ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 6ης Σεπτεμβρίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑434/10
Petar Aladzhov
κατά
Zamestnik director na Stolichna direktsia na vatreshnite raboti kam Ministerstvo na vatreshnite raboti
[αίτηση του Administrativen sad Sofia-grad (Βουλγαρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Περιορισμός στην άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας πολίτη της Ένωσης – Επιβολή σε εκπρόσωπο εταιρίας της απαγορεύσεως εξόδου από τη χώρα λόγω οφειλών προς το Δημόσιο – Έννοια δημοσίας τάξεως – Αναλογικότητα»
1. Η βασική προβληματική που εγείρεται στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως έγκειται στο ζήτημα αν και σε ποιο βαθμό κράτος μέλος δύναται να επικαλεσθεί, ως λόγο για την επιβολή μέτρου συνεπαγόμενου παρέκκλιση από την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών του, τον κίνδυνο διασαλεύσεως της δημοσίας τάξεως λόγω του γεγονότος ότι οι πολίτες αυτοί δεν έχουν διευθετήσει τις φορολογικές τους οφειλές. Το Δικαστήριο καλείται επομένως να εγκύψει στο ζήτημα της ερμηνείας του άρθρου 27 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (2).
I – Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η οδηγία 2004/38
2. Όπως επισημαίνεται με την τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2004/38, «[η] παρούσα οδηγία σέβεται τα θεµελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
3. Το άρθρο 1 της οδηγίας 2004/38 ορίζει ότι η εν λόγω οδηγία αφορά:
«α) τους όρους που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στην επικράτεια των κρατών μελών από τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους·
β) το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην επικράτεια των κρατών μελών των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους·
γ) τους περιορισμούς των δικαιωμάτων που αναφέρονται στα στοιχεία α΄ και β΄, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.»
4. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 ορίζει ότι, «[μ]ε την επιφύλαξη των διατάξεων επί των ταξιδιωτικών εγγράφων που ισχύουν για τους εθνικούς συνοριακούς ελέγχους, όλοι οι πολίτες της Ένωσης οι οποίοι φέρουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο […] έχουν το δικαίωμα να εγκαταλείπουν το έδαφος κράτους μέλους προκειμένου να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος».
5. Το άρθρο 27 της οδηγίας 2004/38 αποτελεί μέρος του κεφαλαίου VI, το οποίο αφορά τους περιορισμούς του δικαιώματος εισόδου και του δικαιώματος διαμονής για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας.
6. Το άρθρο 27, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2004/38 ορίζει:
«1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν περιορισμούς στην ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των λόγων αυτών για την εξυπηρέτηση οικονομικών σκοπών.
2. Κάθε μέτρο που λαμβάνεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του [ενδιαφερόμενου] ατόμου. Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν αποτελούν αφ’ εαυτών λόγους για τη λήψη τέτοιων μέτρων.
Η προσωπική συμπεριφορά του [ενδιαφερόμενου] ατόμου πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Αιτιολογίες που δεν συνδέονται [άμεσα] με τα στοιχεία της υπόθεσης ή στηρίζονται σε εκτιμήσεις γενικής πρόληψης δεν γίνονται αποδεκτές.»
Το εθνικό δίκαιο
1. Ο νόμος περί των βουλγαρικών εγγράφων ταυτότητας
7. Το άρθρο 23, παράγραφος 2, του νόμου περί των βουλγαρικών εγγράφων ταυτότητας (Zakon za balgarskite lichni dokumenti, στο εξής: ZBLD) (3) ορίζει ότι «[ό]λοι οι Βούλγαροι πολίτες έχουν το δικαίωμα, επιδεικνύοντας δελτίο ταυτότητας, να εξέρχονται από τη χώρα και να επανέρχονται σε αυτήν από τα εσωτερικά σύνορα της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας με τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στις περιπτώσεις που, ενδεχομένως, προβλέπονται από διεθνείς συνθήκες».
8. Η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου διευκρινίζει ότι «[τ]ο δικαίωμα της παραγράφου 2 δεν υπόκειται σε περιορισμούς, εκτός εάν ορίζεται άλλως από τον νόμο για λόγους εθνικής ασφαλείας, δημοσίας τάξεως, διαφυλάξεως της υγείας των πολιτών ή σεβασμού δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων πολιτών».
9. Κατά το άρθρο 75, παράγραφος 5, του ZBLD, δεν επιτρέπεται η έξοδος από τη χώρα «των ατόμων εις βάρος των οποίων έχει ζητηθεί η επιβολή απαγορεύσεως κατά το άρθρο 182, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο a, και το άρθρο 221, παράγραφος 6, σημείο 1, στοιχεία a και b, του [κώδικα φορολογικής δικονομίας και κοινωνικών ασφαλίσεων]».
2. Ο κώδικας φορολογικής δικονομίας και κοινωνικών ασφαλίσεων
10. Το άρθρο 182, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο a, του κώδικα φορολογικής δικονομίας και κοινωνικών ασφαλίσεων (Danachno-osiguritelen protsesualen kodeks, στο εξής: DOPK) (4) ορίζει ότι, «ταυτοχρόνως με το έγγραφο οχλήσεως της παραγράφου 1 ή κατόπιν αυτού, η αρχή για την οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 1 δύναται, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το ύψος της οφειλής υπερβαίνει τα [5 000 βουλγαρικά λέβα (BGN)] και ελλείψει εγγυήσεως ύψους ίσου με αυτό της κύριας οφειλής πλέον τόκων (με τον όρο “εγγύηση” νοείται “απόθεμα” ή “ασφάλεια” καλύπτουσα/εξασφαλίζουσα το ποσό της κύριας οφειλής και τους τόκους), να ζητήσει από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών να μην επιτρέψουν στον οφειλέτη ή στα μέλη των οργάνων που ασκούν τον έλεγχο ή τη διαχείρισή του να εξέλθουν από τη χώρα, καθώς και να τους αφαιρέσει ή να μην τους χορηγήσει διαβατήριο ή άλλο ανάλογο έγγραφο επιτρέπον τη διέλευση των εθνικών συνόρων».
11. Το άρθρο 182, παράγραφος 4, του DOPK διευκρινίζει ότι «[τ]α μέτρα για τα οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 2 δύνανται, κατά την κρίση της αρμόδιας αρχής, να ληφθούν ομού ή μεμονωμένα σε συνάρτηση με το ύψος της οφειλής ή τη συμπεριφορά του οφειλέτη έως την οριστική εξόφληση αυτής».
12. Το άρθρο 221, παράγραφος 6, του DOPK ορίζει ότι, «[σ]τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η αρμόδια αρχή δεν προβαίνει στη λήψη των μέτρων της παραγράφου 2, σημείο 2, ή της παραγράφου 4 του άρθρου 182, ο αρμόδιος για την εκτέλεση υπάλληλος δύναται, αν το ποσό της οφειλής υπερβαίνει τα [5 000 BGN] και ελλείψει εγγυήσεως ύψους ίσου ή μεγαλύτερου αυτού της κύριας οφειλής πλέον των τόκων:
1. να ζητήσει από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών:
a) να απαγορεύσουν στον οφειλέτη ή στα μέλη των οργάνων που ασκούν τον έλεγχο ή τη διαχείρισή του την έξοδο από τη χώρα·
b) να αφαιρέσουν ή να μη χορηγήσουν διαβατήριο ή άλλο ανάλογο έγγραφο επιτρέπον τη διέλευση των εθνικών συνόρων».
13. Το άρθρο 269 ter, σημείο 4, του DOPK ορίζει ότι «αίτηση αμοιβαίας συνδρομής δεν δύναται να υποβληθεί αν το συνολικό ποσό της απαιτήσεως ή των απαιτήσεων είναι κατώτερο ποσού αντίστοιχου προς [1 500 ευρώ]».
II – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
14. Ο P. Aladzhov, Βούλγαρος υπήκοος, είναι ένας εκ των τριών διαχειριστών εμπορικής εταιρίας της οποίας η φορολογική οφειλή έναντι του βουλγαρικού Δημοσίου Ταμείου υπερβαίνει τα 5 000 BGN. Ο εν λόγω Βούλγαρος υπήκοος ασκεί, επίσης, καθήκοντα διευθυντή πωλήσεων άλλης εταιρίας, στο πλαίσιο των οποίων μεταβαίνει συχνά στην αλλοδαπή.
15. Όπως προκύπτει, η ανωτέρω φορολογική οφειλή χρονολογείται από τη 10η Οκτωβρίου 1995, ημερομηνία την οποία φέρει η σχετική ειδοποίηση για απαίτηση του Δημοσίου από φόρο προστιθέμενης αξίας και από τελωνειακούς δασμούς. Την 20ή Αυγούστου 1999 εκδόθηκε εντολή εισπράξεως, ενώ τη 10η Απριλίου 2000 έλαβε χώρα όχληση, η οποία συνοδεύθηκε από σχετικό ενημερωτικό σημείωμα της 26ης Σεπτεμβρίου 2001. Το 2002 κινήθηκε διαδικασία εκτελέσεως η οποία, ωστόσο, δεν τελεσφόρησε. Τη 17η Ιουνίου 2010 οι βουλγαρικές φορολογικές αρχές επισήμαναν εγγράφως, στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας, ότι η συνολική φορολογική οφειλή της εμπορικής εταιρίας ανερχόταν σε 44 449 BGN, εκ των οποίων τα 7 721 BGN αντιστοιχούσαν στην αρχική οφειλή και τα 38 728 BGN σε τόκους. Οι εν λόγω αρχές επισήμαναν επίσης ότι οι κατασχέσεις που είχαν επιβληθεί, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως, επί των τραπεζικών λογαριασμών της οφειλέτριας εμπορικής εταιρίας είχαν αποβεί άκαρπες, καθώς επρόκειτο για λογαριασμούς οι οποίοι δεν εμφάνιζαν πιστωτικό υπόλοιπο. Ομοίως, η κατάσχεση των οχημάτων της εταιρίας δεν είχε καταστεί δυνατή αφού αυτά δεν είχαν εντοπισθεί.
16. Με έγγραφο της 30ής Ιουλίου 2009, ο αρμόδιος για την εκτέλεση υπάλληλος της Εθνικής Υπηρεσίας Φορολογικών Εσόδων ζήτησε, ως έχει δικαίωμα δυνάμει του εθνικού δικαίου, από τον Zamestnik director na Stolichna direktsia na vatreshnite raboti kam Ministerstvo na vatreshnite raboti (αναπληρωτή διευθυντή της διευθύνσεως εσωτερικών υποθέσεων της πρωτεύουσας στο Υπουργείο Εσωτερικών) να επιβάλει στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης, υπό την ιδιότητα αυτού ως διαχειριστή της οφειλέτριας εμπορικής εταιρίας, το διοικητικό μέτρο της απαγορεύσεως εξόδου από τη Βουλγαρία έως την εξόφληση ή την παροχή εγγυήσεως καλύπτουσας εξ ολοκλήρου την απαίτηση του Δημοσίου.
17. Η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ανάγεται, επομένως, σε προσφυγή ασκηθείσα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου με την οποία ο P. Aladzhov ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία του επεβλήθη το επίδικο μέτρο.
18. Αντιμετωπίζοντας δυσκολία σε σχέση με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Administrativen sad Sofia-grad αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και, με απόφαση περί παραπομπής, υπέβαλε την 6η Σεπτεμβρίου 2010 στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, τα δύο ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Χωρεί δικαιολόγηση της απαγορεύσεως εξόδου από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επιβάλλεται σε πολίτη του κράτους αυτού, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή εμπορικής εταιρίας καταχωρισμένης στα μητρώα του συγκεκριμένου κράτους, λόγω ανεξόφλητης οφειλής της εν λόγω εταιρίας προς το Δημόσιο, με επίκληση λόγου “δημοσίας τάξεως”, κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ [...], στην περίπτωση κατά την οποία συντρέχουν οι περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης και, συγχρόνως, οι ακόλουθες περιστάσεις:
– το Σύνταγμα του εν λόγω κράτους μέλους δεν προβλέπει περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των φυσικών προσώπων για λόγους διαφυλάξεως της “δημοσίας τάξεως”·
– η διαφύλαξη της “δημοσίας τάξεως” ως λόγος δικαιολογών την ανωτέρω απαγόρευση προβλέπεται από εθνικό νόμο που εκδόθηκε με σκοπό τη μεταφορά άλλης διατάξεως του δικαίου της Ένωσης στην εσωτερική έννομη τάξη […]·
– ο λόγος διαφυλάξεως της “δημοσίας τάξεως”, υπό την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως της οδηγίας, εμπερικλείει επίσης τον λόγο που άπτεται της “προστασίας των δικαιωμάτων άλλων πολιτών”, καθώς το λαμβάνεται μέτρο για την εξασφάλιση των εσόδων του προϋπολογισμού του κράτους μέλους μέσω της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του Δημοσίου;
2) Προκύπτει από τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης [...] και από τα μέτρα που έχουν θεσπισθεί για την εφαρμογή των εν λόγω περιορισμών και προϋποθέσεων συμφώνως προς το δίκαιο της Ένωσης ότι είναι, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, επιτρεπτή εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπουσα την επιβολή, εκ μέρους κράτους μέλους, αναγκαστικού διοικητικού μέτρου “απαγορεύσεως εξόδου από τη χώρα” σε πολίτη του, υπό την ιδιότητά αυτού ως διαχειριστή εμπορικής εταιρίας καταχωρισμένης στα μητρώα του συγκεκριμένου κράτους, λόγω ανεξόφλητης οφειλής της εταιρίας αυτής προς το Δημόσιο, οφειλής το ύψος της οποίας χαρακτηρίζεται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού ως “σημαντικό”, αν η ικανοποίηση της εν λόγω απαιτήσεως του Δημοσίου μπορεί να επιτευχθεί δια της εφαρμογής της διαδικασίας αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών η οποία προβλέπεται από την οδηγία [2008/55/ΕΚ], καθώς και από τον κανονισμό [(ΕΚ) 1179/2008];
3) Πρέπει, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, να δοθεί στην αρχή της αναλογικότητας και [στις προϋποθέσεις που προβλέπονται για τον περιορισμό της ασκήσεως] του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης, καθώς και στα μέτρα που έχουν θεσπισθεί για την εφαρμογή των εν λόγω περιορισμών και προϋποθέσεων συμφώνως προς το δίκαιο της Ένωσης [...] και, ιδίως, στα κριτήρια του άρθρου 27, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2004/38 [...], η ερμηνεία ότι επιτρέπουν, στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται οφειλή προς το Δημόσιο εμπορικής εταιρίας, καταχωρισμένης στα μητρώα κράτους μέλους, η οποία χαρακτηρίζεται ως “οφειλή σημαντικού ύψους” από τη νομοθεσία του κράτους αυτού, την επιβολή σε φυσικό πρόσωπο που είναι διαχειριστής της εν λόγω εταιρίας της απαγορεύσεως εξόδου από το συγκεκριμένο κράτος μέλος, όταν συντρέχουν οι ακόλουθες περιστάσεις:
– η ύπαρξη της “σημαντικού ύψους οφειλής” έναντι του Δημοσίου θεωρείται πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά του υψίστου συμφέροντος της κοινωνίας, για τη διαφύλαξη του οποίου ο νομοθέτης έκρινε αναγκαία την καθιέρωση του ειδικού διοικητικού μέτρου της “απαγορεύσεως εξόδου από τη χώρα”·
– δεν προβλέπεται η αξιολόγηση των περιστάσεων που συνδέονται με την προσωπική συμπεριφορά του διαχειριστή και την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του, όπως είναι το δικαίωμά του να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα βάσει άλλης εργασιακής σχέσεως η οποία συνεπάγεται ταξίδια στην αλλοδαπή·
– δεν συνεκτιμώνται οι συνέπειες του εν λόγω μέτρου επί της εμπορικής δραστηριότητας της οφειλέτριας εταιρίας, ούτε οι δυνατότητες εξοφλήσεως της οφειλής προς το Δημόσιο μετά την επιβολή της απαγορεύσεως·
– η απαγόρευση επιβάλλεται κατόπιν υποβολής αιτήσεως η οποία έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, στον βαθμό κατά τον οποίο πιστοποιεί ότι υφίσταται “οφειλή σημαντικού ύψους” συγκεκριμένης εμπορικής εταιρίας προς το Δημόσιο για την οποία δεν έχει παρασχεθεί εγγύηση καλύπτουσα το αρχικό ποσό και τους τόκους, καθώς και ότι το πρόσωπο επί του οποίου ζητείται να επιβληθεί η απαγόρευση είναι διαχειριστής της εν λόγω εμπορικής εταιρίας·
