ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 6ης Σεπτεμβρίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑412/10
Deo Antoine Homawoo
κατά
GMF Assurances SA
[αίτηση του High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Ηνωμένο Βασίλειο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη II) – Πεδίο εφαρμογής ratione temporis»
1. Με την παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Ηνωμένο Βασίλειο), υποβάλλει το πρώτο μέχρι σήμερα ερώτημα για ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη ΙΙ) (2) (στο εξής: κανονισμός Ρώμη II). Το ερώτημα αυτό αφορά το πεδίο εφαρμογής ratione temporis της εν λόγω οδηγίας.
I – Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός Ρώμη II
2. Η έκτη, η δέκατη τρίτη, η δέκατη τέταρτη και η δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού Ρώμη II αναφέρουν τα εξής:
«(6) Η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς προϋποθέτει, προκειμένου να βελτιωθεί η προβλεψιμότητα της εκβάσεως των διαφορών, η ασφάλεια του εφαρμοστέου δικαίου και η ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων, ότι οι κανόνες σύγκρουσης νόμων που ισχύουν στα κράτη μέλη ορίζουν ως εφαρμοστέο το αυτό εθνικό δίκαιο ανεξαρτήτως της χώρας ενώπιον των δικαστηρίων της οποίας ασκείται η αγωγή.
[…]
(13) Ο κίνδυνος στρεβλώσεων του ανταγωνισμού μεταξύ διαδίκων στην Κοινότητα μπορεί να αποφευχθεί με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων, οι οποίοι εφαρμόζονται ανεξαρτήτως του δικαίου το οποίο ορίζουν ως εφαρμοστέο.
(14) Η απαίτηση ασφάλειας δικαίου και η ανάγκη απονομής της δικαιοσύνης σε συγκεκριμένες περιπτώσεις αποτελούν ουσιώδη στοιχεία του χώρου δικαιοσύνης. […]
[…]
(16) Η ύπαρξη ενιαίων κανόνων αναμένεται να βελτιώσει την προβλεψιμότητα των δικαστικών αποφάσεων και να εξασφαλίσει εύλογη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του φερομένου ως υπαιτίου και του ζημιωθέντος. […]»
3. Όσον αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι «[ε]φαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό».
4. Το άρθρο 15 του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, το οποίο ορίζει το πεδίο των ρυθμίσεων του ούτως προσδιοριζομένου δικαίου, προβλέπει τα εξής:
«Το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές δυνάμει του παρόντος κανονισμού διέπει ιδίως:
α) τις προϋποθέσεις και την έκταση της ευθύνης, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των προσώπων που δύνανται να φέρουν ευθύνη για τις πράξεις τους·
β) τους λόγους απαλλαγής από την ευθύνη, περιορισμού και καταμερισμού της ευθύνης·
γ) την ύπαρξη, τον χαρακτήρα και την αποτίμηση των ζημιών ή της επιδιωκόμενης αποκατάστασης της ζημίας·
[…]».
5. Το άρθρο 28, παράγραφος 1, διευκρινίζει ότι ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ «δεν θίγει την εφαρμογή διεθνών συμβάσεων των οποίων ένα ή περισσότερα κράτη μέλη είναι μέρη κατά τον χρόνο έκδοσης του παρόντος κανονισμού και οι οποίες θεσπίζουν κανόνες περί σύγκρουσης δικαίων στον τομέα των εξωσυμβατικών ενοχών».
6. Το άρθρο 29 ορίζει ιδίως ότι, «[έ]ως τις 11 Ιουλίου 2008, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις συμβάσεις του άρθρου 28, παράγραφος 1. [...] Η Επιτροπή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντός προθεσμίας έξι μηνών από την παραλαβή τους, τον κατάλογο των συμβάσεων [...]».
7. Στο άρθρο 30 περιέχεται ρήτρα αναθεώρησης, που προβλέπει την υποβολή από την Επιτροπή έκθεσης σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού Ρώμη II, «[ό]χι αργότερα από τις 20 Αυγούστου 2011».
8. Τα άρθρα 31 και 32 του κανονισμού Ρώμη ΙΙ έχουν ως ακολούθως:
«Άρθρο 31 – Χρονική εφαρμογή
Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα ζημιογόνα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα μετά την έναρξη της ισχύος του.
Άρθρο 32 – Ημερομηνία εφαρμογής
Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από τις 11 Ιανουαρίου 2009, εκτός από το άρθρο 29, το οποίο εφαρμόζεται από τις 11 Ιουλίου 2008.»
Η εθνική νομοθεσία
9. Οι βρετανικοί κανόνες συγκρούσεως νόμων σε υποθέσεις αδικοπρακτικής ευθύνης, που ίσχυαν πριν από την εφαρμογή του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, περιλαμβάνονται στο τμήμα ΙΙΙ του νόμου του 1995 περί ιδιωτικού διεθνούς δικαίου (διάφορες διατάξεις) [Private International Law (Miscellaneous Provisions) Act 1995]. Τα βρετανικά δικαστήρια ερμήνευσαν τον νόμο αυτόν του 1995 ως νόμο που προσδιορίζει το δίκαιο που διέπει την ουσία της διαφοράς. Τα ζητήματα που κρίθηκαν ως δικονομικά από το αγγλικό δίκαιο διέπονται από την αγγλική νομοθεσία ως lex fori.
10. Όσον αφορά την αποτίμηση των ζημιών, από τη νομολογία και ιδίως την απόφαση του House of Lords στην υπόθεση Harding κατά Wealands (3) προκύπτει ότι:
α) το εφαρμοστέο επί της ουσίας της διαφοράς δίκαιο καθορίζει «ποιες» ζημίες μπορούν να αποκατασταθούν με καταβολή αποζημιώσεως, ήτοι τις κατηγορίες ζημιών που μπορούν κατ’ αρχήν να αποτελέσουν το αντικείμενο της επιδικάσεως αποζημιώσεως∙
β) η αποτίμηση κάθε διαπιστωθείσας ζημίας, που θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως, είναι δικονομικό ζήτημα, το οποίο διέπεται από την αγγλική νομοθεσία ως lex fori.
II – Η κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα
11. Στις 29 Αυγούστου 2007, ενώ διέσχιζε ένα δρόμο στη Γαλλία, ο D. A. Homawoo χτυπήθηκε από αυτοκίνητο όχημα, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Ο οδηγός του οχήματος τη στιγμή του ατυχήματος ήταν πρόσωπο ασφαλισμένο στην εταιρεία GMF Assurances S.A. (στο εξής: GMF).
12. Στις 8 Ιανουαρίου 2009, ο ενάγων της κυρίας δίκης, κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου, άσκησε ενώπιον του High Court of Justice αγωγή αποζημιώσεως για σωματικές βλάβες και περιουσιακή ζημία, ιδίως κατά της GMF, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (4). Η GMF δεν αμφισβητεί την υποχρέωσή της να αποζημιώσει τον ενάγοντα. Αντίθετα, οι διάδικοι της κυρίας δίκης διαφωνούν επί του ζητήματος του προσδιορισμού του δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί για την αποτίμηση της ζημίας που αυτός υπέστη.
