ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 8ης Νοεμβρίου 2011 ( 1 )
Υπόθεση C-488/10
Celaya Emparanza y Galdos Internacional SA
κατά
Proyectos Integrales de Balizamientos SL
[αίτηση του Juzgado de lo Mercantil n. 1 de Alicante y n. 1 de Marca Comunitaria (Ισπανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα — Παραποίηση/απομίμηση — Έννοια τρίτων»
1.
Η υπό κρίση υπόθεση, της οποίας το Δικαστήριο επελήφθη κατόπιν προδικαστικής παραπομπής εκ μέρους του Juzgado de lo Mercantil de Alicante, αφορά ζήτημα που αποτελεί επί του παρόντος αντικείμενο έντονης αμφιλογίας στην ισπανική θεωρία και νομολογία. Το πρόβλημα επί του οποίου το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί είναι ο ορισμός της έννοιας των τρίτων κατά των οποίων ο δικαιούχος καταχωρισμένου σχεδίου ή υποδείγματος δύναται, βάσει της ισχύουσας κανονιστικής ρυθμίσεως της Ένωσης, να ασκήσει αγωγή για παραποίηση/απομίμηση.
2.
Ειδικότερα, ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το γεγονός ότι ο εναγόμενος έχει προβεί σε αυτοτελή καταχώριση δικού του σχεδίου ή υποδείγματος μετά την καταχώριση του σχεδίου ή υποδείγματος εκ μέρους του ενάγοντος στερείται σημασίας ή εάν, αντιθέτως, ο ενάγων οφείλει, προκειμένου να ασκήσει παραδεκτώς αγωγή για παραποίηση/απομίμηση, να ζητήσει προηγουμένως από το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (στο εξής: ΓΕΕΑ) να κηρύξει την ακυρότητα του σχεδίου του εναγομένου.
3.
Υπενθυμίζεται εκ περισσού ότι το Δικαστήριο δεν καλείται εν προκειμένω να αποφανθεί επί της ομοιότητας ή μη των συγκρουόμενων σχεδίων και/ή προϊόντων. Αρμόδιος να προβεί στην εν λόγω αξιολόγηση είναι ασφαλώς ο εθνικός δικαστής. Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο αποφανθεί υπέρ της αναγκαιότητας της προηγούμενης ακυρώσεως του σχεδίου του εναγομένου, η εκκρεμής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφορά θα διευθετηθεί σε επίπεδο παραδεκτού, χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση των σχεδίων. Βασικός σκοπός των δύο προδικαστικών ερωτημάτων είναι να αποσαφηνισθεί αν, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο εθνικός δικαστής πρέπει να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς ή εάν, αντιθέτως, πρέπει να κρίνει την αγωγή απαράδεκτη, υποχρεώνοντας, ως εκ τούτου, την ενάγουσα εταιρεία να προσφύγει ενώπιον του ΓΕΕΑ προκειμένου να επιτύχει την κήρυξη της ακυρότητας του σχεδίου της εναγομένης.
I – Κανονιστικό πλαίσιο
4.
Τα υποβληθέντα στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κανονισμού 6/2002 ( 2 ), για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα (στο εξής, μεταξύ άλλων: κανονισμός).
5.
Όπως προκύπτει κατά τρόπο αναμφίλεκτο από τη δέκατη όγδοη και την εικοστή τέταρτη αιτιολογική του σκέψη, ο κανονισμός σκοπεί στην καθιέρωση ενός όσο το δυνατόν εναργέστερου και απλούστερου συστήματος για την καταχώριση των σχεδίων ( 3 ):
«(18)
Το καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα απαιτεί τη δημιουργία και την τήρηση ενός μητρώου στο οποίο θα καταχωρίζονται όλες οι αιτήσεις που πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις και στις οποίες έχει δοθεί ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης. Το εν λόγω σύστημα καταχώρισης δεν θα πρέπει κατ’ αρχήν να βασίζεται σε εξέταση, η οποία θα αποβλέπει να προσδιορίσει πριν από την καταχώριση, εάν το σχέδιο ή υπόδειγμα πληροί τους όρους προστασίας, μειώνοντας έτσι στο ελάχιστο τη διαδικασία καταχώρισης και τις άλλες διαδικαστικές ενέργειες στις οποίες υποβάλλεται ο αιτών.
[…]
(24)
Αποτελεί θεμελιώδη στόχο του παρόντος κανονισμού η διαδικασία που ακολουθείται για την καταχώριση κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος να συνεπάγεται ελάχιστο κόστος και δυσχέρειες για τον αιτούντα, ώστε να καθίσταται προσιτή και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και στους ανεξάρτητους δημιουργούς.»
6.
Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει τα δικαιώματα που το καταχωρισμένο σχέδιο παρέχει στον δικαιούχο του:
«Το καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα παρέχει στον δικαιούχο του δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως και δικαίωμα να απαγορεύει σε οιονδήποτε τρίτο τη χρήση χωρίς τη συγκατάθεσή του. Κατά την έννοια της παρούσας διάταξης, ως χρήση νοείται ιδίως η κατασκευή, προσφορά, η διάθεση στην αγορά, η εισαγωγή, η εξαγωγή ή η χρήση προϊόντος στο οποίο είναι ενσωματωμένο ή εφαρμόζεται το σχέδιο ή υπόδειγμα, καθώς και [η] αποθεματοποίηση του προϊόντος για τους σκοπούς αυτούς […]».
7.
Το άρθρο 52 του κανονισμού ορίζει ότι, εν γένει, οι αιτήσεις ακυρότητας καταχωρισμένου σχεδίου πρέπει να υποβάλλονται στο ΓΕΕΑ. Αντιθέτως, τα (εθνικά) δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων ( 4 ) έχουν, κατά το άρθρο 81, δικαιοδοσία επί αγωγών για παραποίηση/απομίμηση. Το ίδιο το άρθρο 81 ορίζει, εντούτοις, ότι τα δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων έχουν επίσης δικαιοδοσία επί ανταγωγών περί ακυρότητας κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, οι οποίες ασκούνται στο πλαίσιο αγωγών για παραποίηση/απομίμηση.
