ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 30ής Ιουνίου 2011 (1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑463/10 P και C‑475/10 P
Deutsche Post AG (C‑463/10 P),
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (C‑475/10 P)
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αιτήσεις αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Μέτρα των γερμανικών αρχών υπέρ της Deutsche Post AG – Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 – Άρθρο10, παράγραφος 3 – Άρθρο 230 ΕΚ – Παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως κατά αποφάσεως με την οποία διατάχθηκε η παροχή πληροφοριών – Έννοια της “δεκτικής προσφυγής πράξεως” – Αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Ενεργητική νομιμοποίηση της Deutsche Post AG»
1. Στο πλαίσιο των υπό κρίση υποθέσεων το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει αν η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την οποία αυτή απαιτεί από κράτος μέλος την παροχή πληροφοριών σχετικά με ενίσχυση φερόμενη ως παρανόμως χορηγηθείσα συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής.
2. Με τις αιτήσεις τους αναιρέσεως, η Deutsche Post AG (2) και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητούν την αναίρεση των διατάξεων του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 14ης Ιουλίου 2010, T‑570/08, Deutsche Post κατά Επιτροπής, και T‑571/08, Γερμανία κατά Επιτροπής (3). Με τις διατάξεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτες τις προσφυγές τους με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή απαίτησε, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 (4), από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας την παροχή πληροφοριών σχετικά με τα έσοδα και τα έξοδα της Deutsche Post όσον αφορά το διάστημα μεταξύ των ετών 1989 και 2007 (5).
3. Με τις παρούσες προτάσεις θα προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, να αναιρέσει τις αναιρεσιβαλλόμενες διατάξεις και να αποφανθεί οριστικώς ως προς το παραδεκτό της προσφυγής.
4. Συγκεκριμένα, θα υποστηρίξω ότι, μολονότι η διαταγή παροχής πληροφοριών έχει προπαρασκευαστικό χαρακτήρα, εντούτοις η πράξη αυτή συνιστά το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας έρευνας που κίνησε η Επιτροπή και παράγει έννομα αποτελέσματα δεσμευτικά και άμεσα έναντι του οικείου κράτους μέλους. Ως εκ τούτου θα εκθέσω ότι η εν λόγω πράξη πρέπει να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται αποτελεσματική δικαστική προστασία στο εν λόγω κράτος και τούτο σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
I – Το νομικό πλαίσιο της Ένωσης
5. Με τον κανονισμό κωδικοποιήθηκε η πρακτική ασκήσεως των εξουσιών που η Συνθήκη ΕΚ απονέμει στην Επιτροπή. Ο κανονισμός θέτει ακριβείς κανόνες οι οποίοι συνάδουν προς τη νομολογία του Δικαστηρίου (6).
6. Όταν κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή ένα σχέδιο για τη χορήγηση νέας ενίσχυσης, το κράτος αυτό υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού να παράσχει «όλες τις αναγκαίες πληροφορίες που θα επιτρέψουν στην Επιτροπή να λάβει απόφαση σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 7 [του κανονισμού]».
7. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«1. Εφόσον η Επιτροπή θεωρήσει ότι οι πληροφορίες που υπέβαλε το οικείο κράτος μέλος σχετικά με μέτρο που κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 είναι ελλιπείς, ζητάει όλες τις αναγκαίες συμπληρωματικές πληροφορίες. Όταν το κράτος μέλος απαντήσει στο αίτημα αυτό, η Επιτροπή το ενημερώνει ότι έλαβε την απάντηση.
2. Εφόσον το οικείο κράτος μέλος δεν παρέχει τις ζητούμενες πληροφορίες εντός της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή ή τις παρέχει κατά τρόπο ελλιπή, η Επιτροπή προβαίνει σε υπόμνηση, και τάσσει μια πρόσθετη εύλογη προθεσμία για την υποβολή των πληροφοριών.»
8. Τα άρθρα 10 έως 13 του κανονισμού εντάσσονται στο κεφάλαιο III, με τίτλο «Διαδικασία σχετικά με τις παράνομες ενισχύσεις».
9. Το άρθρο 10 του κανονισμού έχει ως εξής:
«1. Εφόσον η Επιτροπή έχει στην κατοχή της πληροφορίες από τις οποίες απορρέει ότι υπήρξαν παράνομες ενισχύσεις, ανεξαρτήτως της πηγής τους, εξετάζει αμελλητί τις πληροφορίες αυτές.
2. Εν ανάγκη, ζητάει πληροφορίες από το οικείο κράτος μέλος. Εφαρμόζονται το άρθρο 2, παράγραφος 2, και το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, mutatis mutandis.
3. Στις περιπτώσεις όπου, παρά την υπόμνηση σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, το οικείο κράτος μέλος δεν παρέχει τις ζητούμενες πληροφορίες εντός της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή ή παρέχει ελλιπείς πληροφορίες, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση με την οποία απαιτεί την παροχή των πληροφοριών αυτών […].Στην απόφαση αυτή, ορίζεται ποιες πληροφορίες ζητούνται και τάσσεται κατάλληλη προθεσμία για την υποβολή τους.»
10. Δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού, η Επιτροπή μπορεί, αφού δώσει στο οικείο κράτος μέλος τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, να εκδώσει απόφαση, με την οποία απαιτεί από το κράτος μέλος να αναστείλει κάθε παράνομη ενίσχυση ή να προβεί σε προσωρινή ανάκτησή της έως ότου η Επιτροπή λάβει απόφαση για το συμβατό της ενίσχυσης με την κοινή αγορά.
11. Το άρθρο 12 του κανονισμού ορίζει:
«Εάν το κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με διαταγή αναστολής ή προσωρινής ανάκτησης της ενίσχυσης, η Επιτροπή δύναται, παράλληλα με τη διεξαγωγή έρευνας επί της ουσίας της υπόθεσης βάσει των πληροφοριών που διαθέτει, να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο […] και να ζητήσει δήλωση περί του ότι η εν λόγω μη συμμόρφωση αποτελεί παράβαση της Συνθήκης.»
12. Τέλος, το άρθρο 13, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Μετά την εξέταση της ενδεχομένης ύπαρξης παρανόμων ενισχύσεων, εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφοι 2, 3 ή 4. Στην περίπτωση αποφάσεως για κίνηση επίσημης διαδικασίας έρευνας, η διαδικασία περατώνεται με απόφαση βάσει του άρθρου 7. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του κράτους μέλους με διαταγή παροχής πληροφοριών, η απόφαση αυτή λαμβάνεται με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες.»
II – Το ιστορικό των υπό κρίση υποθέσεων
13. Κατόπιν καταγγελιών που κατέθεσαν ιδιώτες επιχειρηματίες, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι τιμές της Deutsche Post για τις υπηρεσίες της μεταφοράς δεμάτων από πόρτα σε πόρτα υπολείπονταν του ειδικού εκ της παρεχομένης υπηρεσίας πρόσθετου κόστους και ότι η εν λόγω επιθετική πολιτική παροχής εκπτώσεων δεν ενέπιπτε στην υποχρέωση της επιχειρήσεως για παροχή καθολικής υπηρεσίας.
14. Με απόφαση της 19ης Ιουνίου 2002 (7), η Επιτροπή έκρινε ότι οι ζημίες ύψους 572 εκατομμυρίων ευρώ, που προέκυψαν από την πολιτική αυτή, συνιστούσαν ασύμβατη προς την κοινή αγορά κρατική ενίσχυση και διέταξε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να απαιτήσει από την Deutsche Post την επιστροφή της ενισχύσεως.
15. Εν συνεχεία, η Επιτροπή έλαβε περαιτέρω καταγγελίες από ιδιώτες ανταγωνιστές, με τις οποίες αυτοί προέβαλαν ότι η Deutsche Post αποκόμισε χρηματοοικονομικά οφέλη σημαντικά υψηλότερα από αυτά που αναφέρονταν στην απόφαση 2002/753. Η Επιτροπή θεώρησε απαραίτητο να αντιμετωπίσει το σύνολο των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που προέκυψαν από τη χορήγηση κρατικών πόρων στην Deutsche Post διά της κινήσεως, στις 12 Σεπτεμβρίου 2007, νέας επίσημης διαδικασίας έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ (8).
16. Με απόφαση της 1ης Ιουλίου 2008 (9), το Πρωτοδικείο [νυν Γενικό Δικαστήριο] ακύρωσε την απόφαση 2002/753, κρίνοντας ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ κατά την εκ μέρους της εξέταση της συμβατότητας της επίμαχης ενισχύσεως με την κοινή αγορά.
17. Στις 17 Ιουλίου 2008, η Επιτροπή διαβίβασε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αίτηση παροχής πληροφοριών η οποία περιλάμβανε ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με τα έσοδα και τα έξοδα της Deutsche Post όσον αφορά το διάστημα μεταξύ των ετών 1989 και 2007. Στις 12 και 21 Αυγούστου 2008, η Επιτροπή απέστειλε έγγραφο οχλήσεως με το οποίο ζήτησε εκ νέου από το οικείο κράτος μέλος να της παράσχει τις ζητηθείσες πληροφορίες (10).
18. Με απαντήσεις της 5ης Αυγούστου, της 14ης Αυγούστου και της 29ης Σεπτεμβρίου 2008, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επανέλαβε την άρνησή της να διαβιβάσει τα στοιχεία που αφορούσαν τα προϊόντα και τα βάρη της Deutsche Post για το μετά το 1995 διάστημα, υποστηρίζοντας ότι η έρευνα της Επιτροπής έπρεπε να περιοριστεί στο διάστημα μεταξύ των ετών 1989 και 1994 και ότι η απάντηση στο εν λόγω ερωτηματολόγιο απαιτούσε δυσανάλογη επένδυση σε χρόνο και εργασία.
19. Με έγγραφο της 30ής Οκτωβρίου 2008, η Επιτροπή ζήτησε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού, να παράσχει, εντός 20 ημερών, όλες τις πληροφορίες που ήταν αναγκαίες για την απάντηση στο εν λόγω ερωτηματολόγιο. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, αν, παρά τη διαταγή αυτή, οι γερμανικές αρχές δεν υπέβαλαν τις ζητηθείσες πληροφορίες εντός της ταχθείσας προθεσμίας, θα ελάμβανε απόφαση με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού.
20. Με απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2010 (11), το Δικαστήριο επικύρωσε, κατ’ αναίρεση, την ακύρωση της αποφάσεως 2002/753.