13. Το ατύχημα συνέβη στις 29 Αυγούστου 2007 και η αγωγή ασκήθηκε ενώπιον του High Court στις 8 Ιανουαρίου 2009. Κατά τον ενάγοντα της κυρίας δίκης, δεδομένου ότι οι δύο αυτές ημερομηνίες προηγούνται της 11ης Ιανουαρίου 2009, ημερομηνίας στην οποία αναφέρεται το άρθρο 32 του κανονισμού Ρώμη II, ο εν λόγω κανονισμός δεν εφαρμόζεται στην κύρια υπόθεση και η αποτίμηση της ζημίας του ενάγοντος της κυρίας δίκης πρέπει να χωρήσει με βάση το βρετανικό δίκαιο το οποίο είναι η lex fori. Κατά την GMF, ο κανονισμός Ρώμη II τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 254, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (5), είκοσι ημέρες μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (6). Όμως, στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κυρίας δίκης, το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός εχώρησε μετά την ημερομηνία αυτή. Συνεπώς, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 4 και 15, στοιχείο γ΄, του κανονισμού Ρώμη II, η αποτίμηση της ζημίας του ενάγοντος της κυρίας δίκης θα έπρεπε να χωρήσει σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο.
14. Λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορετικές αυτές ερμηνείες όσον αφορά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, το High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Έχει ο συνδυασμός των άρθρων 31 και 32 του κανονισμού Ρώμη ΙΙ και του άρθρου 297 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) (7) την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να εφαρμόσει τον εν λόγω κανονισμό και, ειδικότερα, το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, αυτού, σε περίπτωση στην οποία το ζημιογόνο γεγονός επήλθε στις 29 Αυγούστου 2007;
2. Ασκεί κάποιο από τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά επιρροή στην απάντηση που θα δοθεί στο πρώτο ερώτημα:
α) ότι η αγωγή αποζημιώσεως ασκήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2009;
β) ότι το εθνικό δικαστήριο δεν καθόρισε το εφαρμοστέο δίκαιο πριν από τις 11 Ιανουαρίου 2009;»
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
15. Γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο κατέθεσαν ο ενάγων της κυρίας δίκης, η GMF, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
16. Ο ενάγων της κυρίας δίκης, η GMF και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Ιουλίου 2011.
IV – Νομική ανάλυση
17. Η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά το πεδίο εφαρμογής ratione temporis του κανονισμού Ρώμη II, το οποίο καθορίζεται από τα άρθρα 31 και 32 αυτού. Το άρθρο 31 αναφέρει απλώς ότι ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ εφαρμόζεται στα ζημιογόνα γεγονότα, που επήλθαν «μετά την έναρξη ισχύος του». Το άρθρο 32 προσθέτει ότι ο εν λόγω κανονισμός «εφαρμόζεται από τις 11 Ιανουαρίου 2009, εκτός από το άρθρο 29, το οποίο εφαρμόζεται από τις 11 Ιουλίου 2008».
18. Στο πλαίσιο της κυρίας δίκης αντιπαρατίθενται δύο θεωρίες. Σύμφωνα με την πρώτη από αυτές, υπέρ της οποίας τάσσονται η GMF και η Ελληνική Κυβέρνηση, το άρθρο 31 δεν ορίζει ημερομηνία ενάρξεως ισχύος, η οποία, συνεπώς, πρέπει να προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 254, παράγραφος 1, ΕΚ, ήτοι είκοσι ημέρες μετά τη δημοσίευση του κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Κατά τη γνώμη τους, ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται στα ζημιογόνα πραγματικά περιστατικά που επήλθαν μετά την 20ή Αυγούστου 2007. Σύμφωνα με τη δεύτερη, υπέρ της οποίας τάσσονται ο ενάγων της κυρίας δίκης, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, η έναρξη ισχύος στην οποία αναφέρεται το άρθρο 31 παραπέμπει, στην πραγματικότητα, στην ημερομηνία ενάρξεως εφαρμογής που ορίζεται στο επόμενο άρθρο, ήτοι στην 11η Ιανουαρίου 2009 –ενώ μόνο το άρθρο 29 αρχίζει να εφαρμόζεται από τις 11 Ιουλίου 2008. Ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ εφαρμόζεται, κατά τη γνώμη τους, στα ζημιογόνα γεγονότα τα οποία επήλθαν μετά τις 11 Ιανουαρίου 2009.
19. Μερικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις θα μου δώσουν τη δυνατότητα να αναφερθώ στις συνήθεις περιπτώσεις διακρίσεως μεταξύ «ενάρξεως ισχύος» και «ημερομηνίας εφαρμογής» στους κανονισμούς της Ένωσης (A). Θα εξετάσω το ζήτημα αν η αναφορά στην έναρξη ισχύος και στην ημερομηνία εφαρμογής εκ μέρους του νομοθέτη στο πλαίσιο του επίμαχου κανονισμού μπορεί πράγματι να υποδηλώνει διάκριση μεταξύ των δύο εννοιών. Για να απαντήσω στο ερώτημα αυτό, αφού πρώτα αναλύσω τις προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού Ρώμη ΙΙ (B), θα εξετάσω το γράμμα των άρθρων 31 και 32 αυτού (Γ), την εν γένει οικονομία του (Δ) και τους σκοπούς του (Ε).
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί της διακρίσεως μεταξύ «ενάρξεως ισχύος» και «ημερομηνίας εφαρμογής»
20. Η έναρξη εφαρμογής ορισμένων κανονισμών ορίζεται σε χρόνο διαφορετικό από αυτόν της ενάρξεως ισχύος τους. Αυτό συμβαίνει, παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση των κανονισμών με τους οποίους ιδρύθηκαν οι πρώτες κοινές οργανώσεις αγορών. Στο πλαίσιο των κανονισμών αυτών, ο σκοπός της διακρίσεως μεταξύ «ενάρξεως ισχύος» και «ημερομηνίας εφαρμογής» είναι να καταστήσει δυνατή την άμεση δημιουργία νέων οργάνων ιδρυομένων από τους εν λόγω κανονισμούς –όπως είναι, για παράδειγμα, οι διαχειριστικές επιτροπές– και την εκπόνηση από την Επιτροπή διατάξεων εφαρμογής που προϋποθέτουν τη γνωμοδότηση των νέων αυτών οργάνων (8).
21. Στον τομέα της συνεργασίας των δικαστηρίων σε αστικές υποθέσεις, όπου εντάσσεται ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ, ο νομοθέτης της Ένωσης κάνει επίσης διάκριση μεταξύ της ενάρξεως ισχύος και της εφαρμογής πλειόνων κανονισμών. Η πρώτη περίπτωση ήταν ο κανονισμός για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (9), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2001, αλλά άρχισε να εφαρμόζεται μόνο από την 1η Ιανουαρίου 2004, με εξαίρεση ορισμένα άρθρα του, των οποίων η έναρξη εφαρμογής ορίστηκε κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος, ήτοι την 1η Ιουλίου 2001 (10). Σύμφωνα με τα άρθρα αυτά, τα κράτη μέλη είχαν την υποχρέωση να ανακοινώσουν στην Επιτροπή ορισμένες πληροφορίες που προβλέπονταν στον κανονισμό. Η Επιτροπή, επικουρούμενη από μια [ειδική] επιτροπή, θα κατάρτιζε στη συνέχεια και θα ενημέρωνε τακτικά ένα εγχειρίδιο περιέχον τις εν λόγω πληροφορίες (11). Το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος και της ημερομηνίας ενάρξεως εφαρμογής ήταν αναγκαίο για να προβούν τα κράτη μέλη και κατόπιν η Επιτροπή σε ορισμένες ενέργειες, που έπρεπε να ολοκληρωθούν για να μπορέσει να εφαρμοστεί ο κανονισμός.