8.
Το άρθρο 85, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει:
«Στις διαδικασίες που απορρέουν από αγωγές παραποίησης/απομίμησης ή επαπειλούμενης παραποίησης/απομίμησης καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, τα δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων θεωρούν το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα έγκυρο. Το κύρος αμφισβητείται μόνον με ανταγωγή περί ακυρότητας (…)».
II – Ιστορικό της διαφοράς, διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και προδικαστικά ερωτήματα
9.
Η ενάγουσα της κύριας δίκης, Celaya Emparanza y Galdos Internacional SA (στο εξής, μεταξύ άλλων: CEGASA), καταχώρισε την 26η Οκτωβρίου 2005 κοινοτικό σχέδιο ( 5 ) για οδικούς οριοδείκτες. Πρόκειται για στήλες, κατά κανόνα κατασκευασμένες από πλαστικό υλικό, οι οποίες χρησιμοποιούνται στην οδική σήμανση σε περιπτώσεις εργοταξίων, οδικών έργων κ.λπ.
10.
Στα τέλη του 2007 η εναγόμενη εταιρεία, Proyectos Integrales de Balizamientos SL (στο εξής, μεταξύ άλλων: PROYECTOS), έθεσε σε κυκλοφορία προϊόν το οποίο, κατά την CEGASA, προσέβαλλε τα δικαιώματα που αυτή αντλούσε από το καταχωρισμένο σχέδιό της. Για τον λόγο αυτό, με εξώδικη όχληση, η CEGASA ζήτησε από την PROYECTOS να παύσει την εμπορία του εν λόγω προϊόντος.
11.
Η PROYECTOS αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς την όχληση της CEGASA· τουναντίον, την 11η Απριλίου 2008, προχώρησε στην καταχώριση στο ΓΕΕΑ σχεδίου για το προϊόν της ( 6 ).
12.
Για πληροφοριακούς και μόνο λόγους, τα καταχωρισμένα σχέδια των δύο αντιδίκων εικονίζονται κατωτέρω (αριστερά εικονίζεται το σχέδιο της CEGASA, ενώ δεξιά το σχέδιο της PROYECTOS):
13.
Κατόπιν τούτου, η CEGASA αποφάσισε να ασκήσει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αγωγή για παραποίηση/απομίμηση κατά της PROYECTOS. Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας η PROYECTOS άσκησε ανταγωγή, ζητώντας να κηρυχθεί άκυρο το σχέδιο της CEGASA. Η εν λόγω ανταγωγή διαβιβάσθηκε στο ΓΕΕΑ κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 86, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασία.
14.
Η PROYECTOS θεωρεί ότι είναι εν πάση περιπτώσει «προστατευμένη» λόγω του σχεδίου που έχει καταχωρίσει και ότι η CEGASA θα μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς αγωγή μόνον αφότου επιτύχει την κήρυξη, εκ μέρους του ΓΕΕΑ, της ακυρότητας του σχεδίου της PROYECTOS. Συνεπώς, κατά την άποψή της, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει την ενώπιόν του ασκηθείσα αγωγή απαράδεκτη και, συνακολούθως, να την απορρίψει, χωρίς να προβεί σε επί της ουσίας εξέταση.
15.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Στο πλαίσιο διαφοράς που έχει ως αντικείμενο προσβολή του αποκλειστικού δικαιώματος που πηγάζει από καταχωρισμένο κοινοτικό υπόδειγμα, δύναται η προβλεπόμενη από το άρθρο 19, παράγραφος 1, του [κανονισμού] απαγόρευση της εκ μέρους τρίτων χρήσεως του εν λόγω υποδείγματος να αντιταχθεί σε οιονδήποτε τρίτο ο οποίος χρησιμοποιεί άλλο υπόδειγμα που δεν προκαλεί στο κοινό διαφορετική συνολική εντύπωση σε σχέση με το πρώτο υπόδειγμα ή αποκλείεται, αντιθέτως, η εφαρμογή της εν λόγω απαγορεύσεως στον τρίτο που χρησιμοποιεί μεταγενέστερο κοινοτικό υπόδειγμα καταχωρισθέν από τον ίδιο, ενόσω το υπόδειγμα αυτό δεν ακυρώνεται;
2)
Είναι η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα ανεξάρτητη της προθέσεως του τρίτου ή διαφοροποιείται αναλόγως της συμπεριφοράς αυτού, οπότε αποκτά καθοριστική σημασία το γεγονός ότι ο τρίτος ζήτησε και επέτυχε την καταχώριση του κοινοτικού υποδείγματος μετά τη λήψη εξώδικου εγγράφου με το οποίο ο δικαιούχος του προγενέστερου κοινοτικού υποδείγματος τον καλούσε να παύσει την εμπορία του προϊόντος διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο προσέβαλλε τα πηγάζοντα από το εν λόγω προγενέστερο υπόδειγμα δικαιώματά του;».
III – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
16.
Η διάταξη περί παραπομπής περιήλθε στη Γραμματεία την 11η Οκτωβρίου 2010. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η ενάγουσα της κυρίας δίκης, η Πολωνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
17.
Κατά τη συνεδρίαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2011 παρενέβησαν η Πολωνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
IV – Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Α — Εισαγωγικές παρατηρήσεις
18.
Η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί μία εκ των πρώτων υποθέσεων στο πλαίσιο των οποίων το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της ερμηνείας του κανονισμού 6/2002 ( 7 ). Η απουσία σημαντικών νομολογιακών προηγουμένων καθιστά αναπόφευκτη την επίλυση της διαφοράς με αποκλειστικό γνώμονα το κανονιστικό πλαίσιο, μέσω της χρήσεως όλων των ερμηνευτικών εργαλείων που προσφέρονται στον ερμηνευτή του δικαίου.
19.