III – Η ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία και οι αναιρεσιβαλλόμενες διατάξεις
21. Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του νυν Γενικού Δικαστηρίου στις 22 Δεκεμβρίου 2008, η Deutsche Post (υπόθεση T‑570/08) και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (υπόθεση T‑571/08) άσκησαν προσφυγές ακυρώσεως κατά της επίδικης πράξεως.
22. Με χωριστά δικόγραφα, που κατέθεσε στη Γραμματεία του νυν Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Μαρτίου 2009, η Επιτροπή υπέβαλε σε καθεμιά από τις ανωτέρω υποθέσεις ένσταση απαραδέκτου, βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
23. Το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε την ένσταση αυτή και αποφάνθηκε ότι η επίδικη πράξη δεν συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής κατά την έννοια της νομολογίας.
24. Το Γενικό Δικαστήριο (12), καταρχάς, υπενθύμισε τις αρχές που το Δικαστήριο διατύπωσε με τις αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής (13), και της 17ης Ιουλίου 2008, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής (14). Αφενός, επισήμανε ότι, για να καθοριστεί αν μια πράξη συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής, κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, σημασία έχει η ουσία και όχι ο τύπος της πράξεως. Αφετέρου, διευκρίνισε ότι μόνον τα μέτρα που καθορίζουν οριστικά τη θέση της Επιτροπής και παράγουν έννομα αποτελέσματα συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής. Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αν η επίδικη πράξη συνιστά, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, ενδιάμεσο μέτρο που αποσκοπεί στην προετοιμασία της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής και στερείται εννόμων αποτελεσμάτων.
25. Όσον αφορά τα αποτελέσματα της επίδικης πράξεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν θεσπίζει καμία κύρωση κατά του κράτους μέλους για την περίπτωση μη συμμορφώσεώς του με τη διαταγή της Επιτροπής (15). Ως προς το σημείο αυτό η επίδικη πράξη διακρίνεται από τις διαταγές αναστολής ή προσωρινής ανάκτησης των ενισχύσεων που η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του κράτους μέλους με κάποια από τις διαταγές αυτές, το άρθρο 12 του κανονισμού παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο προκειμένου αυτό να διαπιστώσει παράβαση της Συνθήκης.
26. Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η επίδικη πράξη συνιστά ενδιάμεσο μέτρο που αποσκοπεί στην προετοιμασία της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής (16). Η πράξη αυτή εγγυάται την τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, καθόσον παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να συγκεντρώσει τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτίμηση της συμβατότητας της ενισχύσεως με την κοινή αγορά, αλλά δεν προδικάζει την τελική απόφαση της Επιτροπής, δεδομένου ότι η Επιτροπή μπορεί ακόμη, στο στάδιο αυτό, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται κρατική ενίσχυση ή ότι η ενίσχυση είναι συμβατή ή ασύμβατη προς την κοινή αγορά.
27. Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα των νυν αναιρεσειουσών περί ανάγκης παραλληλισμού μεταξύ της επίδικης πράξεως και της αποφάσεως της Επιτροπής για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας της ενισχύσεως (17). Οι νυν αναιρεσείουσες, παραπέμποντας στη νομολογία περί του παραδεκτού των προσφυγών που ασκούνται κατά τέτοιας αποφάσεως, υποστήριξαν ότι η απόφαση αυτή, παρά τον προσωρινό της χαρακτήρα, θεωρείται ως πράξη δεκτική προσφυγής (18). Το Γενικό Δικαστήριο αρνήθηκε να προβεί σε έναν τέτοιο παραλληλισμό με την αιτιολογία ότι τα αποτελέσματα της εν λόγω αποφάσεως δεν είναι συγκρίσιμα με εκείνα της επίδικης πράξεως.
28. Όσον αφορά τα συγκεκριμένα έννομα αποτελέσματα της επίδικης πράξεως επί της καταστάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η πράξη αυτή δεν περατώνει την επίσημη διαδικασία έρευνας (19). Μόνον η άρνηση του κράτους μέλους να απαντήσει στη διαταγή που του απηύθυνε η Επιτροπή επιτρέπει στην Επιτροπή να περατώσει την εν λόγω διαδικασία.
29. Όσον αφορά την προβαλλόμενη χειροτέρευση της διαδικαστικής κατάστασης της Deutsche Post και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σε περίπτωση μη τηρήσεως της επίδικης πράξεως, το Γενικό Δικαστήριο, με τη σκέψη 42 των αναιρεσιβαλλομένων διατάξεων, επισήμανε ότι η άρνηση των γερμανικών αρχών να παράσχουν στην Επιτροπή τις ζητηθείσες με την επίδικη πράξη πληροφορίες και όχι η καθαυτό επίδικη πράξη είναι αυτή που μπορεί να στερήσει τους οικείους ενδιαφερομένους από τη δυνατότητα να καταγγείλουν τον ελλιπή χαρακτήρα των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται η τελική απόφαση. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, σε περίπτωση που οι γερμανικές αρχές φρονούν ότι οι ζητηθείσες από την Επιτροπή πληροφορίες δεν είναι αναγκαίες προς απόδειξη των πραγματικών περιστατικών ή ότι οι έρευνες που ζητήθηκε να διεξαχθούν είναι υπερβολικά επαχθείς σε σχέση με το αναμενόμενο αποτέλεσμα, μπορούν να επιλέξουν να αγνοήσουν τη διαταγή που τους απευθύνθηκε.
30. Εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο, με τη σκέψη 43 των αναιρεσιβαλλομένων διατάξεων, υπενθύμισε ότι η επίδικη πράξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αίρουσα την υποχρέωση της Επιτροπής για επαρκή τεκμηρίωση της τελικής αποφάσεώς της και ως απαγορεύουσα στην Deutsche Post και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να προβούν σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται η εν λόγω απόφαση.
31. Όσον αφορά τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι τα δικαιώματα αυτά διασφαλίστηκαν με τη δυνατότητα που παρέχεται, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, για αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλέστηκε η Επιτροπή καθώς και ότι εξακολουθούν να διασφαλίζονται με τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά της τελικής αποφάσεως.
32. Το Γενικό Δικαστήριο, με τη σκέψη 46 της προπαρατεθείσας διατάξεως Deutsche Post κατά Επιτροπής και με τη σκέψη 45 της προπαρατεθείσας διατάξεως Γερμανία κατά Επιτροπής, κατέληξε ότι η επίδικη πράξη δεν συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ.
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
33. Στην υπόθεση C‑463/10 P, η Deutsche Post ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την προπαρατεθείσα διάταξη Deutsche Post κατά Επιτροπής και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
34. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Deutsche Post στα δικαστικά έξοδα.
35. Στην υπόθεση C‑475/10 P, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την προπαρατεθείσα διάταξη Γερμανία κατά Επιτροπής και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
36. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
37. Με διάταξη της 15ης Δεκεμβρίου 2010, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε την ένωση των υποθέσεων C‑463/10 P και C‑475/10 P προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως.
V – Επί των αναιρέσεων
Επιχειρήματα των διαδίκων
38. Η Deutsche Post και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζουν ότι οι αναιρεσιβαλλόμενες διατάξεις ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο δεν χαρακτήρισε την επίδικη πράξη ως πράξη δεκτική προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ. Υποστηρίζουν ότι, αντίθετα προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, η διαταγή παροχής πληροφοριών του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα και, επομένως, συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ.
39. Προς στήριξη των αιτήσεών τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν πέντε λόγους. Οι τρεις πρώτοι λόγοι αντλούνται από παράβαση, αντιστοίχως, του άρθρου 249 ΕΚ, της νομολογίας του Δικαστηρίου περί της φύσεως των δεκτικών προσφυγής πράξεων και των εννόμων συνεπειών της επίδικης πράξεως. Ο τέταρτος λόγος αντλείται από παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και ο πέμπτος λόγος αντλείται από παράβαση της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής.
1. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 249 ΕΚ
40. Η Deutsche Post και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζουν ότι το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού παρέχει ρητώς στην Επιτροπή την εξουσία εκδόσεως τυπικής αποφάσεως. Κατά το άρθρο 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, μια τέτοια απόφαση είναι δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της για τα πρόσωπα που ορίζει.
41. Η Deutsche Post και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναφέρονται επίσης στην αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 10 ΕΚ καθώς και από την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, προκειμένου να αποδείξουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα της επίδικης πράξεως. Το κράτος μέλος που δεν συμμορφώνεται προς την υποχρέωση που επιβάλλει η επίδικη πράξη παραβιάζει τη Συνθήκη και, συνακόλουθα, διατρέχει τον κίνδυνο να κινηθεί κατ’ αυτού διαδικασία λόγω παραβάσεως.
42. Ο δεσμευτικός χαρακτήρας της επίδικης πράξεως επηρεάζει και την Deutsche Post ως δικαιούχο της ενισχύσεως. Συγκεκριμένα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θα έπρεπε, κατ’ ανάγκη, να εξασφαλίσει τη συνεργασία της εν λόγω επιχειρήσεως, προκειμένου να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή της. Επιπλέον, η οικεία επιχείρηση είναι η μόνη που διαθέτει τις ζητηθείσες πληροφορίες.
43. Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, κατά τη νομολογία, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ορισμένη πράξη μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, πρέπει να εξετασθεί όχι ο τύπος της πράξεως, αλλά η ουσία της. Μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ (20). Εντούτοις, απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ δεν πληροί αυτομάτως το εν λόγω κριτήριο (21).
2. Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από παράβαση της νομολογίας σχετικά με τη φύση των δεκτικών προσφυγής πράξεων
44. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβητεί την εφαρμογή εν προκειμένω της αρχής που καθιερώθηκε με την προπαρατεθείσα απόφαση IBM κατά Επιτροπής (22), κατά την οποία συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής μόνον το μέτρο το οποίο καθορίζει οριστικώς τη θέση του θεσμικού οργάνου κατά το πέρας ορισμένης διαδικασίας, αποκλειομένων των ενδιάμεσων μέτρων. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, παραπέμποντας στη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι μια τέτοια αρχή δεν μπορεί να μεταφερθεί στο πεδίο των κρατικών ενισχύσεων.
45. Η Deutsche Post υπογραμμίζει ότι ο προσωρινός χαρακτήρας των διαταγών παροχής πληροφοριών και των διαταγών αναστολής δεν σημαίνει ότι οι πράξεις αυτές δεν παράγουν κανένα έννομο αποτέλεσμα (23). Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι διαταγές αναστολής συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής (24).
46. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι δεν είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής κατά των πράξεων που δεν καθορίζουν οριστικώς τη θέση της αλλά κατατείνουν απλώς στην προετοιμασία της τελικής αποφάσεώς της. Κατά την Επιτροπή, αν η άσκηση προσφυγής κατά των προπαρασκευαστικών πράξεων ήταν δυνατή, ο δικαιούχος ενισχύσεως θα μπορούσε να καθυστερήσει σημαντικά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων προσβάλλοντας συστηματικά ενώπιον των δικαστηρίων κάθε προπαρασκευαστική πράξη. Επιπροσθέτως, δεδομένου ότι οι προπαρασκευαστικές πράξεις δεν εκφράζουν οριστική θέση της Επιτροπής, ο δικαστής της Ένωσης θα έπρεπε ενδεχομένως να προδικάσει το περιεχόμενο της τελικής αποφάσεως, προκειμένου να μπορέσει να αποφανθεί επί της νομιμότητας προπαρασκευαστικής πράξεως. Τέλος, είναι δυνατή η επίκληση των ενδεχόμενων παρανομιών που βαρύνουν τις προπαρασκευαστικές πράξεις στο πλαίσιο των λόγων που προβάλλονται προς στήριξη προσφυγής η οποία στρέφεται κατά της τελικής πράξεως της οποίας αποτελούν προπαρασκευαστικό στάδιο (25).
47. Οι αρχές που καθιερώθηκαν με την προπαρατεθείσα απόφαση IBM κατά Επιτροπής εφαρμόζονται από τον δικαστή της Ένωσης όχι μόνο στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, αλλά και σε μια σειρά άλλων τομέων. Εξάλλου, από τη νομολογία που αφορά την κίνηση διαδικασίας έρευνας στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων επιβεβαιώνεται ότι προσφυγές ακυρώσεως κατά των προπαρασκευαστικών πράξεων είναι, καταρχήν, απαράδεκτες. Μόνο σε περίπτωση που η απόφαση περί κινήσεως επίσημης διαδικασίας έρευνας παράγει ευθέως έννομα αποτελέσματα, διαφορετικά από αυτά της τελικής αποφάσεως, μπορεί η προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής να θεωρηθεί παραδεκτή.
3. Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από μη ορθή εκτίμηση των εννόμων αποτελεσμάτων της διαταγής παροχής πληροφοριών
48. Η Deutsche Post και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζουν ότι, αντίθετα προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο (26), η διαταγή παροχής πληροφοριών του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα έναντι του οικείου κράτους μέλους και της οικείας επιχειρήσεως. Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μια τέτοια απόφαση περατώνει τη διοικητική διαδικασία στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, στο μέτρο που αίρει την υποχρέωση της Επιτροπής να αποδείξει, με δική της ευθύνη, τα πραγματικά περιστατικά. Σε περίπτωση που το κράτος μέλος δεν απαντήσει, η εν λόγω διαταγή επιτρέπει στην Επιτροπή να εκδώσει την απόφασή της με βάση τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον φάκελο. Το γεγονός αυτό διακόπτει την εξέλιξη της διαδικασίας, δεδομένου ότι δημιουργεί ένα επίσημο στάδιο του οποίου το χρονοδιάγραμμα και το περιεχόμενο καθορίζονται απευθείας από την Επιτροπή.
49. Οι αναιρεσείουσες προσθέτουν ότι η μη συμμόρφωση με τη διαταγή καθιστά λιγότερο επαχθές το βάρος αποδείξεως που φέρει η Επιτροπή, ενώ τις εμποδίζει να επικαλεστούν, στο πλαίσιο μεταγενέστερης προσφυγής, την ανεπάρκεια της τελικής αποφάσεως από την άποψη των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται. Επιπροσθέτως, οι αναιρεσείουσες υπογραμμίζουν ότι η προσφυγή κατά της τελικής αποφάσεως δεν επιτρέπει να αντιμετωπισθούν οι συνέπειες που επάγεται η έλλειψη συνεργασίας του κράτους μέλους. Επομένως, προκειμένου να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους άμυνας, οι αναιρεσείουσες πρέπει να συμμορφωθούν προς τη διαταγή.
50. Τέλος, οι αναιρεσείουσες επισημαίνουν ότι η απουσία κυρώσεων, στην οποία αναφέρεται η σκέψη 29 της προπαρατεθείσας διατάξεως Deutsche Post κατά Επιτροπής και η σκέψη 28 της προπαρατεθείσας διατάξεως Γερμανία κατά Επιτροπής, δεν είναι καθοριστική.
51. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, η υποχρέωση του οικείου κράτους να παράσχει τις ζητηθείσες πληροφορίες απορρέει, μάλλον, από το άρθρο 10 ΕΚ παρά από την επίδικη πράξη. Στο μέτρο που η Επιτροπή δεν έχει καμία άλλη αρμοδιότητα έρευνας, δεν μπορεί να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά χωρίς την καλόπιστη συνεργασία των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, η άρνηση του κράτους μέλους να συμμορφωθεί προς τη διαταγή παροχής πληροφοριών είναι αυτή που επιτρέπει στην Επιτροπή να εκδώσει απόφαση με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες και να κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως και όχι η διαταγή παροχής πληροφοριών. Πάντως, μια τέτοια πράξη δεν είναι ικανή να θίξει τα συμφέροντα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και, ακόμη λιγότερο, εκείνα της Deutsche Post. Κατά τον ίδιο τρόπο, η επίδικη πράξη, η οποία σκοπεί στην τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, δεν θίγει τη νομική κατάσταση του οικείου κράτους μέλους.
52. Τέλος, η Επιτροπή επιμένει στο γεγονός ότι καμία κύρωση δεν προβλέπεται για τη μη συμμόρφωση προς την επίδικη πράξη. Το γεγονός ότι οι διάδικοι δεν θα έχουν πλέον τη δυνατότητα, σε μεταγενέστερο στάδιο, να επικαλεστούν πραγματικά περιστατικά τα οποία αυτοί δεν αποκάλυψαν κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας συνιστά όχι κύρωση, αλλά συνέπεια της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως.
4. Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας
53. Η Deutsche Post και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζουν ότι οι αναιρεσιβαλλόμενες διατάξεις παραβιάζουν την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
54. Ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να μπορεί να ελέγχει, αφενός, αν η Επιτροπή τήρησε τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που προβλέπει ο κανονισμός και, αφετέρου, την αναλογικότητα και την αναγκαιότητα των πληροφοριών που ζητεί η Επιτροπή. Κατά τις αναιρεσείουσες, τα συμφέροντα των εμπλεκομένων μερών δεν διασφαλίζονται επαρκώς από τον χαρακτήρα της τελικής αποφάσεως ως δεκτικής προσφυγής.
55. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο, με τη σκέψη 42 των αναιρεσιβαλλομένων διατάξεων, παραβιάζει την αρχή του κράτους δικαίου, στο μέτρο που αναφέρει ότι το οικείο κράτος μέλος είναι ελεύθερο να συμμορφωθεί ή όχι με την επίδικη πράξη. Συγκεκριμένα, ένα κράτος δικαίου δεν επιτρέπεται να παραβιάζει υποχρέωση επιβληθείσα από την Επιτροπή. Επιπλέον, τα μειονεκτήματα που ενέχει από πλευράς διαδικασίας μια τέτοια συμπεριφορά είναι ιδιαιτέρως σοβαρά.
56. Η Επιτροπή, καταρχάς, απαντά ότι οι αναιρεσείουσες απολαύουν αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, στο μέτρο που μπορούν να προβάλουν την έλλειψη νομιμότητας της επίδικης πράξεως στο πλαίσιο προσφυγής κατά της τελικής αποφάσεως.
57. Εν συνεχεία, η Επιτροπή διακρίνει τη διαδικασία ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων από εκείνη που προβλέπεται στο πλαίσιο των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών. Συγκεκριμένα, με τον κανονισμό 17 (27), ο κοινοτικός νομοθέτης ρητώς προέβλεψε ότι μια επιχείρηση μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά διαταγής που εκδίδει η Επιτροπή. Επίσης, ο νομοθέτης προέβλεψε ότι, σε περίπτωση μη συμμορφώσεως της επιχειρήσεως με τη διαταγή αυτή, η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει πρόστιμα και χρηματικές ποινές. Επομένως, τα δύο συστήματα δεν είναι συγκρίσιμα.
5. Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από παράβαση της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών
58. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το σύστημα κατανομής αρμοδιοτήτων, καθόσον έκρινε ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να αγνοήσουν τη διαταγή που τους απευθύνεται. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να αρνηθούν να παράσχουν τις πληροφορίες τις οποίες θεωρούν μη αναγκαίες προς απόδειξη των πραγματικών περιστατικών. Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όμως, ένα τέτοιο σκεπτικό θα συνεπαγόταν μεταβίβαση της υποχρεώσεως αποδείξεως των πραγματικών περιστατικών και προσδιορισμού του αντικειμένου της διαδικασίας στα κράτη μέλη.
59. Η Επιτροπή απαντά ότι οι αναιρεσιβαλλόμενες διατάξεις δεν συνεπάγονται μεταβίβαση αρμοδιότητας. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν διαθέτει αρμοδιότητα έρευνας, στηρίζεται στη συνεργασία του κράτους μέλους, του δικαιούχου της ενισχύσεως και των τρίτων ενδιαφερομένων για την αποσαφήνιση των πραγματικών περιστατικών. Εντούτοις, στην Επιτροπή εναπόκειται να προσδιορίσει τις πληροφορίες οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν ως αναγκαίες προκειμένου αυτή να λάβει τελική απόφαση σχετικά με κρατική ενίσχυση.
Η εκτίμησή μου
60. Κατά την άποψή μου, η επίδικη πράξη συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ.
61. Προκειμένου να καταλήξω στο συμπέρασμα αυτό, είναι αναγκαίο να υπενθυμίσω, καταρχάς, τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη φύση των δεκτικών προσφυγής πράξεων καθώς και το δικονομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η επίδικη πράξη.
1. Οι προκαταρκτικές παρατηρήσεις
α) Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη φύση των δεκτικών προσφυγής ακυρώσεως πράξεων
62. Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη φύση των δεκτικών προσφυγής ακυρώσεως πράξεων διαμορφώθηκε εδώ και αρκετές δεκαετίες με την απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, αποκαλούμενη «AETR» (28), και την προπαρατεθείσα απόφαση IBM κατά Επιτροπής (29). Η νομολογία αυτή έχει εφαρμοστεί με πάγιο τρόπο στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων και, πρόσφατα, με τις αποφάσεις Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, και NDSHT κατά Επιτροπής (30).
63. Προκειμένου μια πράξη να είναι δεκτική προσφυγής ακυρώσεως πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις.