22. Ο νομοθέτης κάνει διάκριση μεταξύ της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος και της ημερομηνίας ενάρξεως εφαρμογής στους εκδοθέντες διαδοχικά κανονισμούς που εντάσσονται στον ίδιο τομέα, προβλέποντας μακρύτερες ή βραχύτερες περιόδους μεταξύ των δύο αυτών ημερομηνιών, επιτρέποντας έτσι στα κράτη μέλη να προβούν ενδεχομένως σε τροποποιήσεις του εθνικού τους δικαίου προτού ανακοινώσουν στην Επιτροπή τις απαιτούμενες πληροφορίες που προβλέπονταν στο οικείο νομοθέτημα. Οι πληροφορίες αυτές τίθενται κατόπιν στη διάθεση του κοινού, κατά κανόνα μέσω δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (12). Στην περίπτωση του κανονισμού Ρώμη II, η ερμηνεία του άρθρου 31 ως διατάξεως που ορίζει ως ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού την 20ή Αυγούστου 2007, ενώ η ημερομηνία ενάρξεως εφαρμογής είναι η 11η Ιανουαρίου 2009 –εξαιρουμένου του άρθρου 29, το οποίο εφαρμόζεται από 11ης Ιουλίου 2008– θα είχε και άλλες, διαφορετικές από τις συνηθισμένες, συνέπειες.
23. Πράγματι, η εφαρμογή, από την 11η Ιανουαρίου 2009, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ σε ζημιογόνα πραγματικά περιστατικά, επελθόντα μετά τις 20 Αυγούστου 2007, θα άφηνε μια περίοδο περίπου 17 μηνών κατά τη διάρκεια της οποίας τα ζημιογόνα γεγονότα θα υπάγονταν μεν στο νομικό καθεστώς που εγκαθίδρυσε ο εν λόγω κανονισμός αλλά οι διατάξεις του δεν θα μπορούσαν και να εφαρμοστούν σ’ αυτά. Μια τέτοια κατάσταση, στο πλαίσιο της οποίας το νομικό καθεστώς του κανονισμού Ρώμη ΙΙ είναι κατά κάποιο τρόπο εφαρμοστέο, χωρίς να μπορεί και να εφαρμοστεί, δεν έχει όμοιά της στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις (13). Ιδίως, ο αντίστοιχος κανονισμός του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, που καθιερώνει κανόνες συγκρούσεως δικαίων στις συμβατικές ενοχές, αλλά περιέχει, ωστόσο, διάκριση μεταξύ της ημερομηνίας θέσεως σε ισχύ και ενάρξεως εφαρμογής του, προβλέπει σαφώς ότι εφαρμόζεται στις συμβάσεις που συνήφθησαν μετά την ημερομηνία εφαρμογής του (14).
24. Λαμβανομένων υπόψη των ασυνήθων αποτελεσμάτων της ενδεχομένης διακρίσεως μεταξύ «ενάρξεως ισχύος» του άρθρου 31 και «ημερομηνίας εφαρμογής» του άρθρου 32, η οποία θα οδηγούσε στην εφαρμογή του κανονισμού Ρώμη ΙΙ από τις 11 Ιανουαρίου 2009 σε ζημιογόνα πραγματικά περιστατικά τα οποία επήλθαν μετά τις 20 Αυγούστου 2007, ενδείκνυται να προχωρήσω σε ανάλυση των προπαρασκευαστικών εργασιών, για να διαπιστώσω αν μπορούν ενδεχομένως να μας διαφωτίσουν για το αν ο νομοθέτης επεδίωκε όντως τέτοιου είδους αποτελέσματα.
Οι προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού Ρώμη II
25. Η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση κανονισμού για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές στις 22 Ιουλίου 2003 (15). Η πρόταση περιείχε ένα και μόνο άρθρο σχετικά με τον χρόνο εφαρμογής του, που έφερε τον τίτλο «Έναρξη ισχύος και χρονική εφαρμογή», σύμφωνα με το οποίο «[ο] παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 2005. Εφαρμόζεται στις εξωσυμβατικές ενοχές που απορρέουν από πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την έναρξη ισχύος του» (16).
26. Κατά τις διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν στη συνέχεια στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η σουηδική αντιπροσωπεία παρατήρησε ότι η εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού απαιτούσε τροποποιήσεις στο δίκαιο της Σουηδίας, η οποία θα χρειαζόταν τουλάχιστον δύο χρόνια για να τις ολοκληρώσει. Για τον λόγο αυτό, πρότεινε να αντικατασταθεί η έκφραση «τίθεται σε ισχύ την 1ην Ιανουαρίου 2005» με την έκφραση «τίθεται σε ισχύ το αργότερο δύο έτη μετά την έκδοσή του» (17). Η πρόταση αυτή υποστηρίχθηκε από την γερμανική αντιπροσωπεία (18). Η ολλανδική αντιπροσωπεία πρότεινε επίσης την πρόβλεψη επαρκούς χρονικού διαστήματος που θα επέτρεπε τη θέσπιση των αναγκαίων εθνικών διατάξεων στην Ολλανδία πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού (19). Επομένως, οι παρεμβάσεις των αντιπροσωπειών αυτών καταδεικνύουν τη βούλησή τους να καθυστερήσουν την έναρξη ισχύος του κανονισμού Ρώμη ΙΙ.
27. Παράλληλα, προτάθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2005 (20) η σύνταξη δύο χωριστών άρθρων, το πρώτο εκ των οποίων θα έφερε τον τίτλο «Χρονική εφαρμογή» και το δεύτερο «Έναρξη ισχύος», γεγονός που διχοτομούσε, με κάποιες τροποποιήσεις, την υπάρχουσα διατύπωση σε δύο άρθρα. Τα άρθρα αυτά ανέφεραν τα εξής:
«Άρθρο 27 – Χρονική εφαρμογή. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις ζημίες που προκλήθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του.
Άρθρο 27α – Έναρξη ισχύος. Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις [...]».
28. Το προταθέν αυτό κείμενο δεν ενσωματώθηκε στην τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής, που υποβλήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2006 (21). Η ημερομηνία της «1ης Ιανουαρίου 2005» διαγράφηκε, αλλά το υπόλοιπο της διατύπωσης παρέμεινε αμετάβλητο. Κατά συνέπεια, το άρθρο σχετικά με τη χρονική εφαρμογή του κανονισμού διαμορφώθηκε ως εξής: «ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει από […]. Εφαρμόζεται στις εξωσυμβατικές ενοχές που απορρέουν από πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα μετά την έναρξη ισχύος του» (22).
29. Η πρόταση για ρύθμιση της διαχρονικής εφαρμογής του κανονισμού Ρώμη ΙΙ σε δύο διαφορετικά άρθρα υποβλήθηκε και πάλι στις 16 Μαρτίου 2006 (23), με λίγο διαφορετική διατύπωση των άρθρων. Το πρώτο από αυτά ανέφερε ότι «[ο] παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα ζημιογόνα γεγονότα […] που επήλθαν μετά την έναρξη ισχύος του» (24). Για το δεύτερο, προτεινόταν η ακόλουθη διατύπωση: ο κανονισμός Ρώμη II «τίθεται σε ισχύ στις [9 μήνες μετά την έκδοσή του]» και «εφαρμόζεται από τις [15 μήνες μετά την έκδοσή του], εκτός από [το νυν άρθρο 29] το οποίο εφαρμόζεται από τις [9 μήνες μετά την έκδοσή του]» (25). Επομένως, ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ 9 μήνες μετά την έκδοσή του, την ημέρα ενάρξεως της εφαρμογής του νυν άρθρου 29.