Όπως προαναφέρθηκε, το εγερθέν από το αιτούν δικαστήριο ζήτημα αποτελεί επί του παρόντος αντικείμενο ζωηρής αμφιλογίας στην ισπανική θεωρία και νομολογία. Ειδικότερα, όπως επισημαίνεται με τη διάταξη περί παραπομπής, επί του παρόντος καταγράφεται στην Ισπανία νομολογιακό ρεύμα, διαμορφωθέν με τις αποφάσεις του Tribunal Supremo, το οποίο, στο πεδίο των σημάτων, θεωρεί την ύπαρξη μεταγενεστέρως καταχωρισθέντος σήματος ως ασπίδα προστασίας έναντι αγωγής για παραποίηση/απομίμηση. Εν ολίγοις, κατά το εν λόγω νομολογιακό ρεύμα, δεν στοιχειοθετείται προσβολή ενόσω ο φερόμενος ως παραποιήσας το σήμα χρησιμοποιεί σήμα που ο ίδιος έχει καταχωρίσει. Συνεπώς, άσκηση αγωγής χωρεί μόνον αφότου επιτευχθεί η κήρυξη της ακυρότητας του σήματος που καταχωρίσθηκε από τον παραποιήσαντα.
20.
Σπεύδω να διευκρινίσω ότι, κατά την άποψή μου, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως δεν συντρέχει λόγος αμφισβητήσεως της νομολογίας των ισπανικών ανώτατων δικαστηρίων της οποίας έγινε μόλις μνεία. Συγκεκριμένα, όπως επισημάνθηκε, η εν λόγω νομολογία αφορά το πεδίο των σημάτων και, συνεπώς, δεν τυγχάνει εφαρμογής στο πεδίο των σχεδίων και των υποδειγμάτων. Οι καθοριστικής σημασίας διαφορές μεταξύ των δύο πεδίων είναι πράγματι τέτοιες ώστε να εμποδίζεται η αυτόματη εφαρμογή της προαναφερθείσας νομολογιακής θέσεως στον τομέα των σχεδίων και των υποδειγμάτων.
21.
Επιβάλλεται, ειδικότερα, να τονισθεί ότι η διαδικασία καταχωρίσεως σχεδίου ή υποδείγματος είναι πολύ πιο απλή και «συνοπτική» από τη διαδικασία καταχωρίσεως σήματος. Αξίζει, ειδικότερα, να επισημανθούν δύο διαφορές. Πρώτον, το ΓΕΕΑ προχωρεί στην καταχώριση σχεδίου ή υποδείγματος κατόπιν απλού τυπικού και όχι εις βάθος ελέγχου της αιτήσεως καταχωρίσεως ( 8 ). Δεύτερον, εν αντιθέσει προς ό,τι ισχύει για τα σήματα ( 9 ), ο κανονισμός δεν προβλέπει, προκειμένου για τα σχέδια και τα υποδείγματα, ενδιάμεσο, μεταξύ της αιτήσεως και της καταχωρίσεως, στάδιο κατά το οποίο τρίτοι δύνανται να ασκήσουν ανακοπή κατά της αιτήσεως καταχωρίσεως.
22.
Εν ολίγοις, η καταχώριση σχεδίου επέρχεται σχεδόν αυτοδικαίως. Η περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης προσφέρει συναφώς ένα πολύ εναργές παράδειγμα. Η PROYECTOS επέτυχε ανεμπόδιστα την καταχώριση του δικού της σχεδίου αφότου η CEGASA είχε ήδη κινηθεί εξωδίκως προκειμένου να διακόψει την εμπορία του προϊόντος της PROYECTOS. Αν η διαδικασία καταχωρίσεως των σχεδίων και των υποδειγμάτων επέτρεπε την ανακοπή κατά της αιτήσεως καταχωρίσεως, είναι πολύ πιθανό ότι η CEGASA θα είχε ασκήσει ανακοπή και ότι, συνακολούθως, το ΓΕΕΑ θα είχε τη δυνατότητα να λάβει θέση, δεχόμενο ή απορρίπτοντας την αίτηση καταχωρίσεως του σχεδίου της PROYECTOS.
23.
Κατά συνέπεια, στο πεδίο των σχεδίων και των υποδειγμάτων, ο απλουστευμένος και συνοπτικός χαρακτήρας της διαδικασίας με την οποία μπορεί να επιτευχθεί μια καταχώριση έχει ως τίμημα έναν ιδιαιτέρως υψηλό κίνδυνο καταχρήσεων, οπωσδήποτε πολύ υψηλότερο εκείνου που καταγράφεται στη διαδικασία καταχωρίσεως στο πεδίο των σημάτων. Για τον λόγον αυτόν, η συλλογιστική την οποία θα αναπτύξω κατωτέρω περιορίζεται αυστηρώς στον τομέα των σχεδίων και των υποδειγμάτων και δεν δύναται να θεωρηθεί αυτομάτως ισχύουσα και στον τομέα των σημάτων. Πράγματι, στον τομέα των σημάτων, η αίτηση καταχωρίσεως πρέπει, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, να εξετάζεται με μεγαλύτερη προσοχή και «επιμέλεια» σε σχέση με την αίτηση καταχωρίσεως σχεδίου ή υποδείγματος ( 10 ).
24.
Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίσεων, θα προχωρήσω στην εξέταση των ερωτημάτων.
Β – Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
25.
Τα δύο προδικαστικά ερωτήματα συνδέονται στενώς μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, όπως θα καταστεί σαφές κατωτέρω, η απάντηση επί του πρώτου ερωτήματος επηρεάζει και καθορίζει την απάντηση επί του δευτέρου ερωτήματος.