– η απαγόρευση ισχύει έως την ολοσχερή εξόφληση της οφειλής ή την παροχή ασφάλειας καλύπτουσας πλήρως την απαίτηση του Δημοσίου, χωρίς να προβλέπεται η δυνατότητα του οφειλέτη να ζητήσει την επανεξέταση του μέτρου εκ μέρους της αρχής που το έχει επιβάλει και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι χρόνοι παραγραφής της απαιτήσεως;»
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
19. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο μόνον ο προσφεύγων της κύριας δίκης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
IV – Νομική ανάλυση
A – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
20. Επιβάλλεται εκ προοιμίου η υπόμνηση ότι το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να ερμηνεύσει το άρθρο 27 της οδηγίας 2004/38 με την απόφαση Jipa (5). Στο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως, οι εθνικές αρχές είχαν επιβάλει στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης απαγόρευση εξόδου από τη χώρα διότι είχε καταληφθεί να διαμένει παρανόμως στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, γεγονός που οδήγησε στον επαναπατρισμό του. Μολονότι η προμνησθείσα απόφαση Jipa δεν αρκεί, αυτή καθ’ εαυτήν, για την παροχή απαντήσεων στα προδικαστικά ερωτήματα που υπεβλήθησαν με την υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο διατύπωσε ορισμένες θέσεις των οποίων η μνεία κρίνεται ιδιαιτέρως λυσιτελής προ της ενάρξεως εξετάσεως της υπό κρίση υποθέσεως.
21. Με την απόφαση Jipa το Δικαστήριο επανέλαβε τη θέση ότι η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης που το δίκαιο της Ένωσης αναγνωρίζει στους υπηκόους των κρατών μελών επιτρέπει σε αυτούς να απολαύουν του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, το οποίο εμπερικλείει κατ’ ανάγκην το δικαίωμα μεταβάσεως σε κράτος μέλος διαφορετικό του κράτους καταγωγής τους (6)· τούτο προκύπτει, εξάλλου, ρητώς από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 (7). Επομένως, η κατάσταση πολίτη της Ένωσης στον οποίο έχει επιβληθεί, με εθνικό μέτρο, απαγόρευση εξόδου από τη χώρα άπτεται, per se, του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και ελεύθερης διαμονής των πολιτών της Ένωσης εντός των κρατών μελών (8). Εντούτοις, το Δικαστήριο προέβη αυθωρεί στην επισήμανση ότι «το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ενώσεως δεν είναι απεριόριστο, αλλά ασκείται υπό τους περιορισμούς και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη Συνθήκη, καθώς και από τις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της» (9). Οι εν λόγω περιορισμοί και προϋποθέσεις απορρέουν από την οδηγία 2004/38 και, συγκεκριμένα, από το άρθρο 27, παράγραφος 1, αυτής, το οποίο «παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να περιορίζουν την ελευθερία κυκλοφορίας των πολιτών της Ενώσεως [...] μεταξύ άλλων για λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας» (10). Λαμβανομένης υπόψη της σχέσεως ομολογίας που το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι υφίσταται μεταξύ του δικαιώματος εισόδου και του δικαιώματος εξόδου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 αποτελεί τη βάση επί της οποίας τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν, υπό προϋποθέσεις, την ελευθερία των πολιτών της Ένωσης να εξέρχονται από τις χώρες καταγωγής τους.
22. Με την απόφαση Jipa το Δικαστήριο υπενθύμισε επίσης ότι, «μολονότι κατ’ ουσίαν τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να καθορίζουν τις απαιτήσεις της δημοσίας τάξεως και της δημοσίας ασφαλείας σύμφωνα με τις εθνικές τους ανάγκες, οι οποίες μπορούν να διαφέρουν ανάλογα με το κράτος μέλος και τη χρονική περίοδο, εντούτοις, σε κοινοτικό πλαίσιο και, ιδίως, ως δικαιολογία για παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των ατόμων, οι ανάγκες αυτές πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς, ώστε το περιεχόμενό τους να μην μπορεί να καθορίζεται μονομερώς από κάθε κράτος μέλος χωρίς τον έλεγχο των οργάνων της [Ένωσης]» (11).
23. Υπενθυμίζοντας το γράμμα του άρθρου 27 της οδηγίας 2004/38, το Δικαστήριο διευκρίνισε περαιτέρω ότι, κατά τη νομολογία του, «η έννοια της δημοσίας τάξεως προϋποθέτει, εν πάση περιπτώσει, εκτός της κοινωνικής διαταραχής που συνιστά κάθε παράβαση του νόμου, την ύπαρξη πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής σε βάρος θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας» (12). Εξάλλου, λαμβανομένης υπόψη της αυστηρής ερμηνείας που πρέπει να δίδεται σε κάθε παρέκκλιση από την ελευθερία κυκλοφορίας, προκειμένου ένας περιορισμός της εν λόγω ελευθερίας να θεωρείται δικαιολογημένος, πρέπει αυτός να βασίζεται «αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου, αποκλειομένων των λόγων οι οποίοι δεν συνδέονται άμεσα με την οικεία περίπτωση ή των λόγων γενικής προλήψεως» (13) και, συνεπώς, «κάθε μέτρο περιορίζον την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας πρέπει να λαμβάνεται με γνώμονα σκέψεις συνδεόμενες ειδικά με την προστασία της δημοσίας τάξεως [...] του κράτους μέλους που λαμβάνει το εν λόγω μέτρο» (14).
24. Υπό το πρίσμα των αρχών που διαμόρφωσε με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο, επιβάλλεται πλέον η αξιολόγηση της καταστάσεως η οποία αποτέλεσε την αιτία της διαφοράς της κύριας δίκης και της συνακόλουθης αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
25. Από τη δικογραφία δεν προκύπτει με σαφήνεια αν ο P. Aladzhov είχε προηγουμένως ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας, μολονότι μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι, λόγω της δραστηριότητας που ασκεί ως διευθυντής πωλήσεων εταιρίας, στο πλαίσιο της οποίας, όπως ο ίδιος δηλώνει, ταξιδεύει κατ’ αρχήν στην αλλοδαπή, έχει ήδη προβεί σε χρήση αυτής της ελευθερίας. Εν πάση περιπτώσει, προκειμένου για το δικαίωμα εξόδου από τη χώρα όπως αυτό κατοχυρώνεται από το δίκαιο της Ένωσης, η προηγούμενη άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας δεν συνιστά καθοριστική παράμετρο, τούτο δε για δύο κύριους λόγους. Αφενός, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 κατοχυρώνει το δικαίωμα εξόδου χωρίς να προαπαιτεί άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας (15). Αφετέρου, η λογική επιβάλλει να γίνει δεκτό ότι η ελευθερία κυκλοφορίας θα καθίστατο κενή περιεχομένου αν η δυνατότητα εξόδου από τη χώρα καταγωγής παρέχετο στους πολίτες της Ένωσης μόνον υπό τον όρον ότι αυτοί έχουν ήδη εγκαταλείψει και, εν συνεχεία, επιστρέψει στο έδαφος της χώρας αυτής. Καθώς η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προμνησθείσα απόφαση Jipa αφορούσε αυτήν ακριβώς την περίπτωση (16) και λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν ανωτέρω, εκτιμώ ότι οι επισημάνσεις στις οποίες προέβη το Δικαστήριο με την εν λόγω απόφαση καταλαμβάνουν και την περίπτωση πολίτη ο οποίος δεν έχει ακόμη μετακινηθεί εντός της Ένωσης. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από το άρθρο 3 της οδηγίας 2004/38, το οποίο ορίζει ότι η οδηγία «ισχύει για όλους τους πολίτες της Ένωσης οι οποίοι µεταβαίνουν ή διαµένουν σε κράτος µέλος άλλο από εκείνο του οποίου είναι υπήκοοι». Επομένως, η κατάσταση του P. Aladzhov άπτεται αναμφιβόλως του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης στα κράτη μέλη όπως αυτό διασφαλίζεται με την οδηγία 2004/38.