30. Είναι μάλλον απίθανο να είχε τότε ο νομοθέτης πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι, με την αλλαγή αυτή διατυπώσεως, η ερμηνεία των δύο αυτών άρθρων οδηγούσε στην πραγματικότητα στην εφαρμογή του κανονισμού Ρώμη ΙΙ σε ζημιογόνα γεγονότα, επελθόντα μετά την ημερομηνία ενάρξεως εφαρμογής του άρθρου 29, η οποία συνέπιπτε με την έναρξη εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Απόδειξη, το γεγονός ότι η ερμηνεία αυτή της διαχρονικής εφαρμογής του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, με βάση την οποία, λαμβανομένου υπόψη του τελικού κειμένου του, ο εν λόγω κανονισμός εφαρμοζόταν από τις 11 Ιανουαρίου 2009 σε ζημιογόνα γεγονότα επελθόντα μετά τις 11 Ιουλίου 2008, δεν υποστηρίζεται από κανέναν εκ των διαδίκων της κυρίας δίκης. Χρησιμοποιώντας τον όρο «έναρξη ισχύος» στο πρώτο εκ των δύο άρθρων, ο νομοθέτης στην πραγματικότητα παρέθεσε αυτούσιο το κείμενο των προγενεστέρων εκδοχών, χωρίς να συνειδητοποιήσει την συνακόλουθη αλλαγή ουσίας.
31. Από ένα έγγραφο εργασίας της 3ης Μαΐου 2006 προκύπτει ότι, μετά από συσκέψεις της 27ης και της 28ης Μαρτίου 2006, πολλές αντιπροσωπείες θεώρησαν ότι η διάκριση μεταξύ ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος και ημερομηνίας ενάρξεως εφαρμογής μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση (26). Έτσι, μάλλον για λόγους σαφήνειας, ένα μεταγενέστερο κείμενο, της 10ης Απριλίου 2006 (27), δεν περιείχε την πρώτη φράση του δευτέρου αυτού άρθρου. Το τελευταίο, που εξακολουθεί να φέρει τον τίτλο «Έναρξη ισχύος», ανέφερε απλώς ότι «[ο] [...] κανονισμός εφαρμόζεται στις [18 μήνες μετά την έκδοσή του], εκτός από [το νυν άρθρο 29] το οποίο εφαρμόζεται [12 μήνες μετά την έκδοσή του]» (28). Στην επόμενη εκδοχή του, της 21ης Απριλίου 2006 (29), το δεύτερο αυτό άρθρο οριστικοποιήθηκε, με τον τροποποιημένο τίτλο «Ημερομηνία εφαρμογής».
32. Κατά συνέπεια, οι διαδοχικές αυτές τροποποιήσεις φαίνεται ότι θα πρέπει να θεωρηθούν ως αλλαγές στη μορφή παρά αλλαγές ουσίας του κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Φαίνεται ότι η πρόθεση του νομοθέτη παρέμεινε, σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας θεσπίσεως του κανονισμού, να συνδέσει την έννοια της ενάρξεως ισχύος του άρθρου 31 με την ημερομηνία ενάρξεως εφαρμογής του άρθρου 32 του κανονισμού Ρώμη II, χωρίς να ανησυχεί για τη δυσκολία που συνεπάγεται η παρουσία δύο διαφορετικών ημερομηνιών εφαρμογής.
33. Η πρόθεση αυτή επιβεβαιώνεται από την ολοσχερή σχεδόν απουσία συζητήσεων επί του θέματος, κατά τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της εκδόσεως του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, στις 11 Ιουλίου 2007. Από τα έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν προκύπτει ότι μόνο κατά τις συσκέψεις της 27ης και της 28ης Μαρτίου 2006 συζητήθηκε το πρόβλημα της συγχύσεως που προκαλείται από τη διάκριση μεταξύ ημερομηνίας εφαρμογής και ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος (30). Η προεδρία δήλωσε, στο πλαίσιο αυτό, ότι η διάκριση οφειλόταν στις υποχρεώσεις τις οποίες θα έπρεπε να εκπληρώσουν τα κράτη μέλη πριν από την εφαρμογή του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, αναφερόμενη στην κοινοποίηση των συμβάσεων, που προβλέπεται στο νυν άρθρο 29. Με τον τρόπο αυτό, η προεδρία απλώς δικαιολόγησε τον καθορισμό εγγύτερης ημερομηνίας εφαρμογής για ένα από τα άρθρα του κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Σε καμία περίπτωση, δεν την απασχόλησε το ζήτημα του καθορισμού πλέον εγγύτερης ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του κανονισμού Ρώμη ΙΙ ή της εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού σε ζημιογόνα γεγονότα, επελθόντα πριν από την ημερομηνία ενάρξεως εφαρμογής της 11ης Ιανουαρίου 2009.
34. Συνεπώς, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες που οδήγησαν στη θέσπιση των άρθρων 31 και 32 του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, συνάγεται ότι ο νομοθέτης δεν εξέφρασε σαφή πρόθεση υπέρ της εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού σε ζημιογόνα γεγονότα επελθόντα πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του της 11 Ιανουαρίου 2009. Επομένως, για να προβούμε σε τέτοια ερμηνεία των επιμάχων άρθρων, θα πρέπει να εξετάσουμε με προσοχή αν αυτή ενισχύεται από τη γραμματική ερμηνεία του κειμένου που προκύπτει από τις εν λόγω προπαρασκευαστικές εργασίες, καθώς και από την εξέταση της όλης οικονομίας και των σκοπών του κανονισμού Ρώμη ΙΙ.
Το γράμμα των άρθρων 31 και 32
35. Το άρθρο 32 του κανονισμού Ρώμη ΙΙ ορίζει ότι «[ο] παρών κανονισμός εφαρμόζεται από τις 11 Ιανουαρίου 2009, εκτός από το άρθρο 29, το οποίο εφαρμόζεται από τις 11 Ιουλίου 2008». Το άρθρο 31 διευκρινίζει ότι ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ εφαρμόζεται στα ζημιογόνα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα «μετά την έναρξη της ισχύος του».
