ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
VERICA TRSTENJAK
της 17ης Ιανουαρίου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-510/10
DR,
TV2 Danmark A/S
κατά
NCB
[αίτηση του Østre Landsret (Δανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Δικαίωμα του δημιουργού και συγγενικά δικαιώματα — Οδηγία 2001/29/ΕΚ — Άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ — Προϋποθέσεις εξαιρέσεως από το δικαίωμα αναπαραγωγής — Εφήμερες εγγραφές έργων που πραγματοποιούνται δι’ ιδίων μέσων από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς για τις δικές τους εκπομπές — Τηλεοπτικός οργανισμός ο οποίος παράγγειλε σε εξωτερικούς και ανεξάρτητους παραγωγούς τηλεοπτικών προγραμμάτων εγγραφές με σκοπό τη διανομή τους στο πλαίσιο των δικών του εκπομπών»
I – Εισαγωγή
1.
Αυτή η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του δανικού Østre Landsret αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας ( 2 ) (στο εξής: οδηγία InfoSoc).
2.
Η διάταξη αυτή παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προβλέπουν μια εξαίρεση από το προβλεπόμενο στο άρθρο 2 αυτής της οδηγίας δικαίωμα αναπαραγωγής προστατευομένων από το δίκαιο των αΰλων αγαθών έργων σε σχέση με, όπως αποκαλούνται, εφήμερες εγγραφές έργων ( 3 ), που πραγματοποιούνται δι’ ιδίων μέσων από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς για τις δικές τους εκπομπές.
3.
Ακόμη όμως και μετά τη μεταφορά της οδηγίας InfoSoc στο εσωτερικό δίκαιο, ο δανικός νόμος περί των δικαιωμάτων του δημιουργού δεν διευκρινίζει τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων πρέπει να κρίνεται αν μια εγγραφή από ένα ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό «πραγματοποι[είται] δι’ ιδίων μέσων […] για τις δικές του […] εκπομπές» ( 4 ). Το πρόβλημα αυτό αποτελεί το βασικό ζήτημα στη διαδικασία της κύριας δίκης, όπου το αιτούν δικαστήριο καλείται να εξετάσει την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας InfoSoc σε τηλεοπτικά προγράμματα, τα οποία ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί παραγγέλνουν σε εξωτερικές εταιρείες παραγωγής.
4.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν εάν και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, υπό ποιες προϋποθέσεις η εγγραφή ενός τηλεοπτικού προγράμματος από μια εταιρεία παραγωγής, όταν ένας τηλεοπτικός οργανισμός έχει παραγγείλει αυτό ακριβώς το πρόγραμμα σ’ αυτή την εταιρεία για τις εκπομπές του, μπορεί να θεωρηθεί ότι «πραγματοποι[είται] δι’ ιδίων μέσων […] για τις δικές του […] εκπομπές», κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας InfoSoc, σε συνδυασμό με την 41η αιτιολογική της σκέψη.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α — Ενωσιακό δίκαιο
5.
Το άρθρο 2 της οδηγίας InfoSoc, που τιτλοφορείται «Δικαίωμα αναπαραγωγής», ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει:
α)
στους δημιουργούς, όσον αφορά τα έργα τους,
[…]».
6.
Το άρθρο 3 της οδηγίας InfoSoc, υπό τον τίτλο «Δικαίωμα παρουσίασης έργων στο κοινό και δικαίωμα διάθεσης άλλων [προστατευομένων] αντικειμένων στο κοινό», ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε παρουσίαση στο κοινό των έργων τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, καθώς και να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος.
[…]»
7.
Το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας InfoSoc ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις ή περιορισμούς από το δικαίωμα αναπαραγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 2 στις ακόλουθες περιπτώσεις:
[…]
δ)
εφήμερες εγγραφές έργων που πραγματοποιούνται δι’ ιδίων μέσων από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς για τις δικές τους εκπομπές· […]».
8.
Ως προς τον όρο «δι’ ιδίων μέσων», στην 41η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας InfoSoc εκτίθενται τα εξής:
«Κατά την εφαρμογή της εξαίρεσης ή περιορισμού για τις εφήμερες εγγραφές που πραγματοποιούνται από οργανισμούς ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, τα μέσα ενός οργανισμού θεωρείται ότι περιλαμβάνουν και τα μέσα ενός προσώπου το οποίο ενεργεί για λογαριασμό και [ ( 5 )] υπό την ευθύνη του οργανισμού.»
9.
Στην κοινή θέση (ΕΚ) 48/2000 του Συμβουλίου ( 6 ), διευκρινίζονται σχετικώς, στο σημείο 27, τα εξής:
«Η διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, προστέθηκε στον κατάλογο εξαιρέσεων στην τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής μετά από πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (τροπολογία 39). Το Συμβούλιο […] έχει προσθέσει μια δεύτερη ρήτρα στο σημείο αυτό για να ευθυγραμμίσει τη λεκτική διατύπωση με το άρθρο 11α της σύμβασης της Βέρνης. Το Συμβούλιο διευκρίνισε επίσης την έννοια “δι’ ιδίων μέσων” στη νέα 41η αιτιολογική σκέψη προκειμένου να παρέχει στα κράτη μέλη επαρκή ευελιξία ώστε να προσαρμόζουν τη νομοθεσία τους στις αλλαγές της αγοράς.»
Β — Διεθνές δίκαιο
10.
Το άρθρο 11α της Συμβάσεως της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων (Πράξη των Παρισίων της 24ης Ιουλίου 1971), όπως έχει τροποποιηθεί στις 28 Σεπτεμβρίου 1979 (στο εξής: Σύμβαση της Βέρνης), ορίζει τα εξής:
«1. Οι δημιουργοί λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν:
i.
τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση των έργων τους ή την παρουσίαση στο κοινό των έργων αυτών με κάθε άλλο μέσο που χρησιμεύει για την ασύρματη μετάδοση σημάτων, ήχων ή εικόνων,
ii.
οποιαδήποτε καλωδιακή ή ασύρματη παρουσίαση στο κοινό του ραδιοτηλεοπτικού έργου, όταν η παρουσίαση αυτή πραγματοποιείται από οργανισμό άλλον από αυτόν από τον οποίο προέρχεται,
iii.
την παρουσίαση του ραδιοτηλεοπτικού έργου στο κοινό μέσω μεγαφώνου ή κάθε άλλου αναλόγου μέσου μεταδόσεως σημάτων, ήχων ή εικόνων.
[…]
3. Αν δεν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, η άδεια που χορηγείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν περιλαμβάνει άδεια εγγραφής μέσω συσκευών εγγραφής ήχου και εικόνας, του μεταδιδόμενου έργου. Στον νομοθέτη των χωρών της Ένωσης απόκειται πάντως να καθορίσει τους κανόνες που θα διέπουν τις εφήμερες εγγραφές που πραγματοποιούνται από τηλεοπτικούς οργανισμούς δι’ ιδίων μέσων για να χρησιμοποιηθούν στις δικές τους εκπομπές. Ο νομοθέτης μπορεί να επιτρέψει τη διατήρηση των εγγραφών αυτών σε επίσημα αρχεία λόγω του εξαιρετικού τους ιστορικού ενδιαφέροντος.»
Γ — Εθνικό δίκαιο
11.
Το άρθρο 31 του δανικού νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού ( 7 ) ορίζει τα εξής:
«1. Οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί μπορούν για τις ανάγκες των εκπομπών τους, να εγγράφουν έργα σε ταινίες, φιλμ ή οποιοδήποτε άλλο μέσο που μπορεί να τα αναπαραγάγει, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν το δικαίωμα μεταδόσεως των έργων αυτών. Το δικαίωμα πραγματοποιήσεως τέτοιων εγγραφών, προσιτών στο κοινό τελεί υπό την επιφύλαξη των ισχυουσών διατάξεων.
2. Ο υπουργός πολιτισμού μπορεί να ρυθμίζει τις λεπτομέρειες ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να γίνονται οι εγγραφές αυτές και για τη χρήση και αποθήκευσή τους.»
12.
Στο πλαίσιο της μεταφοράς της οδηγίας InfoSoc στο εσωτερικό δίκαιο της Δανίας, ο εθνικός νομοθέτης —σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής ( 8 )— έλαβε ως βάση ότι μια αντίστοιχη προς το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας εξαίρεση περιέχεται στο άρθρο 31 του ισχύοντος νόμου. Ως εκ τούτου, η μεταφορά του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν αποτέλεσε αφορμή για να τροποποιηθεί το άρθρο 31 του δανικού νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού και, επομένως, ούτε εξετάσθηκε το ζήτημα αν έχει εν προκειμένω σημασία η 41η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας InfoSoc.
III – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13.
Στη διαφορά της κύριας δίκης υφίσταται αντιδικία ως προς το πώς πρέπει να ερμηνευθεί η προβλέπουσα εξαίρεση ως προς τις εγγραφές για ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές διάταξη του άρθρου 31 του δανικού νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού, όταν η εγγραφή γίνεται σε συνάρτηση με τηλεοπτικά προγράμματα που ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός παραγγέλνει σε τρίτους για τις δικές του εκπομπές.
14.
