ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ
JULIANE KOKOTT
της 17ης Νοεμβρίου 2011 ( 1 )
Υπόθεση C-393/10
Dermod Patrick O’Brien
κατά
Ministry of Justice (Formerly the Department for Constitutional Affairs)
[αίτηση του Supreme Court of the United Kingdom (Ηνωμένο Βασίλειο)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 97/81/EΚ — Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης — Έννοια των εργαζομένων με μερική απασχόληση που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας — Δικαστές μερικής απασχόλησης»
I – Εισαγωγή
1.
Το ζήτημα κατά πόσον οι δικαστές εμπίπτουν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES ( 2 ) κρίνεται αποκλειστικά κατά το εθνικό δίκαιο; Αυτό είναι, κατ’ ουσίαν, το ερώτημα που πρέπει να διευκρινίσει στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο. Το ερώτημα αυτό ανακύπτει στο πλαίσιο εθνικής ρυθμίσεως, σύμφωνα με την οποία οι κατ’ αποκοπήν αμειβόμενοι δικαστές μερικής απασχόλησης δεν δικαιούνται συντάξεως.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α— Το δίκαιο της Ένωσης
2.
Όσον αφορά το δίκαιο της Ένωσης, η οδηγία 97/81/ΕΚ ( 3 ) αποτελεί το νομικό πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως. Με την οδηγία αυτή εκτελείται η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο) που συνήφθη στις 6 Ιουνίου 1997 μεταξύ των Ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων (UNICE, CEEP, CES) και προσαρτάται ως παράρτημα στην οδηγία.
3.
Αρχικά η οδηγία 97/81 δεν ήταν εφαρμοστέα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Με την οδηγία 98/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1998 ( 4 ), επεκτάθηκε η εφαρμογή της στο Ηνωμένο Βασίλειο.
4.
Η ρήτρα 2, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου ορίζει το πεδίο εφαρμογής της ως εξής:
«1.
Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται για όλους τους εργαζόμενους με μερική απασχόληση, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας προσδιοριζόμενη από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος.»
Β— Το εθνικό δίκαιο
5.
Το Ηνωμένο Βασίλειο έθεσε σε εφαρμογή την οδηγία 97/81 μέσω των Part-time Workers (Prevention of Less Favourable Treatment) Regulations 2000 (SI 2000 No. 1551) (κανονισμών για την πρόληψη της δυσμενούς μεταχειρίσεως των εργαζομένων με μερική απασχόληση, στο εξής: Regulations), που εκδόθηκαν στις 8 Ιουνίου 2000 και τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2000.
6.
Το άρθρο 17 των Regulations, που φέρει τον τίτλο «φορείς δικαστικού λειτουργήματος», ορίζει τα εξής:
«Οι παρόντες Regulations δεν εφαρμόζονται επί του ασκούντος δικαστικό λειτούργημα, υπό την ιδιότητά του αυτή, αν αμείβεται σε ημερήσια κατ’ αποκοπήν βάση».
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
7.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στοιχεία, μέχρι τη δεκαετία του 1970, το Ηνωμένο Βασίλειο διέθετε μόνο λίγους δικαστές μερικής απασχόλησης. Αυτοί οι δικαστές μερικής απασχόλησης αμείβονταν κατ’ αποκοπήν με αμοιβή υπολογιζόμενη σε ημερήσια βάση. Από τη θέση του Courts Act 1971 σε ισχύ και εντεύθεν σημειώθηκε σαφής αύξηση του αριθμού των δικαστών μερικής απασχόλησης. Σήμερα οι δικαστές μερικής απασχόλησης («Recorders» και «Deputy judges») είναι περίπου διπλάσιοι από τους δικαστές πλήρους απασχόλησης. Ακόμη και στους δικαστές μετανάστευσης («Immigration Judges»), ο αριθμός των δικαστών μερικής απασχόλησης υπερβαίνει σαφώς τον αριθμό των δικαστών πλήρους απασχόλησης. Ενώ αρχικώς όλοι οι δικαστές μερικής απασχόλησης αμείβονταν κατ’ αποκοπήν ανά συνεδρίαση ή εργάσιμη ημέρα (στο εξής: κατ’ αποκοπήν αμειβόμενοι δικαστές μερικής απασχόλησης), από το έτος 2000 περίπου υπήρξε αύξηση των εμμίσθων δικαστών μερικής απασχόλησης, ιδίως μεταξύ των δικαστών μετανάστευσης.
8.
Ο Dermond Patrick O’Brien είναι barrister και Queen’s Counsel (ΣτΜ: πεπειραμένος barrister, που διορίζεται με αυτή την ιδιότητα κατόπιν προτάσεως του Lord Chancellor). Επιπροσθέτως, το 1978 διορίστηκε recorder. Τον τίτλο του recorder φέρουν στο Ηνωμένο Βασίλειο δικαστές μερικής απασχόλησης που ασκούν καθήκοντα στο Crown Court. Άσκησε καθήκοντα recorder διαρκώς μέχρι τις 31 Μαρτίου 2005, με τακτικές ανανεώσεις της θητείας του. Ως recorder αμειβόταν κατ’ αποκοπήν για κάθε συνεδρίαση ή εργάσιμη ημέρα. Το ύψος των αποδοχών ενός recorder αντιστοιχεί, κατ’ αναλογία, προς αυτό των αποδοχών ενός δικαστή πλήρους απασχόλησης.
9.
Σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις, ο D. P. O’Brien είχε, ως recorder, δικαίωμα να του προταθούν τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες συνεδριάσεως κατ’ έτος, ενώ μπορούσε να υποχρεωθεί να συνεδριάσει μέχρι τριάντα ημέρες.
10.
Όλοι οι δικαστές με μερική απασχόληση δικαιούνται (όταν συντρέχει λόγος) απολαβών σε περίπτωση ασθενείας, μητρότητας ή πατρότητας, και παρομοίων ωφελημάτων κατά την υπηρεσία τους. Οι δικαστές πλήρους απασχόλησης και οι έμμισθοι δικαστές μερικής απασχόλησης δικαιούνται συντάξεως κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία. Αντιθέτως, οι αμειβόμενοι κατ’ αποκοπήν δικαστές μερικής απασχόλησης δεν δικαιούνται συντάξεως δικαστού κατά την αποχώρησή τους.
11.
Ο D. P. O’Brien αξίωσε σύνταξη που αντιστοιχεί pro rata temporis σε αυτή δικαστή πλήρους απασχόλησης, ο οποίος ασκεί δραστηριότητα με το ίδιο περιεχόμενο. Το αρμόδιο Υπουργείο Δικαιοσύνης του Ηνωμένου Βασιλείου απέρριψε το αίτημά του. Στη διαφορά της κύριας δίκης, ο D. P. O’Brien προσέβαλε την απόρριψη της αξιώσεώς του για χορήγηση συντάξεως. Επικαλέστηκε συναφώς την οδηγία 97/81. Εντωμεταξύ, η διαφορά της κύρια δίκης εκκρεμεί, κατόπιν της ασκήσεως ενδίκου μέσου, ενώπιον του Supreme Court of the United Kingdom.