64. Πρώτον, σύμφωνα με το άρθρο 230 ΕΚ, πρέπει να πρόκειται για πράξη θεσμικού οργάνου της Ένωσης.
65. Δεύτερον, πρέπει να πρόκειται για πράξη δυνάμενη να παραγάγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα. Πρέπει, δηλαδή, να θίγονται τα συμφέροντα των προσφευγόντων και η νομική κατάστασή τους να μεταβάλλεται χαρακτηριστικώς. Η μορφή των πράξεων ή των αποφάσεων είναι καταρχήν αδιάφορη (31). Συνεπώς, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η πράξη παράγει τέτοιου είδους αποτελέσματα, είναι αναγκαίο να εξετασθεί η ουσία της (32).
66. Η νομολογία αυτή επιτρέπει την επέκταση του πεδίου των προσφυγών σε πράξεις οι οποίες τυπικώς μεν δεν ανταποκρίνονται στον χαρακτηρισμό «απόφαση», πλην όμως, κατ’ ουσίαν, παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα. Επίσης, αποκλείει το ενδεχόμενο τα θεσμικά όργανα να αποφύγουν τον έλεγχο του δικαστή της Ένωσης απλώς διά της μη τηρήσεως τυπικών προϋποθέσεων όπως ο τίτλος της πράξεως, η αιτιολογία της ή η παράθεση διατάξεων που συνιστούν τη νομική βάση της.
67. Η δεύτερη αυτή προϋπόθεση έχει ιδιαίτερη σημασία οσάκις πρόκειται για την αξιολόγηση του κατά πόσον πράξη η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας περιλαμβάνουσας περισσότερα στάδια, όπως είναι η διαδικασία ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, συνιστά δεκτική προσφυγής πράξη (33).
68. Στον τομέα αυτόν η Επιτροπή εκδίδει διάφορες πράξεις με τις οποίες όχι μόνον αποφαίνεται οριστικά όσον αφορά τον χαρακτηρισμό και τη συμβατότητα ορισμένου μέτρου με την κοινή αγορά, αλλά επίσης διατάσσει μέτρα έρευνας και οργανώσεως της διαδικασίας. Εντούτοις, δεν επάγονται όλες αυτές οι πράξεις δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα για τα κράτη μέλη και τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορούν.
69. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο κατατάσσει τις εν λόγω πράξεις σε διαφορετικές κατηγορίες.
70. Οι πρώτες είναι οι πράξεις με τις οποίες η Επιτροπή καθορίζει οριστικά τη θέση της κατά το πέρας της διαδικασίας. Οι πράξεις αυτές συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής, στο μέτρο που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα και δεν ακολουθούνται από άλλη πράξη δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
71. Αυτή είναι η περίπτωση των αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή, κατά το πέρας της επίσημης διαδικασίας έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, κρίνει ότι το επίμαχο μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση ή ότι η ενίσχυση αυτή είναι συμβατή ή ασύμβατη με την κοινή αγορά (34). Αυτή είναι, επίσης, η περίπτωση της πράξεως με την οποία η Επιτροπή θέτει στο αρχείο καταγγελία που αφορά προβαλλόμενη παράνομη ενίσχυση (35).
72. Οι δεύτερες είναι οι ενδιάμεσες πράξεις που κατατείνουν στην προετοιμασία της τελικής αποφάσεως.
73. Οι πράξεις αυτές, αφενός, περιλαμβάνουν μέτρα τα οποία, μολονότι ελήφθησαν στο πλαίσιο της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, συνιστούν το πέρας μιας ειδικής διαδικασίας διαφορετικής από την κύρια και παράγουν έννομα αποτελέσματα (36).
74. Διάφορα παραδείγματα απαντούν στο πλαίσιο των διαδικασιών εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 ΕΚ. Οι διαδικασίες αυτές είναι οργανωμένες σε πλείονα διαδοχικά στάδια, όπως το στάδιο της προκαταρκτικής έρευνας, το στάδιο της κατ’ αντιμωλία εξετάσεως και εν συνεχεία το στάδιο της ακροάσεως. Στο πλαίσιο αυτό, με τις αποφάσεις Hoechst κατά Επιτροπής (37) και Orkem κατά Επιτροπής (38), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αποφάσεις με τις οποίες η Επιτροπή ζητεί από τις επιχειρήσεις την παροχή πληροφοριών ή διατάσσει επιτόπιες έρευνες συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής.
75. Ομοίως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση με την οποία η Επιτροπή, μετά το πέρας της προκαταρκτικής ανάλυσης, κινεί την επίσημη διαδικασία έρευνας συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής (39). Το Δικαστήριο εκτιμά ότι μια τέτοια απόφαση παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι του κράτους μέλους και των επιχειρήσεων περί των οποίων πρόκειται, δεδομένου ότι η Επιτροπή μπορεί να διατάξει την αναστολή του μέτρου. Κατά το Δικαστήριο, τα αποτελέσματα αυτά είναι αυτοτελή σε σχέση με την τελική απόφαση και δεν μπορούν να αρθούν στο πλαίσιο προσφυγής κατά της τελικής αποφάσεως, στερώντας με τον τρόπο αυτό τους προσφεύγοντες από μια αποτελεσματική δικαστική προστασία (40).
76. Αφετέρου, οι πράξεις αυτές περιλαμβάνουν μέτρα «αμιγώς» (41) ή «απλώς» (42) προπαρασκευαστικής φύσεως. Τα μέτρα αυτά συνιστούν απλώς ένα από τα στάδια που επιτρέπουν στο θεσμικό όργανο να εκδώσει την τελική του απόφαση. Δεν παράγουν κανένα έννομο αποτέλεσμα και, κατά τη νομολογία, δεν συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η επίκληση των τυχόν παρατυπιών των εν λόγω μέτρων είναι δυνατή προς στήριξη προσφυγής η οποία στρέφεται κατά της τελικής πράξεως της οποίας τα μέτρα αυτά αποτελούν προπαρασκευαστικό στάδιο (43). Αυτό συμβαίνει, στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, στην περίπτωση της πράξεως με την οποία η Επιτροπή ανακοινώνει τις αιτιάσεις της σε βάρος των επιχειρήσεων.
77. Η επίκληση της ως άνω νομολογίας επιτρέπει να καταστούν γνωστές οι επιταγές που κατευθύνουν το έργο του Δικαστηρίου στον εν λόγω τομέα.
78. Όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο επιδιώκει να διασφαλίσει την αποτελεσματική δικαστική προστασία των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης. Με την προπαρατεθείσα απόφαση Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, καθόσον η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί κοινότητα δικαίου, οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν την άσκηση προσφυγής πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπον ώστε η εφαρμογή τους να συμβάλλει στην επίτευξη του εν λόγω σκοπού (44). Για τον λόγο ακριβώς αυτόν, οι προπαρασκευαστικές πράξεις οι οποίες δύνανται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα και οι οποίες συνιστούν το πέρας διαδικασίας παρεπόμενης σε σχέση με την κύρια πρέπει, κατά το Δικαστήριο, να μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
79. Πάντως, το Δικαστήριο επιδιώκει επίσης να αποτρέψει τον πολλαπλασιασμό των προσφυγών κατά των προπαρασκευαστικών μέτρων, οι οποίες είναι ικανές να παραλύσουν τη δράση των θεσμικών οργάνων. Το Δικαστήριο επιδιώκει, ειδικότερα, να διατηρήσει την κατανομή των αρμοδιοτήτων και το σύστημα ενδίκων βοηθημάτων που καθιερώνει η Συνθήκη. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο είναι απρόθυμο να δεχθεί το παραδεκτό προσφυγής που στρέφεται κατά προπαρασκευαστικής πράξεως, οσάκις η προσφυγή αυτή το υποχρεώνει να εκτιμήσει ζητήματα για τα οποία η Επιτροπή δεν είχε ακόμη την ευκαιρία να λάβει θέση. Μια τέτοια ενέργεια του Δικαστηρίου θα είχε ως συνέπεια την επίσπευση της συζητήσεως επί της ουσίας και τη σύγχυση των διαφορετικών σταδίων της διαδικασίας, διοικητικής και δικαστικής (45).
80. Σε αυτό το νομολογιακό πλαίσιο πρέπει να γίνει ο χαρακτηρισμός της επίδικης πράξεως. Συνιστά αυτή, όπως υποστηρίζει το Γενικό Δικαστήριο με τις αναιρεσιβαλλόμενες διατάξεις, μέτρο «αμιγώς προπαρασκευαστικής φύσεως», το οποίο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής, ή πρόκειται, όπως υποστηρίζουν η Deutsche Post και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, για πράξη δεκτική προσφυγής;
81. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει επίσης να εξεταστεί το δικονομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η επίδικη πράξη.
β) Επί του δικονομικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η επίδικη πράξη
82. Στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα να εκτιμήσει κατά πόσο μια ενίσχυση είναι συμβατή με τη Συνθήκη (46). Ειδικότερα, η Επιτροπή υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 87 ΕΚ, να μεριμνά ώστε να μη χορηγούνται ή διατηρούνται ενισχύσεις αντίθετες προς τη Συνθήκη (47).
83. Προς διασφάλιση της εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως καθώς και της ισορροπίας μεταξύ του δικαιώματος παρεμβάσεως των κρατών μελών και της εγγυήσεως για ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Συνθήκη έχει θεσπίσει διαδικασία ελέγχου και προηγούμενης εγκρίσεως των κρατικών ενισχύσεων, στο πλαίσιο της οποίας αναπτύσσεται ένας διάλογος μεταξύ του οικείου κράτους μέλους και της Επιτροπής. Το κράτος μέλος υπέχει υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας. Όσον αφορά την Επιτροπή, αυτή διαθέτει εξουσία έρευνας και, για τον λόγο αυτόν, οφείλει να τηρεί ορισμένες διαδικαστικές προϋποθέσεις.
84. Από την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ, να συνεργάζονται με την Επιτροπή. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, αφενός, να κοινοποιούν στην Επιτροπή τα σχέδια νέων ενισχύσεων και, αφετέρου, να της παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες προκειμένου να εκτιμήσει τη συμβατότητα των ενισχύσεων με την κοινή αγορά. Οι δύο αυτές υποχρεώσεις συνδέονται άρρηκτα, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού, η Επιτροπή μπορεί να θεωρήσει ότι η κοινοποίηση έχει αποσυρθεί σε περίπτωση που κράτος μέλος αρνείται να παράσχει τις αναγκαίες συμπληρωματικές πληροφορίες εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
85. Εφόσον συμβαίνει αυτό, η Επιτροπή προβαίνει σε εξέταση της ενισχύσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15 του κανονισμού σχετικά με τις παράνομες ενισχύσεις (48).
86. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή διαθέτει εξουσία εκδόσεως διαταγής η οποία της επιτρέπει να συγκεντρώσει τις αναγκαίες πληροφορίες και να περιορίσει τις ζημίες που συνδέονται με την εφαρμογή της μη κοινοποιηθείσας ενισχύσεως.
87. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού, η Επιτροπή μπορεί να συγκεντρώσει από το οικείο κράτος μέλος όλα τα έγγραφα, τις πληροφορίες και τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εξέταση της συμβατότητας της ενισχύσεως με την κοινή αγορά. Πρόκειται για τη μοναδική εξουσία έρευνας που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. Η εξουσία αυτή διαβαθμίζεται. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει (49) από το οικείο κράτος μέλος να της παράσχει τις πληροφορίες αυτές απευθύνοντας, εν ανάγκη, στο εν λόγω κράτος υπόμνηση και τάσσοντας σε αυτό πρόσθετη προθεσμία. Εφόσον είναι αναγκαίο, η Επιτροπή μπορεί να απευθύνει στο κράτος μέλος διαταγή (50).
88. Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η Επιτροπή μπορεί να κάνει χρήση της εξουσίας εκδόσεως διαταγής μόνο στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικά με παράνομες ενισχύσεις, ήτοι σε περίπτωση που κράτος μέλος παραλείπει να κοινοποιήσει σχέδιο το οποίο σκοπεί στην καθιέρωση ενισχύσεως ή σε περίπτωση που κράτος μέλος, παρά την κοινοποίηση, δεν παρέχει στην Επιτροπή τις συμπληρωματικές πληροφορίες που αυτή ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού.
89. Στη διαταγή αυτή, ορίζεται ποιες πληροφορίες ζητούνται και τάσσεται κατάλληλη προθεσμία για την υποβολή τους.
90. Σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του κράτους μέλους με την υποχρέωση συνεργασίας που αυτό υπέχει και μη παροχής των ζητηθέντων στοιχείων, η Επιτροπή έχει την εξουσία να περατώσει τη διαδικασία και να εκδώσει απόφαση με την οποία θα διαπιστώνεται η συμβατότητα ή ασυμβατότητα των ενισχύσεων με την κοινή αγορά βάσει αποκλειστικώς των στοιχείων που έχει στη διάθεσή της. Οι αρχές αυτές καθιερώθηκαν από το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C‑301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής (51) και συγκεκριμενοποιήθηκαν με το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού.
91. Οι άλλες εξουσίες εκδόσεως διαταγής που προβλέπει το άρθρο 11 του κανονισμού παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα λήψεως προσωρινών μέτρων, προκειμένου να περιοριστούν οι ζημίες που συνδέονται με την εφαρμογή της μη κοινοποιηθείσας ενισχύσεως. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή μπορεί να διατάξει το οικείο κράτος μέλος να αναστείλει την καταβολή της ενισχύσεως ή να ανακτήσει προσωρινώς την ενίσχυση από τους δικαιούχους έως ότου αυτή λάβει απόφαση για το συμβατό της ενισχύσεως με την κοινή αγορά (52). Σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του κράτους μέλους με διαταγή αναστολής ή προσωρινής ανάκτησης, το άρθρο 12 του κανονισμού παρέχει ρητώς στην Επιτροπή την εξουσία να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο, προκειμένου αυτό να διαπιστώσει την παραβίαση της Συνθήκης.
92. Με την προπαρατεθείσα απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, Ιταλία κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαταγή αναστολής συνιστούσε πράξη δυνάμενη να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως ασκούμενη είτε από τη δικαιούχο επιχείρηση είτε από το οικείο κράτος μέλος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η πράξη αυτή έχει άμεσα δεσμευτικό χαρακτήρα έναντι του κράτους μέλους και των οικείων επιχειρήσεων και επάγεται μη αναστρέψιμα αποτελέσματα, των οποίων η αποκατάσταση δεν είναι δυνατή με την άσκηση της προσφυγής ακυρώσεως κατά της τελικής αποφάσεως (53).
93. Από την παρουσίαση του δικονομικού πλαισίου συνάγονται δύο συμπεράσματα.
94. Πρώτον, διαπιστώνεται ότι το κράτος μέλος υπέχει ένα καθήκον καλόπιστης συνεργασίας. Όπως και η Επιτροπή, οφείλει να συνεργάζεται καλόπιστα για την υπερνίκηση των δυσκολιών που δημιουργεί η εκτίμηση της συμβατότητας ορισμένης ενισχύσεως με την κοινή αγορά, τηρουμένων των διατάξεων της Συνθήκης (54).
95. Δεύτερον, διαπιστώνεται ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επιβάλλει διαφορετικές κυρώσεις για τη μη τήρηση, από το κράτος μέλος, διαταγής εκδοθείσας από την Επιτροπή, αναλόγως του αν η διαταγή αυτή σκοπεί στην παροχή πληροφοριών ή στην αναστολή ή την προσωρινή ανάκτηση ενισχύσεως. Τούτο προκύπτει με ιδιαίτερη σαφήνεια από το γράμμα της δωδέκατης αιτιολογικής σκέψης καθώς και από τα άρθρα 12 και 13 του κανονισμού.
96. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του κράτους μέλους με διαταγή παροχής πληροφοριών, η Επιτροπή μπορεί να λάβει απόφαση με βάση αποκλειστικώς τις διαθέσιμες πληροφορίες. Αντιθέτως, σε περίπτωση αρνήσεως του κράτους μέλους να αναστείλει ή να ανακτήσει προσωρινά την ενίσχυση, η Επιτροπή δύναται να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο.
97. Κατά την άποψή μου, η διάκριση αυτή εξηγείται από τις συνέπειες που έχει η άρνηση συνεργασίας του οικείου κράτους μέλους.
98. Συγκεκριμένα, στην πρώτη περίπτωση, η διαταγή παροχής πληροφοριών σκοπεί στο να διαφωτιστεί όσο το δυνατόν πληρέστερα η Επιτροπή πριν εκδώσει απόφαση ικανή να θίξει τα συμφέροντα του οικείου κράτους μέλους. Επομένως, σε περίπτωση αρνήσεως του κράτους μέλους να συνεργαστεί, η συμπεριφορά του είναι πιθανό να επηρεάσει πρωτίστως τα συμφέροντά του.
99. Αντιθέτως, στη δεύτερη περίπτωση, οι διαταγές αναστολής και προσωρινής ανάκτησης σκοπούν να επιτρέψουν στην Επιτροπή να αποκαταστήσει, αμελλητί, έναν αποτελεσματικό ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά. Σε περίπτωση αρνήσεως του κράτους μέλους να συμμορφωθεί με τη διαταγή, η συμπεριφορά του δεν επηρεάζει πλέον αποκλειστικώς τα δικά του συμφέροντα, αλλά ενδέχεται, επίσης, να πλήξει σοβαρά και άμεσα τους ανταγωνιστές, επηρεάζοντας με τον τρόπο αυτό την ομαλή λειτουργία της αγοράς.
100. Δικαιολογεί, όμως, η διαφορά αυτή το γεγονός ότι η διαταγή παροχής πληροφοριών, σε αντίθεση με τις διαταγές αναστολής και προσωρινής ανάκτησης ενισχύσεως, δεν συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής;
101. Δεν το νομίζω. Συγκεκριμένα, μολονότι η επίδικη πράξη έχει, προφανώς, χαρακτήρα προπαρασκευαστικό της τελικής αποφάσεως, εντούτοις, ανταποκρίνεται στο σύνολο των προϋποθέσεων που θέτει η νομολογία προκειμένου αυτή να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
2. Επί της εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση της νομολογίας του Δικαστηρίου
102. Υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, προπαρασκευαστική πράξη μπορεί να προσβληθεί οσάκις συνιστά το πέρας μιας ειδικής διαδικασίας, διαφορετικής από την κύρια και οσάκις παράγει έννομα αποτελέσματα.
103. Πρώτον, φρονώ ότι η επίδικη πράξη συνιστά σαφώς το πέρας της διαδικασίας έρευνας που κίνησε η Επιτροπή. Μάλιστα, η διαταγή παροχής πληροφοριών συνιστά την καρδιά του σταδίου προκαταρκτικής έρευνας της διαδικασίας, στο πλαίσιο του οποίου το κράτος μέλος υποχρεούται να συνεργαστεί.
104. Αυτή η εξουσία [εκδόσεως διαταγής παροχής πληροφοριών] είναι ευρεία, δεδομένου ότι η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το κράτος μέλος να της παράσχει όλα τα έγγραφα, τις πληροφορίες και τα στοιχεία που θεωρεί αναγκαία (55) για την εκτίμηση της ενισχύσεως, υποχρεούμενη απλώς να προσδιορίσει τη φύση τους. Επομένως, το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται τη δυνατότητα αναζητήσεως διαφόρων πληροφοριών οι οποίες δεν είναι ακόμη γνωστές ή δεν έχουν προσδιοριστεί κατά τρόπο συγκεκριμένο από την Επιτροπή, όπως το ποσό της επίμαχης ενισχύσεως, η φύση της, οι δικαιούχες επιχειρήσεις ή ακόμη η περίοδος στη διάρκεια της οποίας πραγματοποιήθηκε η καταβολή. Εντούτοις, σε περίπτωση που το θεσμικό όργανο έρχεται αντιμέτωπο με την άρνηση συνεργασίας του οικείου κράτους μέλους, καθίσταται δύσκολο σε αυτό να συγκεντρώσει τα αναγκαία για την εκτίμηση της ενισχύσεως στοιχεία. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν διαθέτει καμία άλλη εξουσία έρευνας, αντίθετα προς τις εξουσίες που αναγνωρίζει σε αυτή στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού ο κανονισμός 1/2003 (56). Επομένως, σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του κράτους μέλους με το καθήκον συνεργασίας και μη παροχής των πληροφοριών που ζητήθηκαν, η Επιτροπή δύναται να λάβει απόφαση με βάση αποκλειστικώς τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της. Όπως ρητώς έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο, η Επιτροπή διαθέτει, συνεπώς, την «εξουσία να τερματίσει τη διαδικασία» (57).
105. Δεύτερον, φρονώ ότι η επίδικη πράξη παράγει δεσμευτικά και άμεσα έννομα αποτελέσματα έναντι του οικείου κράτους μέλους.