1. Η δυνατότητα ασκήσεως αγωγής για παραποίηση/απομίμηση προ της κηρύξεως της ακυρότητας του μεταγενέστερου σχεδίου
26.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν ο δικαιούχος καταχωρισμένου σχεδίου δύναται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του δικαιούχου σχεδίου καταχωρισθέντος σε μεταγενέστερο χρόνο ή εάν, αντιθέτως, ο εν λόγω δικαιούχος δύναται να ασκήσει τέτοια αγωγή μόνον αφού επιτύχει την κήρυξη της ακυρότητας του δευτέρου αυτού σχεδίου. Δυστυχώς, ο κανονισμός δεν περιέχει συναφώς κάποια ρητή διάταξη: ως εκ τούτου, μολονότι —όπως θα καταστεί σαφές— η γραμματική ερμηνεία των κανόνων δύναται να παράσχει ορισμένες χρήσιμες ενδείξεις, η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα διαφοράς της οποίας η επίλυση υπαγορεύει την υιοθέτηση προσεγγίσεως συστηματικού και τελολογικού χαρακτήρα.
27.
Με τη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ρητώς ότι, κατά την άποψή του, στο πεδίο των σχεδίων και των υποδειγμάτων, θα πρέπει να επιτρέπεται η άσκηση αγωγής για παραποίηση/απομίμηση κατά του δικαιούχου μεταγενεστέρως καταχωρισθέντος σχεδίου, χωρίς να προαπαιτείται η κήρυξη της ακυρότητας του δευτέρου αυτού σχεδίου. Με τη θέση αυτή συντάχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο η ενάγουσα της κυρίας δίκης όσο και η Επιτροπή. Την αντίθετη άποψη υιοθέτησε μόνον η Πολωνική Κυβέρνηση, προβάλλοντας ως επιχείρημα την αναγκαιότητα τηρήσεως της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
28.
Επιβάλλεται κατ’ αρχάς η επισήμανση ότι το υποβληθέν από το αιτούν δικαστήριο ερώτημα αφορά αποκλειστικώς την περίπτωση κατά την οποία το σχέδιο του εναγομένου έχει καταχωρισθεί μετά το σχέδιο του ενάγοντος. Εν ολίγοις, δεν τίθεται εν αμφιβόλω η θεμελιώδης αρχή της προτεραιότητας η οποία εξασφαλίζει εν γένει προνομιούχο θέση στο πρόσωπο που έχει προβεί πρώτο σε καταχώριση ( 11 ).
29.
Εν προκειμένω, βρισκόμαστε, εκ πρώτης όψεως, αντιμέτωποι με σύγκρουση δύο διαφορετικών θεμελιωδών αρχών. Αφενός, η ασφάλεια δικαίου θα μπορούσε να επιτάσσει την αναγνώριση αμυντικής αξίας στο καταχωρισθέν από τον εναγόμενο σχέδιο: σε αντίθετη περίπτωση, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι ούτε η εκ μέρους του δικαιούχου χρήση καταχωρισμένου στο ΓΕΕΑ σχεδίου του θα ηδύνατο να θωρακίσει τον δικαιούχο αυτόν έναντι αγωγών για παραποίηση/απομίμηση. Αφετέρου, η χρεία ενός αποτελεσματικού και λειτουργικού συστήματος για την καταχώριση των σχεδίων και των υποδειγμάτων —και, επομένως, η αναγκαιότητα μεγίστης αξιοποιήσεως της πρακτικής αποτελεσματικότητας του κανονισμού— θα μπορούσε να επιτάσσει την υπεροχή του προγενέστερου, καταχωρισθέντος από τον ενάγοντα, σχεδίου, επιτρέποντας σε αυτόν να ασκήσει αγωγή για παραποίηση/απομίμηση, χωρίς προηγουμένως να έχει ζητήσει την κήρυξη της ακυρότητας του σχεδίου του εναγομένου.
30.
Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για σύγκρουση μεταξύ της ασφάλειας δικαίου και της αποτελεσματικότητας του συστήματος. Αντιθέτως, η σύγκρουση αφορά δύο όψεις της ασφάλειας δικαίου. Συγκεκριμένα, σε αμφότερες των ανωτέρων περιπτώσεων ένα καταχωρισμένο σχέδιο αδυνατεί να εξασφαλίσει στον δικαιούχο του πλήρη προστασία. Στην πρώτη περίπτωση, εφόσον επιβάλλεται η προηγούμενη κήρυξη της ακυρότητας του μεταγενέστερου σχεδίου, αποδυναμώνεται η ισχύς του σχεδίου του ενάγοντος, παρά το γεγονός ότι το σχέδιο αυτό έχει καταχωρισθεί πρώτο. Στη δεύτερη περίπτωση, εφόσον παρέχεται στον δικαιούχο του προγενέστερου σχεδίου η δυνατότητα απευθείας ασκήσεως αγωγής, εξασθενεί ο βαθμός προστασίας του μεταγενέστερου σχεδίου, μολονότι τούτο έχει νομοτύπως καταχωρισθεί. Η επιλογή της μιας ή της άλλης ερμηνείας, είναι, επομένως, επιλογή μεταξύ δύο δικαιωμάτων κατ’ αρχήν ισοδύναμων.
31.
Τοποθετούμενος επί του ζητήματος αυτού, οφείλω να επισημάνω ότι καθοριστικής σημασίας είναι, κατά την άποψή μου, η παράμετρος ότι η επιβολή ως προϋποθέσεως, για την άσκηση, εκ μέρους του δικαιούχου καταχωρισμένου σχεδίου, αγωγής για παραποίηση/απομίμηση κατά του δικαιούχου μεταγενεστέρως καταχωρισθέντος σχεδίου, της κηρύξεως της ακυρότητας του δευτέρου αυτού του σχεδίου θα ηδύνατο να διακυβεύσει σοβαρά το σύστημα.
32.
Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, εν αντιθέσει προς την καταχώριση σήματος ή διπλώματος ευρεσιτεχνίας, η καταχώριση σχεδίου πραγματοποιείται άνευ προηγούμενου επί της ουσίας ελέγχου. Τούτο σημαίνει ότι ο κακοπίστως ενεργών ο οποίος προβαίνει σε πράξεις παραποιήσεως χωρίς να έχει καταχωρίσει κάποιο σχέδιο θα μπορούσε πάντα, εν όψει της απειλής ασκήσεως αγωγής για παραποίηση/απομίμηση εκ μέρους του δικαιούχου καταχωρισμένου σχεδίου, να προβαίνει άμεσα στην καταχώριση σχεδίου, υποχρεώνοντας με τον τρόπο αυτόν τον δικαιούχο του πρώτου σχεδίου να μεριμνά για την κήρυξη της ακυρότητας του δευτέρου αυτού σχεδίου προκειμένου να μπορεί να ασκεί αγωγή για παραποίηση/απομίμηση ( 12 ). Το δεύτερο σχέδιο θα μπορούσε δε να καταχωρίζεται ακόμη και μετά την άσκηση αγωγής για παραποίηση/απομίμηση. Εξάλλου, ακόμη και μετά την ακύρωση του, καταχωρισθέντος για «αμυντικούς σκοπούς», δευτέρου σχεδίου, τίποτα δεν θα εμπόδιζε κατ’ αρχήν τον παραποιούντα να καταχωρίζει νέο σχέδιο, ελαφρώς διαφοροποιημένο σε σχέση με το προηγούμενο, και να χρησιμοποιεί το σχέδιο αυτό προκειμένου να εξακολουθεί να εμπορεύεται προϊόν κατ’ ουσίαν όμοιο.
33.
Καθίσταται, επομένως, σαφές ότι η υποχρέωση ασκήσεως αγωγής περί ακυρότητας προ της ασκήσεως αγωγής για παραποίηση/απομίμηση θα μπορούσε να παρέχει σε κακοπίστως ενεργούντες τη δυνατότητα να επωφελούνται του συστήματος, εφαρμόζοντας παρελκυστικές τακτικές και ματαιώνοντας, στην πράξη, την αποτελεσματική προστασία των καταχωρισμένων σχεδίων. Στην περίπτωση αυτή, η πρακτική αποτελεσματικότητα της κανονιστικής ρυθμίσεως της Ένωσης στο πεδίο των σχεδίων και των υποδειγμάτων θα διακυβευόταν σοβαρά. Εξάλλου, δεν πρέπει να παροράται ότι αγωγές όπως αυτή με την οποία επιδιώκεται η παύση πράξεως παραποιήσεως πρέπει, εκ της φύσεώς τους, να τυγχάνουν ιδιαιτέρως ταχείας μεταχειρίσεως.
34.
Ως πρόσθετο στοιχείο προς στήριξη της συγκεκριμένης ερμηνείας, μολονότι, κατά την άποψή μου και εν αντιθέσει προς την άποψη της ενάγουσας της κυρίας δίκης, δεν πρόκειται για καθοριστικής σημασίας παράγοντα, μπορεί να αναφερθεί το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού, ο δικαιούχος καταχωρισμένου σχεδίου δύναται, εν γένει, να στρέφεται κατά οιουδήποτε «τρίτου» ο οποίος χρησιμοποιεί το καταχωρισμένο σχέδιο χωρίς τη συγκατάθεσή του. Ουδεμία εξαίρεση προβλέπεται ρητώς για τους τρίτους οι οποίοι έχουν προβεί σε καταχώριση δικού τους σχεδίου. Εάν βούληση του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση αρχής προστασίας για τους δικαιούχους μεταγενεστέρως καταχωρισθέντων σχεδίων, θα είχε ληφθεί ενδεχομένως μέριμνα με ρητή πρόβλεψη.
35.
Η ερμηνεία που πρέπει, επομένως, να δοθεί στο άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού είναι ότι αυτό επιτρέπει στον δικαιούχο καταχωρισμένου σχεδίου να επικαλείται τα δικαιώματά του ακόμη και έναντι προσώπου που χρησιμοποιεί σχέδιο μεταγενεστέρως καταχωρισθέν, χωρίς να υποχρεούται να επιτύχει προηγουμένως κήρυξη της ακυρότητας του δευτέρου αυτού σχεδίου.
36.
Kατά τα λοιπά, όπως εύστοχα επισήμανε η Επιτροπή, εάν ο νομοθέτης είχε κρίνει αναγκαία την εκ των προτέρων κήρυξη της ακυρότητας του μεταγενέστερου σχεδίου, θα είχε ασφαλώς απονείμει στα δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων την αρμοδιότητα να αποφαίνονται επί της ακυρότητας σχεδίου ακόμη και στο πλαίσιο δίκης κινηθείσας με αγωγή και όχι μόνο στο πλαίσιο ανταγωγής. Δεν θα είχε κανένα νόημα να επιβάλλεται στον δικαιούχο του προγενέστερου σχεδίου η υποχρέωση να απευθύνεται εκ των προτέρων στο ΓΕΕΑ, με το χρονικό κόστος και τα νομικά έξοδα που τούτο συνεπάγεται, και να παρέχεται, αντιθέτως, στον δικαιούχο του μεταγενέστερου σχεδίου η δυνατότητα να προβάλλει την ακυρότητα του προγενέστερου σχεδίου στο πλαίσιο ανταγωγής, επιτυγχάνοντας την έκδοση σχετικής αποφάσεως απευθείας ενώπιον του εθνικού δικαστή.
37.
Επιπροσθέτως, με την ερμηνεία που μόλις προτάθηκε, διασφαλίζεται επαρκώς και η θέση του φερόμενου ως παραποιήσαντος, χάρις, ειδικότερα, στη δυνατότητα που παρέχεται σε αυτόν να ασκήσει ανταγωγή περί ακυρότητας, κατά το άρθρο 85, παράγραφος 1, του κανονισμού, απευθείας ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της αγωγής για παραποίηση/απομίμηση.
38.