IV – Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
12.
Με διάταξη της 28ης Ιουλίου 2010 το Supreme Court of the United Kingdom ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Το ζήτημα αν οι δικαστές εν γένει είναι “εργαζόμενοι που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας” κατά την έννοια της ρήτρας 2.1 της συμφωνίας πλαισίου κρίνεται κατά το εθνικό δίκαιο ή βάσει κανόνα του δικαίου της Ένωσης;
2.
Αν οι δικαστές εν γένει είναι “εργαζόμενοι που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας” κατά την έννοια της ρήτρας 2.1 της συμφωνίας πλαισίου, επιτρέπεται στο εθνικό δίκαιο να διακρίνει: α) μεταξύ δικαστών πλήρους και δικαστών μερικής απασχόλησης ή β) μεταξύ διαφόρων κατηγοριών δικαστών μερικής απασχόλησης, ως προς το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως;»
13.
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, εκτός από τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης, η Ιρλανδική, η Λετονική, η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση παρέστησαν ο προσφεύγων της κύριας δίκης, το Council of Immigration Judges, η Ιρλανδική και η Λετονική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή.
V – Νομική εκτίμηση
Α— Επί της διαχρονικής εφαρμογής της οδηγίας
14.
Η Λετονική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, διότι το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας του D. P. O’Brien ως recorder, για την οποία αξιώνει εν προκειμένω σύνταξη, ασκήθηκε πριν από τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 98/23, με την οποία επεκτάθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο η εφαρμογή της οδηγίας για την εργασία μερικής απασχόλησης. Η εν λόγω οδηγία τέθηκε σε ισχύ στις 7 Απριλίου 1998 και παρέσχε στο Ηνωμένο Βασίλειο προθεσμία έως τις 7 Απριλίου 2000 για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο. Ο D. P. O’Brien ασκούσε καθήκοντα recorder από την 1η Μαρτίου 1978. Ο τελευταίος διορισμός του έλαβε χώρα το έτος 1999 και ασκούσε καθήκοντα recorder μέχρι τις 31 Μαρτίου 2005.
15.
Η Λετονική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η οδηγία 98/23 και, συνεπώς, η οδηγία 97/81, μπορεί να εφαρμοστεί μόνον σε περιπτώσεις στις οποίες τα πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα μετά την πάροδο της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο ή, σε κάθε περίπτωση, μετά τη θέση της οδηγίας σε ισχύ.
16.
Όσον αφορά, όμως, τη διαχρονική εφαρμογή της οδηγίας 97/81, το Δικαστήριο έχει ήδη αναφερθεί στην αρχή, σύμφωνα με την οποία ο νέος κανόνας εφαρμόζεται, πλην εξαιρέσεων, αμέσως στα μελλοντικά αποτελέσματα μιας καταστάσεως που γεννήθηκε υπό το κράτος του παλαιότερου νομικού καθεστώτος. Από αυτό συνήγαγε ότι ο υπολογισμός του συντάξιμου χρόνου που απαιτείται για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος διέπεται από τις διατάξεις της οδηγίας 97/81, συμπεριλαμβανομένων των προγενέστερων της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της οδηγίας αυτής χρονικών διαστημάτων παρασχεθείσας εργασίας ( 5 ).
17.
Τα προδικαστικά ερωτήματα είναι συνεπώς παραδεκτά.
Β— Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
1. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
18.
Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά πόσον η έννοια του εργαζομένου κατά τη συμφωνία-πλαίσιο καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο ή από το δίκαιο της Ένωσης.
19.
Το αιτούν δικαστήριο υπαβάλλει το εν λόγω ερώτημα στο πλαίσιο της διαφοράς κατά την οποία ο D. P. O’Brien, που ασκούσε καθήκοντα κατ’ αποκοπήν αμειβόμενου δικαστή μερικής απασχόλησης (recorder), επικαλείται την οδηγία για να προβάλει αξίωση συντάξεως για τη δραστηριότητά του ως recorder. Κατά την άποψή του, η άρνηση χορηγήσεως συντάξεως συνιστά δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους δικαστές πλήρους απασχόλησης. Για να διαπιστώσει αν η σχέση μεταξύ των δικαστών πλήρους απασχόλησης και των κατ’ αποκοπήν αμειβόμενων δικαστών μερικής απασχόλησης διέπεται από τη συμφωνία-πλαίσιο, το αιτούν δικαστήριο πρέπει, ως προκαταρκτικό ερώτημα, να διευκρινίσει κατά πόσον η προσωπική κατηγορία των τακτικών δικαστών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Το αιτούν δικαστήριο δεν έχει ακόμη οριστικά αποφανθεί κατά πόσον ένας recorder πρέπει, κατά το εθνικό δίκαιο, να θεωρηθεί ως εργαζόμενος ( 6 ).
20.
Η ρήτρα 2, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου καθορίζει το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της. Κατά τη διάταξη αυτή, η συμφωνία εφαρμόζεται «για όλους τους εργαζόμενους με μερική απασχόληση, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας προσδιοριζόμενη από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος».
21.
Λαμβανομένου υπόψη ότι οι recorder εργάζονται, εν μέρει, μόνον πολύ λίγες ημέρες ετησίως ( 7 ), πρέπει, κατ’ αρχήν, να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ως καθού της κύριας δίκης, δεν επικαλέστηκε, ούτε επικουρικώς, τη ρήτρα 2, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου. Η διάταξη αυτή παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα, ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, να εξαιρέσουν εντελώς ή εν μέρει από το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου, για αντικειμενικούς λόγους, εργαζόμενους με μερική απασχόληση που εργάζονται σε ευκαιριακή βάση.
α) Η υπόθεση Wippel
22.
Στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Wippel συνήγαγα από το γράμμα της ρήτρας 2, σημείο 1, ότι κατά τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης, η έννοια του εργαζομένου δεν αντλείται από το δίκαιο της Ένωσης, αλλά πρέπει να καθορίζεται βάσει των νομοθετικών διατάξεων, των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και των πρακτικών που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος. Συναφώς, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια. Το δίκαιο της Ένωσης μπορεί ως προς το σημείο αυτό να θέσει ενδεχομένως κάποια άκρα όρια. Έτσι, ενδεχομένως, θα παραβίαζε το καθήκον του καλόπιστης συνεργασίας (άρθρο 4 ΣΕΕ) το κράτος μέλος το οποίο θα όριζε την έννοια του εργαζομένου στην εσωτερική έννομη τάξη του τόσο στενά ώστε να καθίσταται άνευ οποιασδήποτε πρακτικής αποτελεσματικότητας η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης και να δυσχεραίνεται υπέρμετρα η πραγματοποίηση των σκοπών της συμφωνίας αυτής ( 8 ).
