ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 14ης Ιουλίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑474/10
Department of the Environment for Northern Ireland
κατά
Seaport (NI) Ltd,
Magherafelt district Council κ.λπ.
[αίτηση του Court of Appeal in Northern Ireland (Ηνωμένο Βασίλειο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 2001/42/ΕΚ – Εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων – Διαδικασία διαβουλεύσεως – Καθορισμός αρμοδίων αρχών για περιβαλλοντικά θέματα – Καθορισμός των χρονικών πλαισίων της διαδικασίας διαβουλεύσεως»
1. Η οδηγία 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (2) απαιτεί να γίνεται εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων για ορισμένα σχέδια και προγράμματα πριν από την έγκρισή τους. Η εκτίμηση αυτή περιλαμβάνει τη διαβούλευση της αρχής που είναι αρμόδια για την εκπόνηση του σχεδίου με το κοινό, καθώς και με φορείς επιφορτισμένους με περιβαλλοντικές αρμοδιότητες.
2. Η υπό εξέταση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, των Seaport (NI) Ltd, Magherafelt district Council κ.λπ. και, αφετέρου, του Department of the Environment for Northern Ireland με αντικείμενο τη διαδικασία διαβουλεύσεως που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της εκπονήσεως προκαταρκτικών περιφερειακών χωροταξικών σχεδίων στη Βόρεια Ιρλανδία.
3. Με την εν λόγω αίτηση, το Δικαστήριο καλείται να αποσαφηνίσει δυο από τις λεπτομέρειες που συνδέονται με τη διενέργεια της διαδικασίας διαβουλεύσεως. Η πρώτη, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, αφορά τον καθορισμό των αρμοδίων αρχών για διαβουλεύσεις. Συγκεκριμένα, στην υπό κρίση υπόθεση, το Department of the Environment for Northern Ireland αποτελεί την αρμόδια αρχή για την εκπόνηση του επίδικου σχεδίου και, ταυτοχρόνως, την αρχή με την οποία πρέπει να διενεργηθεί διαβούλευση σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Κατά συνέπεια, ζητείται να διευκρινιστεί εάν, σε κατάσταση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, το κράτος μέλος υποχρεούται να ορίσει νέα αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις, αυτοτελή και ανεξάρτητη από την πρώτη.
4. Η δεύτερη λεπτομέρεια της διαδικασίας διαβουλεύσεως, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας, αφορά τον καθορισμό του χρονικού πλαισίου της διαδικασίας διαβουλεύσεως. Ζητείται να διευκρινιστεί εάν το εν λόγω χρονικό πλαίσιο μπορεί να καθορίζεται, ανά περίπτωση, από την αρμόδια αρχή για την εκπόνηση του σχεδίου ή του προγράμματος ή εάν είναι αναγκαίο να καθορίζεται με τη νομοθεσία για τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη.
5. Για τους λόγους που θα αναπτύξω στη συνέχεια, φρονώ ότι η αξιόπιστη και αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας επιβάλλει, σε κατάσταση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, να ορίζεται από το κράτος μέλος νέα αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις, αυτοτελής και ανεξάρτητη από την αρμόδια για την εκπόνηση του σχεδίου αρχή. Αντιθέτως, τίποτε δεν εμποδίζει, κατά τη γνώμη μου, να προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία ότι το χρονικό πλαίσιο της διαδικασίας διαβουλεύσεως καθορίζεται, ανά περίπτωση, από την αρμόδια για την εκπόνηση του σχεδίου αρχή, υπό τον όρο, πάντως, ότι το εν λόγω χρονικό πλαίσιο είναι εύλογο, ώστε να παρέχεται όντως στο κοινό και στις αρχές με τις οποίες διενεργείται διαβούλευση η ευκαιρία να διατυπώσουν τη γνώμη τους επί του σχεδίου.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Η οδηγία
6. Θεμελιώδης σκοπός της οδηγίας, όπως προκύπτει από το άρθρο της 1, είναι η υποβολή σε εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, στο στάδιο της εκπονήσεως και πριν από την έγκρισή τους, των σχεδίων και προγραμμάτων που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης της Ένωσης αποβλέπει στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος, σύμφωνα με τα άρθρα 174 ΕΚ και 37 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
7. Η οδηγία θεσπίζει ένα στοιχειώδες πλαίσιο εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ενώ ο καθορισμός των λεπτομερειών επαφίεται στα κράτη μέλη, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της επικουρικότητας (3).
8. Κατά το άρθρο 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας, η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων περιλαμβάνει την εκπόνηση περιβαλλοντικής μελέτης (στην οποία εντοπίζονται οι ενδεχόμενες σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις και οι λογικές εναλλακτικές δυνατότητες), καθώς και τη διενέργεια διαβουλεύσεων με τις αρχές που είναι επιφορτισμένες με περιβαλλοντικές αρμοδιότητες, με το κοινό και με άλλα κράτη μέλη όταν ενδέχεται να επέλθουν σημαντικές διασυνοριακές επιπτώσεις. Η περιβαλλοντική μελέτη και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν από την έγκριση του σχεδίου ή του προγράμματος. Κατόπιν της εγκρίσεως του σχεδίου ή του προγράμματος, οι αρχές που είναι επιφορτισμένες με περιβαλλοντικές αρμοδιότητες, το κοινό, καθώς και κάθε κράτος μέλος με το οποίο πραγματοποιήθηκε διαβούλευση ενημερώνονται σχετικώς και τίθεται στη διάθεσή τους κάθε σχετική χρήσιμη πληροφορία.