36. Κατά την GMF, ο νομοθέτης της Ένωσης έχει επίγνωση των εννοιών της ενάρξεως ισχύος και της ενάρξεως εφαρμογής καθώς και τη διαφορά μεταξύ τους. Εξηγούνται στον Κοινό Πρακτικό Οδηγό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τα πρόσωπα που συμβάλλουν στη σύνταξη των νομοθετικών κειμένων από τα κοινοτικά όργανα (31). Θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να διατυπώσω κάποιες επιφυλάξεις σε σχέση με την τοποθέτηση αυτή. Βεβαίως, τα άρθρα 20.10 επ. του οδηγού αυτού προβλέπουν τη δυνατότητα «μεταγενέστερης ενάρξεως εφαρμογής των κανονισμών», αναφέροντας ρητά ότι «[μ]ερικές φορές γίνεται διάκριση μεταξύ της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού και της ενάρξεως εφαρμογής των ρυθμίσεων που θεσπίζει ο κανονισμός αυτός, η οποία ορίζεται σε περισσότερο ή λιγότερο μακρινή ημερομηνία». Ωστόσο, δεν εξηγείται η διαφορά μεταξύ των δύο εννοιών. Το άρθρο 20.10 αναφέρεται απλώς στους κανονισμούς που ιδρύουν κοινές οργανώσεις αγοράς, εξηγώντας τον σκοπό της διακρίσεως μεταξύ της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος και της ημερομηνίας ενάρξεως εφαρμογής των κανονισμών αυτών. Όμως, ο σκοπός που επιδιώκεται στο πλαίσιο του κανονισμού Ρώμη II, για τον οποίο ορίζεται ως ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του άρθρου 31 η 20ή Αυγούστου 2007, ενώ ο κανονισμός εφαρμόζεται από τις 11 Ιανουαρίου 2009, δεν είναι ανάλογος με τον ως άνω σκοπό, που επιδιώκεται στο ειδικό πλαίσιο κανονισμών αφορώντων συγκεκριμένους τομείς. Κατά συνέπεια, στον Κοινό Πρακτικό Οδηγό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής μπορεί μόνο να αναζητηθεί ένα παράδειγμα της διακρίσεως μεταξύ ενάρξεως ισχύος και ενάρξεως εφαρμογής ενός νομοθετήματος η οποία εξυπηρετεί έναν ειδικό σκοπό. Το ειδικό αυτό παράδειγμα δεν επιτρέπει να γίνει δεκτό με γενικό τρόπο ότι η διαφορά μεταξύ των εννοιών της ενάρξεως ισχύος και της ενάρξεως εφαρμογής είναι απολύτως οικεία στο νομοθέτη της Ένωσης.
37. Εξάλλου, και αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία, ενώ το άρθρο 31 κάνει λόγο ειδικά για «έναρξη ισχύος» και το άρθρο 32 για «ημερομηνία εφαρμογής», επιβάλλεται η συνδυασμένη ανάγνωση των διατάξεών τους, αφού το πρώτο εξ αυτών φέρει τον τίτλο «Χρονική εφαρμογή» και το δεύτερο «Ημερομηνία εφαρμογής». Η προσέγγιση αυτή καταδεικνύει ότι, στο πλαίσιο του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, οι έννοιες της ενάρξεως ισχύος και της ενάρξεως εφαρμογής χρησιμοποιούνται με ασαφή τρόπο και ότι η μια συγχέεται με την άλλη. Συνέπεια αυτού του γεγονότος είναι ότι δεν είναι δυνατόν να γίνουν δεκτά τα υποστηριχθέντα από την GMF και την Ελληνική Κυβέρνηση, σύμφωνα με τα οποία το άρθρο 31 πρέπει να συμπληρωθεί από τη διάταξη που περιέχεται στην τελευταία περίοδο του άρθρου 254, παράγραφος 1, ΕΚ, κατά την οποία «[οι κανονισμοί] τίθενται σε ισχύ κατά την ημερομηνία που ορίζουν ή, εφόσον δεν ορίζουν τέτοια ημερομηνία, είκοσι μέρες μετά τη δημοσίευσή τους».
38. Η απουσία σαφούς διακρίσεως μεταξύ των δύο αυτών εννοιών, που προκαλεί την απαντώμενη στον κανονισμό Ρώμη ΙΙ σύγχυση, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, στη μεγάλη πλειοψηφία των λοιπών νομοθετικών κειμένων που έχουν εκδοθεί στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, τα άρθρα που φέρουν τον τίτλο «Έναρξη ισχύος» περιέχουν τις λέξεις «ισχύει» ή «εφαρμόζεται» (32).
39. Επιπλέον, η απουσία αυτή σαφούς διακρίσεως μεταξύ των δύο εννοιών επιβεβαιώνεται εκ των υστέρων από τις διαφορές στις μεταφράσεις του κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Στο ισπανικό, στο ολλανδικό και στο ρουμανικό κείμενο, το άρθρο 32 έχει τον τίτλο «Έναρξη ισχύος» (33) και όχι «Ημερομηνία εφαρμογής». Και στις τρεις αυτές εκδοχές, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού πρέπει να τοποθετηθεί στις 11 Ιανουαρίου 2009, με μόνη εξαίρεση το άρθρο 29, που τέθηκε σε ισχύ στις 11 Ιουλίου 2008. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί σαφώς ότι «ο αποκλεισμός δύο γλωσσικών αποδόσεων, [...] θα ερχόταν σε αντίθεση προς την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία η ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας των κοινοτικών κανονισμών αποκλείει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να λαμβάνεται μεμονωμένα υπόψη το κείμενο μιας διατάξεως, αλλ’ αντιθέτως απαιτεί να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται υπό το πρίσμα των κειμένων στις άλλες επίσημες γλώσσες (βλ., ιδίως, την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, 9/79, Koschniske, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 321, σκέψη 6). […] [σ]ε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις πρέπει να αναγνωρίζεται η ίδια αξία» (34). Αυτό που ισχύει για δύο γλωσσικές αποδόσεις, ισχύει, κατά μείζονα λόγο, για τρεις.
Η όλη οικονομία του κανονισμού Ρώμη ΙΙ
40. Προκειμένου τώρα για την όλη οικονομία του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, η συζήτηση πρέπει να ξεκινήσει από το γεγονός ότι οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού που προηγούνται των άρθρων 31 και 32 δεν περιέχουν κανένα στοιχείο σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού σε ζημιογόνα γεγονότα επελθόντα πριν από τις 11 Ιανουαρίου 2009. Η ανάλυση των διατάξεων αυτών επιτρέπει μόνο να εξηγηθεί η επιλογή του νομοθέτη να καθυστερήσει την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού μέχρι τις 11 Ιανουαρίου 2009, με εξαίρεση το άρθρο 29 που άρχισε να εφαρμόζεται από τις 11 Ιουλίου 2008, καίτοι ο κανονισμός εκδόθηκε στις 11 Ιουλίου 2007.
41. Όπως εξήγησε ορθώς η ίδια η GMF στις γραπτές παρατηρήσεις της και κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, ο λόγος που ώθησε το νομοθέτη να προβλέψει δύο ημερομηνίες ενάρξεως εφαρμογής συναρτάται με το περιεχόμενο των άρθρων 28 και 29 του κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Πράγματι, πριν αρχίσει να εφαρμόζεται ο κανονισμός αυτός, απαιτείται να έχουν γνωστοποιηθεί οι διεθνείς συμβάσεις περί συγκρούσεως δικαίων στις εξωσυμβατικές ενοχές, που δεσμεύουν ένα ή πλείονα κράτη μέλη. Αυτό προκύπτει από το άρθρο 28, κατά το οποίο ο εν λόγω κανονισμός δεν θίγει την εφαρμογή των διεθνών αυτών συμβάσεων.
42. Το άρθρο 29 ορίζει ότι, το αργότερο έως τις 11 Ιουλίου 2008, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις εν λόγω συμβάσεις. Η τελευταία δημοσιεύει τον κατάλογο των συμβάσεων αυτών στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εντός προθεσμίας έξι μηνών μετά την παραλαβή. Δεδομένου ότι, λογικά, όλες οι συμβάσεις έχουν καταγραφεί και δημοσιευθεί το αργότερο μέχρι τις 11 Ιανουαρίου 2009, ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ εφαρμόζεται από της ημερομηνίας αυτής.