Αμφίβολο είναι, ειδικότερα, αν και κατά πόσο η οδηγία InfoSoc επηρεάζει, κατά σύμφωνη με αυτή ερμηνεία, την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 31 και πως πρέπει να νοούνται οι αφορώσες τους τηλεοπτικούς οργανισμούς επιμέρους διατάξεις της οδηγίας.
15.
Διάδικοι σ’ αυτή τη διαδικασία είναι η Nordisk Copyright Bureau, αφενός, και δύο ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί, ο DR και ο TV2 Danmark, αφετέρου.
16.
Η Nordisk Copyright Bureau (στο εξής: NCB) είναι μια εταιρεία για τις σκανδιναβικές και τις βαλτικές χώρες, που σε συνεργασία με αντίστοιχες εταιρείες για τα δικαιώματα του δημιουργού σε παγκόσμιο επίπεδο διαχειρίζεται δικαιώματα εγγραφής και αναπαραγωγής μουσικής σε CD, DVD, ταινίες, βίντεο, στο Διαδίκτυο κ.λπ. —τα αποκαλούμενα μηχανικά δικαιώματα— για λογαριασμό συνθετών, στιχουργών και εκδοτών μουσικών έργων.
17.
Ο DR είναι ένας επί εθνικού επιπέδου ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός στη Δανία, που χρηματοδοτείται μέσω καταβολής τελών. Ο TV2 Danmark (στο εξής: TV2) είναι ένας επί εθνικού επιπέδου εκπέμπων ραδιοτηλεοπτικώς οργανισμός, του οποίου η χρηματοδότηση είναι εμπορικού χαρακτήρα μέσω τηλεοπτικών διαφημίσεων.
18.
Στα ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα, που εκπέμπουν οι DR και TV2, περιλαμβάνονται προγράμματα που παράγονται από τρίτους κατόπιν ειδικής συμφωνίας με τον DR ή τον TV2 για πρώτη μετάδοση από τον DR ή τον TV2. Ο DR παράγει μεν συνήθως ο ίδιος τα δικά του τηλεοπτικά προγράμματα, ανέλαβε όμως κατόπιν μιας, όπως αποκαλείται, public-service συμβάσεως με τον υπουργό πολιτισμού για την ενίσχυση της ιδιωτικής παραγωγής, την υποχρέωση να παραγγέλνει όλο και περισσότερο τηλεοπτικά προγράμματα σε τρίτους. Αντιθέτως, ο TV2 στηρίχθηκε από απόψεως σχεδιασμού σε ένα, όπως αποκαλείται, «πρότυπο αναθέσεως», κατά το οποίο όλα ουσιαστικώς τα τηλεοπτικά προγράμματα, εκτός από τις ειδήσεις, επίκαιρες εκπομπές και ταινίες —για τις οποίες συνάπτονται συμβάσεις αδειοδοτήσεως— παραγγέλνονται σε τρίτους.
19.
Η αυξανόμενη χρησιμοποίηση ανεξαρτήτων εξωτερικών εταιριών παραγωγής τηλεοπτικών εκπομπών από τον DR και τον TV2 κατέστησε οξύτερη μια παλαιότερη διαμάχη μεταξύ των διαδίκων ως προς το αν η προβλεπόμενη από τον νόμο εξαίρεση περιλαμβάνει τις εγγραφές που γίνονται από ανεξάρτητες εξωτερικές εταιρίες παραγωγής τηλεοπτικών προγραμμάτων κατά παραγγελία του DR ή του TV2 για αρχική μετάδοση από τον DR ή τον TV2.
20.
Συγκεκριμένα, πρόκειται για μουσική που μπορεί να χρησιμοποιείται σε τηλεοπτικές παραγωγές ως κύριο αντικείμενο της εκπομπής ή ως δευτερεύον στοιχείο, όπως για παράδειγμα η συνοδεύουσα την εκπομπή μουσική υπόκρουση, και για τις συναφείς με αυτή χρηματοοικονομικές αξιώσεις ορισμένων οργανισμών συλλογικής διαχειρίσεως ( 9 ).
21.
Με αυτά τα δεδομένα, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1)
Πρέπει οι φράσεις “δι’ ιδίων μέσων” στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ και “για λογαριασμό και ( 10 ) υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]” στην 41η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής να ερμηνευθούν με βάσει το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο;
2)
Πρέπει να θεωρηθεί ότι η διατύπωση του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/29, όπως, λόγου χάρη, στη δανική, αγγλική και γαλλική γλωσσική της απόδοση σημαίνει “για λογαριασμό και υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]” ή, όπως π.χ. στη γερμανική γλωσσική απόδοση, ότι σημαίνει “για λογαριασμό ή υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]”;
3)
Αν υποτεθεί ότι οι φράσεις που παρατίθενται στο ερώτημα 1 πρέπει να ερμηνευθούν με βάση το κοινοτικό δίκαιο ερωτάται περαιτέρω: ποια κριτήρια πρέπει να λάβει ως βάση το εθνικό δικαστήριο για να κρίνει συγκεκριμένα αν μια εγγραφή που πραγματοποιείται από τρίτον (στο εξής: παραγωγός), προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τις μεταδόσεις ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, έγινε “δι’ ιδίων μέσων”, όπως επίσης “για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]”, οπότε η εγγραφή περιλαμβάνεται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/29 εξαίρεση;
Σε σχέση με το εν λόγω ερώτημα 3, ζητείται ιδίως απάντηση ως προς τα ακόλουθα ζητήματα:
α)
Έχει η φράση “ίδια μέσα” του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/29 την έννοια ότι η εγγραφή που πραγματοποιήθηκε από τον παραγωγό για να χρησιμοποιηθεί στις εκπομπές ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού περιλαμβάνεται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, εξαίρεση, μόνον αν ο τηλεοπτικός οργανισμός ευθύνεται έναντι τρίτων για τις πράξεις και παραλείψεις του παραγωγού σε σχέση με την εγγραφή, ως αν είχε τελέσει ο ίδιος ο τηλεοπτικός οργανισμός αυτές τις πράξεις και παραλείψεις;
β)
Πληρούται η προϋπόθεση ότι οι εγγραφές πρέπει να γίνονται “για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]” οσάκις ο τηλεοπτικός οργανισμός παραγγέλλει στον παραγωγό να πραγματοποιήσει εγγραφή, προκειμένου να μπορεί να τη μεταδώσει ο τηλεοπτικός οργανισμός, και με την προϋπόθεση ότι ο τηλεοπτικός οργανισμός έχει το δικαίωμα να μεταδώσει την εν λόγω εγγραφή;
Ζητείται να διευκρινισθεί αν μπορεί ή αν πρέπει να αποδοθεί σημασία στις ακόλουθες περιστάσεις για την απάντηση στο ερώτημα 3, υπό β, και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποια είναι η βαρύτητά τους:
i)
Το αν την τελική και αποφασιστική από καλλιτεχνικής/εκδοτικής απόψεως απόφαση ως προς το περιεχόμενο του προγράμματος που παραγγέλλεται έχει ο τηλεοπτικός οργανισμός ή ο παραγωγός βάσει της συμφωνίας μεταξύ των μερών αυτών.
ii)
Το αν ο τηλεοπτικός οργανισμός ευθύνεται έναντι τρίτων για τις υποχρεώσεις του παραγωγού σχετικά με την εγγραφή ως αν είχε τελέσει ο ίδιος τις συναφείς πράξεις ή παραλείψεις.
iii)
Το αν ο παραγωγός υποχρεούται βάσει της συμφωνίας με τον τηλεοπτικό οργανισμό να παραδώσει το οικείο πρόγραμμα στον τηλεοπτικό οργανισμό αντί συγκεκριμένου τιμήματος και στα όρια αυτού του τιμήματος οφείλει να φέρει όλες τις δαπάνες που συνεπάγεται ενδεχομένως η εγγραφή.
iv)
Το αν την ευθύνη για την εγγραφή έναντι τρίτων αναλαμβάνει ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ή ο παραγωγός.
γ)
Πληρούται η προϋπόθεση ότι η εγγραφή πρέπει να πραγματοποιείται “για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]” στην περίπτωση όπου ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός παραγγέλλει στον παραγωγό να πραγματοποιήσει εγγραφή, προκειμένου να μπορεί να τη μεταδώσει ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, και με την προϋπόθεση ότι ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει το δικαίωμα να μεταδώσει την εγγραφή, εφόσον ο παραγωγός, κατόπιν συμφωνίας με τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό για την εγγραφή, έχει αναλάβει i) την οικονομική και νομική ευθύνη για την κάλυψη όλων των εξόδων που συνδέονται με την εγγραφή αντί τιμήματος εκ των προτέρων καθορισθέντος, ii) την ευθύνη για αγορά των δικαιωμάτων, καθώς και iii) την ευθύνη για απρόοπτες περιστάσεις, όπως καθυστέρηση στην εγγραφή και μη προσήκουσα εκτέλεση της συμβάσεως, χωρίς όμως ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός να ευθύνεται έναντι τρίτων για τις υποχρεώσεις του παραγωγού σε σχέση με την εγγραφή ως αν είχε τελέσει ο ίδιος ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός τις συναφείς πράξεις και παραλείψεις;»
IV – Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
22.
Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος εθνικού δικαστηρίου, μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν ( 11 ).
23.
Στην κύρια δίκη, οι διάδικοι υποστήριξαν διαφορετικές απόψεις ως προς το ζήτημα αν η οδηγία InfoSoc, ερμηνεία της οποίας ζητείται με τα προδικαστικά ερωτήματα, είναι κρίσιμη στην εκκρεμούσα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφορά.