26. Το ουσιώδες ζήτημα που εγείρει η υπό κρίση υπόθεση είναι επομένως άλλο. Το Δικαστήριο καλείται εν προκειμένω να κρίνει αν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης δύναται να περιορισθεί, εν πλήρη συμφωνία προς την οδηγία 2004/38, για λόγους που σχετίζονται με την ικανοποίηση απαιτήσεων του Δημοσίου, εν προκειμένω, υπό τη μορφή φορολογικών οφειλών πολίτη. Το ερώτημα είναι εν ολίγοις αν και σε ποιο βαθμό ένα κράτος μέλος δύναται να επικαλεσθεί λόγους δημοσίας τάξεως προκειμένου να δικαιολογήσει την επιβολή σε πολίτη του της απαγορεύσεως εξόδου από τη χώρα για τον λόγο ότι αυτός είναι υπόχρεος οφειλής προς το Δημόσιο Ταμείο το ύψος της οποίας κρίνεται σημαντικό. Η συλλογιστική που πρέπει να ακολουθηθεί προκειμένου να εξακριβωθεί αν ένα τέτοιο μέτρο συνάδει με τις επιταγές του άρθρου 27 της οδηγίας 2004/38 διαρθρώνεται σε δύο στάδια τα οποία είναι, κατά την άποψή μου, σαφώς οριοθετημένα. Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται να εξετασθεί αν ο δικαιολογητικός λόγος μπορεί να υπαχθεί σε κάποια εκ των κατηγοριών λόγων που προβλέπονται από το άρθρο 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38· εν συνεχεία, πρέπει να εξακριβωθεί, μέσω της εφαρμογής των κριτηρίων του άρθρου 27, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, ο ανάλογος χαρακτήρας του εν λόγω μέτρου, εξακρίβωση που θα επιχειρηθεί στο πλαίσιο της αναλύσεως του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος τα οποία πρέπει να συνεξετασθούν.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
27. Πριν υπεισέλθω στις λεπτομέρειες της αναλύσεως του πρώτου αυτού σταδίου, πρέπει να επισημάνω ότι η Βουλγαρική Κυβέρνηση επέλεξε να μην παρέμβει στην παρούσα διαδικασία προδικαστικής παραπομπής. Το Δικαστήριο στερείται ως εκ τούτου των ειδικών διαφωτιστικών στοιχείων που η εν λόγω κυβέρνηση θα μπορούσε να προσφέρει σε σχέση με τους σκοπούς που επιδιώκονται με την εθνική νομοθεσία η οποία αποτελεί αιτία της διαφοράς της κύριας δίκης· λαμβανομένης υπόψη της τρέχουσας καταστάσεως της δικογραφίας, εκτιμώ ότι θα ήταν παρακινδυνευμένο να προβεί το Δικαστήριο σε οριστική αξιολόγηση των εν λόγω σκοπών αποκλειστικώς βάσει υποθέσεων και ότι η τελική αξιολόγηση πρέπει, σε πολύ μεγάλο βαθμό, να αποτελέσει έργο του αιτούντος δικαστηρίου.
28. Επιβάλλεται, εξάλλου, η επισήμανση ότι, τόσο με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως όσο και με την ίδια τη διατύπωση του πρώτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο κάνει λόγο για απόκλιση μεταξύ του βουλγαρικού Συντάγματος –το οποίο δεν προβλέπει δικαιολογητικό λόγο αντλούμενο από τη δημόσια τάξη– και του προβλέποντος αντίστοιχο λόγο εθνικού νόμου δυνάμει του οποίου επεβλήθη το επίδικο μέτρο στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης. Πρέπει, εντούτοις, να επισημανθεί ότι το επιβληθέν στον P. Aladzhov μέτρο ελήφθη βάσει των συνδυασμένων διατάξεων του ZBLD και του DOPK. Το ερώτημα αν η απουσία από τη διάταξη του οικείου άρθρου του βουλγαρικού Συντάγματος αναφοράς στη δημόσια τάξη ανάγεται στην ενσύνειδη βούληση της συντακτικής εξουσίας να συρρικνώσει, σε βαθμό μεγαλύτερο από ό,τι η ίδια η οδηγία, το εύρος των περιορισμών της ελευθερίας κυκλοφορίας άπτεται ζητήματος που καλούνται να τάμουν οι βουλγαρικές πολιτικές και/ή δικαιοδοτικές αρχές και το οποίο, συνεπώς, δεν εμπίπτει, όπως ακριβώς και το ζήτημα του σύμφωνου με τις επιταγές του βουλγαρικού Συντάγματος χαρακτήρα του νόμου, στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Τούτος είναι και ο λόγος για τον οποίο, στις αναλύσεις που ακολουθούν, θα εξετασθεί αποκλειστικώς το ζήτημα αν η απαγόρευση εξόδου από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επιβάλλεται σε πολίτη του κράτους αυτού ως διαχειριστή εμπορικής εταιρίας καταχωρισμένης στα μητρώα του συγκεκριμένου κράτους, λόγω ανεξόφλητης οφειλής της εν λόγω εταιρίας προς το Δημόσιο, δύναται, κατ’ αρχήν, να άπτεται του λόγου «δημοσίας τάξεως» κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, ο οποίος εντοπίζεται και στη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας επί της οποίας βασίσθηκε η εν λόγω απαγόρευση.
29. Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίσεων, θα προχωρήσω στον πυρήνα του πρώτου ερωτήματος.
30. Θα ξεκινήσω μετριάζοντας τη σημασία που έχει, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, η απόφαση Riener κατά Βουλγαρίας που εκδόθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (17). Με την εν λόγω απόφαση το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εκλήθη να κρίνει αν είναι σύμφωνη με το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου 4 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ) (18) απαγόρευση εξόδου από τη Βουλγαρία η οποία είχε επιβληθεί στην Ι. Riener, αυστριακής και βουλγαρικής υπηκοότητας, για τον λόγο ότι αυτή όφειλε ένα ιδιαιτέρως σημαντικό ποσό στο βουλγαρικό Δημόσιο (19). Στο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι ο σκοπός τον οποίο επεδίωκε ο Βούλγαρος νομοθέτης ήταν να εξασφαλισθεί η είσπραξη της φορολογικής οφειλής (20) και ότι το επιβληθέν μέτρο υπηρετούσε τη διαφύλαξη της δημοσίας τάξεως και των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων κατά την έννοια της ΕΣΔΑ (21). Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απεφάνθη κατ’ αυτόν τον τρόπο διότι, κατά το δίκαιο της ΕΣΔΑ και των πρωτοκόλλων της, επίκληση της δημοσίας τάξεως χωρεί, μεταξύ άλλων, για οικονομικούς λόγους (22) και, συνεπώς, διότι το εν λόγω δικαιικό σύστημα δεν προβλέπει περιορισμό ανάλογο προς αυτόν του άρθρου 27, παράγραφος 1, in fine, της οδηγίας 2004/38. Οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η έννομη τάξη της Ένωσης ανέχεται προσβολές του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της είναι, επομένως, πολύ πιο περιορισμένες, ενώ το επίπεδο προστασίας που η έννομη αυτή τάξη προσφέρει είναι υψηλότερο εκείνου που προσφέρει το σύστημα της ΕΣΔΑ.