23.
Το Δικαστήριο, με την απόφασή του επί της υποθέσεως Wippel, τόνισε απλώς ότι εργαζόμενος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συνημμένης στην οδηγία 97/81 συμφωνίας-πλαισίου, εάν έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας προσδιορισμένη από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές που ισχύουν στο κράτος μέλος, χωρίς εντούτοις να προβεί σε ειδικότερο καθορισμό της εννοίας αυτής ( 9 ).
24.
Το χαρακτηριστικό όμως στην υπόθεση Wippel ήταν ότι στο εθνικό δίκαιο η έννοια του εργαζομένου είχε μεγάλη ευρύτητα και ανέκυπτε το ερώτημα αν η έννοια αυτή εξακολουθούσε να εμπίπτει στη συμφωνία-πλαίσιο ( 10 ). Το Δικαστήριο μπορούσε, συνεπώς, να αρκεστεί στη διαπίστωση ότι εμπίπτει στην οδηγία ακόμη και μια ισχύουσα στο εθνικό δίκαιο ευρύτατη ερμηνεία της έννοιας του εργαζομένου. Στην υπό κρίση υπόθεση ανακύπτει, αντιστρόφως, το ερώτημα κατά πόσον είναι αντίθετος προς τη συμφωνία-πλαίσιο ο κατά το εθνικό δίκαιο αποκλεισμός των τακτικών δικαστών από το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου. Κατά συνέπεια, τα όσα έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Wippel δεν μπορούν να συμβάλουν στην απάντηση του εν λόγω ερωτήματος.
25.
Όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία επισήμαναν ότι στο δίκαιο της Ένωσης η έννοια του εργαζομένου δεν είναι μονοσήμαντη ( 11 ). Έτσι, παραδείγματος χάριν, στον τομέα της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών εργαζομένων, η έννοια του εργαζομένου αποτελεί αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης, που πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Στο πλαίσιο αυτό, είναι δυνατόν και οι δημόσιοι υπάλληλοι να θεωρούνται ως εργαζόμενοι ( 12 ). Στον τομέα της διασφαλίσεως των δικαιωμάτων των εργαζομένων, το Δικαστήριο τόνισε, αναφορικά με την οδηγία για τον χρόνο εργασίας, την ανάγκη αυτοτελούς και ομοιόμορφου σε επίπεδο Ένωσης καθορισμού της έννοιας του χρόνου εργασίας, μολονότι και στην περίπτωση αυτή το γράμμα της οδηγίας παρέπεμπε στο εθνικό δίκαιο ( 13 ). Αντιθέτως, στην περίπτωση της οδηγίας για τις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων, αποφάνθηκε ότι το πεδίο εφαρμογής καθορίζεται μόνον με βάση τον ορισμό του εργαζομένου που υιοθετεί η εθνική νομοθεσία ( 14 ).
26.
Στους ισχυρισμούς ορισμένων μετεχόντων στη διαδικασία που επικαλούνται το άρθρο 51 ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει, σε σχέση με την ελευθερία εγκαταστάσεως, εξαίρεση για δραστηριότητες που συνδέονται με την άσκηση δημόσιας εξουσίας, πρέπει να αντιταχθεί ότι από το άρθρο αυτό δεν είναι δυνατόν να συναχθούν συμπεράσματα σχετικά με τον ορισμό της έννοιας του εργαζομένου στη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης. Και τούτο διότι η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης δεν αφορά την ελεύθερη εγκατάσταση των εργαζομένων, αλλά παρέχει σε όλους τους εργαζόμενους στα κράτη μέλη δικαιώματα σε σχέση με δραστηριότητα μερικής απασχόλησης.
β) Η υπόθεση Del Cerro Alonso
27.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την υπό κρίση υπόθεση παρουσιάζει η υπόθεση Del Cerro Alonso ( 15 ). Η υπόθεση αυτή αφορούσε το ζήτημα του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της οδηγίας και της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου. Η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου προβλέπει στην ρήτρα 2 πανομοιότυπο ορισμό του πεδίου εφαρμογής με αυτόν της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης ( 16 ).
28.
Αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου ισχύει και για τις συμβάσεις εργασίας που έχουν συναφθεί με τις διοικήσεις και άλλους φορείς του δημόσιου τομέα ( 17 ), κλήθηκε να αποφανθεί κατά πόσον καλύπτει και τους δημοσίους υπαλλήλους. Όπως και η υπό κρίση υπόθεση —και αντίθετα από την υπόθεση Wippel— η υπόθεση Del Cerro Alonso δεν αφορούσε τα ενδεχόμενα όρια μιας ευρέως νοούμενης στο κράτος μέλος έννοιας εργαζομένου, αλλά, αντιστρόφως, το ζήτημα κατά πόσον η οδηγία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να χορηγήσουν και στους δημοσίους υπαλλήλους τα δικαιώματα που απορρέουν από τη συμφωνία-πλαίσιο.
29.
Με την απόφασή του επί της υποθέσεως Del Cerro Alonso, το Δικαστήριο έκρινε ότι τo γεγονός και μόνον ότι μία θέση εργασίας χαρακτηρίζεται ως «μόνιμη» σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά δημοσίου λειτουργήματος του οικείου κράτους μέλους δεν αρκεί για να αποκλειστεί η υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 1999/70.
30.
Και τούτο διότι θα θιγόταν η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαισίου καθώς και η ομοιόμορφη εφαρμογή τους στα κράτη μέλη, εάν αυτά θα μπορούσαν να αποκλείσουν κατά το δοκούν ορισμένες κατηγορίες προσώπων από την προστασία που παρέχουν αυτοί οι μηχανισμοί της Ένωσης. Τα κράτη μέλη, αντιθέτως, υποχρεούνται να εγγυώνται το αποτέλεσμα που επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης ( 18 ).
31.
Το Δικαστήριο στήριξε το σκεπτικό του στη σημασία των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της απαγορεύσεως των διακρίσεων που αποτελούν γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις της οδηγίας και της συμφωνίας-πλαισίου για την εγγύηση υπέρ των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου των ίδιων πλεονεκτημάτων με εκείνα των αντίστοιχων εργαζομένων με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου έχουν γενική εφαρμογή, καθόσον αποτελούν ιδιαίτερης σημασίας κανόνες του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης, από τους οποίους πρέπει να ωφελείται κάθε εργαζόμενος αφού αποτελούν τις ελάχιστες προστατευτικές προδιαγραφές ( 19 ).