Όσον αφορά, εν συνεχεία, την επιφύλαξη της οποίας έγινε μνεία ανωτέρω και στην οποία επέμεινε ιδιαιτέρως η Πολωνική Κυβέρνηση, ήτοι ότι η υιοθέτηση της εν προκειμένω προτεινόμενης ερμηνείας θα διακύβευε την αρχή της ασφάλειας δικαίου, αρκούν οι ακόλουθες παρατηρήσεις. Κατ’ αρχάς, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, ακόμη και η εναλλακτική ερμηνεία, κατά την οποία ο δικαιούχος του σχεδίου που καταχωρίσθηκε πρώτο θα πρέπει να ζητεί προηγουμένως την κήρυξη της ακυρότητας του μεταγενέστερου σχεδίου, οδηγεί εν τελεί σε υπονόμευση της ίδιας αρχής της ασφάλειας δικαίου. Όπως κατέστη σαφές, η μοναδική διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι, στην περίπτωση αυτή, το πλήγμα θα δεχόταν η ασφάλεια που απορρέει από την καταχώριση του προγενέστερου σχεδίου και όχι η ασφάλεια που απορρέει από την καταχώριση του μεταγενέστερου σχεδίου. Δεύτερον, δεν πρέπει να παροράται ότι το καταχωρισμένο σχέδιο (όπως, εξάλλου, και το σήμα ή το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας) δεν εξασφαλίζει ποτέ 100% στον δικαιούχο ότι αυτός θα μπορεί να χρησιμοποιεί το σχέδιο χωρίς εναντιώσεις και διαταράξεις. Και τούτο διότι υφίσταται, εν πάση περιπτώσει, η δυνατότητα ασκήσεως, εκ μέρους τρίτου, αγωγής για την κήρυξη της ακυρότητας του εν λόγω σχεδίου.
2. Το πρόβλημα της νομικής καταστάσεως του σχεδίου που έχει καταχωρισθεί από τον παραποιήσαντα
39.
Οφείλω να παραδεχθώ ότι η ερμηνεία του κανονισμού την οποία προτείνω αφήνει εκκρεμές ένα ζήτημα. Στην περίπτωση κατά την οποία η αγωγή για παραποίηση/απομίμηση την οποία ο δικαιούχος του προγενέστερου σχεδίου ασκεί κατά του δικαιούχου του μεταγενέστερου σχεδίου ευδοκιμεί, πλην όμως ο ενάγων αποφασίζει εν συνεχεία να μην ασκήσει αγωγή περί κηρύξεως της ακυρότητας του μεταγενέστερου σχεδίου, η νομική κατάσταση του μεταγενέστερου αυτού σχεδίου μένει, τρόπον τινά, μετέωρη. Αφενός, το αντίστοιχο προϊόν δεν μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο. Αφετέρου, εφόσον ο εθνικός δικαστής δεν έχει κηρύξει την ακυρότητα του μεταγενέστερου σχεδίου, ως μη αρμόδιος να το πράξει, το σχέδιο αυτό παραμένει τυπικώς ισχυρό και ο δικαιούχος του θα μπορούσε θεωρητικώς να το χρησιμοποιεί, όχι πλέον για την εμπορία του προϊόντος, αλλά για την άσκηση αγωγών κατά άλλων παραγωγών και/ή δικαιούχων καταχωρισμένων σχεδίων.
40.
Εντούτοις, πρόκειται, κατά την άποψή μου, για πρόβλημα μάλλον φαινομενικό παρά πραγματικό.
41.
Κατ’ αρχάς, είναι απίθανο το ενδεχόμενο να χρησιμοποιεί ο δικαιούχος του μεταγενέστερου σχεδίου το σχέδιο αυτό, και δη μετά την ήττα του σε δίκη με αντικείμενο αγωγή για παραποίηση/απομίμηση, με μοναδικό σκοπό να βλάπτει άλλους επιχειρηματίες. Εφόσον ο δικαιούχος αυτός δεν δύναται εν πάση περιπτώσει να εμπορεύεται πλέον το προϊόν του, στερείται συμφέροντος για την κίνηση ανάλογων ένδικων διαδικασιών.
42.
Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται σημαντική ομοιότητα μεταξύ του σχεδίου του παραποιήσαντος και του σχεδίου τρίτου, είναι πολύ πιθανόν ότι θα υφίσταται ομοιότητα και μεταξύ του σχεδίου του τρίτου και του προγενέστερου σχεδίου, του οποίου δικαιούχος είναι το πρόσωπο που άσκησε την πρώτη αγωγή για παραποίηση/απομίμηση. Σε μια τέτοια περίπτωση, προβάλλει ως πολύ πιθανότερη εξέλιξη να στραφεί κατά του τρίτου ο ίδιος αυτός δικαιούχος, ως έχων συγκεκριμένο συμφέρον.
43.
Ακόμη, πάντως, και στην περίπτωση κατά την οποία ο παραποιήσας εμφανίζεται ιδιαιτέρως πείσμων και αποφασίζει να ασκήσει αγωγή για παραποίηση/απομίμηση κατά τρίτου χρησιμοποιώντας το σχέδιό του, ο τρίτος έχει στη διάθεσή του ένα εξόχως αποτελεσματικό όπλο: την ανταγωγή περί ακυρότητας. Δεδομένης της εκβάσεως της προηγούμενης ένδικης διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας ο παραποιήσας υποχρεώθηκε να παύσει την εμπορία του προϊόντος του λόγω συγκρούσεως αυτού με προγενέστερο καταχωρισμένο σχέδιο, είναι, κατά την άποψή μου, πρόδηλο ότι ο εν λόγω τρίτος θα μπορεί με ευχέρεια να επιτυγχάνει, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, στην πλειονότητα των περιπτώσεων ( 13 ) την κήρυξη, διά της σχετικής ανταγωγής, της ακυρότητας του σχεδίου του παραποιήσαντος, λόγω απουσίας νεωτερικού και/ή διακριτικού χαρακτήρα κατά την έννοια των άρθρων 5 και 6 του κανονισμού. Ανάλογοι λόγοι ακυρότητας δύναται, πράγματι, να προβληθούν, βάσει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 25 και 84 του κανονισμού, από οιονδήποτε έχει συμφέρον. Το σχέδιο του παραποιήσαντος θα εξαφανιζόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο οριστικώς και θα τερματιζόταν η κατάσταση νομικής αβεβαιότητας που το χαρακτηρίζει. Κατά συνέπεια, παραδόξως, η συμπεριφορά παραποιήσαντος που αποφασίζει να εμμείνει στη χρήση του μεταγενέστερου σχεδίου του με σκοπό την κίνηση ένδικων διαδικασιών κατά τρίτων θα κατέληγε στην κήρυξη της ακυρότητας του δικού του σχεδίου και στην οριστική αποσαφήνιση της καταστάσεως.