43. Κατά την GMF, ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ έπρεπε αναγκαστικά να έχει τεθεί σε ισχύ κατά τον χρόνο ενάρξεως εφαρμογής του άρθρου 29, που ορίστηκε στις 11 Ιουλίου 2008. Από αυτό η GMF συνάγει ότι ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ εφαρμόζεται σε ζημιογόνα γεγονότα που επήλθαν πριν από τις 11 Ιανουαρίου 2009. Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός επειδή, όπως προκύπτει σαφώς από το άρθρο 32, η εφαρμογή του άρθρου 29 πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την εφαρμογή των άλλων διατάξεων του κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Όμως, αν η έναρξη ισχύος του κανονισμού Ρώμη ΙΙ στις 11 Ιουλίου 2008 συνοδευόταν από την εφαρμογή του σε ζημιογόνα γεγονότα επελθόντα μετά την ημερομηνία αυτή, τα εν λόγω ζημιογόνα γεγονότα θα διέπονταν από τις διατάξεις του κανονισμού Ρώμη ΙΙ από τις 11 Ιουλίου 2008, παρά το ότι η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων προβλέπεται ότι αρχίζει σε μεταγενέστερο χρόνο. Μια τέτοια λύση θα σήμαινε ότι οι διατάξεις αυτές θα άρχιζαν να εφαρμόζονται πριν από την ημερομηνία που προβλέπει σχετικώς ο νομοθέτης, ήτοι την 11η Ιανουαρίου 2009.
44. Εξάλλου, όπως επισημαίνει η Επιτροπή φέρνοντας ως παράδειγμα τον κανονισμό Βρυξέλλες ΙΙ α, οσάκις ο νομοθέτης της Ένωσης στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας στις αστικές υποθέσεις ορίζει την έναρξη εφαρμογής ορισμένων άρθρων ενός κανονισμού εις τρόπον ώστε η έναρξη αυτή να συμπίπτει με την έναρξη ισχύος του κανονισμού αυτού (35), τα αποτελέσματα των εν λόγω άρθρων απορρέουν από τον προσδιορισμό αυτό εγγύτερης ημερομηνίας ενάρξεως εφαρμογής και όχι από την έναρξη ισχύος του κανονισμού αυτή καθαυτή. Κατά συνέπεια, η διάκριση μεταξύ των εννοιών αυτών καθαυτών της ενάρξεως ισχύος και της ενάρξεως εφαρμογής καθίσταται άνευ αντικειμένου.
45. Από την ανάλυση των διατάξεων που προηγούνται των άρθρων 31 και 32 προκύπτει σαφώς η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να καθυστερήσει την έναρξη εφαρμογής του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, για να εξασφαλίσει προηγουμένως τη δημοσιότητα των διεθνών συμβάσεων που ρυθμίζουν τις συγκρούσεις δικαίων στις εξωσυμβατικές ενοχές, οι οποίες δεσμεύουν ένα ή πλείονα κράτη μέλη. Αντιθέτως, οι διατάξεις αυτές δεν παρέχουν καμία ένδειξη σχετικά με την ενδεχόμενη εφαρμογή του κανονισμού σε ζημιογόνα γεγονότα επελθόντα πριν από τις 11 Ιανουαρίου 2009 ή σχετικά με ενδεχόμενη διάκριση μεταξύ της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος στην οποία αναφέρεται το άρθρο 31 και της ημερομηνίας ενάρξεως εφαρμογής στην οποία αναφέρεται το άρθρο 32.
46. Η διαπίστωση στην οποία κατέληξα στο προηγούμενο σημείο δεν μπορεί να αναιρεθεί από τη ρήτρα αναθεώρησης του άρθρου 30 του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, η οποία προβλέπει την υποβολή εκθέσεως σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού «[ό]χι αργότερα από τις 20 Αυγούστου 2011». Η πρόβλεψη της προθεσμίας αυτής δεν μπορεί να σημαίνει ότι ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ άρχισε να ισχύει τέσσερα έτη νωρίτερα, ήτοι στις 20 Αυγούστου 2007. Πράγματι, στο άρθρο αυτό δεν περιέχεται αναφορά στην ημερομηνία ενάρξεως ισχύος. Εξάλλου, το τελευταίο σχέδιο του εν λόγω κανονισμού, που εγκρίθηκε από την επιτροπή συνδιαλλαγής της 22ας Ιουνίου 2007, δεν περιέχει αναφορά σε καμία ημερομηνία, αφήνοντας έτσι κενό προς πλήρωση (36). Το ίδιο ισχύει και για το τελευταίο κείμενο που εκπονήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στις 11 Ιουλίου 2007, ημερομηνία εκδόσεως του κανονισμού (37). Έτσι, η δήλη ημερομηνία της «20ής Αυγούστου 2011» αποτελεί καθυστερημένη προσθήκη, και κανένα στοιχείο δεν επιτρέπει να συνδεθεί η ημερομηνία αυτή με την αναφορά στην έναρξη ισχύος του άρθρου 31.
Οι σκοποί του κανονισμού Ρώμη ΙΙ
47. Λαμβανομένων υπόψη της έκτης, της δέκατης τρίτης, της δέκατης τέταρτης και της δέκατης έκτης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, αυτός έχει κυρίως ως σκοπό να ευνοήσει την προβλεψιμότητα της εκβάσεως των δικών και την ασφάλεια δικαίου καθώς και την αποσόβηση των κινδύνων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που μπορούν να προκληθούν από την εφαρμογή μη ενιαίων κανόνων.
48. Το να εφαρμοστεί ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ από τις 11 Ιανουαρίου 2009 σε ζημιογόνα γεγονότα επελθόντα μετά τις 20 Αυγούστου 2007 θα καθιστούσε αβέβαιο το χρονικό σημείο ενάρξεως εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Η αβεβαιότητα αυτή προκύπτει σαφώς από τις παρατηρήσεις που προβάλλουν οι διάδικοι σε σχέση με μια τέτοια προσέγγιση. Ο ενάγων της κυρίας δίκης θεωρεί ότι η έναρξη εφαρμογής του κανονισμού Ρώμη ΙΙ πρέπει να προσδιορίζεται σε συνάρτηση με την κίνηση ένδικων διαδικασιών την 11η Ιανουαρίου 2009 ή μετά την ημερομηνία αυτή. Η Ελληνική Κυβέρνηση, επικαλούμενη την αρχή «jura novit curia», θεωρεί ότι το επιληφθέν δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει στη διαφορά το δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο που αποφαίνεται: οπότε, από τις 11 Ιανουαρίου 2009 και μετά, ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ μπορεί να εφαρμοστεί σε οποιοδήποτε στάδιο μιας ευρισκόμενης σε εξέλιξη ένδικης διαδικασίας, από την άσκηση της αγωγής ή προσφυγής μέχρι τη δημοσίευση της οριστικής αποφάσεως. Η Επιτροπή επιβεβαιώνει την ύπαρξη της αβεβαιότητας αυτής, εξαίροντας με τη σειρά της το γεγονός ότι, αν γίνει δεκτό ότι η εφαρμογή του κανονισμού Ρώμη ΙΙ μπορεί να καλύπτει προγενέστερα γεγονότα, μπορούν να εφαρμόζονται τρία κριτήρια: το κριτήριο της κινήσεως της ένδικης διαδικασίας, το κριτήριο του προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου από το δικαστήριο και το κριτήριο της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως.