24.
Οι τηλεοπτικοί οργανισμοί επισήμαναν ότι η περιεχόμενη στην οδηγία InfoSoc φράση «δι’ ιδίων μέσων […] για τις δικές τους εκπομπές» δεν υπάρχει καν στο άρθρο 31 του δανικού νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού και, επομένως, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Εξάλλου το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας InfoSoc δεν έχει απευθείας εφαρμογή, στη δε προϋπόθεση της παραγωγής «δι’ ιδίων μέσων» στο άρθρο 31 του νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού δεν μπορεί να προσδοθεί ένα τέτοιο νόημα, όταν αυτό δεν το έχει προβλέψει ο Δανός νομοθέτης.
25.
Η NCB, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας InfoSoc ισχύει η προϋπόθεση της παραγωγής «δι’ ιδίων μέσων» και η προϋπόθεση αυτή έχει επίσης εφαρμογή κατά το δανικό δίκαιο, δεδομένου ότι το άρθρο 31 του νόμου περί των δικαιωμάτων δημιουργού πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με την οδηγία.
26.
Αν ο Δανός δικαστής εμποδιζόταν τελικώς για νομικούς λόγους να λάβει υπόψη στην κύρια δίκη τη διάταξη της οδηγίας, αν δηλαδή δεν ήταν δυνατή μια σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία με τα μέσα που διαθέτει το εθνικό δίκαιο, θα έπρεπε να προβληματίσει το παραδεκτό της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ελλείψει λυσιτέλειας των υποβαλλομένων ερωτημάτων για την απόφαση επί της διαφοράς της κύριας δίκης ( 12 ).
27.
Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να απαντήσει ( 13 ).
28.
Εν προκειμένω, τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν τηςν ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου και δεν υφίσταται κανένα στοιχείο από το οποίο αποκλείεται λογικώς η δυνατότητα μιας σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στο σημείο 12 αυτών των προτάσεων, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η υποστηριζόμενη από τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς άποψη ότι αποκλείεται η δυνατότητα να ληφθεί υπόψη η διάταξη της οδηγίας στη διαφορά της κύριας δίκης. Πράγματι, αν ο εθνικός νομοθέτης απέστη κατά τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο μιας τροποποιήσεως του άρθρου 31 του νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού με την πεποίθηση ότι η διάταξη αυτή συνάδει ως έχει προς το ενωσιακό δίκαιο, είναι εύλογο να λαμβάνεται συμπερασματικώς υπόψη αυτή η, αν και ίσως ατελώς εκφρασθείσα, βούληση του νομοθέτη μέσω ερμηνείας. Το αιτούν δικαστήριο δεν τάσσεται πάντως ρητώς υπέρ της εκδοχής ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό. Επομένως, πρέπει, στο πλαίσιο του δικαιώματος εκτιμήσεως που έχει ως προς τη λυσιτέλεια των προδικαστικών ερωτημάτων, να λάβει ως δεδομένο ότι τα προδικαστικά ερωτήματα έχουν σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης και το ανακύπτον πρόβλημα δεν είναι αμιγώς υποθετικής φύσεως ( 14 ).
V – Επί της ουσιαστικής εκτιμήσεως των προδικαστικών ερωτημάτων
29.
Τα νομικά ζητήματα που θέτει το αιτούν δικαστήριο αφορούν κατ’ ουσίαν την έννοια των «ιδίων μέσων» και την ερμηνεία της στο πλαίσιο της οδηγίας InfoSoc.
Α — Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
30.
Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι φράσεις «δι’ ιδίων μέσων» και «για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]» πρέπει να ερμηνευθούν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο.
1. Επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
31.
Ως προς το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, οι γνώμες των μετεχόντων της διαδικασίας διίστανται. Ενώ οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί τάσσονται υπέρ μιας αποκλειστικώς προς το εθνικό δίκαιο προσανατολισμένης ερμηνευτικής προσεγγίσεως, εφόσον η εν λόγω οδηγία δεν περιέχει εν προκειμένω κανένα συγκεκριμένο ορισμό, ούτε επιδιώκει οποιαδήποτε εναρμόνιση ( 15 ), η Ισπανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή και η NCB θεωρούν ότι είναι επιβεβλημένη μια αυτοτελής ερμηνεία κατά το ενωσιακό δίκαιο.
2. Εκτίμηση του προδικαστικού ερωτήματος
32.
Η ερμηνεία των φράσεων «δι’ ιδίων μέσων» στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας InfoSoc και «για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]» στην 41η αιτιολογική σκέψη με βάση το εθνικό δίκαιο δεν νομίζω ότι θα έχει αποτέλεσμα, ούτε δε μπορεί να συναχθεί αυτή ιδίως από το ότι στην οδηγία δεν υπάρχει ένας ειδικός ορισμός, όπως για παράδειγμα υπό τη μορφή ενός καταλόγου ορισμών.
33.
Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από τις απαιτήσεις της ομοιόμορφης εφαρμογής του νομοθεσίας της Ένωσης και της αρχής της ισότητας απορρέει ότι στο περιεχόμενο μιας διατάξεως της νομοθεσίας της Ένωσης, η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και της σημασίας της, πρέπει κανονικά να δίδεται σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση αυτοτελής και ομοιόμορφη ερμηνεία ( 16 ).
34.
Ως προς την έννοια των «ιδίων μέσων» ελλείπει, πρώτον, οποιαδήποτε παραπομπή στο εθνικό δίκαιο και, δεύτερον, η οδηγία InfoSoc διευκρινίζει, αν και μόνο κατά προσέγγιση, αυτόν τον όρο στην 41η αιτιολογική της σκέψη, πράγμα που καθιστά σαφές ότι το ενωσιακό δίκαιο προσπαθεί το ίδιο να παράσχει μια ειδική, συμφυή με τη νομική πράξη, διασαφήνιση αυτού του όρου και ότι με την 41η αιτιολογική σκέψη προσφέρει τα σχετικά ερμηνευτικά βοηθήματα.
35.
Το ότι, τρίτον, λόγω της επί ενωσιακού επιπέδου και διασυνοριακού χαρακτήρα σημασίας των αλληλοεμπλεκομένων οικονομικών σχέσεων επιτάσσεται από θεματικής επίσης απόψεως αυτοτελής ορισμός βάσει του ενωσιακού δικαίου καθίσται εναργές από το αντικείμενο και τον σκοπό της οδηγίας InfoSoc. Συναφώς, είναι δυνατή αντιστοίχως η παραπομπή στα εκτιθέμενα με την εσχάτως εκδοθείσα απόφαση Brüstle και με την απόφαση Padawan ( 17 ).
36.
Δεδομένου, επομένως, ότι δεν διαφαίνεται κανένας λόγος απομακρύνσεως από τον αρχικό κανόνα της αυτοτελούς και ομοιόμορφης ερμηνείας, πρέπει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι οι φράσεις «δι’ ιδίων μέσων» στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ και «για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]» στην 41η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής πρέπει να ερμηνευθούν με βάση το ενωσιακό δίκαιο.
37.
Το αν και κατά πόσον κατά την προσπάθεια μιας με βάση το ενωσιακό δίκαιο αυτοτελούς και ομοιόμορφης κατανοήσεως των όρων θα πρέπει να ζητηθεί αρωγή σε παραμέτρους, ουσιαστικούς κανόνες ή ακόμη και σε προϊδεασμό από διεθνείς πηγές του δικαίου ( 18 ), για παράδειγμα τη Σύμβαση της Βέρνης, μπορεί στο πλαίσιο του πρώτου αυτού ερωτήματος να παραμείνει ανοικτό και θα εξετασθεί κατά την απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
Β — Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
38.
Στο δεύτερο ερώτημα εκτίθεται μια απόκλιση μεταξύ διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά πράγματι αν το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας InfoSoc πρέπει να θεωρηθεί ότι σημαίνει «για λογαριασμό και υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]» ή «για λογαριασμό ή υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]». Το ερώτημα δεν διατυπώνεται με ακρίβεια, δεδομένου ότι αναφέρεται στο άρθρο 5 της οδηγίας InfoSoc, προφανώς όμως εννοεί την 41η αιτιολογική της σκέψη, υπό το φως της οποίας πρέπει να ερμηνευθεί το εν λόγω άρθρο 5. Πράγματι, οι κατά τα ανωτέρω γλωσσικές αποκλίσεις υπάρχουν όχι στο άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας, αλλά στις αιτιολογικές της σκέψεις.
1. Επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
39.
Ενώ η Επιτροπή τονίζει την κατ’ αρχήν ισοτιμία των επίσημων γλωσσών και τάσσεται υπέρ μιας ανοικτής προς κάθε συμπέρασμα τελολογικής προσεγγίσεως, η NCB υποστηρίζει μια σαφώς περιοριστική άποψη, την οποία σε τελευταία ανάλυση συμμερίζεται επίσης η Ισπανική Κυβέρνηση, η οποία λαμβάνει ως βάση την ιδιομορφία της γερμανικής γλωσσικής αποδόσεως και τάσσεται υπέρ της συζευκτικής αναγνώσεως της φράσεως για λόγους επίσης που απορρέουν από τη λογική ( 19 ). Ο DR και ο TV2 επικαλούνται επίσης τη λογική, καταλήγουν όμως στο τελείως αντίθετο συμπέρασμα ( 20 ).