9. Η διαδικασία διαβουλεύσεως διέπεται από το άρθρο 6 της οδηγίας. Η διάταξη αυτή ορίζει τα εξής:
«1. Τo προκαταρκτικό σχέδιο ή πρόγραμμα και η περιβαλλοντική μελέτη που εκπονείται σύμφωνα με το άρθρο 5 τίθενται στη διάθεση των αρχών, που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, και του κοινού.
2. Στις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 3 και στο κοινό που αναφέρεται στην παράγραφο 4 δίδεται έγκαιρη και πραγματική ευκαιρία, εντός εύλογων χρονικών περιθωρίων, να εκφράσουν τη γνώμη τους επί του προκαταρκτικού σχεδίου ή προγράμματος και της περιβαλλοντικής μελέτης που το συνοδεύει πριν το σχέδιο ή το πρόγραμμα εγκριθεί ή αρχίσει η σχετική νομοθετική διαδικασία.
3. Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρχές με τις οποίες πραγματοποιούνται διαβουλεύσεις και οι οποίες, ενόψει των ειδικών περιβαλλοντικών αρμοδιοτήτων τους, ενδέχεται να ενδιαφέρονται για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εφαρμογής των σχεδίων και προγραμμάτων.
4. Τα κράτη μέλη ορίζουν το κοινό για τους σκοπούς της παραγράφου 2, συμπεριλαμβανομένου του κοινού που πλήττεται ή είναι πιθανόν να πληγεί από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων που εμπίπτει στην παρούσα οδηγία, ή που έχει συμφέρον απ’ αυτήν […].
5. Τα κράτη μέλη ρυθμίζουν τις λεπτομέρειες για την ενημέρωση και τις διαβουλεύσεις με τις αρχές και το κοινό.»
Β – Η μεταφορά της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη
10. Η οδηγία μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με τον κανονισμό του 2004 σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων [Environmental Assessment of Plans and Programmes Regulations (Northern Ireland) 2004, στο εξής: κανονισμός του 2004].
11. Το άρθρο 4 του κανονισμού του 2004 μεταφέρει στην εθνική έννομη τάξη το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας σχετικά με τον καθορισμό των αρμοδίων αρχών για διαβουλεύσεις. Το εν λόγω άρθρο ορίζει τα εξής:
«(1) Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2, το Department of the Environment for Northern Ireland ορίζεται, για τους σκοπούς του παρόντος, ως αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις […].
(2) Οσάκις το Department of the Environment for Northern Ireland είναι αρμόδιο για την εκπόνηση ορισμένου σχεδίου ή προγράμματος, δεν ασκεί τις εξουσίες που διαθέτει βάσει του [κανονισμού του 2004] ως αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις σε σχέση με το εν λόγω σχέδιο ή πρόγραμμα […]».
12. Το άρθρο 12 του κανονισμού του 2004 μεταφέρει στην εθνική έννομη τάξη το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας, όσον αφορά τον καθορισμό του χρονικού πλαισίου της διαδικασίας διαβουλεύσεως. Το εν λόγω άρθρο 12 ορίζει τα εξής:
«(1) Τα προκαταρκτικά σχέδια και προγράμματα για τα οποία έχει εκπονηθεί περιβαλλοντική μελέτη […] και η περιβαλλοντική μελέτη που τα συνοδεύει […] τίθενται στη διάθεση του κοινού και της αρμόδιας αρχής για διαβουλεύσεις σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις του παρόντος.
(2) Η αρμόδια αρχή αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο των σχετικών εγγράφων στην αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις και την καλεί να εκφράσει τη γνώμη της επί των σχετικών εγγράφων εντός ορισμένης προθεσμίας.
(3) Η αρμόδια αρχή οφείλει επίσης:
(a) εντός 14 ημερών από την κατάρτιση των σχετικών εγγράφων, να δημοσιεύει, σύμφωνα με την παράγραφο 5, ή να μεριμνά για τη δημοσίευση, ανακοινώσεως:
(i) περιέχουσας τον τίτλο του σχεδίου, προγράμματος ή τυχόν τροποποιήσεώς του·
(ii) περιέχουσας τη διεύθυνση (συμπεριλαμβανομένου του δικτυακού τόπου) όπου είναι δυνατή η μελέτη και προμήθεια αντιγράφων των σχετικών εγγράφων·
(iii) περιέχουσας πρόσκληση προς τους ενδιαφερομένους να εκφράσουν τη γνώμη τους επί των σχετικών εγγράφων·
(iv) περιέχουσας τη διεύθυνση στην οποία και την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να αποσταλούν οι γνώμες αυτές· και
(b) τηρεί αντίγραφα των σχετικών εγγράφων, τα οποία τίθενται στη διάθεση του κοινού στα κεντρικά γραφεία της και κατά τις συνήθεις εργάσιμες ώρες, χωρίς χρέωση· και
(c) δημοσιεύει αντίγραφα των σχετικών εγγράφων στον δικτυακό τόπο της.