32.
Καθοριστικό για να δεχθεί το Δικαστήριο, στην εν λόγω υπόθεση, την εφαρμογή της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαισίου ήταν, συνεπώς, το γεγονός ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο εργάστηκε για περισσότερα από δώδεκα έτη σε διάφορα νοσοκομεία του δημοσίου συστήματος υγείας της Χώρας των Βάσκων ως μέλος του έκτακτου προσωπικού και ότι, εξάλλου, η διαφορά της κύριας δίκης εστιαζόταν στη σύγκριση μεταξύ ενός μέλους του έκτακτου προσωπικού και ενός μέλους του μόνιμου προσωπικού.
33.
Εκ πρώτης όψεως, αυτό το απόσπασμα της αποφάσεως Del Cerro Alonso θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση φαύλου κύκλου: Επειδή ένα πρόσωπο εργαζόταν με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου και η υπό κρίση υπόθεση έχει ως αντικείμενο τη σχέση μεταξύ του έκτακτου και του μόνιμου προσωπικού, πρέπει να θεωρηθεί ότι η περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Κατ’ αρχάς, θα έπρεπε, βέβαια, να διευκρινιστεί το προκαταρκτικό ερώτημα κατά πόσον το προσωπικό εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου και πρέπει, συνεπώς, να συναχθούν από αυτή επιταγές για τη σύγκριση των απασχολουμένων με σχέση ορισμένου και αορίστου χρόνου. Διαφορετικά, η οδηγία θα ήταν αυτομάτως εφαρμοστέα σε κάθε περίπτωση που αφορά ενδεχόμενη δυσμενή μεταχείριση της απασχόλησης ορισμένου χρόνου. Στην περίπτωση αυτή, θα καθίστατο κενή περιεχομένου η παραπομπή της ρήτρας 2 της συμφωνίας-πλαισίου στο δίκαιο των κρατών μελών.
34.
Κατά την άποψή μου, όμως, η απόφαση Del Cerro Alonso έχει την έννοια ότι το Δικαστήριο καταλείπει κατ’ αρχήν τον καθορισμό της έννοιας του εργαζομένου κατά τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου στη σφαίρα των κρατών μελών και δεν τη θεωρεί αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης. Εντούτοις, η πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου καθώς και οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης θέτουν όρια στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών. Ο γενικός εισαγγελέας Μ. Poiares Maduro, στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Del Cerro Alonso κάνει, συναφώς, εύστοχα λόγο για «υπό προϋποθέσεις παραπομπή» στο εθνικό δίκαιο ( 20 ).
35.
Αυτή η προσέγγιση μπορεί να μεταφερθεί στην ερμηνεία της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης. Και τούτο, αφενός, διότι η διατύπωσή της όσον αφορά το προσωπικό πεδίο εφαρμογής είναι πανομοιότυπη ( 21 ). Και, αφετέρου, αμφότερες οι συμφωνίες-πλαίσια —όπως ορθά υπογραμμίζει και η Επιτροπή— εντάσσονται στο ίδιο κανονιστικό πλαίσιο, διότι αμφότερες διευκρινίζουν τη γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως για συγκεκριμένο είδος οργανώσεως της εργασίας. Πέραν αυτού, αμφότερες οι συμφωνίες-πλαίσια και οι συναφείς οδηγίες καταρτίστηκαν κατά την ίδια διαδικασία και έχουν πανομοιότυπη δομή ( 22 ).
36.
Επιπλέον, ακόμη και στη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/81 για την εργασία μερικής απασχόλησης επισημαίνεται ειδικότερα ότι, όσον αφορά τους όρους της συμφωνίας-πλαισίου που δεν προσδιορίζονται επακριβώς, τα κράτη μέλη μεριμνούν, βέβαια, να παράσχουν σχετικούς ορισμούς σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή/και τις εθνικές πρακτικές, μόνον όμως «με την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω ορισμοί δεν θα αντιτίθενται προς το περιεχόμενο της συμφωνίας-πλαισίου».
37.
Κατά συνέπεια, ούτε σε σχέση με τον ορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας και της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης μπορούν τα κράτη μέλη να παραβιάζουν τις γενικές αρχές και τα θεμελιώδη δικαιώματα που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης ή να αποκλείουν κατά το δοκούν ορισμένες κατηγορίες προσώπων από την παρεχόμενη με αυτές προστασία, διότι το τελευταίο αυτό θα έθιγε την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας ( 23 ).
γ) Εφαρμογή επί της υπό κρίση υποθέσεως των αρχών που έχει διαμορφώσει η νομολογία
38.
Όπως εκτέθηκε μόλις ανωτέρω, στη διακριτική ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη κατά τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου θέτουν όρια, ούτως ή άλλως, οι γενικές αρχές και τα θεμελιώδη δικαιώματα που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης.
39.
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης επικαλείται, συναφώς, το άρθρο 17 των Regulations του εθνικού δικαίου, το οποίο ρητώς εξαιρεί μόνον τους κατ’ αποκοπήν αμειβόμενους δικαστές, και όχι όλους τους δικαστές, από τα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Εάν πράγματι αποκλείστηκαν αυθαιρέτως μόνον οι κατ’ αποκοπήν αμειβόμενοι δικαστές από τα μέτρα για τη μεταφορά της συμφωνίας-πλαισίου στο εσωτερικό δίκαιο, αυτό θα μπορούσε να αποτελεί παραβίαση της γενικής αρχής της ισότητας που ισχύει στο δίκαιο της Ένωσης ( 24 ). Εντούτοις, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τόνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το άρθρο 17 των Regulations έχει μόνον διευκρινιστικό χαρακτήρα και οι δικαστές, εν γένει, δεν θεωρούνται ως εργαζόμενοι κατά το εθνικό δίκαιο. Η οριστική διευκρίνιση του ζητήματος αυτού εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο.
40.
Πότε όμως ένα κράτος μέλος υπερβαίνει τη διακριτική ευχέρεια που του έχει παρασχεθεί σχετικά με τον ορισμό της έννοιας του εργαζομένου και αποκλείει αυθαίρετα ορισμένη επαγγελματική κατηγορία από την παρεχόμενη προστασία;
41.
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει, κατ’ αρχάς, να ερευνηθεί ποια προστασία επιδιώκεται με τη συμφωνία-πλαίσιο. Η οδηγία 97/81 και η συνημμένη σε αυτή συμφωνία-πλαίσιο έχουν ως στόχο τη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας με μερική απασχόληση και την εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων μερικής απασχόλησης ( 25 ). Η με αυτές θεσπιζόμενη απαγόρευση δυσμενών διακρίσεων δεν είναι παρά η ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας ( 26 ), που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, την οποία καθιερώνουν τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 27 ).