2. Εκτίμηση του προδικαστικού ερωτήματος
40.
Έχω τη γνώμη ότι δεν έχει τόσο σημασία η από απόψεως αριθμού σχέση ( 21 ) μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων που περιέχουν τους επίμαχους συνδέσμους («και» ( 22 ) ή «ή» ( 23 )), ούτε δε και οι λεπτομέρειες των γλωσσικών διαφορών, αλλά αυτό που πρέπει να ληφθεί ως βάση είναι το πνεύμα και ο σκοπός που συνάγονται από την οικονομία της ρυθμίσεως ( 24 ).
α) Η αρχή: καμία υπεροχή συγκεκριμένης γλωσσικής αποδόσεως για την ερμηνεία
41.
Κατά πάγια νομολογία, η ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής και, ως εκ τούτου, ερμηνείας των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου δεν επιτρέπει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να λαμβάνεται μεμονωμένα υπόψη το κείμενο μιας διατάξεως όπως έχει αποδοθεί σε μια γλώσσα, αλλ’ αντιθέτως απαιτεί να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται υπό το πρίσμα της αποδόσεώς του στις άλλες επίσημες γλώσσες ( 25 ). Συναφώς, η νοηματική ισχύς μιας μεμονωμένης λέξεως στις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου είναι επιπροσθέτως, λαμβανομένης υπόψη της αβεβαιότητας λόγω της πολυγλωσσίας, μικρότερη απ’ ό,τι σε ένα μονογλωσσικό περιβάλλον ( 26 ).
β) Ερμηνευτικές ιδιομορφίες συνεπεία της αναφοράς στη Σύμβαση της Βέρνης και των συμβάσεων του ΠΟΔΙ
42.
Το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας InfoSoc, το οποίο αφορά η 41η αιτιολογική σκέψη, στηρίζεται με τη διατύπωσή του ( 27 ) στο άρθρο 11α, παράγραφος 3, της Συμβάσεως της Βέρνης.
43.
Στη Σύμβαση της Βέρνης έχουν προσχωρήσει μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία στην ιστοσελίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ) ( 28 ), 165 κράτη, μεταξύ των οποίων όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αντίθεση πάντως προς τις συμβάσεις του ΠΟΔΙ ( 29 ), μόνο κράτη μπορούν να είναι μέρη στη Σύμβαση της Βέρνης.
44.
Κατά το άρθρο 37, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της Συμβάσεως της Βέρνης, σε περίπτωση αμφιβολιών ως προς την ερμηνεία υπερισχύει η απόδοσή της στη γαλλική.
45.
Στο εν προκειμένω όμως πλαίσιο του ενωσιακού δικαίου δεν μπορεί, ως κατ’ αναλογία προς το άρθρο 37, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της Συμβάσεως της Βέρνης, να προτιμηθεί η γαλλική γλωσσική απόδοση έναντι των λοιπών επισήμων γλωσσών.
46.
Βεβαίως, η οδηγία InfoSoc πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου ( 30 ), ειδικότερα δε της Συμβάσεως της Βέρνης και της συνθήκης του ΠΟΔΙ για τα δικαιώματα του δημιουργού. Συγκεκριμένα, σκοπός της εν λόγω οδηγίας είναι να θέσει σε εφαρμογή αυτή τη συνθήκη ( 31 ), της οποίας το άρθρο 1, παράγραφος 4, υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη να συμμορφωθούν με τα άρθρα 1 έως 21 της Συμβάσεως της Βέρνης ( 32 ). Η διάταξη της Συμβάσεως της Βέρνης κατά την οποία η γαλλική υπερισχύει σε περίπτωση αμφιβολιών ως προς την ερμηνεία περιέχεται όμως στο άρθρο 37, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, αυτής και, επομένως, κείται εκτός των κανόνων στους οποίους αναφέρεται η συνθήκη του ΠΟΔΙ για τα δικαιώματα του δημιουργού και οι οποίοι θέτουν υποχρεώσεις που θα πρέπει να τηρηθούν με την οδηγία InfoSoc.
47.
Ομοίως θα ήταν άσχετο και τελείως παράταιρο, λόγω και μόνον του ότι η οδηγία Info παραπέμπει στη συνθήκη του ΠΟΔΙ για τα δικαιώματα του δημιουργού, να μεταφερθεί κατά κάποιον τρόπο ο κατευθυντήριος κανόνας για τις γλώσσες από το άρθρο της 24 στην οδηγία InfoSoc και να θεωρηθεί ότι σε περίπτωση αμφιβολιών ως προς την ερμηνεία οι γλώσσες του υπερισχύουν στο πλαίσιο επίσης της οδηγίας. Συναφώς, αρκεί απλώς η μνεία ότι το άρθρο 24 της συνθήκης του ΠΟΔΙ για τα δικαιώματα του δημιουργού ορίζει ότι υπερισχύουν εξίσου έξι γλώσσες, μεταξύ των οποίων, πράγμα εξάλλου που δεν εκπλήσσει για μια συνθήκη του ΠΟΔΙ, εκτός από την γαλλική, την αγγλική και την ισπανική —επομένως τρεις επίσημες γλώσσες της Ένωσης— η ρωσική, η αραβική και η κινεζική, για τις οποίες οπωσδήποτε δεν μπορεί να γίνει λόγος de lege lata σε σχέση με τις ανάγκες της ερμηνείας της οδηγίας.
48.
Επομένως, ανεξάρτητα από το πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, στο οποίο εντάσσεται η οδηγία InfoSoc, καμία επίσημη γλώσσα δεν προκύπτει ως υπερτερούσα σε περίπτωση αμφιβολιών ως προς την ερμηνεία.
γ) Ερμηνεία υπό το πρίσμα του ιστορικού θεσπίσεως, της οικονομίας και του σκοπού του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας InfoSoc, σε συνδυασμό με την 41η αιτιολογική σκέψη
49.
Επομένως, εξακολουθεί να ισχύει η γενική αρχή ότι, σε περίπτωση διαφορών μεταξύ των αποδόσεων μιας διατάξεως του ενωσιακού δικαίου στις διάφορες γλώσσες, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με τη γενική οικονομία και τον σκοπό της κανονιστικής ρυθμίσεως στην οποία εντάσσεται ( 33 ). Συναφώς, χρήσιμο είναι εν προκειμένω να ληφθεί υπόψη το ιστορικό θεσπίσεως της διατάξεως.
i) Ανυπαρξία αυστηρώς οριοθετημένων εννοιoλoγικών στοιχείων
50.
Σε μια πρώτη προσέγγιση, προκειμένου να προετοιμασθεί το έδαφος για μια τέτοια δογματική-τελολογική ανάλυση, δεν καταλήγει πουθενά μια χωριστή ανάλυση των συνδεομένων με το «και» ή το «ή» στοιχείων της 41ης αιτιολογικής σκέψεως. Εξαρχής, πράγματι, δεν μπορεί στις φράσεις «για λογαριασμό [του]» και «υπό την ευθύνη του» να προσδοθεί κανένα σαφώς καθορισμένο περιεχόμενο, που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο υπαγωγής σε μια συζευκτικής ή εναλλακτικής φύσεως ερμηνεία και σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Κατ’ ακριβέστερη διατύπωση, τα στοιχεία αυτά αλληλοεπικαλύπτονται και ελάχιστα επιδέχονται αυστηρή οριοθέτηση.
51.
Το ζεύγος αυτό εννοιών θυμίζει πάντως αμυδρά τη γνωστή στο γερμανικό δίκαιο διάκριση μεταξύ «γνήσιας» και όχι «γνήσιας» παραγωγής κατά παραγγελία. Ως όχι γνήσια παραγωγή κατά παραγγελία νοείται η περίπτωση κατά την οποία ο κατόπιν παραγγελίας παραγωγός «ενεργεί εξαρχής εξ ονόματος και ( 34 ) για λογαριασμό του ραδιοτηελοπτικού οργανισμού, ο οποίος οργανισμός αποκτά άμεσα όλα τα συγγενικά δικαιώματα και δικαιώματα εκμεταλλεύσεως. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο κατόπιν παραγγελίας παραγωγός είναι όχι ανεξάρτητος παραγωγός ταινιών, […] αλλά απλώς από οργανωτικής απόψεως βοηθητικό πρόσωπο του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού που βρίσκεται εκτός αυτού [ ( 35 )].» Αν εντούτοις η 41η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας InfoSoc ήθελε να αναφερθεί ουσιαστικά σ’ αυτή την οριοθέτηση για την εφήμερη εγγραφή, στην οποία επίπλέον δύσκολα μπορεί να νοηθεί ότι περιλαμβάνεται μια κατ’ αρχήν σχεδιαζόμενη διαρκούς χαρακτήρα εγγραφή ενός κινηματογραφικού έργου, και να εξαιρέσει από την έννοια των «ίδιων μέσων» μόνο τις παραγωγές στις οποίες ο παραγωγός πραγματοποιεί το πρόγραμμα για λογαριασμό του (και ενδεχομένως με δικό του κίνδυνο) και πρέπει αργότερα να μεταβιβάσει στον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό τα συγγενικά δικαιώματα και τα δικαιώματα εκμεταλλεύσεως που απέκτησε, θα ήταν αναμενόμενο μια τέτοια πρόθεση να εκδηλώνεται σαφέστερα στις αιτιολογικές σκέψεις.
