαίσιο της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν παρατηρήσεις, ιδίως όσον αφορά την επιλογή του τρόπου υπολογισμού της κανονικής αξίας στην οποία προτίθεται να προβεί η Επιτροπή. Είναι επίσης αληθές ότι η έρευνα κινείται, γενικά, μετά από καταγγελία και ότι η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτήν, ιδίως όσον αφορά την παραγωγή του οικείου προϊόντος παγκοσμίως.
100.
Εντούτοις, η Επιτροπή δεν μπορεί να περιοριστεί σε αυτά τα πληροφοριακά στοιχεία. Πράγματι, το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού δεν προβλέπει ανάλογο περιορισμό.
101.
Η Επιτροπή υποχρεούται να εξετάζει αυτεπαγγέλτως όλες τις χρήσιμες πληροφορίες στις οποίες μπορεί να έχει πρόσβαση. Πράγματι, ο ρόλος της κατά τη διεξαγωγή έρευνας αντιντάμπινγκ δεν είναι ρόλος διαιτητή, του οποίου η αρμοδιότητα εξικνείται μέχρι την έκδοση αποφάσεως βάσει των πληροφοριών και των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζουν τα μέρη.
102.
Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, του βασικού κανονισμού, με το οποίο δίδεται στην Επιτροπή το δικαίωμα να ζητεί από τα κράτη μέλη να παρέχουν πληροφορίες και να διενεργούν όλους τους αναγκαίους ελέγχους και επιθεωρήσεις.
103.
Ενόψει του διακυβεύματος μιας διαδικασίας αντιντάμπινγκ για τα ενδιαφερόμενα μέρη, η Επιτροπή υποχρεούται να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με τα έγγραφα που έχει στη διάθεσή της και που παρουσιάζουν επαρκείς εγγυήσεις αξιοπιστίας, αν υπάρχουν τρίτες χώρες με οικονομία αγοράς, στις οποίες παράγονται προϊόντα ομοειδή ή ανάλογα με το οικείο προϊόν και οι οποίες μπορούν να επιλεγούν ως χώρες ανάλογες με τη χώρα εξαγωγής.
104.
Προς τον σκοπό αυτό, τα στατιστικά στοιχεία της Eurostat, της στατιστικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αποτελεί γενική διεύθυνση της Επιτροπής και έχει ως αποστολή την παροχή υπηρεσίας στατιστικής ενημερώσεως υψηλής ποιότητας, πρέπει χωρίς αμφιβολία να θεωρηθούν πηγή πληροφοριών την οποία η Επιτροπή πρέπει να εξετάζει συστηματικά.
105.
Κατά συνέπεια, αν από τις στατιστικές της Eurostat που είναι διαθέσιμες κατά την έναρξη της έρευνας ή κατά τη διεξαγωγή της προκύπτει ότι προϊόντα ανάλογα με το οικείο προϊόν παράγονται σε διάφορες τρίτες χώρες με οικονομία αγοράς σε ποσότητες που δεν είναι προδήλως αμελητέες, απόκειται στην Επιτροπή να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κάποια από τις χώρες αυτές μπορεί να αποτελέσει ανάλογη χώρα κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού.
106.
Στην Επιτροπή απόκειται επίσης, κατά το άρθρο το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, να ενημερώσει σύντομα τα μέρη τα οποία θεωρεί ότι ενδιαφέρει η έρευνα σχετικά με την τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς που προτίθεται να επιλέξει, έτσι ώστε να μπορέσουν, εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την ενημέρωσή τους, να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.
107.
Στην κρινόμενη υπόθεση, είμαι αναγκασμένος να διαπιστώσω ότι η Επιτροπή παραβίασε τις εν λόγω υποχρεώσεις.
108.
Πράγματι, από τα στατιστικά στοιχεία της Eurostat που ήταν διαθέσιμα όταν η Επιτροπή εξέτασε την καταγγελία την οποία αφορά η κρινόμενη υπόθεση, προκύπτει ότι προϊόντα υπαγόμενα στον ίδιο κωδικό ΣΟ με το οικείο προϊόν εισάγονταν στην Κοινότητα από το Ισραήλ, το Μαρόκο, τις Φιλιππίνες, τη Σουαζιλάνδη, την Ταϊλάνδη και την Τουρκία. Το γεγονός ότι τα προϊόντα αυτά υπάγονται στην ίδια κατάταξη του Κοινού Δασμολογίου με το οικείο προϊόν επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι μπορούσαν να θεωρηθούν ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια του βασικού κανονισμού.
109.