42.
Κατά συνέπεια, η συμφωνία-πλαίσιο επιδιώκει έναν σκοπό που συγκαταλέγεται στους θεμελιώδεις σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 1 της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική και επαναλαμβάνονται στο άρθρο 151 ΣΛΕΕ και στην τρίτη παράγραφο του προοιμίου της ΣΛΕΕ. Οι εν λόγω θεμελιώδεις σκοποί συνδέονται με τη βελτίωση των συνθηκών ζωής και εργασίας, καθώς και με την παροχή στους εργαζομένους επαρκούς κοινωνικής προστασίας.
43.
Για να μην τεθεί σε κίνδυνο η πραγμάτωση των σκοπών αυτών της συμφωνίας-πλαισίου, ο αποκλεισμός μιας κατηγορίας προσώπων από το πεδίο εφαρμογής δεν μπορεί να γίνει δεκτός, όπως πειστικά ανέλυσε ο γενικός εισαγγελέας M. Poiares Maduro στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Del Cerro Alonso, παρά μόνον αν η φύση της σχέσης εργασίας είναι ουσιωδώς διαφορετική από τη σχέση εργασίας που συνδέει τους εργοδότες με τους υπαλλήλους τους που υπάγονται κατά το εθνικό δίκαιο στην κατηγορία των εργαζομένων ( 28 ).
44.
Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται, υποχρεωτικά, ο αποκλειστικός έλεγχος του κατά πόσον η φύση της σχέσης εργασίας διαφέρει. Το Δικαστήριο μπορεί, όμως, να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο κριτήρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον έλεγχο ( 29 ).
45.
Από το κριτήριο της διαφορετικής φύσης της σχέσης εργασίας συνάγεται, κατ’ αρχάς, ότι καθαρά τυπικοί λόγοι δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό μιας κατηγορίας προσώπων.
46.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, ορθά, ότι μόνο το καθαρά τυπικό γεγονός ( 30 ) του χαρακτηρισμού των δικαστών ως «φορέων λειτουργήματος» δεν αρκεί για να στερήσει από τους δικαστές τα δικαιώματα που παρέχει η συμφωνία-πλαίσιο. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά επίσης κατά πόσον ο αριθμός των εμπλεκομένων προσώπων μπορεί να είναι κρίσιμος για την αναγνώριση της ιδιότητας του εργαζομένου. Και αυτό όμως θα ήταν υπερβολικά τυπικό κριτήριο, άσχετο με τη φύση της σχέσης εργασίας.
47.
Το Supreme Court αναφέρει στη διάταξή του περί παραπομπής ότι η σχέση απασχόλησης ενός τακτικού δικαστή παρουσιάζει τα περισσότερα χαρακτηριστικά της εξαρτημένης εργασίας κατά το εθνικό δίκαιο. Προβληματικό είναι μόνον το κριτήριο της υπαγωγής στη διευθυντική εξουσία, που χαρακτηρίζει, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τη σχέση εξαρτημένης εργασίας. Και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τόνισε ότι ο αποκλεισμός των δικαστών από το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου εξηγείται λόγω της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών.
48.
Κατά την εξέταση της φύσης της εργασιακής σχέσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η χρησιμοποιούμενη για τον καθορισμό του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου έννοια του εργαζομένου εξυπηρετεί ιδίως την οριοθέτηση σε σχέση με τον ελεύθερο επαγγελματία. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει, ελέγχοντας κατά πόσον η φύση της σχέσης απασχόλησης ενός δικαστή είναι ουσιωδώς διαφορετική από τη σχέση εργασίας που συνδέει τους εργοδότες με τους υπαλλήλους τους που υπάγονται κατά το εθνικό δίκαιο στην κατηγορία των εργαζομένων, να λάβει υπόψη ότι η οριοθέτηση αυτή, προκειμένου να τηρηθεί ο σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει να λάβει χώρα λαμβανομένης ιδίως υπόψη της διαφοροποιήσεως έναντι των ελεύθερων επαγγελματιών.
49.
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης τονίζει ότι η ανεξαρτησία του δικαστή αφορά ιδίως το περιεχόμενο της δραστηριότητάς του, δηλαδή την ανεξαρτησία της καθαυτό δικαιοδοτικής δραστηριότητας. Όσον αφορά το εξωτερικό πλαίσιο όρων της δραστηριότητας των δικαστών, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει μια απόφαση του House of Lords ( 31 ), από την οποία προκύπτει ότι ακόμη και οι δικαστές υπόκεινται σε οργάνωση της εργασίας τους. Απαιτείται από τους δικαστές να εργάζονται σε ορισμένους χρόνους και για ορισμένες περιόδους, έστω και αν μπορούν να τις διαχειρίζονται οι ίδιοι με μεγάλο βαθμό ελαστικότητας. Οι δικαστές δεν μπορούν να εργάζονται όπως και όταν επιλέξουν, όπως τα αυτοαπασχολούμενα πρόσωπα.
50.
Θα ήθελα, συναφώς, να επισημάνω επίσης ότι δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό με ποιον τρόπο τα δικαιώματα που παρέχει, γενικώς, η συμφωνία-πλαίσιο και, ειδικότερα, η αξίωση συντάξεως λόγω γήρατος είναι δυνατόν να απειλήσουν την ουσιαστική ανεξαρτησία δικαστή· αντιθέτως, μια τέτοια αξίωση συντάξεως λόγω γήρατος ενισχύει την οικονομική ανεξαρτησία των δικαστών και τελικώς, κατά συνέπεια, και την ουσιαστική τους ανεξαρτησία.
51.
To κριτήριο της ουσιαστικής ανεξαρτησίας δεν είναι, συνεπώς, ικανό να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό επαγγελματικής κατηγορίας από το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου.
52.
Πέραν αυτού, το αιτούν δικαστήριο, εξετάζοντας κατά πόσον η φύση της σχέσης απασχόλησης ενός δικαστή είναι ουσιωδώς διαφορετική από αυτή ενός εργαζομένου κατά το εθνικό δίκαιο, θα πρέπει να λάβει υπόψη και το γεγονός ότι, όπως εκτίθεται στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, οι δικαστές —ακόμη και οι κατ’ αποκοπήν αμειβόμενοι δικαστές— δικαιούνται απολαβών σε περίπτωση ασθενείας, μητρότητας ή πατρότητας και παρομοίων ωφελημάτων. Φαίνεται, συνεπώς, ότι είναι δικαιούχοι αξιώσεων κοινωνικών παροχών που είναι ευρέως συνυφασμένες με τους εργαζομένους. Εφόσον, στο πλαίσιο αυτό, οι δικαστές εξομοιώνονται με τους εργαζομένους, έστω και αν τυπικώς δεν θεωρούνται εργαζόμενοι, αυτό μπορεί να θεωρηθεί ένδειξη ότι η φύση της σχέσης απασχόλησής τους δεν είναι ουσιωδώς διαφορετική από αυτό που θεωρείται, κατά το εθνικό δίκαιο, ως σχέση εργασίας. Στην περίπτωση αυτή, οι δικαστές θα πρέπει και όσον αφορά τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης τουλάχιστον να εξομοιώνονται με εργαζομένους.