52.
Αφού οι όροι που χρησιμοποιούνται στη διάταξη δεν επιτρέπουν καθεαυτοί τη συναγωγή σαφών συμπερασμάτων ως προς τη βούληση του νομοθέτη, πρέπει στη συνέχεια να εξετασθεί το ιστορικό θεσπίσεως της διατάξεως και να διερευνηθεί αν αυτό μπορεί να παράσχει χρήσιμα στοιχεία για τον σκοπό και το πνεύμα της επίμαχης διατάξεως.
ii) Το ιστορικό θεσπίσεως του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας InfoSoc ως διατάξεως προβλέπουσας εξαίρεση
53.
Το ιστορικό θεσπίσεως του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας InfoSoc έχει σε τελευταία ανάλυση ως απαρχή τη Σύμβαση της Βέρνης, από την οποία έχει ληφθεί η έννοια των «ιδίων μέσων».
54.
Η αναδρομή στο ιστορικό της διευκρινίζουσας το επίμαχο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της 41ης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας InfoSoc είναι δυνατή με τη βοήθεια μιας λεπτομερούς τεκμηριώσεως με τα έγγραφα των προπαρασκευαστικών εργασιών ( 36 ) και είναι αποκαλυπτική των διαφορετικών τάσεων αυτών που συμμετείχαν στη νομοθετική διαδικασία σε σχέση με το περιεχόμενο της έννοιας των «ιδίων μέσων».
55.
Μια ματιά στο ιστορικό θεσπίσεως της διατάξεως και στη σχετική με αυτή αιτιολογική σκέψη δείχνει πράγματι κατ’ αρχάς ότι για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σημασία πρωτίστως είχε να ευνοηθούν πράξεις αναπαραγωγής, οι οποίες διενεργούνται με μοναδικό σκοπό να καθίσταται στη συνέχεια δυνατή μια νόμιμη μετάδοση εκπομπών ( 37 ). Πέραν τούτου, η βούληση ήταν πάντως, αφενός μεν, να ληφθεί ως κατευθυντήρια γραμμή το γράμμα της Συμβάσεως της Βέρνης, αφετέρου όμως, να διανοιχθεί και διευρυνθεί αυτή ακριβώς η περιεχόμενη στην εν λόγω σύμβαση με παρόμοια μορφή στενή (και θεωρούμενη ως ξεπερασμένη) έννοια των «ιδίων μέσων». Θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη η από τεχνικής και πρακτικής απόψεως τρέχουσα εξέλιξη. Προς την ίδια κατεύθυνση δείχνει επίσης η παρατεθείσα ανωτέρω αποσπασματικώς Κοινή θέση.
56.
Επομένως, η προβλέπουσα εξαίρεση διάταξη, που είναι κατ’ αρχήν στενώς ερμηνευτέα, θα έπρεπε να προσλάβει μια προσεκτική διεύρυνση μέσω της 41ης αιτιολογικής σκέψεως, χωρίς να χάσει πλήρως τα όριά της. Επομένως, μια ιστορική-τελολογική ερμηνεία συνηγορεί, μολονότι διατάξεις προβλέπουσες εξαίρεση ιδίως στην οδηγία InfoSoc πρέπει κατ’ αρχήν να ερμηνεύονται στενά ( 38 ), υπέρ μιας εύκαμπτης και ευρείας αντιλήψεως των όσων εκτίθενται στην 41η αιτιολογική σκέψη, λαμβανομένου πάντως υπόψη ότι η αιτιολογική αυτή σκέψη έχει διαμορφωθεί ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, χωρίς να αποτελεί κατ’ ανάγκη πλήρη ορισμό.
iii) Τελολογικά-δογματικά συμπεράσματα
57.
Υπό το φως αυτών των σκέψεων, τίθεται το ερώτημα αν είναι δυνατόν να συναχθούν από αυτές στοιχεία αποφασιστικής σημασίας για το εκτιθέμενο στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρόβλημα, που σε τελευταία ανάλυση είναι ένα πρόβλημα συντάξεως.
58.
Κατά τη γνώμη μου, στο ζεύγος εννοιών «για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη», ως μεγαλύτερου εύρους από την έκφραση «για λογαριασμό [του]», στην οποία επίσης ενυπάρχει σιωπηρώς μια γενεσιουργός ευθύνης ιδέα καταλογισμού, υπερέχει η έννοια της ευθύνης. Η έννοια αυτή είναι δεκτική ευρείας ή στενής ερμηνείας, οπότε μπορεί να αποτυπώνεται διαφορετικά στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις.
59.
Επομένως, στην προκειμένη υπόθεση, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι στο συγκεκριμένο πλαίσιο πρόκειται για την εκτίμηση παραγωγών τρίτων επιχειρήσεων που γίνονται κατά παραγγελία, καθοριστικό για τις εκάστοτε συγκυρίες είναι το αν ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός φέρει ή όχι —υπό οποιαδήποτε μορφή— ευθύνη για μια κατά παραγγελία του παραγωγή ή για την εφήμερη εγγραφή της από την τρίτη επιχείρηση.
60.
Στη συνέχεια, πρέπει να ερευνηθεί μέσω δογματικών-τελολογικών σκέψεων το ουσιαστικό περιεχόμενο της έννοιας της ευθύνης.
61.
Κατά την ερμηνεία, πρέπει να ληφθεί υπόψη από δογματικής απόψεως ότι μια ευρεία αντίληψη του χαρακτηριστικού στοιχείου «ευθύνη» έχει άμεση επίδραση στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας: Όσο περισσότερες επιχειρήσεις θεωρούνται ότι ενεργούν «υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]» τόσο περισσότερες εγγραφές λογίζονται προνομιούχες, ως πραγματοποιηθείσες «δι’ ιδίων μέσων» κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας (σε συνδυασμό με την 41η αιτιολογική της σκέψη) ( 39 ) και μπορούν να έχουν το όφελος από την προβλέπουσα εξαίρεση διάταξη για εφήμερες εγγραφές.
62.
Επομένως, μεγαλύτερη επίδραση από ενδεχομένως λεπτές γλωσσικές αποκλίσεις στις αιτιολογικές σκέψεις πρέπει, κατά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας InfoSoc και της εκφράσεως «για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]», να έχει το ότι η έννοια των «ιδίων μέσων», η οποία διαμορφώνεται περαιτέρω με την ιδέα της ευθύνης, χωρίς όμως και να αλλοιώνεται, έχει ληφθεί από ένα από τα άρθρα της Συμβάσως της Βέρνης, υποχρέωση συμμορφώσεως προς το οποίο υφίσταται επίσης για την Ένωση ( 40 ).
63.
Η έννοια των ιδίων μέσων ερμηνεύεται στα σχετικά με τη Σύμβαση της Βέρνης συγγράμματα και άρθρα, σύμφωνα με τον χαρακτήρα της ως εξαιρέσεως, στενά ( 41 ), πράγμα εξάλλου που, προκειμένου να αποσοβηθεί μια αποδυνάμωση της εννοίας, συνηγορεί υπέρ αυστηρών απαιτήσεων ως προς την ιδέα της ευθύνης. Το συμπερασμα αυτό πρέπει κατ’ αρχήν να τύχει αποδοχής, ιδίως διότι, σε διαφορετική περίπτωση, μια προβλέπουσα εξαίρεση διάταξη, που πρέπει κατ’ αρχήν να ερμηνεύται στενά, θα διέτρεχε τον κίνδυνο εφαρμογής της πέραν των ορίων της.
64.
Λαμβανομένων υπόψη των εκτεθέντων ανωτέρω στο σημείο 61, πρέπει να επιχειρηθεί, ως προς την οδηγία InfoSoc, μια ερμηνευτική-νομική ακροβασία ( 42 ): αφενός μεν, ορισμένες τάσεις στο ιστορικό γενέσεως της οδηγίας InfoSoc υποδηλώνουν μια εκ προθέσεως ευρεία αντίληψη της έννοιας, αφετέρου δε, η Σύμβαση της Βέρνης, οι αξιολογικές επιλογές της οποίας πρέπει κατ’ αρχήν να χρησιμεύουν ως υπόδειγμα, ακολουθεί μια σαφώς στενή προσέγγιση.
65.
Πάντως η άποψη ότι μόνο ενσωματωμένα στην επιχείρηση και, επομένως, ενεργούντα ως βοηθοί εκπληρώσεως —όπως υπάλληλοι ή προσωρινώς εργαζόμενοι- πρόσωπα, στην καλύτερη δε των περιπτώσεων ακόμη και ελεγχόμενοι όμιλοι εταιρειών, δρουν σαν να τελούσαν υπό την ευθύνη του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού και, επομένως, οποιαδήποτε εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό κείται εκτός του ρυθμιστικού πλαισίου του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας InfoSoc ( 43 ), θα συνιστούσε κατά τη γνώμη μου —παρά την ορολογική σύζευξη με τη Σύμβαση της Βέρνης— υπερβολικά στενή αντίληψη, όπως και με βάση απλώς τα δεδομένα των εννοιολογικών στοιχείων της Συμβάσεως της Βέρνης μη υποχρεωτικώς επιβαλλόμενη, δύσκολα συμβατή με τις πραγματικές καταστάσεις, την εξέλιξη των οποίων ρητώς θέλει να λαμβάνει υπόψη η εύκαμπτη εννοιολογική προσέγγιση της επίμαχης οδηγίας.