(4) Οι προθεσμίες των παραγράφων 2 και 3, στοιχείο a, περίπτωση iv, πρέπει να διασφαλίζουν σε όλους όσους απευθύνεται η πρόσκληση την έγκαιρη και πραγματική ευκαιρία να εκφράσουν τη γνώμη τους επί των σχετικών εγγράφων.
[…]»
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
13. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, στο Department of the Environment for Northern Ireland εντάσσονταν τέσσερις εκτελεστικοί φορείς, μεταξύ των οποίων η χωροταξική υπηρεσία και η υπηρεσία περιβάλλοντος και πολιτιστικής κληρονομιάς (4).
14. Κατά την εκπόνηση των σχεδίων με τίτλο «Northern Area Plan 2016» και «Magherafelt Area Plan 2015», αντιστοίχως, η χωροταξική υπηρεσία συνεργάστηκε στενά με την υπηρεσία περιβάλλοντος και πολιτιστικής κληρονομιάς. Η δεύτερη παρείχε σχετικές πληροφορίες και διατύπωσε τη γνώμη της σχετικά με το περιεχόμενο των επίδικων σχεδίων.
15. Το Department of the Environment for Northern Ireland δημοσιοποίησε το προκαταρκτικό «Northern Area Plan 2016» μαζί με τη συνοδευτική περιβαλλοντική μελέτη και το απέστειλε στην υπηρεσία περιβάλλοντος και πολιτιστικής κληρονομιάς και σε άλλους κρατικούς φορείς για τη διενέργεια διαβουλεύσεων. Η προθεσμία για την υποβολή παρατηρήσεων ορίστηκε σε οκτώ εβδομάδες. Το Department of the Environment for Northern Ireland έλαβε συνολικά 5 250 παρατηρήσεις επί του προκαταρκτικού σχεδίου από το κοινό και τέσσερις παρατηρήσεις επί της περιβαλλοντικής μελέτης. Σ’ αυτές συγκαταλέγονταν συνολικά σαράντα εννέα παρατηρήσεις της Seaport (NI) Ltd, μία από τις οποίες αφορούσε το περιεχόμενο της εν λόγω μελέτης και τη διενέργεια της περιβαλλοντικής εκτιμήσεως.
16. Το προκαταρκτικό «Magherafelt Area Plan 2015» και η συνοδευτική περιβαλλοντική μελέτη διαβιβάστηκαν στην υπηρεσία περιβάλλοντος και πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και σε άλλους ενδιαφερόμενους φορείς. Το Department of the Environment for Northern Ireland κάλεσε όλους τους φορείς να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους εντός έξι εβδομάδων. Έλαβε περίπου 5 300 παρατηρήσεις επί του προκαταρκτικού σχεδίου και πέντε παρατηρήσεις επί της περιβαλλοντικής μελέτης.
17. Τον Νοέμβριο του 2005 και τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, αντιστοίχως, η Seaport (NI) Ltd και η Magherafelt district Council κ.λπ. προσέφυγαν ενώπιον του High Court of Justice in Northern Ireland (Ηνωμένο Βασίλειο), προβάλλοντας ότι οι περιβαλλοντικές μελέτες που συνόδευαν τα επίδικα προκαταρκτικά σχέδια δεν εκπονήθηκαν σύμφωνα με τις επιταγές της οδηγίας.
18. Σε κάθε μία από τις δυο αυτές διαδικασίες, το High Court of Justice in Northern Ireland έκρινε ότι το άρθρο 4 του κανονισμού του 2004 μετέφερε πλημμελώς στην εθνική έννομη τάξη την προϋπόθεση του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, κατά την οποία πρέπει να ορίζεται νέα αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις, οσάκις το Department of the Environment for Northern Ireland είναι, επίσης, η αρμόδια αρχή για την εκπόνηση του σχεδίου. Ομοίως, έκρινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας δεν μεταφέρθηκαν ορθώς στην εθνική έννομη τάξη με το άρθρο 12 του κανονισμού του 2004, διότι δεν προβλέπονται ρητώς τα χρονικά πλαίσια για την υποβολή των παρατηρήσεων.
19. Το Department of the Environment for Northern Ireland άσκησε έφεση ενώπιον του Court of Appeal in Northern Ireland (Ηνωμένο Βασίλειο).