49. Εκ των ανωτέρω συνάγεται σαφώς ότι, αν γινόταν δεκτό ότι ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ πρέπει να εφαρμόζεται σε ζημιογόνα γεγονότα επελθόντα μετά τις 20 Αυγούστου 2007, θα ήταν αδύνατο να προσδιοριστεί με ακρίβεια σε όλα τα κράτη μέλη το χρονικό σημείο ενάρξεως εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού μετά τις 11 Ιανουαρίου 2009 και αυτό θα οδηγούσε κατ’ ανάγκην σε αποκλίνουσες λύσεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
50. Επομένως, για να υπάρξει ενιαία εφαρμογή του κανονισμού Ρώμη ΙΙ σε όλα τα κράτη μέλη, όπως επιτάσσουν τα εξαγγελλόμενα στην έκτη, τη δέκατη τρίτη, τη δέκατη τέταρτη και τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, επιβάλλεται να εφαρμοστεί ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ στα ζημιογόνα γεγονότα που επήλθαν μετά την ημερομηνία εφαρμογής του.
51. Για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα υιοθετήσει την προσέγγιση αυτή, προτιμώντας να εφαρμόσει ένα από τα κριτήρια που πρότειναν οι διάδικοι –ήτοι το κριτήριο του χρόνου κινήσεως της ένδικης διαδικασίας, το κριτήριο του προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου από το δικαστήριο ή το κριτήριο της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, που θα πρέπει να διευκρινιστεί περαιτέρω για να οριοθετηθεί η εφαρμογή του κανονισμού Ρώμη ΙΙ σε ευρισκόμενες σε εξέλιξη διαδικασίες– προκειμένου να μπορέσει να προσδιορίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια την εφαρμογή του κανονισμού Ρώμη ΙΙ σε προγενέστερα γεγονότα, θα παραθέσω ορισμένες σκέψεις που καθιστούν προφανές ότι κανένα από τα κριτήρια αυτά δεν επιτρέπει την επίτευξη ικανοποιητικών αποτελεσμάτων, σύμφωνων με τους σκοπούς του κανονισμού.
52. Πρώτον, προκειμένου για ζημιογόνα γεγονότα επελθόντα μεταξύ της 20ής Αυγούστου 2007 και της 10ης Ιανουαρίου 2009, το εφαρμοστέο δίκαιο θα διέφερε αν οριζόταν με βάση τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου από τον δικαστή ή τον χρόνο εκδόσεως οριστικής αποφάσεως –ανάλογα με το ποιο από τα κριτήρια αυτά θα επιλεγόταν– πριν ή μετά τις 11 Ιανουαρίου 2009. Συγκεκριμένα, θα εφαρμόζονταν σε ζημιογόνα γεγονότα επελθόντα κατά την αυτή χρονική περίοδο διαφορετικοί κανόνες συγκρούσεως δικαίων. Η κατάσταση αυτή θα ήταν ιδιαίτερα προβληματική στην περίπτωση που πλείονες ενάγοντες τραυματίζονται κατά το αυτό ατύχημα. Πράγματι, οι αγωγές καθενός από αυτούς θα μπορούσαν να διέπονται αντίστοιχα από διαφορετικά δίκαια, ανάλογα με το αν η άσκηση της αγωγής, ο προσδιορισμός του εφαρμοστέου δικαίου ή η έκδοση της οριστικής αποφάσεως έλαβε χώρα πριν ή μετά τις 11 Ιανουαρίου 2009. Άλλωστε, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ιδίως ότι τόσο η κίνηση ένδικης διαδικασίας όσο και ο προσδιορισμός συζήτησης στο ακροατήριο μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο τακτικών χειρισμών εκ μέρους των διαδίκων. Κατά συνέπεια, για το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της 20ής Αυγούστου 2007 και της 10ης Ιανουαρίου 2009, η επιλογή του ενός ή του άλλου κριτηρίου θα αντέφασκε προς τους σκοπούς του κανονισμού.
53. Δεύτερον, και πέραν της μεταβατικής αυτής περιόδου, αν το Δικαστήριο επιλέξει κάποιο από τα κριτήρια αυτά και η εφαρμογή του κανονισμού Ρώμη ΙΙ υποταχθεί στους όρους που υπαγορεύει μια ένδικη διαδικασία, όπως επισήμανε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στις γραπτές παρατηρήσεις της, τίποτα δεν θα εμπόδιζε τη συνέχιση της εφαρμογής του προγενεστέρου δικαίου στις υποθέσεις που διευθετούνται από τα μέρη χωρίς προσφυγή σε ένδικη διαδικασία, αφού στις περιπτώσεις αυτές δεν εμπλέκεται δικαστής. Τα μέρη, βεβαίως, θα επιδιώξουν, σε πολλές περιπτώσεις, να επιτύχουν συμφωνία πριν προσφύγουν στη δικαιοσύνη, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, λαμβανομένου υπόψη ότι οι κανόνες πολιτικής δικονομίας που ισχύουν στην Αγγλία και στην Ουαλία ενθαρρύνουν την προσέγγιση αυτή, η οποία επιτρέπει την ελαχιστοποίηση της δαπάνης επιλύσεως των διαφορών και την προώθηση, γενικότερα, της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης (38). Επομένως, το προγενέστερο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο μπορεί να διέπει την κατάσταση των μερών μέχρις ότου υπάρξει ενδεχομένως παρέμβαση δικαστηρίου. Αντίκειται δε στους σκοπούς του κανονισμού Ρώμη ΙΙ να κινδυνεύουν τα μέρη που καταφεύγουν στη διαμεσολάβηση να αντιμετωπίσουν αλλαγή του εφαρμοστέου δικαίου όταν προσφύγουν ενδεχομένως αργότερα στη δικαιοσύνη.
54. Συνεπώς, από τη μελέτη τόσο του γράμματος των άρθρων 31 και 32 όσο και της όλης οικονομίας και των σκοπών του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, προκύπτει σαφώς ότι ο εν λόγω κανονισμός πρέπει να γίνει δεκτό ότι εφαρμόζεται στα ζημιογόνα γεγονότα που επήλθαν στις 11 Ιανουαρίου 2009 ή μετά από την ημερομηνία αυτή. Ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, το οποίο αφορά τη σημασία της ημερομηνίας κινήσεως της ένδικης διαδικασίας ή του καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου από τον δικαστή για την εφαρμογή του κανονισμού Ρώμη ΙΙ.
V – Συμπέρασμα
55. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division, ως εξής:
«1. Τα άρθρα 31 και 32 του κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη ΙΙ), σε συνδυασμό με το άρθρο 254 ΕΚ έχουν την έννοια ότι ένα εθνικό δικαστήριο δεν πρέπει να εφαρμόσει τον εν λόγω κανονισμό και ιδίως το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, αυτού, στην περίπτωση που το ζημιογόνο γεγονός επήλθε στις 29 Αυγούστου 2007. Ο κανονισμός 864/2007 εφαρμόζεται μόνο στα ζημιογόνα γεγονότα που επήλθαν στις 11 Ιανουαρίου 2009 ή μεταγενέστερα.
2. Έχοντας υπόψη την απάντηση επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, παρέλκει η απάντηση επί του δευτέρου.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 199, της 31.7.2007, σ. 40.
3 – [2007] 2 AC 1, [2006] UKHL 32.