66.
Ιδίως όμιλοι μέσων μαζικής ενημερώσεως, εντός των οποίων, για παράδειγμα, υπό ένα κοινό holding η μία θυγατρική εταιρεία διασφαλίζει τη λειτουργία μεταδόσεως, ενώ η αδελφή εταιρεία της, παραδείγματος χάριν ως πάροχος υπηρεσιών, πραγματοποιεί την εγγραφή, θα περιέρχονταν ενδεχομένως με από οικονομικής απόψεως ελάχιστα κατανοητό τρόπο, αν δεν γινόταν δεκτό γι’ αυτούς το κριτήριο «των ιδίων μέσων του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]», σε δυσμενέστερη θέση έναντι ιδρυμάτων δημοσίου δικαίου με ευρείας κλίμακας δραστηριότητες, τα οποία αναθέτουν αμφότερες τις λειτουργίες σε μεμονωμένα, αυτοτελώς δρώντα, αλλά νομικώς συνδεδεμένα τμήματα.
67.
Επομένως, προτείνω να διαχωρισθεί τελολογικώς το εκτεθέν πρόβλημα συντάξεως και η 41η αιτιολογική σκέψη, υπό το φως της οποίας πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, να αξιολογηθεί κατά τρόπον ώστε τα μνημονευόμενα σ’ αυτή μέσα να περιλαμβάνουν αυτά που χρησιμοποιούνται από τρίτο με αποκλειστικό σκοπό να καταστεί στη συνέχεια δυνατή με βάση την εφήμερη εγγραφή, μια νόμιμη μετάδοση από συγκεκριμένο ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, εφόσον η εγγραφή πραγματοποιείται υπό την ευθύνη του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού.
68.
Η πρακτική σημασία της έννοιας της ευθύνης έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του τελευταίου προδικαστικού ερωτήματος.
Γ — Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
69.
Με αυτό το ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να αξιολογηθούν ορισμένες συγκυρίες και με βάση αυτές να διαμορφωθούν τα κριτήρια που μπορεί να έχουν σημασία για την καταφατική απάντηση ως προς τα «ίδια μέσα» ή την ενέργεια «για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]».
70.
Σε τελευταία ανάλυση, πρόκειται για το αν κάθε παραγωγή τρίτου, η οποία πραγματοποιείται βάσει μιας συμβάσεως —η οποία ενδεχομένως παρέχει ευρύ πεδίο δράσεως από καλλιτεχνικής απόψεως— μεταξύ ενός τρίτου και του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, μπορεί να τύχει της ευνοϊκής διατάξεως του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας InfoSoc ή αν ιδίως το κριτήριο «υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]» καθιστά πιθανή μια στενότερη θεώρηση, όπου σημασία έχει το αν και κατά πόσον ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ευθύνεται για ενδεχόμενες παραλείψεις της τρίτης επιχειρήσεως.
1. Επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
71.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι αποφασιστική σημασία έχει ο επιδιωκόμενος με την εγγραφή σκοπός και τονίζει ότι μόνον εφήμερες εγγραφές μπορούν να τυγχάνουν της επίμαχης εξαιρέσεως. Αυτό δύσκολα συμβαίνει στην περίπτωση μεγαλύτερων παραγωγών ταινιών, η συγκεκριμένη όμως εκτίμηση κάθε περιπτώσεως εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο. Ως προς αυτό, ο DR και ο TV2 υποστηρίζουν μια ευρεία και φιλική προς τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς προσέγγιση, ενώ η Ισπανική Κυβέρνηση και η NCB μια συσταλτική, όπου η NCB θεωρεί ότι συμβατικές σχέσεις με τρίτους δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις, εάν δεν εξασφαλίζεται η ευθύνη του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού στην προς τα έξω σχέση. Το ποιο είναι τελικά το αντικείμενο αυτής της ευθύνης παραμένει ανοικτό.
2. Εκτίμηση του προδικαστικού ερωτήματος
72.
Κατ’ επέκταση του συναχθέντος ως προς το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα συμπεράσματος, προκύπτει ως προς το τρίτο ερώτημα ότι κατά τη συγκεκριμένη εκτίμηση του ζητήματος αν μια εγγραφή πραγματοποιήθηκε από τρίτον για τη μετάδοση ενός ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού οργανισμού «δι’ ιδίων μέσων» και επίσης «για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]», οπότε η εγγραφή εμπίπτει στην εξαίρεση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας InfoSoc, πρέπει να θεωρηθεί ότι σημασία έχει το ότι τα μέσα χρησιμοποιούνται με αποκλειστικό σκοπό να καταστεί στη συνέχεια δυνατή λόγω της εφήμερης εγγραφής μια νόμιμη μετάδοση από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, εφόσον η εγγραφή πραγματοποιείται υπό την ευθύνη του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού.
73.
Το υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να δοθεί καταφατική απάντηση ως προς την ύπαρξη αυτής της ευθύνης αποτελεί αντικείμενο των ακόλουθων ειδικοτέρων ερωτημάτων.
α) Προδικαστικό ερώτημα 3, υπό α
74.
Με αυτό το ειδικότερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν ο όρος «ίδια μέσα» έχει την έννοια ότι μια εγγραφή εμπίπτει στην εξαίρεση που προβλέπεται από τη διάταξη, μόνο αν ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ευθύνεται έναντι τρίτων για τις πράξεις και παραλείψεις του παραγωγού σε σχέση με την εγγραφή, ως αν είχε τελέσει ο ίδιος ο τηλεοπτικός οργανισμός αυτές τις πράξεις και παραλείψεις.
75.
Το ειδικότερο αυτό ερώτημα στηρίζεται στην ιδέα ενός καταλογισμού ευθύνης σε βάρος του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού. Αυτή συνάδει προς την αντίληψη περί ευθύνης της οδηγίας InfoSoc, μάλιστα δε αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, αν δεν θέλουμε τα «ίδια μέσα» να καταστούν μια έννοια άνευ ορίων.
76.
Επομένως ο όρος «ίδια μέσα» του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας InfoSoc έχει σύμφωνα με την αντίληψη περί ευθύνης την έννοια ότι η εγγραφή που πραγματοποιείται από τον παραγωγό για να χρησιμοποιηθεί στις εκπομπές ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, μόνο αν ο τηλεοπτικός οργανισμός ευθύνεται έναντι τρίτων για τις πράξεις και παραλείψεις του παραγωγού σε σχέση με την εγγραφή, ως αν είχε τελέσει ο ίδιος ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός αυτές τις πράξεις και παραλείψεις.
77.
Πράγματι, η αντίληψη περί ευθύνης στην 41η αιτιολογική σκέψη θα ήταν κενή περιεχομένου, αν μια υποχρέωση αναλήψεως της ευθύνης εξ αλλοτρίας πράξεως από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό δεν αποτελούσε την κατ’ ανάγκη προϋπόθεσή της. Βεβαίως, η 41η αιτιολογική σκέψη φαίνεται να διαμορφώνει πιο εύκαμπτα την έννοια των ιδίων μέσων, περιλαμβάνοντας σ’ αυτή την ένδειξη ευθύνης, και να διευκολύνει την προσαρμογή σε μεταβαλλόμενες γενικές καταστάσεις, πλην όμως αυτό πρέπει να έχει ως συνακόλουθο ότι διενεργούμενες δι’ ιδίων μέσων πράξεις πρέπει τελικώς και στην προς τα έξω σχέση να έχουν ως συνέπεια την υποχρέωση αναλήψεως της ευθύνης εξ αλλοτρίας πράξεως από αυτόν ακριβώς, στον οποίο καταλογίζονται αυτά τα μέσα ως δικά του. Επομένως, η διεύρυνση της αντιλήψεως του μέσου πέραν της έννοιας της ευθύνης εμπεριέχει μια —όχι λεπτομερώς διαμορφωθείσα, αλλά προααπαιτούμενη— υποχρέωση αναλήψεως της ευθύνης εξ αλλοτρίας πράξεως από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό.
78.
Κατ’ αυτή την προσέγγιση, παραμένει ανοικτό το πόσο συγκεκριμένα είναι διαμορφωμένη αυτή η ευθύνη, ιδίως δε αν εμφανίζεται ως κατά παραμέριση της νομικής προσωπικότητας ατομική ευθύνη ή ως ενοχή εις ολόκληρον και αν θεμελιώνεται ως εξωσυμβατική ευθύνη ή ως ευθύνη εκ συμβάσεως, παραδείγματος χάριν ως σωρευτική αναδοχή χρέους ή στερητική αναδοχή χρέους.
79.
Νοούμενη κατ’ αυτό τον τρόπο, η κατ’ αρχήν υποχρέωση αναλήψεως της ευθύνης εξ αλλοτρίας πράξεως από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό αποδεικνύεται ως παρεπόμενο της διευρύνσεως της έννοιας των «ιδίων μέσων» και θα μπορούσε κατά κανόνα, υπό την προϋπόθεση μιας σύννομης συμπεριφοράς του παρεμβαλλόμενου τρίτου, να είναι ουσιαστικά άνευ συνεπειών.
β) Προδικαστικό ερώτημα 3, υπό β
80.