31. Το άρθρο 27 της οδηγίας 2004/38 απαιτεί αιτιολογίες βασιζόμενες στην επίκληση της δημοσίας τάξεως με σκοπό τη διαφύλαξη «θεµελιώδους συµφέροντος της κοινωνίας» (23), αποκλείοντας μια τέτοια επίκληση «για την εξυπηρέτηση οικονοµικών σκοπών» (24). Το πρόβλημα έγκειται επομένως στην εξακρίβωση του πραγματικού σκοπού της εθνικής νομοθεσίας. Τις μοναδικές ενδείξεις παρέχει συναφώς το αιτούν δικαστήριο το οποίο επισημαίνει, άνευ περαιτέρω διευκρινίσεων, ότι η Δημοκρατία της Βουλγαρίας «λαμβάνει μέτρα ενόψει της εξόφλησης των χρεών προς το Δημόσιο, με σκοπό τη διασφάλιση των εσόδων του προϋπολογισμού, αφού η εξασφάλιση των πόρων αυτών αποτελεί ζήτημα γενικού συμφέροντος» (25). Με το προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο περιορίζεται στην υπόμνηση ότι το μέτρο επιβάλλεται για την εξασφάλιση της εισπράξεως των εσόδων του προϋπολογισμού του κράτους μέλους, πλην όμως αναφέρει ότι, κατά το εθνικό δίκαιο, σκοπός της ικανοποιήσεως των απαιτήσεων του Δημοσίου είναι η «προστασία των δικαιωμάτων άλλων πολιτών». Το φορολογικό χρέος της οφειλέτριας εταιρίας παρουσιάζεται, εξάλλου, ως απειλή «κατά του υψίστου συμφέροντος της κοινωνίας», συμφέροντος το οποίο, ωστόσο, δεν προσδιορίζεται.
32. Δύο είναι οι πιθανές ερμηνείες που προσφέρονται συναφώς.
33. Κατά την πρώτη ερμηνεία, δύναται να γίνει δεκτό ότι η είσπραξη των οφειλόμενων φόρων έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα τον εξαναγκασμό του οφειλέτη σε διευθέτηση του χρέους του. Πρόκειται για προσέγγιση η οποία τείνει να εξομοιώσει το Δημόσιο με οιονδήποτε επιχειρηματία ο οποίος επιδιώκει την είσπραξη ποσού που του οφείλεται. Στην περίπτωση αυτή το Δημόσιο επιδιώκει κυρίως, αν όχι αποκλειστικώς, οικονομικό σκοπό. Αν μοναδικός επιδιωκόμενος σκοπός είναι η εξασφάλιση των εσόδων του Δημοσίου, επίκληση της δημοσίας τάξεως ως δικαιολογητικού λόγου βάσει του άρθρου 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 είναι σαφώς ανεπίτρεπτη (26).
34. Η εναλλακτική θεώρηση του προβλήματος λαμβάνει υπόψη την όλως ιδιαίτερη, εν προκειμένω, φύση του δανειστή και του προορισμού του φόρου. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι στην αιτιολογική βάση της βουλγαρικής νομοθεσίας ενδέχεται να κείνται άλλες, πλην των οικονομικών, σταθμίσεις, καθώς, εξοφλώντας τις φορολογικές του οφειλές, κάθε φορολογούμενος συνειδητοποιεί ότι είναι μέρος ενός συνόλου έναντι του οποίου επιδεικνύει με τον τρόπο αυτόν την αλληλεγγύη του. Η καταβολή του φόρου υπηρετεί, ασφαλώς, κατά βάση τη χρηματοδότηση ορισμένων κρατικών κυριαρχικών λειτουργιών ή υποδομών και, υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσε με ευχέρεια να γίνει δεκτό ότι η είσπραξη του φόρου υπηρετεί οικονομικό σκοπό. Εντούτοις, μια τέτοια προσέγγιση είναι, κατά την άποψή μου, υπεραπλουστευτική διότι το ζήτημα δεν αφορά τη χρηματοδότηση οιωνδήποτε δραστηριοτήτων ή οιωνδήποτε υποδομών. Πέραν της εισπράξεως του φόρου, διακυβεύεται –ή, τουλάχιστον, δύναται να διακυβευθεί–, παραλλήλως με τα θεμέλια της κοινωνικής αλληλεγγύης και το αίσθημα κοινότητας που συνδέει τα μέλη του δεδομένου συνόλου, η βιωσιμότητα των βασικών κρατικών λειτουργιών. Υπό αυτό το πνεύμα πρέπει ίσως να ερμηνευθεί η άποψη που διατυπώνει το αιτούν δικαστήριο, κατά την οποία ο σκοπός που επιδιώκεται με το επίδικο στη διαφορά της κύριας δίκης μέτρο είναι, μεταξύ άλλων, άλλων «η προστασία των δικαιωμάτων των άλλων πολιτών». Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι η –εν τέλει διαδεδομένη– άποψη ότι η λειτουργία του φόρου έγκειται στην εξασφάλιση πόρων υπέρ του κράτους για την ανακατανομή τους με σκοπό της επίτευξη ενός minimum κοινωνικής συνοχής απέχει μακράν μιας αμιγώς οικονομικής λογικής, χαρακτηριζόμενης από την παντί τρόπω επίτευξη του προσωπικού κέρδους.
35. Συνεπώς, κατά την άποψή μου, τα θεμελιώδη συλλογικά συμφέροντα που υπηρετεί η εκ μέρους του Δημοσίου είσπραξη του φόρου δεν μπορούν να συνοψίζονται κατά τρόπο συστηματικό και αυτόματο αποκλειστικώς στην οικονομική τους διάσταση· το Δικαστήριο έχει εξάλλου δεχθεί ότι το γεγονός ότι μια κανονιστική ρύθμιση καθιστά δυνατή την επίτευξη, πέραν των σκοπών που δικαιολογούν παρέκκλιση, και άλλων σκοπών οικονομικής φύσεως, τους οποίους επιδιώκει ενδεχομένως το κράτος μέλος, δεν αποκλείει επίκληση του κατά παρέκκλιση προβλεπόμενου δικαιολογητικού λόγου (27).
36. Απόκειται, εν πάση περιπτώσει, στο κράτος μέλος του οποίου η νομοθεσία ή η κανονιστική ρύθμιση αμφισβητείται να επισημάνει και να εξηγήσει κατά τρόπο ιδιαιτέρως εμπεριστατωμένο τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι η μη είσπραξη των φορολογικών οφειλών θα διακύβευε πράγματι τη δημόσια τάξη του. Συναφώς, χωρίς να είμαι αντίθετος στην αναγνώριση πιθανού δεσμού μεταξύ της εισπράξεως των οφειλόμενων φόρων και της διαφυλάξεως της δημοσίας τάξεως, φρονώ ότι επίκληση της δημοσίας τάξεως χωρεί μόνο σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις οι οποίες προαπαιτούν ιδιαιτέρως λεπτομερή απόδειξη και κατάδειξη, εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους, των λόγων για τους οποίους αυτό εκτιμά ότι η δημόσια τάξη του απειλείται από τη μη είσπραξη οφειλόμενου φόρου, τούτο δε κατά μείζονα λόγο διότι, κατά την άποψή μου, το ύψος της οφειλής λόγω του οποίου δύναται να επιβληθεί μέτρο περιοριστικό της ελεύθερης κυκλοφορίας, καίτοι θεωρούμενο σημαντικό κατά το εθνικό δίκαιο, δεν δύναται κατ’ αρχήν να διακυβεύσει τα θεμελιώδη συμφέροντα για τα οποία έγινε λόγος αμέσως ανωτέρω.