Από την εξέταση των στοιχείων αυτών αποδεικνύεται επίσης ότι, μολονότι οι ποσότητες είναι μικρότερες από την προερχόμενες από την Κίνα, δεν είναι προδήλως αμελητέες. Συνεπώς, από τα εν λόγω στοιχεία μπορεί να προκύψει το συμπέρασμα ότι προϊόντα συγκρίσιμα προς το οικείο προϊόν παρασκευάζονταν στις εν λόγω χώρες σε επαρκείς ποσότητες ώστε οι τιμές τους να μπορούν να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικές της σχετικής αγοράς.
110.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή εξέθεσε ότι οι στατιστικές της Eurostat αναφέρουν, για κάθε τρίτη χώρα, τις ποσότητες των εισαγομένων προϊόντων που υπάγονται σε τρεις κωδικούς ΣΟ σωρευτικά, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να απομονωθεί σημαντική ποσότητα προϊόντων συγκρίσιμων προς το υπό εξέταση. Εντούτοις, είμαι αναγκασμένος να επισημάνω ότι οι εν λόγω στατιστικές αποτελούν αντικειμενική ένδειξη του ότι υπάρχουν άλλες τρίτες χώρες στις οποίες είναι πιθανόν να παράγονται τέτοια προϊόντα.
111.
Διαπιστώνω επίσης ότι, στη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1355/2008, το Συμβούλιο αναφέρει ότι ο υπολογισμός της κανονικής αξίας από την Επιτροπή με βάση τις τιμές στην Κοινότητα αποτελούσε τη μόνη λογική βάση υπολογισμού, χωρίς να εκθέτει τους λόγους για τους οποίους καμία από τις προαναφερθείσες χώρες με οικονομία αγοράς δεν μπορούσε να θεωρηθεί ανάλογη χώρα.
112.
Τέλος, από τα στοιχεία της δικογραφίας, και ιδίως από την ανακοίνωση για την έναρξη της έρευνας, προκύπτει ότι η Επιτροπή, ενόψει των ενδείξεων τις οποίες περιείχε η καταγγελία, έλαβε ως σημείο εκκινήσεως την παραδοχή ότι δεν υπήρχε παραγωγή του οικείου προϊόντος εκτός της Κοινότητας και της Κίνας.
113.
Όπως ορθώς επισημαίνει η GLS, η Επιτροπή εκτίμησε εσφαλμένα την παραγωγή του οικείου προϊόντος σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς και τις ανάλογες χώρες που μπορούσαν ενδεχομένως να ληφθούν υπόψη, μολονότι διέθετε τα στατιστικά στοιχεία της Eurostat από τα οποία προέκυπτε εισαγωγή, σε ποσότητες που δεν ήταν προδήλως αμελητέες, προϊόντων που μπορούσαν να θεωρηθούν ομοειδή από πολυάριθμες τρίτες χώρες με οικονομία αγοράς.
114.
Εξάλλου, η Επιτροπή αναγνώρισε το σφάλμα της, διότι ανέφερε, στην τεσσαρακοστή αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 642/2008, ότι το Βασίλειο της Ταϊλάνδης μπορούσε να αποτελέσει ανάλογη χώρα και ότι ζήτησε τη συνεργασία δύο ταϊλανδικών επιχειρήσεων, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
115.
Ασφαλώς, η Επιτροπή, ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, προσπάθησε να διορθώσει το αρχικό σφάλμα εκτιμήσεως στο οποίο είχε υποπέσει και δεν μπορεί να της προσαφθεί, κατά τη γνώμη μου, ότι δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια έναντι των δύο αυτών επιχειρήσεων.
116.
Δεν αμφισβητείται ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες ζήτησε τη συνεργασία τους και η προθεσμία εντός της οποίας κλήθηκαν να συμπληρώσουν το ερωτηματολόγιο τους επέτρεπαν να ανταποκριθούν και ότι, κατά συνέπεια, η παράλειψή τους πρέπει να αποδοθεί ολοκληρωτικά στις ίδιες. Εξάλλου, οφείλω να επισημάνω ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει κανένα μέσο πιέσεως έναντι επιχειρήσεων τρίτων χωρών που να της επιτρέπει να τις εξαναγκάσει να συνεργαστούν.
117.
Παρά ταύτα, η προεκτεθείσα ενέργεια της Επιτροπής δεν αρκεί ώστε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι εκπλήρωσε ορθώς τις υποχρεώσεις της. Πράγματι, μετά την αποτυχία της ενέργειας αυτής που αναλήφθηκε τον Δεκέμβριο 2007, η Επιτροπή δεν εξέτασε, μολονότι διέθετε ακόμα χρόνο, αν ήταν δυνατόν να επιλέξει ως ανάλογη χώρα κάποια από τις τρίτες χώρες με οικονομία αγοράς που περιλαμβάνονταν στις στατιστικές της Eurostat και οι οποίες, όπως το Βασίλειο της Ταϊλάνδης, μπορούσαν να θεωρηθούν χώρες παραγωγής του υπό εξέταση προϊόντος. Μολονότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη μια χώρα όπως η Ιαπωνία, καθόσον η αναφορά που έγινε στη χώρα αυτή κατά τη διάρκεια ακροάσεως δεν επιβεβαιώθηκε εκ των υστέρων εγγράφως, όπως επιτάσσει το άρθρο 6, παράγραφος 6, τελευταία περίοδος, του βασικού κανονισμού, έπρεπε αντιθέτως να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες έρευνες για άλλες τρίτες χώρες βάσει των ενδείξεων που προέκυπταν από τα δικά της στατιστικά στοιχεία.