Με αυτό το ειδικότερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν πληρούται ο όρος ότι η εγγραφή πρέπει να γίνεται «για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]», οσάκις ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός παραγγέλνει στον παραγωγό να πραγματοποιήσει εγγραφή την οποία θα μεταδώσει ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, προϋποτιθεμένου ότι ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει το δικαίωμα να μεταδώσει την εν λόγω εγγραφή.
81.
Επομένως, το ειδικότερο αυτό ερώτημα λαμβάνει ως βάση μια εκ διαμέτρου αντίθετη συγκυρία και αφορά κατ’ ουσίαν το ζήτημα αν ελλείψει επίσης μιας υποχρεώσεως αναλήψεως της ευθύνης εξ αλλοτρίας πράξεως από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό μπορεί να δοθεί καταφατική απάντηση ως προς την έννοια της ευθύνης.
82.
Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω στο σημείο 75, η προϋπόθεση ότι η εγγραφή πρέπει να γίνεται «για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]» δεν πληρούται όντως πάντοτε, οσάκις ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός παραγγέλνει στον παραγωγό να πραγματοποιήσει εγγραφή την οποία θα μεταδώσει ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, προϋποτιθεμένου ότι ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει το δικαίωμα να μεταδώσει την εν λόγω εγγραφή.
83.
Εν προκειμένω, σημασία έχει η συγκεκριμένη διαμόρφωση της συμβατικής σχέσεως, τα αποτελέσματά της προς τα έξω και τελικώς το αν πρέπει να γίνει δεκτή η ύπαρξη υποχρεώσεως αναλήψεως της ευθύνης εξ αλλοτρίας πράξεως έναντι τρίτων από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, όπως εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω στο σημείο 75.
84.
Τα ακόλουθα ειδικότερα ερωτήματα καθιστούν εμφανείς άλλες λεπτομέρειες των ενδεχομένως βάσει συμβάσεως συμφωνιών μεταξύ ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και παραγωγού με σημείο αναφοράς το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας InfoSoc και πρέπει σ’ αυτά να δοθεί απάντηση σύμφωνα με τις τιθέμενες ανωτέρω παραμέτρους.
i) Προδικαστικό ερώτημα 3, υπό β), σημείο i
85.
Με αυτό το ειδικότερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η τελική και αποφασιστική από καλλιτεχνικής/εκδοτικής απόψεως απόφαση μπορεί να αποτελεί κριτήριο για το χαρακτηριστικό στοιχείο «για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]».
86.
Στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
87.
Στον ποιον εναπόκειται η τελική και καθοριστική από καλλιτεχνικής/εκδοτικής απόψεως απόφαση σε σχέση με το περιεχόμενο του παραγγελθέντος προγράμματος είναι άνευ σημασίας, δεδομένου ότι στο πλαίσιο της προβλέπουσας εξαίρεση διατάξεως της οδηγίας InfoSoc, αφενός, σημασία έχει μόνον η εγγραφή, δηλαδή το ότι πρόκειται για την τεχνική αναπαραγωγή, και, αφετέρου, θα μπορούσε η καλλιτεχνική διεύθυνση να είναι άσχετη από απόψεως νομικής ευθύνης στην προς τα έξω σχέση. Καθοριστική σημασία έχει όμως μόνον η συνεπεία της ευθύνης του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού υποχρέωση αναλήψεως της ευθύνης εξ αλλοτρίας πράξεως.
ii) Προδικαστικό ερώτημα 3, υπό β, σημείο ii
88.
Με το ειδικότερο αυτό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν έχει κάποια σημασία το αν ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ευθύνεται έναντι τρίτων για τις υποχρεώσεις του παραγωγού σε σχέση με την εγγραφή ως αν είχε τελέσει ο ίδιος τις συναφείς πράξεις ή παραλείψεις.
89.
Σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω για την έννοια των «ιδίων μέσων» στο σημείο 75, διαπιστώνεται ότι αυτή η υποχρέωση αναλήψεως της ευθύνης εξ αλλοτρίας πράξεως είναι σημαντική και καθοριστική για το χαρακτηριστικό στοιχείο «για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]».
iii) Προδικαστικό ερώτημα 3, υπό β, σημείο iii
90.
Με αυτό το ειδικότερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν για το χαρακτηριστικό στοιχείο «για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]» έχει σημασία το αν ο παραγωγός φέρει βάσει της συναφθείσας με σύμβαση συμφωνίας με τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό τον πλήρη οικονομικό κίνδυνο για το παραγγελθέν πρόγραμμα.
91.
Στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
92.
Δεν ασκεί επιρροή το αν ο παραγωγός υποχρεούται βάσει της συμφωνίας με τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό να παραδώσει το οικείο πρόγραμμα στον τηλεοπτικό οργανισμό αντί συγκεκριμένου τιμήματος και οφείλει να αντιμετωπίσει με το τίμημα αυτό όλες τις δαπάνες που συνεπάγεται η εγγραφή. Το τελευταίο αυτό είναι πράγματι από την άποψη των περί ευθύνης διατάξεων άνευ σημασίας στην προς τα έξω σχέση.
iv) Προδικαστικό ερώτημα 3, υπό β, σημείο iv
93.
Με το ειδικότερο αυτό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν ως προς την προϋπόθεση ότι η εγγραφή πρέπει να πραγματοποιηθεί «για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]» έχει σημασία το αν την ευθύνη για την εγγραφή έναντι τρίτων αναλαμβάνει ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ή ο παραγωγός.
94.
Στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
95.
Πράγματι, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, έχει κάποια σημασία το αν την ευθύνη για την εγγραφή έναντι τρίτων αναλαμβάνει ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ή ο παραγωγός, όπου και οι δύο μπορούν να ευθύνονται εις ολόκληρον. Στην περίπτωση υποχρεώσεως αναλήψεως της ευθύνης εξ αλλοτρίας πράξεως πρέπει πάντως να λαμβάνεται ως βάση ότι ο παραγωγός ενεργεί «για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]», ενώ και μια παράλληλη, για παράδειγμα συμπληρωματικώς υφιστάμενη, εις ολόκληρον ευθύνη του παραγωγού δεν θα έβλαπτε.
γ) Προδικαστικό ερώτημα 3, υπό γ
96.
Ο όρος, τέλος, ότι η εγγραφή πρέπει να πραγματοποιείται «για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]» δεν πληρούται, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω, στην περίπτωση κατά την οποία ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός παραγγέλνει στον παραγωγό να πραγματοποιήσει εγγραφή την οποία θα μεταδώσει ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, και με την προϋπόθεση ότι ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει το δικαίωμα να μεταδώσει την εγγραφή, εφόσον ο παραγωγός, κατόπιν συμφωνίας με τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό για την πραγματοποίηση της εγγραφής, έχει αναλάβει i) την οικονομική και νομική ευθύνη για την κάλυψη όλων των εξόδων που συνδέονται με την εγγραφή αντί τιμήματος εκ των προτέρων καθορισθέντος, ii) την ευθύνη για την αγορά των δικαιωμάτων και iii) την ευθύνη για απρόοπτες περιστάσεις, όπως καθυστέρηση στην εγγραφή και μη προσήκουσα εκτέλεση της συμβάσεως χωρίς όμως ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός να ευθύνεται έναντι τρίτων για τις υποχρεώσεις του παραγωγού όσον αφορά την εγγραφή ως αν είχε τελέσει ο ίδιος ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός τις οικείες πράξεις και παραλείψεις.
97.
Αυτή η τελευταία υποχρέωση αναλήψεως της ευθύνης εξ αλλοτρίας πράξεως έχει πράγματι σημασία στην εξωτερική σχέση. Αυτή δεν μπορεί να ελλείπει.
VI – Πρόταση
98.
Κατόπιν όλων αυτών, προτείνω στα προδικαστικά ερωτήματα να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«1.
Οι φράσεις “δι’ ιδίων μέσων” στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/29/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, και “για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]” στην 41η αιτιολογική σκέψη αυτής της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθούν σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο.
2.
Η 41η αιτιολογική σκέψη, υπό το φως της οποίας πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι τα μνημονευόμενα σ’ αυτή μέσα περιλαμβάνουν αυτά που χρησιμοποιούνται με αποκλειστικό σκοπό να καταστεί στη συνέχεια δυνατή λόγω της εφήμερης εγγραφής μια νόμιμη μετάδοση από συγκεκριμένο ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, εφόσον η εγγραφή πραγματοποιείται υπό την ευθύνη του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού.
3.
Κατά τη συγκεκριμένη εκτίμηση του ζητήματος αν μια εγγραφή πραγματοποιήθηκε από τρίτον (στο εξής: παραγωγός) για τη μετάδοση ενός ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού οργανισμού “δι’ ιδίων μέσων” και επίσης “για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]”, οπότε η εγγραφή εμπίπτει στην εξαίρεση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/29, πρέπει να θεωρείται ότι σημασία έχει το ότι τα μέσα χρησιμοποιούνται με αποκλειστικό σκοπό να καταστεί στη συνέχεια δυνατή λόγω της εφήμερης εγγραφής μια νόμιμη μετάδοση από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, εφόσον η εγγραφή πραγματοποιείται υπό την ευθύνη του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού.