37. Δύο είναι, επομένως, τα συμπεράσματα που μπορούν να αντληθούν από τα προεκτεθέντα. Αφενός, δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να αποκλεισθεί εκ των προτέρων και αδιακρίτως το ενδεχόμενο η είσπραξη των οφειλόμενων φόρων να συνδέεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, με την παρέκκλιση για λόγους δημοσίας τάξεως. Αφετέρου, η απόφανση επί του ζητήματος αν στην υπόθεση της κύριας δίκης χωρεί επίκληση της δημοσίας τάξεως για τη δικαιολόγηση μέτρου συνεπαγόμενου παρέκκλιση από την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης απαιτεί διερεύνηση, εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, της γενικής φιλοσοφίας του εθνικού φορολογικού συστήματος, καθώς και του ειδικού πλαισίου εντός του οποίου επεβλήθη το επίδικο μέτρο. Τέλος, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η αξιολόγηση του συμβατού ή μη του επίδικου μέτρου με το δίκαιο της Ένωσης δεν ολοκληρώνεται με τον προσδιορισμό του προβαλλόμενου δικαιολογητικού λόγου, καθώς το εν λόγω μέτρο πρέπει επιπλέον να πληροί τα λοιπά κριτήρια που προβλέπονται από το άρθρο 27, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38· αυτή ακριβώς η παράμετρος θα αποτελέσει αντικείμενο αναλύσεως κατά την εξέταση του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος.
38. Υπό αυτές τις συνθήκες και δεδομένων των ελλείψεων που παρουσιάζει η δικογραφία, προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου η απάντηση ότι απαγόρευση εξόδου από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επιβάλλεται σε πολίτη του ως διαχειριστή εμπορικής εταιρίας καταχωρισμένης στα μητρώα του κράτους αυτού, λόγω ανεξόφλητης οφειλής της συγκεκριμένης εταιρίας προς το Δημόσιο, δύναται, κατ’ αρχήν, να δικαιολογηθεί με επίκληση λόγου δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, υπό τον όρον ότι η είσπραξη της εν λόγω οφειλής υπηρετεί ύψιστα συμφέροντα μη οικονομικού χαρακτήρα τα οποία διακυβεύονται σε περίπτωση μη εισπράξεως, όρο του οποίου τη συνδρομή καλείται να εξακριβώσει το αιτούν δικαστήριο, εξετάζοντας το πνεύμα που διαπνέει την εθνική νομοθεσία επί της οποίας ερείδεται το εν λόγω μέτρο, καθώς και τις ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες αυτό ελήφθη.
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
39. Με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημά του τα οποία πρέπει να συνεξετασθούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν η επιβληθείσα στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης απαγόρευση εξόδου από τη χώρα πληροί τους όρους του άρθρου 27, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38. Κατά την εν λόγω παράγραφο, δεν αρκεί ο σκοπός που επιδιώκεται με μέτρο περιοριστικό της ελευθερίας κυκλοφορίας πολίτη της Ένωσης να καλύπτεται από δικαιολογητικούς λόγους όπως οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38. Ένα τέτοιο μέτρο πρέπει επιπροσθέτως να συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται στην προσωπική συμπεριφορά του συγκεκριμένου ατόμου, συμπεριφορά η οποία πρέπει να συνιστά πραγµατική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεµελιώδους συµφέροντος της κοινωνίας, στη διαφύλαξη του οποίου σκοπεί το επιβαλλόμενο μέτρο.
40. Όσον αφορά το ζήτημα του σύμφωνου με την αρχή της αναλογικότητας χαρακτήρα του επίδικου μέτρου, ζήτημα επί του οποίου το αιτούν δικαστήριο ζητεί ρητώς από το Δικαστήριο να λάβει θέση, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να εξακριβώνεται ότι ο επιβαλλόμενος με εθνικό μέτρο περιορισμός του δικαιώματος εξόδου από τη χώρα είναι πρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο προς τούτο μέτρο (28). Εν ολίγοις, προκειμένου να πληροί τους όρους του άρθρου 27, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, το επιβληθέν στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης μέτρο πρέπει να είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (29). Εξάλλου, κατά την εξέταση του ανάλογου χαρακτήρα του περιοριστικού μέτρου πρέπει, ομοίως, να λαμβάνεται υπόψη ο συνεπής και συστηματικός χαρακτήρας της κανονιστικής ρυθμίσεως επί της οποίας αυτό βασίζεται (30).
41. Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται η επισήμανση ότι το επίδικο μέτρο επεβλήθη μόνο στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της οφειλέτριας εταιρίας, παρά το γεγονός ότι η ίδια εταιρία αριθμεί συνολικώς τρεις διαχειριστές οι οποίοι, όπως προκύπτει από τις επισημάνσεις του αιτούντος δικαστηρίου σε συνδυασμό με εκείνες του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, έχουν τις ίδιες εξουσίες και εκπροσωπούν την εταιρία «από κοινού και αυτοτελώς». Ομοίως, κατά το αιτούν δικαστήριο, η επιβολή του επίδικου μέτρου ειδικώς στον P. Aladzhov είναι «υποκειμενική και δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα κριτήρια». Εξάλλου, η στέρηση από τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης του δικαιώματός του εξόδου από τη χώρα, τη στιγμή δε που τα έσοδα που αυτός θα μπορούσε να αποκομίσει από την επαγγελματική του δραστηριότητα εξαρτώνται ακριβώς από την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, εμφανίζεται, τρόπον τινά, αντιφάσκουσα προς τον ίδιο τον σκοπό της εισπράξεως των οφειλόμενων φόρων. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι τουλάχιστον εύλογη η διατύπωση επιφυλάξεων περί του συνεπούς και συστηματικού χαρακτήρα της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
42. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, είναι ομοίως αναγκαίο να εξετασθεί αν το ύψος της φορολογικής οφειλής είναι πράγματι σημαντικό. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι το όριο πέραν του οποίου το βουλγαρικό δίκαιο παρέχει στις φορολογικές αρχές το δικαίωμα να ζητήσουν από τις αρχές του Υπουργείου Εσωτερικών την επιβολή μέτρου απαγορεύσεως της εξόδου από τη χώρα είναι 5 000 BGN, ήτοι περί τα 2 500 ευρώ. Επιφυλάξεις δύνανται, ωστόσο, να διατυπωθούν και ως προς το συγκεκριμένο σημείο, καθώς αμφιβάλλω αν όλες οι οφειλές τέτοιου ύψους έναντι του Δημοσίου δύνανται πράγματι να διακυβεύσουν τα θεμελιώδη συμφέροντα μη οικονομικού χαρακτήρα για τα οποία έγινε λόγος στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος· το αντίθετο θα μπορούσε να γίνει δεκτό μόνο σε μια όλως εξαιρετική περίπτωση την οποία το αιτούν δικαστήριο θα έπρεπε, ομοίως, να αξιολογήσει κατά τρόπο ιδιαιτέρως εμπεριστατωμένο.