106. Αφενός, η πράξη αυτή έχει τη μορφή αποφάσεως η οποία, κατά το άρθρο 249 ΕΚ, είναι υποχρεωτική ως προς όλα τα μέρη της για τον αποδέκτη που ορίζει. Επιπλέον, μια διαταγή περιλαμβάνει, αυτή καθεαυτή, εντολή προς ενέργεια, γεγονός που συνεπάγεται για το οικείο κράτος μέλος υποχρέωση άμεσης και αποτελεσματικής εκτελέσεως.
107. Αφετέρου, από το γράμμα του άρθρου 10, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού, προκύπτει ότι πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να διακρίνει τη διαταγή από την απλή αίτηση παροχής πληροφοριών που προβλέπεται από το άρθρο 10, παράγραφος 2. Η εν λόγω αίτηση στην πραγματικότητα στερείται, αυτή καθεαυτή, δεσμευτικού χαρακτήρα.
108. Η διάκριση αυτή έχει νόημα μόνον αν η διαταγή έχει δεσμευτική ισχύ έναντι του οικείου κράτους μέλους και επάγεται έννομες συνέπειες σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του κράτους μέλους με αυτή.
109. Πράγματι, η Επιτροπή δύναται να εκτιμήσει τη συμβατότητα της ενισχύσεως με βάση αποκλειστικώς τις διαθέσιμες πληροφορίες.
110. Εξάλλου, η Επιτροπή είναι ελεύθερη να ασκήσει προσφυγή παραβάσεως κατά του κράτους μέλους λόγω παραβιάσεως της Συνθήκης. Υπενθυμίζεται ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν κοινοποίησε την ενίσχυση, με συνέπεια αυτή να εφαρμοστεί παρανόμως, και ότι αρνείται να συνεργαστεί παρέχοντας τις ζητηθείσες από την Επιτροπή πληροφορίες.
111. Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, η άσκηση μιας τέτοιας προσφυγής δεν είναι άνευ συνεπειών. Η διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως σκοπεί στην επιβολή κυρώσεως για καταλογιστέα στο οικείο κράτος μέλος παραβίαση του δικαίου της Ένωσης και στην αποτελεσματική αποκατάσταση της κοινοτικής νομιμότητας. Επομένως, η εκδοθείσα από το Δικαστήριο απόφαση, η οποία έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα, συνεπάγεται, δυνάμει του άρθρου 228 ΕΚ, υποχρέωση εκτελέσεως, η μη τήρηση της οποίας μπορεί να τιμωρηθεί με την άσκηση νέας προσφυγής λόγω παραβάσεως ή με την επιβολή χρηματικής ποινής. Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η απόφαση με την οποία διαπιστώνεται παράβαση μπορεί να διευκολύνει το να τεθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το ζήτημα της ευθύνης του κράτους μέλους.
112. Επομένως, δύσκολα θα μπορούσα να συμφωνήσω με την άποψη του Γενικού Δικαστηρίου ότι το κράτος μέλος «[μπορεί] να επιλέξει να αγνοήσει τη διαταγή που [του] απευθύνει» η Επιτροπή (58). Συγκεκριμένα, δεν είναι δυνατόν ένα κράτος μέλος να ωθείται σε παράβαση των υποχρεώσεών του και παραβίαση των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και να εκτίθεται στον κίνδυνο ασκήσεως κατ’ αυτού ενδίκου βοηθήματος. Όπως υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αυτό αντιβαίνει, ουσιαστικά, προς τις αρχές του κράτους δικαίου και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
113. Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι η επίδικη πράξη επάγεται δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα έναντι του οικείου κράτους μέλους.
114. Επομένως, η πράξη αυτή πρέπει να μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο δικαστικού ελέγχου.
115. Η αναγνώριση στην Επιτροπή εξουσίας καταναγκασμού, η οποία έχει, επιπροσθέτως, ως συνέπεια τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής λόγω παραβάσεως κατά του κράτους μέλους, πρέπει, κατά την άποψή μου, να συνοδεύεται από την αναγνώριση δικονομικών εγγυήσεων στα κράτη μέλη.
116. Ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να μπορεί να ελέγξει αν η Επιτροπή, πριν λάβει την τελική απόφασή της, τήρησε τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 5, παράγραφος 2, και 10, παράγραφος 2, του κανονισμού.
117. Επιπλέον, ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να μπορεί να εξετάσει τη φύση, την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα των πληροφοριών που ζήτησε η Επιτροπή.
118. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, από το γράμμα του κανονισμού προκύπτει ότι οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών μπορούν να έχουν ιδιαίτερα ευρύ περιεχόμενο, δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να ζητήσει όλες τις πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες (59), υποχρεούμενη μόνο να διευκρινίσει τη φύση (60) τους. Επομένως, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να ελέγξει αν οι ζητηθείσες πληροφορίες μπορούν πράγματι να θεωρηθούν αναγκαίες υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου από την Επιτροπή σκοπού στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας και ότι δεν εξέρχονται του πλαισίου της οικείας έρευνας.
119. Κατά συνέπεια, ο έλεγχος αυτός δεν αφορά την επί της ουσίας εκτίμηση της συμβατότητας της ενισχύσεως με την κοινή αγορά και δεν πρέπει να οδηγεί τον δικαστή της Ένωσης στο να εκτιμά ζητήματα ως προς τα οποία η Επιτροπή δεν είχε ακόμη την ευκαιρία να λάβει θέση, προκειμένου να αποφευχθεί η επίσπευση της συζητήσεως επί της ουσίας. Στις υπό κρίση υποθέσεις, με την επίδικη πράξη η Επιτροπή δεν αποφαίνεται προσωρινώς ως προς την ύπαρξη ενισχύσεως ή τη συμβατότητα της ενισχύσεως με την κοινή αγορά. Επομένως, η άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά της επίδικης πράξεως δεν αναμένεται να δημιουργήσει κίνδυνο συγχύσεως των διαφορετικών σταδίων της διαδικασίας, διοικητικής και δικαστικής.
120. Ο έλεγχος αυτός του προηγούμενου σταδίου επιτρέπει να αποφευχθεί το ενδεχόμενο κράτος μέλος να πρέπει να αναμείνει την έκδοση της τελικής αποφάσεως προκειμένου, στο πλαίσιο προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής, να επικαλεστεί τον παράνομο χαρακτήρα της διαταγής. Συγκεκριμένα, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα έθετε σε κίνδυνο την εύρυθμη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας καθώς και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
121. Δύο περιπτώσεις παραδειγμάτων επιτρέπουν να καταστεί σαφές το σημείο αυτό.
122. Στην πρώτη περίπτωση, ας υποθέσουμε ότι το κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται προς τη διαταγή, διότι θεωρεί, ορθώς ή μη, ότι οι κανόνες διαδικασίας δεν τηρήθηκαν ή ότι οι ζητηθείσες πληροφορίες είναι δυσανάλογες.
123. Συνεπώς, εν αναμονή της εκδόσεως της τελικής αποφάσεως, το κράτος μέλος παραβιάζει τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, η δε άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως δεν συνιστά το κατάλληλο ένδικο βοήθημα στο πλαίσιο του οποίου να μπορεί να προβληθεί ο παράνομος χαρακτήρας της διαταγής. Όσον αφορά την Επιτροπή, αυτή οφείλει να λάβει απόφαση η οποία δεν στηρίζεται σε πλήρη και αξιόπιστα στοιχεία.
124. Στη δεύτερη περίπτωση, ας υποθέσουμε ότι το κράτος μέλος συμμορφώνεται με τη διαταγή της Επιτροπής, πριν προβάλει τον παράνομο χαρακτήρα αυτής στο πλαίσιο της προσφυγής κατά της τελικής αποφάσεως. Η κατάσταση αυτή δεν εξασφαλίζει αποτελεσματική δικαστική προστασία κατά των παρατυπιών που τυχόν παρουσιάζει η εν λόγω διαταγή. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή έλαβε ορισμένες πληροφορίες οι οποίες την καθοδήγησαν στην εκτίμησή της. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, ενδέχεται να είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η σημασία των εν λόγω πληροφοριών για την εξέλιξη της διαδικασίας. Επομένως, ακόμη και στην περίπτωση που η προσφυγή που ασκήθηκε κατά της τελικής αποφάσεως γίνει δεκτή, δεν είναι βέβαιο ότι θα επιτρέψει να απαλειφθούν όλες οι συνέπειες που η εν λόγω διαταγή επάγεται.
125. Η λύση την οποία προτείνω, μολονότι οδηγεί στην ουσία σε πολλαπλασιασμό των προσφυγών κατά ενδιάμεσων πράξεων, πάντως δεν θεωρώ ότι θα δυσχεράνει το έργο της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, είναι γνωστό ότι η άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά ορισμένης πράξεως δεν αναιρεί την υποχρέωση του αποδέκτη της πράξεως προς συμμόρφωση με αυτή, τούτο δε λαμβανομένου υπόψη ότι η προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και υπό τον όρο ότι ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν διέταξε την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως (61).
126. Επιπλέον, η λύση αυτή είναι, κατά την άποψή μου, σύμφωνη με τις αρχές που καθιερώνονται στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού.
127. Συγκεκριμένα, από τις ισχύουσες ρυθμίσεις και τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει αναμφίβολα ότι οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών που η Επιτροπή απευθύνει στο πλαίσιο του ελέγχου των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικών συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ (62). Οι εν λόγω αιτήσεις παροχής πληροφοριών προβλέπονταν από το άρθρο 11 του κανονισμού 17 (63), πριν κωδικοποιηθούν με το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003. Οι πληροφορίες τις οποίες ζητεί η Επιτροπή πρέπει να είναι απαραίτητες, όπως απαραίτητες πρέπει να είναι και οι πληροφορίες που ζητούνται στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. Στο πλαίσιο των διαφορών που άπτονται του δικαίου του ανταγωνισμού, αυτό σημαίνει ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να ελέγχει αν οι ζητηθείσες πληροφορίες υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο προκειμένου η Επιτροπή να μπορέσει να διαπιστώσει την ύπαρξη της παραβάσεως και να καθορίσει τη διάρκειά της ή την ταυτότητα των εμπλεκομένων επιχειρήσεων (64).
128. Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών και των ανωτέρω σκέψεων, φρονώ ότι η επίδικη πράξη πρέπει ομοίως να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου.
129. Κατ’ ακολουθία, έχω τη γνώμη ότι η επίδικη πράξη συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής.
130. Επομένως, οι αιτήσεις αναιρέσεως που άσκησαν οι αναιρεσείουσες είναι βάσιμες και, συνακόλουθα, οι αναιρεσιβαλλόμενες διατάξεις πρέπει να αναιρεθούν.