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
20. Το Court of Appeal in Northern Ireland, κρίνοντας ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης είναι αναγκαία προκειμένου να μπορέσει να αποφανθεί επί της διαφοράς αυτής, αποφάσισε να υποβάλει στον Δικαστήρια τα ακόλουθα τρία προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει η οδηγία […] την έννοια ότι, οσάκις μια δημόσια αρχή που είναι αρμόδια για την εκπόνηση σχεδίου, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, διαθέτει, επίσης, γενική περιβαλλοντική αρμοδιότητα σε ορισμένο κράτος μέλος, δύναται το εν λόγω κράτος μέλος να μην ορίσει, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, καμία αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις για τους σκοπούς των άρθρων 5 και 6;
2) Έχει η […] οδηγία την έννοια ότι οσάκις μια δημόσια αρχή που είναι αρμόδια για την εκπόνηση σχεδίου, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, διαθέτει, επίσης, γενική περιβαλλοντική αρμοδιότητα σε ορισμένο κράτος μέλος, οφείλει το εν λόγω κράτος μέλος να εξασφαλίσει την αυτοτέλεια της αρχής που θα ορισθεί για διαβουλεύσεις από την ανωτέρω αρχή;
3) Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 2, της ανωτέρω οδηγίας την έννοια ότι η προϋπόθεση που θέτει, κατά την οποία στις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 3 και στο κοινό που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού δίδεται έγκαιρη και πραγματική ευκαιρία να εκφράσουν τη γνώμη τους “εντός εύλογων χρονικών περιθωρίων”, έχει μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη με κανόνες που προβλέπουν ότι η αρμόδια για την εκπόνηση του σχεδίου αρχή καθορίζει ανά περίπτωση την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να εκφραστούν οι γνώμες αυτές, ή πρέπει οι κανόνες που μεταφέρουν την οδηγία στην εθνική έννομη τάξη να προβλέπουν οι ίδιοι ορισμένη προθεσμία ή διαφορετικές προθεσμίες υπό διαφορετικές περιστάσεις εντός των οποίων πρέπει να εκφραστούν οι εν λόγω γνώμες;»
IV – Ανάλυση
Α – Επί του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
21. Με τα δυο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας έχει την έννοια ότι, για τη διενέργεια της διαδικασίας διαβουλεύσεως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ορίζουν νέα αρχή ως αρμόδια για περιβαλλοντικά θέματα, οσάκις η αρχή που είναι επιφορτισμένη με τις εν λόγω αρμοδιότητες σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία έχει ορισθεί, επίσης, ως αρμόδια αρχή για την εκπόνηση του επίμαχου σχεδίου ή προγράμματος. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο εάν η εν λόγω νέα αρχή πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την αρμόδια αρχή για την εκπόνηση του σχεδίου ή του προγράμματος.
22. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Δανική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζουν ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στα δυο πρώτα ερωτήματα.
23. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Δανική Κυβέρνηση διατείνονται, κατ’ ουσίαν, ότι η οδηγία επιφέρει στοιχειώδη μόνον εναρμόνιση των διαδικασιών εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Εξάλλου, τα κράτη μέλη δεν υπέχουν υποχρέωση συστάσεως νέας οντότητας, αυτοτελούς και ανεξάρτητης από εκείνη που έχει ορισθεί ως αρμόδια για διαβουλεύσεις με την εθνική νομοθεσία. Στην παρούσα περίπτωση, η συνεργασία μεταξύ της υπηρεσίας περιβάλλοντος και της χωροταξικής υπηρεσίας του Department of the Environment for Northern Ireland κατέστησε δυνατή την επίτευξη των επιδιωκόμενων αποτελεσμάτων της οδηγίας τόσο όσον αφορά την απαίτηση να υπάρχει διαφάνεια στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων όσο και όσον αφορά την απαίτηση οι περιβαλλοντικές πληροφορίες να είναι αναλυτικές και αξιόπιστες. Λόγω των αρμοδιοτήτων με τις οποίες είναι επιφορτισμένο, το Department of the Environment for Northern Ireland μεριμνά ώστε να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του σχεδίου, καθώς και προκειμένου τα ιδιωτικά συμφέροντα να μην αποβαίνουν εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος.
24. Η Επιτροπή επισημαίνει τις διαφορές που υφίστανται όσον αφορά τη διοικητική οργάνωση των κρατών μελών. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν περισσότερες αρμόδιες αρχές για διαβουλεύσεις. Αντιθέτως, άλλα κράτη μέλη, όπως το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ή η Δημοκρατία της Μάλτας, αντιμετωπίζουν δυσχέρειες όσον αφορά τον διορισμό νέας αρμόδιας αρχής η οποία να πληροί τις επιταγές του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, λόγω της γεωγραφικής τους διαστάσεως. Η Επιτροπή επισημαίνει, εξάλλου, ότι από το κείμενο της οδηγίας ουδόλως προκύπτει ότι, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ορίσουν νέα αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις. Έστω και εάν προέκυπτε τέτοια υποχρέωση, η Επιτροπή επισημαίνει ότι μια αρχή οριζόμενη τεχνηέντως ως αρμόδια δεν θα ήταν ικανή να παρέχει χρήσιμες πληροφορίες.
25. Δεν συμμερίζομαι τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας. Για τους λόγους τους οποίους θα αναπτύξω στη συνέχεια, φρονώ ότι ένα κράτος μέλος, ευρισκόμενο σε κατάσταση όμοια με την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν απαλλάσσεται των υποχρεώσεων που υπέχει δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας επειδή η αρμόδια αρχή για την εκπόνηση του σχεδίου έχει, επίσης, ορισθεί ως αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Στην περίπτωση αυτή, φρονώ ότι η αξιόπιστη και αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας επιβάλλει στο οικείο κράτος μέλος να ορίσει νέα αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις, αυτοτελή και ανεξάρτητη από την πρώτη.
26. Η εκτίμηση αυτή ερείδεται στη φύση και το περιεχόμενο της διαδικασίας διαβουλεύσεως που έχει θεσπισθεί από τον νομοθέτη της Ένωσης, καθώς και στους επιδιωκόμενους από αυτόν σκοπούς.