43. Τέλος, δεν μπορεί ευλόγως να υποστηριχθεί ότι δεν προσφέρονται εναλλακτικά μέτρα εξίσου αποτελεσματικά και, συγχρόνως, λιγότερο περιοριστικά της ελευθερίας κυκλοφορίας. Η διάρκεια ισχύος του επιβληθέντος στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης μέτρου είναι αόριστη, ενώ δεν προβλέπεται η δυνατότητα επανεξετάσεως του μέτρου αυτού όσο η εξόφληση της οφειλής εκκρεμεί ή όσο δεν παρέχεται εγγύηση καλύπτουσα το σύνολο του οφειλόμενου ποσού. Τόσο οι δυνατότητες επανεξετάσεως όσο και οι δυνατότητες προσβολής της επίδικης αποφάσεως εμφανίζονται, κατά το αιτούν δικαστήριο, σχετικώς περιορισμένες, αν όχι ανύπαρκτες. Εξάλλου, οιοδήποτε πλήγμα στην ελευθερία κυκλοφορίας συνεπιφέρει εν δυνάμει προσβολή σειράς θεμελιωδών δικαιωμάτων των οποίων η άσκηση συναρτάται με την ελεύθερη κυκλοφορία. Το δυσμενές μέτρο που επεβλήθη στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης είναι, επομένως, ιδιαιτέρως δεσμευτικό, ενώ η αποτελεσματικότητά του είναι, εν τέλει, σχετική, καθώς, όπως φαίνεται να συμβαίνει στην περίπτωση του P. Aladzhov, το εν λόγω μέτρο συνεπάγεται παρεμπόδιση της εκ μέρους του ασκήσεως της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Όπως ορθώς επισημαίνει ο P. Aladzhov, αντί της απαγορεύσεως, θα μπορούσε να εξετασθεί ως μέτρο η κατάσχεση μισθού. Επιπροσθέτως, πρέπει να ληφθούν ομοίως υπόψη όλοι οι εναλλακτικοί τρόποι δράσεως που προσφέρει το δίκαιο της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει ασφαλώς να ληφθεί υπόψη, όπως ορθώς επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, η δυνατότητα εφαρμογής της διαδικασίας αμοιβαίας συνδρομής στο πεδίο της ικανοποιήσεως απαιτήσεων σχετικών, μεταξύ άλλων, με τον φόρο προστιθέμενης αξίας και τους τελωνειακούς δασμούς (31)– φόρο και δασμούς στους οποίους ανάγεται ακριβώς το χρέος της οφειλέτριας εταιρίας, έναν εκ των διαχειριστών της οποίας αποτελεί και ο P. Aladzhov. H διαδικασία αυτή παρέχει στο βουλγαρικό Δημόσιο το εχέγγυο ότι, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ο P. Aladzhov ασκούσε το δικαίωμά του εξόδου από τη χώρα προκειμένου να εγκατασταθεί επί μακρόν σε άλλο κράτος μέλος, αυτός δεν θα μπορούσε, παρά την εν λόγω μεταβολή, να διαφύγει τις φορολογικές υποχρεώσεις που υπέχει έναντι του βουλγαρικού Δημοσίου Ταμείου.
44. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, πρέπει, κατά την άποψή μου, να γίνει δεκτό ότι εν προκειμένω παρατηρείται δυσανάλογη επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος του ενδιαφερομένου να εξέρχεται από τη χώρα. Είναι επομένως εύλογος ο συλλογισμός ότι, αν υποτεθεί ότι χωρεί επίκληση της δημοσίας τάξεως ως λόγου για τη δικαιολόγηση μέτρου συνεπαγόμενου παρέκκλιση από την ελευθερία κυκλοφορίας πολίτη της Ένωσης, όπως αυτή οργανώνεται με την οδηγία 2004/38, το άρθρο 27, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας αποκλείει ένα τέτοιο μέτρο αποκλειστικώς λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας.
45. Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν συνταχθεί με την πρόταση αυτή και αποφασίσει να προχωρήσει στην εξέταση των κριτηρίων του άρθρου 27, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, επιβάλλεται ομοίως η διαπίστωση ότι το επίδικο μέτρο δεν βασίζεται στην αυστηρώς προσωπική συμπεριφορά του προσφεύγοντος της κύριας δίκης ούτε επεβλήθη λόγω αξιολογήσεως της συμπεριφοράς αυτής ως πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής κατά θεμελιώδους συμφέροντος της βουλγαρικής κοινωνίας. Συγκεκριμένα, από τις κείμενες διατάξεις του εθνικού δικαίου προκύπτει ότι, εφόσον ο αρμόδιος για την εκτέλεση δημόσιος υπάλληλος ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές του Υπουργείου Εσωτερικών να επιβάλουν το μέτρο της απαγορεύσεως εξόδου από τη χώρα, οι εν λόγω αρχές υποχρεούνται να το πράξουν. Πρόκειται, εν ολίγοις, για περίπτωση δέσμιας αρμοδιότητας. Αρκεί το γεγονός ότι, με το έγγραφο της σχετικής αιτήσεώς του, ο αρμόδιος για την εκτέλεση υπάλληλος αναφέρεται στην ύπαρξη φορολογικής οφειλής ύψους μεγαλύτερου των 5 000 BGN, στην κίνηση της διαδικασίας εκτελέσεως, στην ταυτοποίηση της οφειλέτριας εταιρίας και στον διαχειριστή που είναι αποδέκτης της αποφάσεως εξόδου από τη χώρα. Συνεπώς, βάση της αιτήσεως του αρμόδιου για την εκτέλεση υπαλλήλου δεν αποτέλεσε η προσωπική συμπεριφορά του P. Aladzhov. Ο εν λόγω υπάλληλος δεν απέδειξε, επομένως, ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά συνιστούσε πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή. Ομοίως, δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η ιδιότητα του οφειλέτη φορολογικής οφειλής ύψους μεγαλύτερου των 5 000 BGN αρκεί για τη στοιχειοθέτηση τέτοιας απειλής, καθώς το άρθρο 27, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2004/38 ορίζει κατά τρόπο απολύτως σαφή ότι η απειλή πρέπει να συνίσταται στην προσωπική συμπεριφορά του ατόμου και όχι σε απλή κατάσταση πραγμάτων. Από τη δικογραφία προκύπτει, εξάλλου, ότι η επίδικη απόφαση στερείται οιασδήποτε αναφοράς σε υποκειμενικά και ενεστώτα στοιχεία αντλούμενα από την προσωπική συμπεριφορά του προσφεύγοντος της κύριας δίκης (όπως, επί παραδείγματι, η ιδιότητά του ως υποτρόπου σοβαρής απάτης ή η δόλια περιαγωγή του σε κατάσταση αφερεγγυότητας) ικανά να δικαιολογήσουν ενδεχομένως την επιβολή του επίδικου μέτρου ειδικώς σε αυτόν.
46. Υπό αυτές τις συνθήκες, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 27, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 αποκλείει εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπουσα την επιβολή, εκ μέρους κράτους μέλους, αναγκαστικού διοικητικού μέτρου «απαγορεύσεως εξόδου από τη χώρα» σε πολίτη του υπό την ιδιότητα αυτού ως διαχειριστή εμπορικής εταιρίας καταχωρισμένης στα μητρώα του συγκεκριμένου κράτους, λόγω ανεξόφλητης οφειλής της εταιρίας αυτής προς το Δημόσιο, αφ’ ης στιγμής από τη δικογραφία προκύπτει, αφενός, ότι πρόκειται για απόφαση αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας και, αφετέρου, ότι το εν λόγω μέτρο δεν βασίζεται σε αξιολόγηση της προσωπικής συμπεριφοράς του ατόμου ως συνιστώσας πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής.
V – Πρόταση
47. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα υποβληθέντα από το Administrativen sad Sofia-grad προδικαστικά ερωτήματα τις ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Μέτρο απαγορεύσεως εξόδου από κράτος μέλος της Ένωσης το οποίο επιβάλλεται σε πολίτη του κράτους αυτού, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή εμπορικής εταιρίας καταχωρισμένης στα μητρώα του εν λόγω κράτους, λόγω ανεξόφλητης οφειλής της συγκεκριμένης εταιρίας προς το Δημόσιο, δύναται, κατ’ αρχήν, να δικαιολογηθεί με επίκληση λόγου δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ, υπό τον όρον ότι η είσπραξη της εν λόγω οφειλής υπηρετεί ύψιστα συμφέροντα μη οικονομικού χαρακτήρα τα οποία, σε αντίθετη περίπτωση, διακυβεύονται, όρο του οποίου τη συνδρομή καλείται να εξακριβώσει το αιτούν δικαστήριο, εξετάζοντας την αιτιολογική βάση της εθνικής νομοθεσίας επί της οποίας ερείδεται το εν λόγω μέτρο, καθώς και τις ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες αυτό ελήφθη.