VI – Επί των συνεπειών της αναιρέσεως των αναιρεσιβαλλομένων διατάξεων
131. Σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο μπορεί, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση.
132. Στο πλαίσιο της υποθέσεως C‑475/10 P, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή κατά της προσφυγής της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας πρέπει, υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, να απορριφθεί. Επομένως, η προσφυγή ακυρώσεως την οποία άσκησε το εν λόγω κράτος πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
133. Στο πλαίσιο της υποθέσεως C‑463/10 P, η Επιτροπή προέβαλε ένα δεύτερο λόγο προς στήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου της προσφυγής της Deutsche Post, αντλούμενο από έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της τελευταίας.
134. Κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο διαθέτει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να αποφανθεί επί του λόγου αυτού.
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
135. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επίδικη πράξη δεν αφορά την Deutsche Post ούτε άμεσα ούτε ατομικά κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
136. Όσον αφορά το αν η Deutsche Post θίγεται ατομικά, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η επίδικη πράξη απευθύνεται αποκλειστικά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και ότι δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση σε βάρος της Deutsche Post. Όσον αφορά το αν αυτή θίγεται άμεσα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εκτέλεση της διαταγής καταλείπει στο κράτος μέλος ένα περιθώριο εκτιμήσεως. Συγκεκριμένα, το κράτος μέλος είναι αυτό που καθορίζει σε ποιον απευθύνεται η διαταγή και προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα ληφθούν οι ζητηθείσες πληροφορίες.
137. Η Deutsche Post αμφισβητεί τις εκτιμήσεις αυτές. Φρονεί ότι αυτή εξατομικεύεται κατά την έννοια της αποφάσεως Plaumann κατά Επιτροπής (65), δεδομένου ότι είναι η μόνη που κατέχει τις ζητηθείσες πληροφορίες και η μοναδική επιχείρηση που είναι υπόχρεη προς επιστροφή της επίμαχης ενισχύσεως. Η Deutsche Post φρονεί, επίσης, ότι η επίδικη πράξη την αφορά άμεσα, δεδομένου ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν διαθέτει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την εκτέλεση της διαταγής. Δεν υφίσταται καμία τυχόν αβεβαιότητα όσον αφορά τις ζητηθείσες από την Επιτροπή πληροφορίες, οι οποίες προκύπτουν από την επίδικη πράξη, χωρίς η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να χρειάζεται να λάβει συναφώς ενδιάμεσα μέτρα.
Η εκτίμησή μου
138. Σε αντίθεση με την Επιτροπή, έχω τη γνώμη ότι η επίδικη πράξη αφορά άμεσα και ατομικά την Deutsche Post, πράγμα που σημαίνει ότι η ασκηθείσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως είναι παραδεκτή.
139. Στηρίζω την ανάλυσή μου στις ακόλουθες σκέψεις.
140. Στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, οι αποφάσεις που εκδίδει η Επιτροπή απευθύνονται αποκλειστικά στα οικεία κράτη μέλη (66). Επομένως, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που επιθυμούν να ασκήσουν προσφυγή κατά των εν λόγω αποφάσεων οφείλουν να αποδείξουν ότι οι πράξεις αυτές τα αφορούν άμεσα και ατομικά, σύμφωνα με το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
1. Όσον αφορά το αν η Deutsche Post θίγεται ατομικά
141. Κατά πάγια νομολογία, πρόσωπα άλλα από τους αποδέκτες μιας αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυρισθούν ότι η απόφαση τα αφορά ατομικά, παρά μόνον αν η απόφαση αυτή τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τους ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία τα διακρίνει έναντι κάθε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (67).
142. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι, όταν η απόφαση θίγει ομάδα προσώπων τα οποία έχουν εξατομικευθεί ή ήταν δυνατό να εξατομικευθούν κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως αυτής και βάσει κριτηρίων που σχετίζονται ειδικώς με τα μέλη της ομάδας, η πράξη αυτή δύναται να αφορά ατομικά τα πρόσωπα αυτά, καθόσον αποτελούν μέρος ενός στενού επιχειρηματικού κύκλου (68).
143. Πάντως, στις υπό κρίση υποθέσεις είναι προφανές ότι η επίδικη πράξη εξατομικεύει την Deutsche Post. Η διαδικασία την οποία κίνησε η Επιτροπή αφορά ρητώς τα μέτρα που η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έλαβε υπέρ της εν λόγω επιχειρήσεως και η επίδικη πράξη αναφέρεται ειδικώς στα έσοδα και στα έξοδα της επιχειρήσεως αυτής στη διάρκεια των 20 τελευταίων ετών. Επομένως, η επίδικη πράξη, καθ’ ο μέρος υποχρεώνει την Deutsche Post να παράσχει πληροφορίες, τη θίγει ιδιαίτερα.
144. Κατ’ ακολουθία, υπό το πρίσμα των ανωτέρω στοιχείων, φρονώ ότι η επίδικη πράξη αφορά την Deutsche Post ατομικά.
2. Όσον αφορά το αν η Deutsche Post θίγεται άμεσα
145. Κατά πάγια νομολογία, η προϋπόθεση κατά την οποία η πράξη που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής πρέπει να αφορά άμεσα ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο απαιτεί τη συνδρομή των ακόλουθων δύο στοιχείων, ήτοι η πράξη αυτή να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως του ιδιώτη, υπό την έννοια ότι του στερεί δικαίωμα ή του επιβάλλει υποχρέωση, και να μην αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες της, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή της. Επομένως, η προϋπόθεση αυτή πρέπει να έχει καθαρά αυτόματο χαρακτήρα και να απορρέει αποκλειστικά από τη ρύθμιση της Ένωσης, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλομένων κανόνων (69).
146. Εν προκειμένω, φρονώ ότι οι δύο αυτές προϋποθέσεις πληρούνται.
147. Πρώτον, έχω τη γνώμη ότι η επίδικη πράξη παράγει, αυτή καθεαυτή, άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως της Deutsche Post. Η εν λόγω πράξη, καθόσον απαιτεί από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να γνωστοποιήσει όλες τις πληροφορίες που αφορούν τα έσοδα και τα έξοδα της επιχειρήσεως από το 1989, υποχρεώνει την Deutsche Post να διαβιβάσει τα οικεία στοιχεία, τα οποία μόνη αυτή έχει στην κατοχή της. Επομένως, η επίδικη πράξη περιάγει την οικεία επιχείρηση σε κατάσταση ανάλογη με εκείνη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Κατά συνέπεια, μολονότι η διαταγή απευθύνεται στο κράτος μέλος, εντούτοις το κράτος συνιστά, στην πραγματικότητα, έναν ενδιάμεσο μεταξύ της Επιτροπής και της επιχειρήσεως την οποία η έρευνα αφορά ονομαστικώς (70).
148. Δεύτερον φρονώ ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν διαθέτει καμία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την εκτέλεση της επίδικης πράξεως.
149. Κατά πάγια νομολογία, οσάκις πράξη κοινοτικού οργάνου απευθύνεται σε κράτος μέλος και η ενέργεια στην οποία οφείλει να προβεί το εν λόγω κράτος μέλος κατόπιν αυτής της πράξεως έχει χαρακτήρα αυτόματο ή, εν πάση περιπτώσει, δεν χωρεί αμφιβολία ως προς την τελική έκβαση, η πράξη αφορά άμεσα οποιοδήποτε θιγόμενο πρόσωπο από την ενέργεια αυτή (71).
150. Στην περίπτωση που μεταξύ της προσβαλλομένης πράξεως και του προσφεύγοντος παρεμβάλλεται εθνικό μέτρο εκτελέσεως, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν γεννάται, εξ αυτού, λόγος απαραδέκτου της προσφυγής, αν το μέτρο έχει καθαρά αυτόματο χαρακτήρα ή αν το περιεχόμενό του μπορεί να προβλεφθεί και μπορεί να εξαχθεί από τη ρύθμιση της Ένωσης (72). Το Δικαστήριο έχει κρίνει, για παράδειγμα, ότι τούτο συνέβαινε στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Infront WM. Παρά την ύπαρξη περιθωρίου ελιγμών κατά την εκτέλεση της προσβαλλομένης πράξεως, το Δικαστήριο έκρινε, με τις σκέψεις 59 έως 63 της εν λόγω αποφάσεως, ότι οι εθνικές αρχές δεν διέθεταν περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, εφόσον αυτό καθοριζόταν αποκλειστικά από την επίμαχη πράξη (73).
151. Πάντως, στις υπό κρίση υποθέσεις η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν διαθέτει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την εκτέλεση της επίδικης πράξεως. Η πράξη αυτή έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως και υποχρεώνει το εν λόγω κράτος μέλος να ενεργήσει προς την κατεύθυνση που καθόρισε η Επιτροπή, δηλαδή, με άλλα λόγια, να παράσχει όλες τις ζητηθείσες από το οικείο όργανο πληροφορίες και μάλιστα οποιοδήποτε και αν είναι το μέσο που θα χρησιμοποιηθεί.
152. Επομένως, υπό το πρίσμα αυτών των στοιχείων, φρονώ, ότι η επίδικη πράξη αφορά την Deutsche Post άμεσα.
153. Για τους λόγους αυτούς, εκτιμώ ότι η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η Deutsche Post είναι παραδεκτή και ότι η ένσταση απαραδέκτου που η Επιτροπή προέβαλε κατά της εν λόγω προσφυγής πρέπει να απορριφθεί.
154. Με τις παρούσες προτάσεις, προτείνω στο Δικαστήριο να αναπέμψει τις δύο υποθέσεις ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των αιτημάτων της Deutsche Post και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας περί ακυρώσεως της επίδικης πράξεως.
VII – Πρόταση
155. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
– να αναιρέσει τις διατάξεις του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 14ης Ιουλίου 2010, T‑570/08, Deutsche Post κατά Επιτροπής, και T‑571/08, Γερμανία κατά Επιτροπής·
– να απορρίψει ως αβάσιμες τις ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
– να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των αιτημάτων της Deutsche Post AG και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 30ής Οκτωβρίου 2008 με την οποία το εν λόγω κράτος μέλος διατάσσεται να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τα έσοδα και τα έξοδα της Deutsche Post AG όσον αφορά το διάστημα μεταξύ των ετών 1989 έως 2007, και
– να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Στο εξής: Deutsche Post.
3 – Στο εξής, από κοινού: αναιρεσιβαλλόμενες διατάξεις.