118.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή αγνόησε, κατά την άποψή μου, τις απαιτήσεις που τάσσει το άρθρο 18, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο, υπενθυμίζω, αν, σε περίπτωση αρνήσεως συνεργασίας ενδιαφερόμενου μέρους, τα συμπεράσματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την κανονική αξία, βασίζονται στα διαθέσιμα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που περιέχονται στην καταγγελία, οι πληροφορίες πρέπει, όποτε είναι εφικτό και τηρουμένων των προθεσμιών που ισχύουν για την έρευνα, να ελέγχονται με βάση στοιχεία προερχόμενα από άλλες, ανεξάρτητες πηγές, όπως τιμοκαταλόγους, επίσημα στατιστικά στοιχεία για τις εισαγωγές και τελωνειακές στατιστικές.
119.
Για τον λόγο αυτό, συμφωνώ με τη GLS ότι η Επιτροπή, στην κρινόμενη υπόθεση, δεν κατέβαλε σοβαρές και επαρκείς προσπάθειες προκειμένου να καθορίσει την κανονική αξία του υπό εξέταση προϊόντος βάσει των τιμών που εφαρμόζονται σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς. Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα ότι ο κανονισμός 1355/2008 αντιβαίνει στον νόμο για τον λόγο αυτό.
IV – Πρόταση
120.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν από το Finanzgericht Hamburg ερώτημα ως εξής:
«Ο κανονισμός (ΕΚ) 1355/2008 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων παρασκευασμένων ή διατηρημένων εσπεριδοειδών (συγκεκριμένα μανταρινιών κ.λπ.) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, είναι ανίσχυρος καθόσον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθόρισε την κανονική αξία του υπό εξέταση προϊόντος βάσει των τιμών που έχουν πράγματι πληρωθεί ή πρέπει να πληρωθούν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα για το ομοειδές προϊόν, χωρίς να καταβάλει επαρκείς προσπάθειες προκειμένου να καθορίσει την εν λόγω αξία με βάση την τιμή σε κατάλληλη τρίτη χώρα, κατά παράβαση των επιταγών του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2117/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2005.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Κανονισμός (ΕΚ) 642/2008 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 2008, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων παρασκευασμένων ή διατηρημένων εσπεριδοειδών (συγκεκριμένα μανταρινιών, κ.λπ.) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 178, σ. 19), και κανονισμός (ΕΚ) 1355/2008 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων παρασκευασμένων ή διατηρημένων εσπεριδοειδών (συγκεκριμένα μανταρινιών κ.λπ.) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 350, σ. 35).
( 3 ) Κανονισμός της 22ας Δεκεμβρίου 1995 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1996, L 56 σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2117/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2005 (ΕΕ L 340, σ. 17, στο εξής: βασικός κανονισμός).
( 4 ) ΕΕ C 246, σ. 15.
( 5 ) Στο εξής: GLS.
( 6 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1990, C-305/86 και C-160/87, Neotype Techmashexport κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. I-2945, σκέψη 13 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 7 ) Βλ. με ανάλογη επιχειρηματολογία, απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2001, C-239/99, Nachi Europe (Συλλογή 2001, σ. I-1197, σκέψη 39).
( 8 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1990, C-157/87, Electroimpex κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. I-3021, σκέψεις 10 έως 13).
( 9 ) Η GLS παραπέμπει ιδίως στην απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1991, C-16/90, Nölle (Συλλογή 1991, σ. I-5163).
( 10 ) Η Επιτροπή παραπέμπει επίσης στην προαναφερθείσα απόφαση Nölle, καθώς και στις αποφάσεις της 29ης Μαΐου 1997, C-26/96, Rotexchemie (Συλλογή 1997, σ. I-2817), και του Πρωτοδικείου της 28ης Σεπτεμβρίου 1995, T-164/94, Ferchimex κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. II-2681).
( 11 ) Προαναφερθείσα απόφαση Rotexchemie (σκέψη 9 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 12 ) T-255/01 (Συλλογή 2003, σ. II-4741).
( 13 ) Σκέψη 59.
Full & Egal Universal Law Academy