53.
Στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει, συνεπώς, να δοθεί η απάντηση ότι το ζήτημα κατά πόσον οι δικαστές πρέπει να θεωρούνται ως εργαζόμενοι με μερική απασχόληση, κατά την έννοια της ρήτρας 2, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης κρίνεται κατά το εθνικό δίκαιο, η πρακτική όμως αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου και οι γενικές αρχές και τα θεμελιώδη δικαιώματα του δικαίου της Ένωσης θέτουν όρια στη διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά τον ορισμό της έννοιας του εργαζομένου. Το κριτήριο της ουσιαστικής ανεξαρτησίας δεν είναι ικανό, καθαυτό, να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό ορισμένης επαγγελματικής κατηγορίας από το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου.
2. Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
54.
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα υποβάλλεται για την περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι δικαστές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Με αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά πόσον επιτρέπεται εθνικά μέτρα να διακρίνουν μεταξύ δικαστών πλήρους απασχόλησης και δικαστών μερικής απασχόλησης ή μεταξύ διαφόρων κατηγοριών δικαστών μερικής απασχόλησης, ως προς το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως.
55.
Προς τον σκοπό της εξάλειψης της άνισης μεταχείρισης μεταξύ εργαζομένων με μερική και πλήρη απασχόληση, η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου καθιερώνει την αρχή της μη διάκρισης. Το σημείο 1 της ρήτρας αυτής απαγορεύει να αντιμετωπίζονται, όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση με τρόπο λιγότερο ευνοϊκό απ’ ό,τι οι συγκρίσιμοι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση για τον λόγο και μόνον ότι εργάζονται με μερική απασχόληση, εκτός και αν η διαφορετική τους μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Κατά την ρήτρα 4, παράγραφος 2, όπου κρίνεται αναγκαίο, εφαρμόζεται η αρχή pro rata temporis.
56.
To Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου αποτελεί έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης, η οποία δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικώς ( 32 ). Βάσει της νομολογίας που αφορά το άρθρο 157 ΣΛΕΕ, εμπίπτουν, συνεπώς, στην έννοια των «συνθηκών απασχόλησης», όπως αυτή χρησιμοποιείται στη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, οι συντάξεις που καταβάλλονται βάσει της σχέσεως εργασίας μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, αποκλειομένων των συντάξεων που προβλέπει υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, οι οποίες δεν καταβάλλονται στο πλαίσιο μιας τέτοιας σχέσεως, αλλά προς εξυπηρέτηση επιδιώξεων κοινωνικής πολιτικής ( 33 ).
57.
Σύνταξη γήρατος εμπίπτει, επομένως, στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου, εφόσον πληροί τις ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: η σύνταξη αφορά μόνο μια ιδιαίτερη κατηγορία εργαζομένων, τελεί σε άμεση συνάρτηση με τον χρόνο υπηρεσίας και το ύψος της υπολογίζεται βάσει του τελευταίου μισθού του υπαλλήλου ( 34 ).
58.
Στο πλαίσιο της έρευνας του παραδεκτού έχω επισημάνει ότι ο υπολογισμός του συντάξιμου χρόνου που απαιτείται για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος διέπεται από τις διατάξεις της οδηγίας 97/81, συμπεριλαμβανομένων των προγενέστερων της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της οδηγίας αυτής χρονικών διαστημάτων παρασχεθείσας εργασίας ( 35 ).
59.
Πρέπει, συνεπώς, να εξετασθεί κατά πόσον η μη χορήγηση συντάξεως σε recorder έχει ως αποτέλεσμα τη δυσμενή τους μεταχείριση σε σχέση με εργαζόμενους με πλήρη απασχόληση που βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση, και μάλιστα για τον λόγο και μόνον ότι εργάζονται με μερική απασχόληση.
60.
Η ρήτρα 3 αναφέρει κριτήρια για να ερευνηθεί κατά πόσον υφίσταται «συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση». Κρίσιμη είναι η ουσιαστική δραστηριότητα των οικείων προσώπων. Δεν ευσταθεί, συνεπώς, το επιχείρημα της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, σύμφωνα με το οποίο οι δικαστές πλήρους απασχόλησης και οι recorder δεν βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση, διότι πρόκειται για «διαφορετικές σταδιοδρομίες». Αποφασιστικής σημασίας είναι, αντιθέτως, κατά πόσον ασκούν δραστηριότητα του αυτού περιεχομένου. Οι μετέχοντες στη διαδικασία υποστήριξαν συναφώς, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι recorder και δικαστές πλήρους απασχόλησης ασκούν τα ίδια καθήκοντα. Κατά συνέπεια, το ζήτημα των «διαφορετικών σταδιοδρομιών» μπορεί να είναι κρίσιμο μόνον για την αντικειμενική δικαιολόγηση της άνισης μεταχείρισης. Εναπόκειται όμως στο αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί οριστικά κατά πόσον οι recorder και οι δικαστές πλήρους απασχόλησης είναι συγκρίσιμοι.
61.
Εντούτοις, από τη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου προκύπτει ότι μια τέτοιου είδους διαφορετική μεταχείριση μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
62.
Η επίμαχη άνιση μεταχείριση πρέπει, συνεπώς, να δικαιολογείται από την ύπαρξη σαφών και συγκεκριμένων στοιχείων που να χαρακτηρίζουν τον οικείο όρο απασχόλησης στο ειδικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται και βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων, προκειμένου να ελεγχθεί αν η άνιση αυτή μεταχείριση ανταποκρίνεται σε μια γνήσια ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και είναι αναγκαία προς τούτο ( 36 ).
63.
Ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» πρέπει να νοηθεί ως μη δικαιολογών διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων με μερική απασχόληση και των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση εκ του γεγονότος ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση προβλέπεται από γενικό και αφηρημένο κανόνα δικαίου. Αντιθέτως, η άνιση αυτή μεταχείριση πρέπει να ανταποκρίνεται σε μια γνήσια ανάγκη, να είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και να είναι αναγκαία προς τούτο ( 37 ).
64.