27. Η διαδικασία διαβουλεύσεως, η οποία περιγράφεται στο άρθρο 6 της οδηγίας, αποσκοπεί στην κατοχύρωση του δικαιώματος κάθε ατόμου να ζει σε περιβάλλον κατάλληλο για την υγεία και την ευημερία του, σύμφωνα με τα άρθρα 174 ΕΚ και 37 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
28. Συγκεκριμένα, καθιερώνει το δικαίωμα κάθε ατόμου να μετέχει στις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων οι οποίες έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον. Για τον σκοπό αυτό, ο νομοθέτης της Ένωσης στηρίχθηκε στις υποχρεώσεις που υπέχει η Ένωση δυνάμει της Συμβάσεως για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, η οποία είναι γνωστή ως «Σύμβαση του Aarhus» (5). Υπενθυμίζεται ότι σκοπός της Συμβάσεως του Aarhus είναι η διασφάλιση του δικαιώματος του κοινού να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων για περιβαλλοντικά θέματα και, ιδίως, όσον αφορά σχέδια και προγράμματα σχετικά με το περιβάλλον (6). Εντούτοις, η συμμετοχή στις διαβουλεύσεις δεν συνιστά μόνο δικαίωμα. Αποτελεί επίσης καθήκον, το οποίο συνίσταται στην υποχρέωση του κοινού να συμβάλλει στην προστασία και τη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος μέσω της διατυπώσεως των ανησυχιών του και επιτρέπει στις αρχές που είναι αρμόδιες για την εκπόνηση των σχεδίων να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις επιφυλάξεις αυτές και να εκδίδουν ορθότερες αποφάσεις.
29. Από το σύνολο των διατάξεων της οδηγίας προκύπτει η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να προασπίσει τα δικαιώματα αυτά. Συγκριμένα, το θεσπισθέν από αυτόν διαδικαστικό πλαίσιο καθιστά δυνατό να διασφαλίζεται, σε καθένα από τα στάδια της εκπονήσεως και της εγκρίσεως του σχεδίου, ότι οι περιβαλλοντικές ανησυχίες των αρχών και των προσώπων που ενδιαφέρονται για τις επιπτώσεις του σχεδίου λαμβάνονται πράγματι υπόψη. Επιδιώκεται, ιδίως, να διασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες που παρέχονται για την περιβαλλοντική εκτίμηση είναι αναλυτικές και αξιόπιστες (7).
30. Η διαδικασία διαβουλεύσεως με τις αρχές τίθεται σε εφαρμογή κατά τα πρώτα στάδια της εκπονήσεως του σχεδίου και περατώνεται με την έγκριση αυτού. Συγκεκριμένα, οι αρμόδιες αρχές διατυπώνουν, κατ’ αρχάς, τη γνώμη τους ως προς το εάν είναι αναγκαία η διενέργεια περιβαλλοντικής εκτιμήσεως για το επίμαχο σχέδιο (άρθρο 3, παράγραφος 6, της οδηγίας). Οι αρχές καλούνται, στη συνέχεια, να αποφανθούν σχετικά με την έκταση και την ακρίβεια των πληροφοριών που πρέπει να περιλαμβάνονται στην περιβαλλοντική μελέτη (άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας). Εν τέλει, οι αρχές εκφράζουν τη γνώμη τους επί της περιβαλλοντικής μελέτης, καθώς και επί του οικείου προκαταρκτικού σχεδίου ή προγράμματος (άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας).
31. Επομένως, αυτή καθεαυτήν η δομή της διαδικασίας διαβουλεύσεως αποβλέπει στη διατύπωση της εμπεριστατωμένης γνώμης εκ μέρους μιας αρχής η οποία έχει περιβαλλοντική αρμοδιότητα και, κυρίως, ενδιαφέρεται άμεσα για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του σχεδίου. Η εν λόγω διαδικασία πρέπει να καθιστά δυνατή, σε κάθε στάδιο, τη διατύπωση γνώμης όχι μόνον ως προς το εάν είναι αναγκαία η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αλλά και ως προς το περιεχόμενο της περιβαλλοντικής εκτιμήσεως και του προκαταρκτικού σχεδίου. Ως εκ τούτου, η αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις πρέπει να είναι ικανή να παρέχει έγκυρες και χρήσιμες πληροφορίες. Επιπροσθέτως, πρέπει να είναι σε θέση να επικρίνει τις εκτιμήσεις και τις επιλογές της αρχής που είναι αρμόδια για την εκπόνηση του σχεδίου, προτείνοντας, βάσει της τεχνογνωσίας και των αρμοδιοτήτων της, τροποποιήσεις και εναλλακτικές λύσεις.
32. Ως εκ τούτου, αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις μπορεί να είναι μόνο μια αρχή αυτοτελής και ανεξάρτητη από τη χωροταξική αρχή, πράγμα που αποτελεί στοιχειώδες εχέγγυο της αξιοπιστίας και της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας διαβουλεύσεως. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, «είναι πασιφανές ότι ένα όργανο δεν μπορεί να διαβουλευτεί με τον εαυτό του». Όπως ακριβώς δεν μπορεί το ίδιο άτομο να είναι ταυτοχρόνως δικαστής και διάδικος στην ίδια δίκη, ομοίως δεν μπορεί μια δημόσια αρχή να είναι αρμόδια για διαβούλευση σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του σχεδίου το οποίο εκπόνησε η ίδια.
33. Τυχόν αποδοχή της αντίθετης απόψεως θα καθιστούσε, κατά τη γνώμη μου, τη διαδικασία διαβουλεύσεως άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας και θα παρακώλυε την επιδίωξη των σκοπών του νομοθέτη της Ένωσης.