4 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88 ΕΚ] (ΕΕ L 83, σ. 1, στο εξής: κανονισμός).
5 – Στο εξής: επίδικη πράξη.
6 – Δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
7 – Απόφαση 2002/753/EΚ για την κρατική ενίσχυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στα γερμανικά ταχυδρομεία Deutsche Post AG (ΕΕ L 247, σ. 27).
8 – Κρατική ενίσχυση C 36/07 (ex NN 25/07) (ΕΕ C 245, σ. 21).
9 – Απόφαση T‑266/02, Deutsche Post κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. II‑1233).
10 – Με τις αιτήσεις τους αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν το σημείο αυτό.
11 – Απόφαση C‑399/08 P, Επιτροπή κατά Deutsche Post (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
12 – Προπαρατεθείσες διατάξεις Deutsche Post κατά Επιτροπής (σκέψεις 24 και 25) καθώς και Γερμανία κατά Επιτροπής (σκέψεις 22 έως 24).
13 – 60/81 (Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 10).
14 – C‑521/06 P (Συλλογή 2008, σ. I‑5829, σκέψη 46).
15 – Προπαρατεθείσες διατάξεις Deutsche Post κατά Επιτροπής (σκέψεις 28 και 29) και Γερμανία κατά Επιτροπής (σκέψεις 27 και 28).
16 – Προπαρατεθείσες διατάξεις Deutsche Post κατά Επιτροπής (σκέψεις 30 έως 32) και Γερμανία κατά Επιτροπής (σκέψεις 29 έως 31).
17 – Προπαρατεθείσες διατάξεις Deutsche Post κατά Επιτροπής (σκέψεις 33 έως 37) και Γερμανία κατά Επιτροπής (σκέψεις 32 έως 36).
18 – Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, C‑400/99, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I‑7303).
19 – Προπαρατεθείσα διάταξη Γερμανία κατά Επιτροπής (σκέψεις 37 και 38).
20 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση IBM κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 9).
21 – Βλ., όσον αφορά την απόφαση διορισμού εξεταστικής επιτροπής γενικού διαγωνισμού, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 22ας Ιουνίου 1990, T‑32/89 και T‑39/89, Μακρόπουλος κατά Δικαστηρίου (Συλλογή 1990, σ. II‑281, σκέψη 21), καθώς και της 15ης Ιουλίου 1993, T‑17/90, T‑28/91 και T‑17/92, Camara Alloisio κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. II‑841, σκέψη 39).
22 – Σκέψη 23.
23 – Συναφώς, η Deutsche Post παραπέμπει στην απόφαση της 13ης Απριλίου 1994, C‑324/90 και C‑342/90, Γερμανία και Pleuger Worthington κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I‑1173).
24 – Απόφαση της 10ης Μαΐου 2005, C‑400/99, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑3657, σκέψεις 15 έως 18).
25 – Απόφαση IBM κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 12).
26 – Οι αναιρεσείουσες βάλλουν, αντίστοιχα, κατά της σκέψεως 46 της προπαρατεθείσας διατάξεως Deutsche Post κατά Επιτροπής και της σκέψεως 45 της προπαρατεθείσας διατάξεως Γερμανία κατά Επιτροπής.
27 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης [ΕΚ] (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).
28 – Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70 (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 729, σκέψη 42).
29 – Σκέψεις 9 έως 12.
30 – Απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, C‑322/09 P (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 45 έως 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
31 – Βλ., ειδικότερα, αποφάσεις AETR, προπαρατεθείσα (σκέψη 42)· IBM κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 9), καθώς και της 22ας Ιουνίου 2000, C‑147/96, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑4723, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., προσφάτως, διάταξη της 21ης Ιουνίου 2007, C‑163/06 P, Φινλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑5127, σκέψη 40).
32 – Απόφαση Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 27).
33 – Το ίδιο ισχύει, επίσης, στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικών, την οποία οργανώνει ο κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
34 – Βλ., ειδικότερα, όσον αφορά τις αποφάσεις της Επιτροπής περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων σχετικά με τη χορήγηση κρατικής ενισχύσεως, αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1993, C‑198/91, Cook κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I‑2487), και της 15ης Ιουνίου 1993, C‑225/91, Matra κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I‑3203).
35 – Βλ. απόφαση NDSHT κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψεις 45 έως 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στην ουσία της πράξεως καθώς και στις προθέσεις της Επιτροπής. Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η διοικητική πράξη της θέσεως στο αρχείο παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της προσφεύγουσας, καθόσον αυτή στερείται τη δυνατότητα να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας που προβλέπεται από το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
36 – Απόφαση IBM κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 11).
37 – Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 46/87 και 227/88 (Συλλογή 1989, σ. 2859).
38 – Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1989, 374/87 (Συλλογή 1989, σ. 3283).
39 – Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, Ιταλία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα.
40 – Όπ.π. (σκέψεις 59, 60, 62 και 63).
41 – Απόφαση IBM κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 12).
42 – Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, Ιταλία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 63).
43 – Βλ. απόφαση IBM κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 12).
44 – Σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
45 – Με την προπαρατεθείσα απόφαση IBM κατά Επιτροπής το Δικαστήριο έκρινε ότι προσφυγή στρεφόμενη κατά της κινήσεως της διαδικασίας και κατά της ανακοινώσεως των αιτιάσεων δεν συμβιβάζεται με το σύστημα κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και του Δικαστηρίου (σκέψη 20).
46 – Υπό την επιφύλαξη των εξουσιών που απονέμει στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το άρθρο 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ
47 – Αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191), καθώς και της 22ας Ιουνίου 2006, C‑182/03 και C‑217/03, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑5479, σκέψεις 73 και 74).
48 – Η Επιτροπή μπορεί επίσης να πράξει το ίδιο σε περίπτωση που το κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με την υποχρέωση κοινοποιήσεως και η Επιτροπή πληροφορείται την ύπαρξη προβαλλόμενης παράνομης κρατικής ενισχύσεως μέσω, για παράδειγμα, καταγγελίας που κατατίθεται από ανταγωνιστές.
49 – Η υπογράμμιση δική μου.
50 – Βλ. άρθρο 10, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού.
51 – Συλλογή 1990, σ. I‑307, σκέψεις 19 και 22. Βλ., επίσης, απόφαση του Πρωτοδικείου Deutsche Post κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
52 – Απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψεις 19 και 20).
53 – Σκέψεις 51, 59, 60 και 63.
54 – Βλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C‑304/09, Επιτροπή κατά Ιταλίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
55 – Η υπογράμμιση δική μου.
56 – Βλ., ειδικότερα, τις εξουσίες έρευνας που προβλέπονται από τα άρθρα 18 έως 21 του εν λόγω κανονισμού (αιτήσεις παροχής πληροφοριών, εξουσία διεξαγωγής ακροάσεων και εξουσίες στον τομέα του ελέγχου).
57 – Βλ. απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 22).
58 – Σκέψη 42 των αναιρεσιβαλλομένων διατάξεων.
59 – Η υπογράμμιση δική μου.
60 – Idem.
61 – Βλ. άρθρο 242 ΕΚ
62 – Βλ. απόφαση Orkem κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ης Φεβρουαρίου 2001, T‑112/98, Mannesmannröhren-Werke κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II‑729).
63 – Η διάταξη αυτή προέβλεπε την τήρηση μιας διαδικασίας δύο σταδίων (βλ. απόφαση της 26ης Ιουνίου 1980, 136/79, National Panasonic κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 347, σκέψη 10) ανάλογη προς εκείνη που προβλέπει το άρθρο 10 του κανονισμού.
64 – Βλ. απόφαση Orkem κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 15).
65 – Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62 (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937).
66 – Απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C‑367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (Συλλογή 1998, σ. I‑1719, σκέψη 45).
67 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 13ης Μαρτίου 2008, C‑125/06 P, Επιτροπή κατά Infront WM (Συλλογή 2008, σ. I‑1451, σκέψη 70 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
68 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή- Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 207, σκέψη 31)· Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 60), καθώς και Επιτροπή κατά Infront WM, προπαρατεθείσα (σκέψη 71).
69 – Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Infront WM, προπαρατεθείσα (σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
70 – Παραπέμπω στη διατύπωση που χρησιμοποιεί ο καθηγητής G. Isaac, ο οποίος θεωρεί ότι «η προσβαλλόμενη πράξη αφορά τον προσφεύγοντα άμεσα μόνον αν η πράξη, αυτή καθεαυτή, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα να στερεί τον προσφεύγοντα από δικαίωμα ή να του επιβάλει υποχρέωση, με συνέπεια να τον θέτει σε κατάσταση ανάλογη με εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν ήταν αποδέκτης της» (Isaac, G., Droit communautaire général, 7η έκδοση, Colin, Paris, 1999, σ. 266).
71 – Απόφαση της 5ης Μαΐου 1998, C‑386/96 P, Dreyfus κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑2309, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και διάταξη του Πρωτοδικείου της 10ης Σεπτεμβρίου 2002, T‑223/01, Japan Tobacco και JT International κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. II‑3259, σκέψη 46).
72 – Βλ., ειδικότερα, αποφάσεις της 13ης Μαΐου 1971, 41/70 έως 44/70, International Fruit Company κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 279, σκέψη 25), καθώς και της 23ης Νοεμβρίου 1971, 62/70, Bock κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 977, σκέψεις 7 και 8).
73 – Αν, αντιθέτως, η προσβαλλόμενη πράξη επιτρέπει πραγματικά στο κράτος μέλος αποδέκτη της να επιλέξει αν θα ενεργήσει ή όχι, ή δεν του επιβάλλει να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ιδιώτης δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι νομιμοποιείται άμεσα να την προσβάλει. Βλ., ειδικότερα, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1999, C‑73/97 P, Γαλλία κατά Comafrica κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I‑185). Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός (ΕΚ) 3190/93 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 1993, περί ορισμού του ομοιόμορφου συντελεστή μειώσεως για τον καθορισμό της ποσότητας μπανανών που πρέπει να κατανέμεται σε κάθε επιχειρηματία των κατηγοριών Α και Β στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσοστώσεως για το έτος 1994 (ΕΕ L 285, σ. 28), δεν αφορούσε άμεσα τους επιχειρηματίες, καθόσον, στην πραγματικότητα, εναπόκειτο στις αρμόδιες εθνικές αρχές να προσδιορίσουν οριστικά τις ποσότητες μπανάνας που θα δικαιούνταν να εισαγάγουν οι επιχειρήσεις κατά την εν λόγω περίοδο βάσει του εν λόγω κανονισμού.
Full & Egal Universal Law Academy