44.
Συνεπώς, για τους προεκτεθέντες λόγους, φρονώ ότι το επιχείρημα περί αβεβαιότητας απορρέουσας από τη νομική κατάσταση του καταχωρισθέντος από τον παραποιήσαντα σχεδίου δεν αρκεί για να θέσει εν αμφιβόλω την ερμηνεία του άρθρου 19 του κανονισμού η οποία προτάθηκε ανωτέρω. Αναμφιβόλως στο σημείο αυτό θα μπορούσε να αποδειχθεί λυσιτελής μια νομοθετική παρέμβαση, για την οριστική αποσαφήνιση της τύχης του καταχωρισθέντος και μη ακυρωθέντος σχεδίου του προσώπου που ηττήθηκε σε δίκη κινηθείσα με εναντίον του αγωγή για παραποίηση/απομίμηση.
3. Επιμέρους πρόταση
45.
Στο πρώτο ερώτημα πρέπει, επομένως, να δοθεί η απάντηση ότι το κατ’ άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού δικαίωμα του δικαιούχου καταχωρισμένου σχεδίου ή υποδείγματος να απαγορεύει τη χρήση αυτού εκ μέρους τρίτων μπορεί να ασκηθεί και κατά τρίτου ο οποίος χρησιμοποιεί δικό του σχέδιο ή υπόδειγμα μεταγενεστέρως καταχωρισθέν. Προς τούτο δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη κήρυξη της ακυρότητας του μεταγενέστερου αυτού σχεδίου ή υποδείγματος.
4. Η συμπεριφορά του παραποιήσαντος σε εκάστη των περιπτώσεων
46.
Η αυστηρότητα της θέσεως που διατυπώθηκε ανωτέρω θα μπορούσε θεωρητικώς να μετριασθεί μέσω της επεξεργασίας μιας ερμηνείας του κανονισμού η οποία λαμβάνει υπόψη τα ειδικά στοιχεία εκάστης μεμονωμένης περιπτώσεως, ιδίως δε την ψυχολογική κατάσταση του φερόμενου ως παραποιήσαντος. Υπό το πρίσμα αυτό, θα μπορούσε, επί παραδείγματι, να παρέχεται στον δικαιούχο του προγενεστέρως καταχωρισθέντος σχεδίου η δυνατότητα απευθείας ασκήσεως αγωγή για παραποίηση/απομίμηση, ήτοι άνευ προηγούμενης κηρύξεως της ακυρότητας του δευτέρου σχεδίου, μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η δεύτερη καταχώριση έγινε κακοπίστως ή, όπως εν προκειμένω, αφού η εναγόμενη εταιρία εκλήθη, με εξώδικη όχληση, να παύσει την εμπορία των προϊόντων της.
47.
Η δυνατότητα αυτή θα οδηγούσε σε μια πιο εξειδικευμένη θεώρηση του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, με το οποίο, όπως επισημάνθηκε, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί εάν η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δικαιούχου του δευτέρου σχεδίου δύναται να ασκήσει επιρροή στην απάντηση επί του πρώτου ερωτήματος.
48.
Μια τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση, καίτοι αναμφιβόλως ενδιαφέρουσα, πρέπει να αποκρουσθεί. Η επιβολή, σε όλες τις περιπτώσεις όπως αυτή της υπό κρίση υποθέσεως, της υποχρεώσεως να εξετάζεται η βούληση του εναγομένου ή, έστω, να εξακριβώνεται αν προηγήθηκαν ή όχι εξώδικες ενέργειες οι οποίες ώθησαν τον εναγόμενο στην «αμυντική» καταχώριση του σχεδίου του, θα περιέπλεκε σημαντικά τη λειτουργία ενός συστήματος το οποίο, όπως συνάγεται από τη ρητή βούλησή του, ο νομοθέτης οραματίσθηκε απλό και συγχρόνως αποτελεσματικό.
49.
Ένα πρόσθετο επιχείρημα προς στήριξη της θέσεως που μόλις διατυπώθηκε δύναται να αντληθεί από το γράμμα του άρθρου 19 του κανονισμού. Ειδικότερα, το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, το οποίο αφορά τα μη καταχωρισμένα σχέδια, προβλέπει ρητώς την αναγκαιότητα εξακριβώσεως των προθέσεων του φερόμενου ως παραποιήσαντος. Συγκεκριμένα, κατά την εν λόγω διάταξη, «[δ]εν θεωρείται ότι η αμφισβητούμενη χρήση απορρέει από αντίγραφο προστατευόμενου σχεδίου ή υποδείγματος, εάν το αντίγραφο προέκυψε από ανεξάρτητη δημιουργική εργασία δημιουργού για τον οποίο εύλογο είναι να θεωρείται ότι δεν γνώριζε το σχέδιο ή το υπόδειγμα το οποίο ο δικαιούχος διέθεσε στο κοινό». Εφόσον ο νομοθέτης προέβλεψε τέτοιου είδους εξακρίβωση των προθέσεων μόνο για τα μη καταχωρισμένα σχέδια ή υποδείγματα, το εξ αντιδιαστολής ερμηνευτικό επιχείρημα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, αντιστρόφως, στην περίπτωση καταχωρισμένων σχεδίων ή υποδειγμάτων, η εξέταση της προσβολής δεν πρέπει να συναρτάται με ανάλογες εξακριβώσεις, λαμβανομένης υπόψη και της αυξημένης προστασίας που η καταχώριση εξασφαλίζει σε ένα σχέδιο.
50.
Προτείνω, ως εκ τούτου, στο Δικαστήριο να δώσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι στην απάντηση επί του πρώτου ερωτήματος δεν ασκούν επιρροή ούτε η πρόθεση του τρίτου ούτε το γεγονός ότι αυτός προέβη στην καταχώριση του σχεδίου του μετά τη λήψη εξώδικης οχλήσεως με την οποία εκλήθη να παύσει την εμπορία του προϊόντος του.