Στο μέτρο που το Ηνωμένο Βασίλειο υποστήριξε ότι η άνιση μεταχείριση μεταξύ των recorder και των δικαστών πλήρους απασχόλησης δικαιολογείται λόγω του ότι οι κατ’ αποκοπήν αμειβόμενοι δικαστές μπορούν να συνεχίσουν τη λοιπή σταδιοδρομία τους στη δικηγορία ή την επιστήμη, ενώ οι έμμισθοι δικαστές με μερική απασχόληση δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα και ότι κάθε κατ’ αποκοπήν αμειβόμενος δικαστής είναι ελεύθερος να υποβάλει υποψηφιότητα για θέση έμμισθου δικαστή μερικής απασχόλησης, πρέπει, συνεπώς, να αντιταχθεί ότι μόνον αυτό το τυπικό επιχείρημα δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την άνιση μεταχείριση.
65.
Η άνιση μεταχείριση θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνον εφόσον θα εξυπηρετούσε, πέραν του τυπικού επιχειρήματος των διαφορετικών σταδιοδρομιών, έναν νόμιμο σκοπό. Επίκληση τέτοιου σκοπού δεν έγινε όμως κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έγινε επίκληση ούτε περαιτέρω δικαιολογητικών λόγων. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί λόγω του γεγονότος ότι η δικαιολόγηση ενδεχόμενης άνισης μεταχείρισης δεν είχε ακόμη αποτελέσει αντικείμενο της διαδικασίας της κύριας δίκης. Το αιτούν δικαστήριο ασχολήθηκε μέχρι τώρα μόνον με το προκαταρκτικό ερώτημα κατά πόσον τυγχάνει εφαρμογής η συμφωνία-πλαίσιο. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και να αποφανθεί οριστικά επί του ζητήματος της πιθανής δικαιολόγησης της άνισης μεταχείρισης μεταξύ δικαστών με μερική και με πλήρη απασχόληση.
66.
Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, επιπροσθέτως, κατά πόσον είναι αντίθετη προς την οδηγία και η διάκριση μεταξύ διαφόρων κατηγοριών εργασίας μερικής απασχόλησης.
67.
Η οδηγία 97/81 και η συνημμένη σε αυτή συμφωνία-πλαίσιο έχουν ως αντικείμενο, όπως αποδεικνύεται από το γράμμα τους και το συνολικό ρυθμιστικό πλαίσιο, μόνον την εξάλειψη της δυσμενούς διακρίσεως σε βάρος των εργαζομένων με μερική απασχόληση σε σχέση με τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη είναι, σύμφωνα με την οδηγία, κατ’ αρχήν ελεύθερα να θεσπίζουν διαφορετικές ρυθμίσεις για διάφορες κατηγορίες εργασίας μερικής απασχόλησης.
68.
Η γενική εισαγγελέας E. Sharpston, στις προτάσεις της επί της υποθέσεως Bruno και Pettini ανέφερε όμως, κατά τρόπο πειστικό, ότι, μολονότι η συμφωνία-πλαίσιο απαγορεύει μόνον τη δυσμενή διάκριση σε βάρος των εργαζομένων με μερική απασχόληση έναντι των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση, εντούτοις τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο πρέπει να χαρακτηρίζονται από συνέπεια και να συνάδουν με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, και ιδίως με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως: Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εισάγουν διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων ειδών μερικής απασχόλησης που προσβάλλουν τη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης περί απαγορεύσεως των διακρίσεων ( 38 ).
69.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αντέκρουσε στην προκειμένη περίπτωση την εν λόγω επιχειρηματολογία, προβάλλοντας την ένσταση ότι η μεταχείριση των διαφόρων ειδών εργαζομένων με μερική απασχόληση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου και, συνεπώς, του δικαίου της Ένωσης, με αποτέλεσμα να μην τυγχάνει εφαρμογής η γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης περί ίσης μεταχειρίσεως ( 39 ). Το επιχείρημα αυτό δεν με πείθει. Και τούτο διότι, όπως ακριβώς τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται, παραδείγματος χάριν, να παραβιάζουν κατά τη μεταφορά της συμφωνίας-πλαισίου στο εθνικό δίκαιο την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όμοια δεν επιτρέπεται να εισάγουν αυθαίρετη διάκριση μεταξύ των διαφόρων ειδών μερικής απασχολήσεως που παραβιάζει τη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης περί απαγορεύσεως των διακρίσεων. Το ζήτημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, διότι τα μέτρα των κρατών μελών εξυπηρετούν τη μεταφορά της συμφωνίας-πλαισίου στο εσωτερικό δίκαιο.
70.
Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι προσκρούει στη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης η εθνική ρύθμιση η οποία προβαίνει, όσον αφορά το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως, σε διακρίσεις μεταξύ δικαστών με πλήρη απασχόληση και δικαστών με μερική απασχόληση, καθώς και μεταξύ των δικαστών με μερική απασχόληση, χωρίς αυτή η άνιση μεταχείριση να δικαιολογείται αντικειμενικώς.
VI – Πρόταση
71.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα του Supreme Court of the United Kingdom την ακόλουθη απάντηση:
«1)
Το ζήτημα κατά πόσον οι δικαστές πρέπει να θεωρούνται ως εργαζόμενοι με μερική απασχόληση, κατά την έννοια της ρήτρας 2, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης κρίνεται, κατ’ αρχήν, κατά το εθνικό δίκαιο· η πρακτική όμως αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου και οι γενικές αρχές και τα θεμελιώδη δικαιώματα του δικαίου της Ένωσης θέτουν όρια στη διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά τον ορισμό της έννοιας του εργαζομένου. Το κριτήριο της ουσιαστικής ανεξαρτησίας δεν είναι ικανό, καθαυτό, να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό ορισμένης επαγγελματικής κατηγορίας από το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου.
2)
Προσκρούει στη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης η εθνική ρύθμιση η οποία προβαίνει, όσον αφορά το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως, σε διακρίσεις μεταξύ δικαστών με πλήρη απασχόληση και δικαστών με μερική απασχόληση, καθώς και μεταξύ των δικαστών με μερική απασχόληση, χωρίς αυτή η άνιση μεταχείριση να δικαιολογείται αντικειμενικώς.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) ΕΕ L 14, σ. 9 (στο εξής: οδηγία 97/81).
( 3 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2.
( 4 ) Οδηγία 98/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1998, για την επέκταση, στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας, της οδηγίας 97/81/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, την CEEP και την ETUC (ΕΕ L 131, σ. 10).
( 5 ) Απόφαση της 10ης Ιουνίου 2010, C-395/08 και C-396/08, Bruno και Pettini (Συλλογή 2010, σ. Ι-5119, σκέψεις 53 έως 55).
( 6 ) Διευκρινιστικώς πρέπει να επισημανθεί ότι η διαφορά της κύριας δίκης έχει ως αντικείμενο μόνον τον χαρακτηρισμό των τακτικών δικαστών και όχι των μη ανηκόντων στο δικαστικό σώμα δικαστών.