34. Συγκεκριμένα, το Department of the Environment for Northern Ireland δεν μπορεί, ενόσω εκπονεί το σχέδιό του, να ασκήσει εποικοδομητική κριτική κατά του σχεδίου αυτού και να προτείνει εναλλακτικές λύσεις πέραν των επιλογών στις οποίες έχει ήδη προβεί. Εξάλλου, έστω και εάν συγκαταλέγεται πράγματι στις πλέον αρμόδιες αρχές για την προάσπιση των περιβαλλοντικής φύσεως συμφερόντων, εντούτοις πρέπει να μπορεί να λάβει υπόψη τις απόψεις και τις ανησυχίες που ενδέχεται να διατυπώσουν, επί παραδείγματι, περισσότερο εξειδικευμένα ιδρύματα ή τοπικές αρχές που ενδιαφέρονται για τις επιπτώσεις του σχεδίου λόγω του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής του. Συναφώς, είναι αξιοσημείωτο ότι, καίτοι το Department of the Environment for Northern Ireland είναι επιφορτισμένο με περιβαλλοντικές αρμοδιότητες, εντούτοις το ενδιαφερόμενο κοινό έκρινε σκόπιμο να καταθέσει περισσότερες από 5 250 παρατηρήσεις επί του «Northern Area Plan 2016» και περισσότερες από 5 300 παρατηρήσεις επί του «Magherafelt Area Plan 2015». Επομένως, το Department of the Environment for Northern Ireland δεν μπορεί να αποφύγει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως να ζητήσει τη γνώμη ορισμένης άλλης επιφορτισμένης με περιβαλλοντικές αρμοδιότητες αρχής, χωρίς να θίξει την ουσία της οδηγίας.
35. Επομένως, προκειμένου να διασφαλιστεί η αξιόπιστη και αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας, είναι, κατά τη γνώμη μου, αναγκαίο, σε κατάσταση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, το κράτος μέλος να ορίσει, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, νέα αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις, αυτοτελή και ανεξάρτητη από την αρχή που είναι αρμόδια για την εκπόνηση του σχεδίου.
36. Κατά τη γνώμη μου, η εν λόγω υποχρέωση δεν συνεπάγεται υπέρμετρη επιβάρυνση για τα κράτη μέλη τα οποία, λόγω του μεγέθους τους, δεν διαθέτουν εκτενές δίκτυο δημοσίων αρχών επιφορτισμένων με περιβαλλοντικές αρμοδιότητες.
37. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας είναι διατυπωμένο με ευρείς όρους, οι οποίοι παρέχουν στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 5, της οδηγίας, ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την οργάνωση της διαδικασίας διαβουλεύσεως για περιβαλλοντικά θέματα (8).
38. Συγκεκριμένα, από το σημείο 7.11 των κατευθυντηρίων γραμμών της Επιτροπής (9) προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ως αρχές με περιβαλλοντικές αρμοδιότητες κυβερνητικές ή δημόσιες αρχές δραστηριοποιούμενες σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο. Μπορεί να πρόκειται για αρχές οι οποίες ενδιαφέρονται άμεσα για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εφαρμογής του σχεδίου, όπως επιθεωρήσεις περιβάλλοντος, ερευνητικά περιβαλλοντικά ιδρύματα που ασκούν δημόσιο έργο ή ακόμη κυβερνητικές μονάδες. Τα κράτη μέλη μπορούν, επίσης, σύμφωνα με το σημείο 7.15 των κατευθυντηρίων γραμμών, να ορίζουν τις αρχές που έχουν περιβαλλοντικές αρμοδιότητες με γενικότερο τρόπο, όπως με τον όρο «γειτονικές τοπικές αρχές».
39. Τα κράτη μέλη μπορούν, επίσης, να επιλέγουν ελεύθερα τον τρόπο ορισμού των αρμοδίων αρχών για διαβουλεύσεις. Κατά τις κατευθυντήριες γραμμές, οι εν λόγω αρχές μπορούν να ορίζονται με τη νομοθεσία για τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να επιλέξουν τη μέθοδο του ορισμού της αρμόδιας αρχής για διαβουλεύσεις ανά περίπτωση, η οποία επιτρέπει να λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενο του εκάστοτε σχεδίου ή προγράμματος (10). Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος μπορεί πράγματι να λαμβάνει υπόψη ποια αρχή έχει ορισθεί ως αρμοδία για την εκπόνηση του προγράμματος, ώστε να ορίσει νέα αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις όσον αφορά την επίμαχη περιβαλλοντική εκτίμηση.
40. Τόσο από το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας όσο και από την ερμηνεία που δίδει σε αυτό η Επιτροπή προκύπτει ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν επαρκή διακριτική ευχέρεια για να θεσπίσουν μια διαδικασία ικανή να διασφαλίζει την αξιόπιστη και αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας. Φρονώ ότι, σε κατάσταση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας μπορεί να επιτύχει τον σκοπό αυτό, εάν ορίσει ως αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις, επί παραδείγματι, μια τοπική αρχή η οποία ενδέχεται να ενδιαφέρεται για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εφαρμογής του σχεδίου (11).
41. Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας έχει την έννοια ότι, οσάκις η δημόσια αρχή που είναι αρμόδια για την εκπόνηση του σχεδίου έχει ορισθεί, επίσης, ως αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, το κράτος μέλος υποχρεούται να ορίσει νέα αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις, η οποία πρέπει να είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την πρώτη.
Β – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
42. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας απαγορεύει να καθορίζεται η προθεσμία της διαδικασίας διαβουλεύσεως, ανά περίπτωση, από την αρχή που είναι αρμόδια για την εκπόνηση του σχεδίου.
43. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το High Court of Justice in Northern Ireland έκρινε ότι, σύμφωνα με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καθορίζουν την εν λόγω προθεσμία με τη νομοθεσία για τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη και δεν μπορούν να αναθέτουν στην αρχή που είναι αρμόδια για την εκπόνηση του σχεδίου την αρμοδιότητα καθορισμού της προθεσμίας αυτής ανά περίπτωση.
44. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διατείνεται ότι τα χρονικά περιθώρια που τάσσονται για τη διαδικασία διαβουλεύσεως δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να καθορίζονται με τη νομοθεσία για τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ούτε το γράμμα της οδηγίας ούτε οποιαδήποτε αρχή του δικαίου επιβάλλουν στα κράτη μέλη να καθορίζουν συγκεκριμένη προθεσμία για τη διαδικασία της διαβουλεύσεως με τη νομοθεσία για τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική τους έννομη τάξη. Αρκεί η εν λόγω προθεσμία να καθορίζεται κατά το χρονικό σημείο της διαβουλεύσεως.
45. Όπως η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, φρονώ ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας δεν αντίκειται σε εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει ότι η προθεσμία για τη διαδικασία διαβουλεύσεως καθορίζεται, ανά περίπτωση, από την αρμόδια αρχή για την εκπόνηση του σχεδίου ή του προγράμματος. Στηρίζω την εκτίμησή μου στις ακόλουθες σκέψεις.
46. Αφενός, είναι γνωστό ότι η οδηγία δεν προβαίνει σε εξαντλητική εναρμόνιση των διαδικασιών περιβαλλοντικής εκτιμήσεως και, ιδίως, της διαδικασίας διαβουλεύσεως. Όπως προκύπτει από την όγδοη αιτιολογική σκέψη και από το άρθρο 6, παράγραφος 5, της οδηγίας, ο νομοθέτης της Ένωσης απέβλεπε να θεσπίσει ένα στοιχειώδες κανονιστικό πλαίσιο, καταλείποντας στα κράτη μέλη τη μέριμνα καθορισμού των συγκεκριμένων λεπτομερειών της διαβουλεύσεως με τις αρχές και με το κοινό.
47. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα χρονικά περιθώρια της διαδικασίας διαβουλεύσεως, ο νομοθέτης της Ένωσης διευκρινίζει απλώς και μόνον, με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας, ότι αυτά πρέπει να είναι «εύλογα» προκειμένου να δίδεται στο κοινό και στις αρχές με τις οποίες διεξάγονται διαβουλεύσεις «πραγματική ευκαιρία» να εκφράσουν τη γνώμη τους (12). Επομένως, η οδηγία καταλείπει στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών την επιλογή του κατάλληλου τρόπου μεταφοράς της εν λόγω διατάξεως στην εθνική έννομη τάξη (13). Κατά συνέπεια, τίποτε δεν εμποδίζει ορισμένο κράτος μέλος να αναθέσει στην αρχή που είναι αρμόδια για την εκπόνηση του επίμαχου σχεδίου τη μέριμνα καθορισμού της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να διατυπωθούν οι γνώμες, στο μέτρο που η εν λόγω προθεσμία πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας (14).
48. Η λύση αυτή έχει το πλεονέκτημα ότι δεν καθιστά τη διαδικασία διαβουλεύσεως υπερβολικά αυστηρή και, ως εκ τούτου, επιτρέπει στην αρχή που είναι αρμόδια για την εκπόνηση του σχεδίου να καθορίσει την προθεσμία λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του σχεδίου, την έκταση και την πολυπλοκότητα αυτού. Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας είναι ευρύτατο, καθόσον καλύπτει, κατά το άρθρο 3 αυτής, εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία τομέων δραστηριοτήτων, όπως τη γεωργία, την ενέργεια, τη βιομηχανία, τις τηλεπικοινωνίες ή ακόμη τον τουρισμό. Πέραν της διαφοροποιήσεως των εκπονούμενων σχεδίων, κάθε σχέδιο έχει, κατά τη γνώμη μου, ειδικά χαρακτηριστικά και, κατά συνέπεια, χρήζει ειδικής εξετάσεως εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου. Πάντως, φρονώ ότι η αρμόδια αρχή για την εκπόνηση του σχεδίου είναι, συναφώς, η πλέον κατάλληλη να καθορίσει την εν λόγω προθεσμία.
49. Εξάλλου, δεν μπορώ να δεχθώ ότι η εν λόγω λύση αντιβαίνει προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, στον βαθμό που η αρμόδια αρχή για την εκπόνηση του σχεδίου καθορίζει την προθεσμία για τη διενέργεια της διαβουλεύσεως αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση του προκαταρκτικού σχεδίου και της περιβαλλοντικής εκτιμήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας.
50. Στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώνεται ότι το Department of the Environment for Northern Ireland όρισε, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού του 2004, προθεσμία οκτώ εβδομάδων για το «Northern Area Plan 2016» και έξι εβδομάδων για το «Magherafelt Area Plan 2015», αντιστοίχως. Οι εν λόγω προθεσμίες ήταν προφανώς εύλογες, καθόσον, κατά τη διάρκειά τους, το κοινό και οι αρχές με τις οποίες πραγματοποιήθηκε διαβούλευση κατέθεσαν περισσότερες από 5 250 παρατηρήσεις επί του πρώτου και περισσότερες από 5 300 παρατηρήσεις επί του δευτέρου. Όπως τόνισε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου με τις γραπτές παρατηρήσεις της, κατά το εθνικό δίκαιο, εάν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, τα όργανα με τα οποία διεξάγεται διαβούλευση ή το κοινό θεωρούν ότι η προθεσμία είναι πολύ σύντομη, μπορούν να ζητήσουν την παράτασή της και, σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως αυτής, είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής περί δικαστικού ελέγχου επί της βάσεως ότι η προθεσμία της διαβουλεύσεως ήταν ανεπαρκής.
51. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας έχει την έννοια ότι δεν αντίκειται προς εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η προθεσμία της διαδικασίας διαβουλεύσεως καθορίζεται, ανά περίπτωση, από την αρμόδια αρχή για την εκπόνηση του σχεδίου ή του προγράμματος, υπό τον όρο ότι η εν λόγω προθεσμία είναι εύλογη προκειμένου να παρέχεται στο κοινό και στις αρχές με τις οποίες διεξάγεται διαβούλευση πραγματική ευκαιρία να εκφράσουν τη γνώμη τους επί του προκαταρκτικού σχεδίου ή προγράμματος και της περιβαλλοντικής μελέτης.
V – Πρόταση
52. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα υποβληθέντα από το Court of Appeal in Northern Ireland προδικαστικά ερωτήματα την ακόλουθη απάντηση:
«1) Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων, έχει την έννοια ότι, οσάκις η δημόσια αρχή που είναι αρμόδια για την εκπόνηση του σχεδίου έχει ορισθεί, επίσης, ως αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, το κράτος μέλος υποχρεούται να ορίσει νέα αρμόδια αρχή για διαβουλεύσεις, η οποία πρέπει να είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την πρώτη.
2) Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/42 έχει την έννοια ότι δεν αντίκειται προς εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η προθεσμία της διαδικασίας διαβουλεύσεως καθορίζεται, ανά περίπτωση, από την αρμόδια αρχή για την εκπόνηση του σχεδίου ή του προγράμματος, υπό τον όρο ότι η εν λόγω προθεσμία είναι εύλογη προκειμένου να παρέχεται στο κοινό και στις αρχές με τις οποίες διεξάγεται διαβούλευση πραγματική ευκαιρία να εκφράσουν τη γνώμη τους επί του προκαταρκτικού σχεδίου ή προγράμματος και της περιβαλλοντικής μελέτης.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 197, σ. 30, στο εξής: οδηγία.
3 – Όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
4 – Οι δυο αυτοί φορείς δεν έχουν αυτοτελή νομική προσωπικότητα, αλλά διαθέτουν δικό τους προσωπικό, διοικητικούς πόρους και γραφεία.
5 – Η Σύμβαση του Aarhus υπογράφηκε στις 25 Ιουνίου 1998 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2005, για σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Συμβάσεως για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε θέματα περιβάλλοντος (ΕΕ L 124, σ. 1).
6 – Άρθρο 7 της Συμβάσεως του Aarhus.
7 – Δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
8 – Βλ., επίσης, πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
9 – Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές.
10 – Σημεία 7.13 έως 7.15 των κατευθυντηρίων γραμμών.
11 – Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι και άλλοι κρατικοί φορείς στη Βόρεια Ιρλανδία διαθέτουν κανονιστικές αρμοδιότητες σε συγκεκριμένους περιβαλλοντικούς τομείς.
12 – Βλ., επίσης, δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας η οποία ορίζει ότι θα πρέπει να παρέχονται «εύλογα» χρονικά περιθώρια για τις διαβουλεύσεις, συμπεριλαμβανομένης της έκφρασης γνώμης.
13 – Βλ., ενδεικτικά, το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327, σ. 1), κατά το οποίο τα «κράτη μέλη παρέχουν προθεσμία τουλάχιστον έξι μηνών για την υποβολή γραπτών παρατηρήσεων σχετικά με τα [βοηθητικά] έγγραφα, προκειμένου να υπάρξει δυνατότητα ενεργού συμμετοχής και διαβουλεύσεων».
14 – Συναφώς, είναι αξιοσημείωτο ότι το άρθρο 6 της Συμβάσεως του Aarhus που διέπει τη συμμετοχή του κοινού όσον αφορά σχέδια, προγράμματα και πολιτικές σχετικά με το περιβάλλον, ορίζει, στην παράγραφο 3, ότι «[ο]ι διαδικασίες συμμετοχής του κοινού περιλαμβάνουν εύλογα χρονοδιαγράμματα για τις διάφορες φάσεις, προσφέροντας επαρκή χρόνο για την ενημέρωση του κοινού […] και για την προπαρασκευή και πραγματική συμμετοχή του κοινού κατά τη λήψη των περιβαλλοντικών αποφάσεων».
Full & Egal Universal Law Academy