2) Το άρθρο 27, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 αποκλείει εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπουσα την επιβολή, εκ μέρους κράτους μέλους, αναγκαστικού διοικητικού μέτρου «απαγορεύσεως εξόδου από τη χώρα» σε πολίτη του, υπό την ιδιότητa αυτού ως διαχειριστή εμπορικής εταιρίας καταχωρισμένης στα μητρώα του εν λόγω κράτους μέλους, λόγω ανεξόφλητης και, κατά το εθνικό δίκαιο, σημαντικού ύψους οφειλής της συγκεκριμένης εταιρίας προς το Δημόσιο, αφ’ ης στιγμής από τη δικογραφία προκύπτει, αφενός, ότι πρόκειται για απόφαση αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας και, αφετέρου, ότι το εν λόγω μέτρο δεν βασίζεται σε αξιολόγηση της προσωπικής συμπεριφοράς του ατόμου ως συνιστώσας πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – EE L 158, σ. 77.
3 – DV [Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας] αριθ. 93, της 11ης Αυγούστου 1998· ο εν λόγω νόμος τροποποιήθηκε το 2006 (DV αριθ. 105 του 2006).
4 – DV αριθ. 105 της 29ης Δεκεμβρίου 2005· ο εν λόγω κώδικας τροποποιήθηκε το 2010 (DV αριθ. 15 της 23ης Φεβρουαρίου 2010).
5 – Απόφαση της 10ής Ιουλίου 2008, C-33/07 (Συλλογή 2008, σ. I-5157).
6 – Όπ.π., σκέψεις 17 και 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
7 – Όπ.π., σκέψη 19.
8 – Όπ.π., σκέψη 20.
9 – Όπ.π., σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
10 – Όπ.π., σκέψη 22.
11 – Όπ.π., σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
12 – Όπ.π.
13 – Όπ.π., σκέψη 24.
14 – Όπ.π., σκέψη 25.
15 – Ανάλογο είναι και το πνεύμα του άρθρου 4, παράγραφος [3], της οδηγίας 2004/38, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την αρχική υποχρέωση να εκδίδουν ή να ανανεώνουν, συμφώνως προς τις εθνικές τους νομοθεσίες, τα έγγραφα ταυτότητας των πολιτών τους. Η εν λόγω έκδοση ή ανανέωση αποτελεί και την προσήκουσα προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος εξόδου από τη χώρα.
16 – Βλ. σημείο 20 των παρουσών προτάσεων.
17 – ΕΔΔΑ, απόφαση Riener κατά Βουλγαρίας της 23ης Αυγούστου 2006, προσφυγή αριθ. 46343/99.
18 – Το εν λόγω άρθρο καθιερώνει την ελευθερία κυκλοφορίας (άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2) και ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύναται αυτή να περιορισθεί (άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 4) κατά την έννοια της ΕΣΔΑ. Η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι περιορισμοί στην ελευθερία κυκλοφορίας δύνανται να επιβληθούν για λόγους δημοσίας τάξεως.
19 – Μολονότι ο ακριβής προσδιορισμός του ύψους της οφειλής δεν κατέστη δυνατός κατά τη διαδικασία ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. απόφαση Riener κατά Βουλγαρίας, § 118), επρόκειτο εν πάση περίπτωση για οφειλή που άγγιζε το ένα εκατομμύριο δολάρια Η.Π.Α. (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Riener κατά Βουλγαρίας, § [13]).
20 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Riener κατά Βουλγαρίας (§ 114).
21 – Όπ.π. (§ 116).
22 – Ορισμένα δε άρθρα κάνουν ρητή αναφορά στην οικονομική ευημερία των κρατών ως σκοπό ικανό να δικαιολογήσει τη λήψη μέτρων περιοριστικών των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται με την ΕΣΔΑ: βλ., επί παραδείγματι, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ.
23 – Άρθρο 27, παράγραφος 2, [δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος], της οδηγίας 2004/38.
24 – Άρθρο 27, παράγραφος 1, τελευταία περίοδος, της οδηγίας 2004/38.
25 – Βλ. σημείο 1.4 της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Η υπογράμμιση δική μου.
26 – Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι σκοποί οικονομικής φύσεως, όπως είναι η εξασφάλιση, υπέρ εγχωρίου δημοσίου ιδρύματος, του συνόλου των εσόδων που προέρχονται από διαφημιστικά μηνύματα, δεν μπορούν να συνιστούν λόγους δημοσίας τάξεως κατά την έννοια της Συνθήκης: βλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, 352/85, Bond van Adverteerders κ.λπ. (Συλλογή 1988, σ. 2085, σκέψη 34). Mutatis mutandis, μια τέτοια λύση θα μπορούσε προφανώς να εφαρμοσθεί και στην υπό κρίση υπόθεση.
27 – Βλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 1984, 72/83, Campus Oil κ.λπ. (Συλλογή 1984, σ. 2727). Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε την ύπαρξη μέτρου με αποτέλεσμα ισοδύναμο προς ποσοτικό περιορισμό το οποίο αφορούσε, ειδικότερα, προϊόντα πετρελαίου, έκρινε ότι προϊόντα αυτά ήταν, λαμβανομένης υπόψη «της εξαιρετικής σπουδαιότητάς τους ως πηγής ενεργείας για την [...] οικονομία», «θεμελιώδους σημασίας για την ύπαρξη των κρατών», «δεδομένου ότι από αυτά [εξηρτώντο] όχι μόνο η λειτουργία της οικονομίας τους, αλλά προπαντός οι θεσμοί και οι θεμελιώδεις δημόσιες υπηρεσίες και αυτή ακόμη η επιβίωση του πληθυσμού τους» (όπ.π., σκέψη 34). Ο σκοπός εξασφαλίσεως, ανά πάσα στιγμή, στοιχειώδους εφοδιασμού σε προϊόντα πετρελαίου έβαινε, συνεπώς, πέρα από σταθμίσεις αμιγώς οικονομικής φύσεως, οι οποίες δεν ηδύναντο, εξάλλου, να αποτελέσουν αντικείμενο λυσιτελούς επικλήσεως, και μπορούσε, συνεπώς, να θεωρηθεί σκοπός καλυπτόμενος από την έννοια της δημοσίας ασφαλείας (όπ.π., σκέψη 35). Το Δικαστήριο προσέθεσε, ως εκ τούτου, ότι η προς τον σκοπό αυτόν εκδοθείσα κανονιστική ρύθμιση έπρεπε να δικαιολογείται από αντικειμενικές περιστάσεις και ότι, εφόσον τούτο απεδεικνύετο, το γεγονός ότι η κανονιστική ρύθμιση καθιστούσε δυνατή την επίτευξη, πέραν των σκοπών που άπτονταν της δημοσίας ασφαλείας, και άλλων σκοπών οικονομικής φύσεως, τους οποίους επεδίωκε ενδεχομένως το κράτος μέλος, δεν απέκλειε την επίκληση της δημοσίας ασφαλείας (όπ.π., σκέψη 36). Μολονότι εκδοθείσα εντός πολύ διαφορετικού πλαισίου, η εν λόγω απόφαση δύναται, mutatis mutandis, να τύχει εφαρμογής επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης και επί της παρεκκλίσεως που αντλείται από λόγους δημοσίας τάξεως.
28 – Προπαρατεθείσα απόφαση Jipa (σκέψη 29).
29 – Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑413/99, Baumbast και R (Συλλογή 2002, σ. I‑7091, σκέψη 91).
30 – Βλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2003, C‑243/01, Gambelli κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑13031, σκέψη 67), και προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 3ης Ιουνίου 2010, C‑203/08, Sporting Exchange (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 69 επ. των προτάσεων).
31 – Βλ. άρθρο 2, στοιχεία γ΄, δ΄ και ε΄, της οδηγίας 2008/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2008, για την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με ορισμένες εισφορές, δασμούς, φόρους και άλλα μέτρα (κωδικοποιημένη έκδοση) (ΕΕ L 150, σ. 28). Βλ., επίσης, τον κανονισμό (ΕΚ) 1179/2008 της Επιτροπής, της 28ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2008/55 (ΕΕ L 319, σ. 21).
Full & Egal Universal Law Academy