( 7 ) Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που προέβαλε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου το Council of Immigration Judges, αυτό δεν ισχύει για τους δικαστές μετανάστευσησ.
( 8 ) Βλ. τις προτάσεις μου της 18ης Mαΐου 2004, C-313/02, Wippel (Συλλογή 2004, σ. I-9483, σημείο 45).
( 9 ) Απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2004, C-313/02, Wippel (Συλλογή 2004, σ. I-9483, σκέψη 40).
( 10 ) Αποφάσεις Wippel (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9) και της 16ης Σεπτεμβρίου 2010, C-149/10, Χατζή (Συλλογή 2010, σ. Ι-8489).
( 11 ) Βλ. επίσης, συναφώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Mαΐου 1998, C-85/96, Martínez Sala (Συλλογή 1998, σ. I-2691, σκέψη 31), της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C-116/06, Kiiski (Συλλογή 2007, σ. I-7643, σκέψεις 62 έως 67), καθώς και της 13ης Ιανουαρίου 2004, C-256/01, Allonby (Συλλογή 2004, σ. I-873, σκέψεις 25 και 26).
( 12 ) Βλ. αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 2001, C-366/99, Griesmar (Συλλογή 2001, σ. I-9383, σκέψη 31), της 12ης Σεπτεμβρίου 2002, C-351/00, Niemi (Συλλογή 2002, σ. I-7007, σκέψη 48), της 23ης Οκτωβρίου 2003, C-4/02 και 5/02, Schönheit και Becker (Συλλογή 2003, σ. I-12575, σκέψη 60), και της 30ής Σεπτεμβρίου 2004, C-319/03, Briheche (Συλλογή 2004, σ. I-8807, σκέψη 18), καθώς και Χατζή (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 30).
( 13 ) Βλ. αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C-151/02, Jaeger (Συλλογή 2003, σ. I-8389, σκέψεις 58 και 59), και της 1ης Δεκεμβρίου 2005, C-14/04, Dellas κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I-10253, σκέψεις 44 και 45).
( 14 ) Βλ. αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1985, 105/84, Danmols Inventar (Συλλογή 1985, σ. 2639, σκέψεις 26 έως 28), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, C-343/98, Collino και Chiappero (Συλλογή 2000, σ. I-6659, σκέψεις 36 έως 39).
( 15 ) Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C-307/05, Del Cerro Alonso (Συλλογή 2007, σ. I-7109).
( 16 ) Η ρήτρα 2 της συμφωνίας-πλαισίου που επισυνάπτεται ως παράρτημα στην οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999 (ΕΕ L 175, σ. 43), έχει ως εξής: «Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος.» Στο γερμανικό κείμενο υπάρχουν μεν ορισμένες μικρές και ασήμαντες διαφορές μεταξύ των δύο οδηγιών, αλλά στο γαλλικό και στο αγγλικό κείμενο ο ορισμός του πεδίου εφαρμογής διατυπώνεται πανομοιότυπα.
( 17 ) Αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, C-212/04, Αδενέλερ κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-6057, σκέψεις 54 έως 57), της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C-53/04, Marrosu και Sardino (Συλλογή 2006, σ. I-7213, σκέψεις 39 και 40), και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C-180/04, Vassallo (Συλλογή 2006, σ. I-7251, σκέψη 32).
( 18 ) Αποφάσεις Αδενέλερ (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 69) και Del Cerro Alonso (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 29).
( 19 ) Απόφαση Del Cerro Alonso (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 27).
( 20 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro της 10ης Ιανουαρίου 2007 επί της υποθέσεως Del Cerro Alonso (C-307/05, Συλλογή 2007, σ. Ι-7109, σημείο 15).
( 21 ) Βλ. επ’ αυτού την υποσημείωση 16.
( 22 ) Βλ. και τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston της 21ης Ιανουαρίου 2010, C-395/08 και C-396/08, Bruno και Pettini (σημεία 70 έως 72).
( 23 ) Βλ. απόφαση Del Cerro Alonso (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 29).
( 24 ) Βλ. επίσης, όσον αφορά την άνιση μεταχείριση των διαφόρων κατηγοριών των δικαστών μερικής απασχόλησης, την απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η οποία εκτίθεται κατωτέρω στα σημεία 66 επ.
( 25 ) Βλ. τη ρήτρα 1, στοιχείο α, της συμφωνίας-πλαισίου, τη δεύτερη παράγραφο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου, καθώς και την τρίτη, ενδέκατη και εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/81.
( 26 ) Αποφάσεις Wippel (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 56) και Bruno και Pettini (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 58).
( 27 ) Αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2010, C-550/07 P, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής κ.λπ. (Συλλογή 2010, σ. Ι-8301, σκέψη 54), και της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-127/07, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I-9895, σκέψη 23).
( 28 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro επί της υποθέσεως Del Cerro Alonso (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 20, σημείο 15).
( 29 ) Βλ. προσφάτως, συναφώς, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, C-163/10, Patriciello (Συλλογή 2011, σ. Ι-7565, σκέψη 21).
( 30 ) Βλ., συναφώς, και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro επί της υποθέσεως Del Cerro Alonso (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 20, σημείο 15).
( 31 ) Lady Hale στην υπόθεση Percy v Board of National Mission of the Church of Scotland [2005] UKHL 73 [2006] 2 AC 28, σημείο 145, με παραπομπή στον Sir Robert Carswell LCJ στην απόφαση του Court of Appeal of Northern Ireland στην υπόθεση Perceval-Price v Department of Economic Development [2000] IRLR 380.
( 32 ) Απόφαση Bruno και Pettini (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 32) με παραπομπή στις αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 38), και της 15ης Απριλίου 2008, C-268/06, Impact (Συλλογή 2008, σ. I-2483, σκέψη 114).
( 33 ) Απόφαση Bruno και Pettini (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 42) με παραπομπή στην απόφαση Impact (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 132).
( 34 ) Απόφαση Bruno και Pettini (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 47).
( 35 ) Απόφαση Bruno και Pettini (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 55).
( 36 ) Αποφάσεις Del Cerro Alonso (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 58) και της 4ης Μαρτίου 2010, C-496/08 P, Angé Serrano κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2010, σ. I-1793, σκέψη 44).
( 37 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις Del Cerro Alonso (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψεισ. 57 και 58) και της 22ας Απριλίου 2010, C-486/08, Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols (Συλλογή 2010, σ. I-3527, σκέψη 44).
( 38 ) Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston επί της υποθέσεως Bruno και Pettini (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 22, σημεία 120 και 121).
( 39 ) Όσον αφορά την εξέταση της έννοιας του πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot της 5ης Απριλίου 2011, C-108/10, Scattolon (Συλλογή 2011, σ. Ι-7491, σημεία 110 έως 121).
Full & Egal Universal Law Academy