4 – ΕΕ L 12, σ. 1. Οι διατάξεις αυτές είναι οι εξής: «Ο ασφαλιστής που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί […] σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον την αγωγή έχει ασκήσει ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος ή ο δικαιούχος, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου έχει την κατοικία του ο ενάγων» (άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄). «Οι διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 10 εφαρμόζονται σε περίπτωση ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή, εφόσον η ευθεία αγωγή επιτρέπεται» (άρθρο 11, παράγραφος 2).
5 – Το άρθρο 254, παράγραφος 1, ΕΚ ορίζει ότι «[ο]ι κανονισμοί, οι οδηγίες και οι αποφάσεις, που εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251, [...] δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρχίζουν να ισχύουν από την ημερομηνία που ορίζουν ή, άλλως, την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή τους».
6 – Ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 31 Ιουλίου 2007. Η εικοστή μέρα μετά τη δημοσίευση αυτή ήταν η 20ή Αυγούστου 2007.
7 – Λαμβανομένου υπόψη ότι ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ δημοσιεύθηκε πριν από την 1η Δεκεμβρίου 2009, ήτοι σε ημερομηνία προηγούμενη της θέσεως σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας, η ερμηνεία την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο αφορά στην πραγματικότητα το άρθρο 254 ΕΚ, το οποίο δεν τροποποιήθηκε από το άρθρο 297, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθόσον αφορά τις προβλεπόμενες σ’ αυτό προθεσμίες.
8 – Βλ., ιδίως, τον κανονισμό (ΕΚ) 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (ΕΕ L 227, σ. 1), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3330/91 του Συμβουλίου, της 7ης Νοεμβρίου 1991, για τις στατιστικές των συναλλαγών αγαθών μεταξύ κρατών μελών (ΕΕ L 316, σ. 1).
9 – Κανονισμός (ΕΚ) 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 174, σ. 1).
10 – Βλ. το άρθρο 24 του κανονισμού.
11 – Βλ. το άρθρο 19 του κανονισμού.
12 – Βλ. τον κανονισμό (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000 (ΕΕ L 338, σ. 1), άρθρο 72, τον κανονισμό (ΕΚ) 805/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις (ΕΕ L 143, σ. 15), άρθρο 33, τον κανονισμό (ΕΚ) 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής (ΕΕ L 399, σ. 1), άρθρο 33, τον κανονισμό (ΕΚ) 861/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για τη θέσπιση ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών (ΕΕ L 199, σ. 1), άρθρο 29, τον κανονισμό (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων) και κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου (ΕΕ L 324, σ. 79), άρθρο 26, τον κανονισμό (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ L 177, σ. 6, στο εξής: κανονισμός Ρώμη Ι), άρθρο 29, τον κανονισμό (ΕΚ) 4/2009 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής (ΕΕ L 7, σ. 1), άρθρο 76, καθώς και τον κανονισμό (ΕΕ) 1259/2010 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2010, για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό (ΕΕ L 343, σ. 10), άρθρο 21.
13 – Ο κανονισμός (ΕΚ) 805/2004 ορίζει ότι οι διατάξεις του εφαρμόζονται «στις αποφάσεις που εκδίδονται, τους δικαστικούς συμβιβασμούς που επικυρώνονται ή καταρτίζονται και στα έγγραφα που συντάσσονται ή καταχωρούνται επίσημα ως δημόσια έγγραφα μετά την έναρξη ισχύος του» (άρθρο 26). Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της, μέσω της διατάξεως αυτής, ο νομοθέτης απλώς ονομάζει τις αποφάσεις, συμβιβασμούς και δημόσια έγγραφα που μπορούν να πιστοποιηθούν ως ευρωπαϊκοί εκτελεστοί τίτλοι και η εν λόγω διάταξη ουδόλως επηρεάζει το πεδίο εφαρμογής ratione temporis του κανονισμού, ο οποίος θεσπίζει διαδικαστικούς κανόνες.
14 – Άρθρο 28 του κανονισμού Ρώμη I.
15 – COM(2003) 427 τελικό.
16 – Άρθρο 27.
17 – Έγγραφο 9009/04 ADD8 της 18ης Μαΐου 2004, JUSTCIV 71 CODEC 645, σ. 34.
18 – Έγγραφο 9009/04 ADD 11 της 24ης Μαΐου 2004 (07.06) (OR.de), JUSTCIV 71 CODEC 645, σ. 19.
19 – Έγγραφο 9009/04 ADD 16 της 28ης Μαΐου 2004, JUSTCIV 71 CODEC 645, σ. 6.
20 – Έγγραφο 16027/05 της 22ας Δεκεμβρίου 2005, JUSTCIV 245 CODEC 1218, σ. 22.
21 – COM(2006) 83 τελικό.
22 – Άρθρο 27.
23 – Έγγραφο 7432/06 της 16ης Μαρτίου 2006, JUSTCIV 62 CODEC 247, σ. 20.
24 – Άρθρο 27.
25 – Άρθρο 27α.
26 – Έγγραφο 7709/06 της 3ης Μαΐου 2006, JUSTCIV 79 CODEC 277, σ. 6.
27 – Έγγραφο 7929/06 της 10ης Απριλίου 2006, JUSTCIV 85 CODEC 296, σ. 21.
28 – Άρθρο 27α.
29 – Έγγραφο 8417/06 της 21ης Απριλίου 2006, JUSTCIV 104 CODEC 350, σ. 21.
30 – Έγγραφο 7709/06 της 3ης Μαΐου 2006.
31 – Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Λουξεμβούργο, 2003.
32 – Κανονισμός 1206/2001, άρθρο 24, κανονισμός 2201/2003, άρθρο 72, κανονισμός 805/2004, άρθρο 33, κανονισμός 1896/2006, άρθρο 33, κανονισμός 861/2007, άρθρο 29, κανονισμός 1393/2007, άρθρο 26, κανονισμός 4/2009, άρθρο 76. Στα νομοθετήματα αυτά, η σύγχυση αποφεύγεται επειδή ο νομοθέτης ορίζει επακριβώς την ημερομηνία έναρξης ισχύος και την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής, αναφέροντας μια συγκεκριμένη ημέρα ή παραπέμποντας ρητά στην ημερομηνία δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
33 – Το άρθρο 32 τιτλοφορείται ως εξής: στο ισπανικό κείμενο «Entrada en vigor», στο ολλανδικό κείμενο «Inwerkingtreding», και στο ρουμανικό κείμενο «Data intrării în vigoare».
34 – Απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C‑296/95, EMU Tabac κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑1605, σκέψη 36).
35 – Βλ. τους κανονισμούς 1206/2001, 2201/2003 και 805/2004.
36 – Έγγραφο PE‑CONS 3619/07 της 22ας Ιουνίου 2007, JUSTCIV 140 CODEC 528, σ. 31.
37 – Έγγραφο PE‑CONS 3619/3/07 REV 3 της 11ης Ιουλίου 2007, JUSTCIV 140 CODEC 528, σ. 31.
38 – Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στο πρωτόκολλο για τις διαδικασίες εξωδικαστικής ρυθμίσεως προ της ασκήσεως αγωγής σε περίπτωση σωματικής βλάβης (Pre‑action Protocol for Personal Injury Claims), που περιέχεται στο τμήμα «Pre‑Action Protocols» των CivilProcedureRules.
Full & Egal Universal Law Academy