V – Πρόταση
51.
Βάσει της προεκτεθείσας συλλογιστικής, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Juzgado de lo Mercantil n. 1 de Alicante y n. 1 de Marca Comunitaria:
«Το δικαίωμα του δικαιούχου καταχωρισμένου σχεδίου ή υποδείγματος να απαγορεύει δυνάμει, του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, τη χρήση αυτού εκ μέρους τρίτων δύναται να ασκηθεί και κατά τρίτου ο οποίος χρησιμοποιεί δικό του σχέδιο ή υπόδειγμα μεταγενεστέρως καταχωρισθέν. Προς τούτο δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη κήρυξη της ακυρότητας του μεταγενέστερου αυτού σχεδίου ή υποδείγματος.
Δεν ασκούν επιρροή ούτε η πρόθεση του τρίτου ούτε το γεγονός ότι αυτός προέβη στην καταχώριση του σχεδίου του μετά τη λήψη εξώδικης οχλήσεως με την οποία εκλήθη να παύσει την εμπορία του προϊόντος του.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 2 ) Κανονισμός (ΕΚ) του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα (EE 2002, L 3, σ. 1).
( 3 ) Όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω με την υποσημείωση 5 στις προτάσεις που ανέπτυξα τη 12η Μαΐου 2011 στην υπόθεση C-281/10 P, PepsiCo (επί της οποίας το Δικαστήριο αποφάνθηκε με απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2011, Συλλογή 2011, σ I-10153), στο κείμενο του κανονισμού οι έννοιες των όρων «σχέδιο» και «υπόδειγμα» είναι ισοδύναμες. Για τον λόγο αυτό, στο εξής, στις παρούσες προτάσεις, θα χρησιμοποιείται σε ορισμένες περιπτώσεις, εφόσον δεν υφίσταται κίνδυνος παρανοήσεως, μόνον ο όρος «σχέδιο».
( 4 ) Όπως στο πεδίο των σημάτων, προκειμένου για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, ο κανονισμός 6/2002 προβλέπει, με το άρθρο του 80, ότι τα κράτη μέλη ορίζουν ορισμένα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα ως «δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων». Το αιτούν στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως δικαστήριο είναι το μοναδικό πρωτοβάθμιο δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων για την Ισπανία.
( 5 ) Αριθ. 000421649-0001.
( 6 ) Αριθ. 000915426-0001.
( 7 ) Εξ όσων γνωρίζω, οι μοναδικές αποφάσεις με τις οποίες το Δικαστήριο έχει μέχρι τούδε προβεί σε ερμηνεία του κανονισμού είναι η απόφαση της 2ας Ιουλίου 2009, C-32/08, FEIA (Συλλογή 2009, σ. I-5611), και η προπαρατεθείσα (στην υποσημείωση 3) απόφαση PepsiCo.
( 8 ) Βλ., ειδικότερα, δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη και άρθρα 45 έως 47 του κανονισμού.
( 9 ) Βλ. άρθρα 40 επ. του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1).
( 10 ) Ήδη, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες, ο νομοθέτης είχε κατά νου τη δυνατότητα οργανώσεως της ένδικης προστασίας στο πεδίο των σχεδίων και των υποδειγμάτων κατά τρόπο διαφορετικό σε σχέση με την προβλεπόμενη στο πεδίο των σημάτων, λόγω των διαφορετικών κανονιστικών ρυθμίσεων που διέπουν τους δύο τομείς. Βλ., επί παραδείγματι, την αρχική πρόταση κανονισμού, η οποία υποβλήθηκε από την Επιτροπή την 3η Δεκεμβρίου 1993, COM(93) 342 τελικό (ΕΕ 1994, C 29, σ. 20, σημείο 8.10 του πρώτου μέρους).
( 11 ) Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, δύσκολα θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι είναι δυνατή η άσκηση αγωγής για παραποίηση/απομίμηση κατά του δικαιούχου προγενέστερου σχεδίου εκ μέρους του δικαιούχου μεταγενέστερου σχεδίου, άνευ προηγουμένης κηρύξεως, εκ μέρους του ΓΕΕΑ, της ακυρότητας του προγενέστερου σχεδίου. Πρόκειται, ωστόσο, για πτυχή του ζητήματος η οποία κείται εκτός του θεματικού πλαίσιου που διαμορφώνουν τα ερωτήματα που υπέβαλε στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως το αιτούν δικαστήριο και η οποία, ως εκ τούτου, δεν θα αποτελέσει αντικείμενο εξετάσεως με τις παρούσες προτάσεις.
( 12 ) Από πρακτικής πλευράς, η κατάσταση θα ήταν όμοια και στην περίπτωση κατά την οποία ο παραποιών, προνοώντας ακόμη περισσότερο, προέβαινε στην καταχώριση σχεδίου για «αμυντικούς σκοπούς» προ της εμπορίας του προϊόντος του και, συνεπώς, προ οιασδήποτε εξώδικης ενέργειας εκ μέρους του δικαιούχου του προγενέστερου σχεδίου.
( 13 ) Ζήτημα θα μπορούσε να ανακύψει στην περίπτωση κατά την οποία το προγενέστερο σχέδιο το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο της αρχικής διαφοράς δεν είχε ακόμη διατεθεί στο κοινό κατά τον χρόνο της καταχωρίσεως του σχεδίου του παραποιήσαντος. Στην περίπτωση αυτή, στην κήρυξη της ακυρότητας του εν λόγω σχεδίου δεν θα μπορούσε να προβεί οιοσδήποτε βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού, αλλά μόνον ο δικαιούχος του προγενέστερου σχεδίου κατά το άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, όπως διευκρινίζει η παράγραφος 3 του ιδίου άρθρου. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται και στις ανταγωγές ακυρότητας κατά το άρθρο 84, παράγραφος 2.
Full & Egal Universal Law Academy