α)
Ο όρος “ίδια μέσα” του άρθρου 5, 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι η εγγραφή που πραγματοποιείται από τον παραγωγό για να χρησιμοποιηθεί στις εκπομπές ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, μόνο αν ο τηλεοπτικός οργανισμός ευθύνεται έναντι τρίτων για τις πράξεις και παραλείψεις του παραγωγού σε σχέση με την εγγραφή, ως αν είχε τελέσει ο ίδιος ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός αυτές τις πράξεις και παραλείψεις.
β)
Η προϋπόθεση ότι η εγγραφή πρέπει να γίνεται “για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]” δεν πληρούται πάντοτε, απλώς και μόνον οσάκις ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός παραγγέλνει στον παραγωγό να πραγματοποιήσει εγγραφή την οποία θα μεταδώσει ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, προϋποτιθεμένου ότι ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει το δικαίωμα να μεταδώσει την εν λόγω εγγραφή.
Για την απάντηση στο ερώτημα 3, υπό β:
i)
δεν έχει καμία σημασία το αν την τελική και αποφασιστική από καλλιτεχνικής/εκδοτικής απόψεως απόφαση ως προς το περιεχόμενο του προγράμματος που παραγγέλλεται βάσει της συμφωνίας μεταξύ αυτών έχει ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ή ο παραγωγός,
ii)
έχει καθοριστική σημασία το αν ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ευθύνεται έναντι τρίτων για τις υποχρεώσεις του παραγωγού σε σχέση με την εγγραφή ως αν είχε τελέσει ο ίδιος τις συναφείς πράξεις ή παραλείψεις,
iii)
δεν έχει καμία σημασία το αν ο παραγωγός υποχρεούται βάσει συμβάσεως με τον τηλεοπτικό οργανισμό να παραδώσει το οικείο πρόγραμμα στον τηλεοπτικό οργανισμό αντί συγκεκριμένου τιμήματος και οφείλει να αντιμετωπίσει, με το τίμημα αυτό, όλες τις δαπάνες που συνεπάγεται ενδεχομένως η εγγραφή,
iv)
έχει σημασία το αν για την εγγραφή ευθύνεται έναντι τρίτων ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ή ο παραγωγός, ενώ μπορεί και αμφότεροι να ευθύνονται συγχρόνως.
γ)
Ο όρος ότι η εγγραφή πρέπει να πραγματοποιείται “για λογαριασμό [και/ή] υπό την ευθύνη του οργανισμού [ραδιοφωνίας και τηλεόρασης]” δεν πληρούται στην περίπτωση απλώς κατά την οποία ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός παραγγέλνει στον παραγωγό να πραγματοποιήσει εγγραφή την οποία θα μεταδώσει ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, και με την προϋπόθεση ότι ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει το δικαίωμα να μεταδώσει την εγγραφή, εφόσον ο παραγωγός, κατόπιν συμφωνίας με τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό για την πραγματοποίηση της εγγραφής, έχει αναλάβει i) την οικονομική και νομική ευθύνη για την κάλυψη όλων των εξόδων που συνδέονται με την εγγραφή αντί τιμήματος εκ των προτέρων καθορισθέντος, ii) την ευθύνη για την αγορά των δικαιωμάτων και iii) την ευθύνη για απρόοπτες περιστάσεις, όπως καθυστέρηση στην εγγραφή και μη προσήκουσα εκτέλεση της συμβάσεως, χωρίς όμως ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός να ευθύνεται έναντι τρίτων για τις υποχρεώσεις του παραγωγού όσον αφορά την εγγραφή ως αν είχε τελέσει ο ίδιος ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός τις οικείες πράξεις και παραλείψεις.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική. Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.
( 2 ) ΕΕ L 167, σ. 10.
( 3 ) Η έννοια αυτή ανάγεται στην έννοια των εφήμερων λήψεων κατά τη Σύμβαση της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων, στην οποία προστέθηκε το 1948. Περιγράφει ένα σύνηθες στη ραδιοφωνία φαινόμενο: για την προετοιμασία μιας σε μεταγενέστερο χρόνο εκπομπής καθίσταται αναγκαία η προηγουμένως σε μηχανικά μέσα αποτύπωση της συμβολής των συμβεβλημένων με τους ραδιοφωνικούς οργανισμούς δημιουργών και καλλιτεχνών. Οι κατ’ αυτόν τον τρόπο πραγματοποιούμενες εγγραφές χαρακτηρίζονται ως εφήμερες λήψεις, ως προς τις οποίες παραμένει ανοικτό στη Σύμβαση της Βέρνης το επί πόσο χρονικό διάστημα επιτρέπεται αυτές να φυλάσσονται. Έχουν κατά κάποιο τρόπο παρακολουθητικό χαρακτήρα, διότι η παραγωγή τους χρησιμεύει μόνο για την άσκηση του δικαιώματος ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως που συνίσταται στα εγγραφέντα έργα και δεν επιτρέπεται να αξιοποιηθούν με άλλο τρόπο (Ruijsenaars H., «Zur Vergänglichkeit von “ephemeren Aufnahmen”», ZUM 1999, σ. 707, 708).
( 4 ) Βλ. σ. 6 της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
( 5 ) Οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις δεν έχουν εντούτοις ομοιόμορφη διατύπωση ως προς αυτό το σημείο, πράγμα που επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα. Οι γλωσσικές αποδόσεις που περιέχουν τον υποδηλούντα εναλλακτικότητα σύνδεσμο «ή», όπως η γερμανική, αποτελούν εν προκειμένω αριθμητικώς μειονότητα έναντι της συζευκτικής διατυπώσεως («και»).
( 6 ) Κοινή θέση (ΕΚ) 48/2000, της 28ης Σεπτεμβρίου 2000, που καθορίστηκε από το Συμβούλιο με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, για την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί εναρμονίσεως ορισμένων πτυχών του δικαιώματος δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ C 344, σ. 1).
( 7 ) Διοικητική πράξη νομοθετικού περιεχομένου 202 περί λεπτομερειών εφαρμογής του νόμου, της 27ης Φεβρουαρίου 2010.
( 8 ) Βλ. σ. 6.
( 9 ) Βλ. σχετικώς τα σημεία 5 και 6 των γραπτών παρατηρήσεων της NCB, τα σημεία 2 έως 10 των γραπτών παρατηρήσεεων του DR και του TV2 και τα σημεία 4 έως 7 των γραπτών παρατηρήσεων της Επιτροπής.
( 10 ) Όντως, η δανική απόδοση της οδηγίας περιλαμβάνεται σ’ αυτές που στην 41η αιτιολογική σκέψη περιέχουν μια συζευκτική διατύπωση με τον σύνδεσμο «και» («Når undtagelsen eller indskrænkningen gælder efemere optagelser foretaget af radio- og fjernsynsforetagender, antages radio- og fjernsynsforetagendets egne midler at omfatte midler tilhørende en person, der handler på radio- og fjernsynsforetagendets vegne og under dette foretagendes ansvar» [η υπογράμμιση δική μου]).
( 11 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C-341/05, Laval un Partneri (Συλλογή 2007, σ. I-11767, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 12 ) Ως προς ένα παρόμοιο πρόβλημα παραδεκτού —κατά την ερμηνεία πάντως μιας αποφάσεως-πλαισίου—, βλ. πρόσφατα την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, C-483/09 και C-1/10, Gueye (Συλλογή 2011, σ. Ι-8263, σκέψεις 34 έως 45), και τις αναπτυχθείσες σ’ αυτή την υπόθεση προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott, σημεία 21 έως 32, όπου εξετάζεται το ζήτημα μιας ενδεχομένως contra legem ερμηνείας του εθνικού δικαίου.
( 13 ) Απόφαση Gueye (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12), σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 14 ) Συναφώς, μπορεί να παραμείνει ανοικτό το ζήτημα αν κατά τα διαθέσιμα στο εθνικό δανικό δίκαιο ερμηνευτικά μέσα είναι δυνατό, όπως έπραξε το γερμανικό Bundesgerichtshof κατ’ ακολουθία της αποφάσεως της 17ης Απριλίου 2008, C-404/06, Quelle (Συλλογή 2008, σ. I-2685), να εξελιχθεί το ισχύον εθνικό δίκαιο πέραν του γράμματος του νόμου μέσω μιας σύμφωνης προς την οδηγία περαιτέρω διαπλάσεως του δικαίου (βλ., σχετικώς, BGH, απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2008, VIII ZR 200/05, στο νομικό περιοδικό ZGS 2009, σ. 85).
( 15 ) Σημεία 46 έως 51 και σημείο 127 των γραπτών τους παρατηρήσεων.
( 16 ) Έτσι, πρόσφατα, η απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 2011, C-34/10, Brüstle ( Συλλογή 2011, σ. Ι-9821, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ως προς την αυτοτελή και ομοιόμορφη ερμηνεία του όρου «δίκαιη αποζημίωση» στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας InfoSoc, βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Οκτωβρίου 2010, C-467/08, Padawan ( Συλλογή 2010, σ. Ι-10055, σκέψεις 32 έως 37 και σημείο 1 του διατακτικού). Ως προς την αυτοτελή και ομοιόμορφη ερμηνεία του όρου «παρουσίαση στο κοινό» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Δεκεμβρίου 2006, C-306/05, SGAE (Συλλογή 2006, σ. I-11519).
( 17 ) Βλ. ως προς την έννοια του «εμβρύου» και ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 98/44/ΕΚ, για την έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων, την απόφαση Brüstle (παρατεθείσα στην υποσημείωση 16), σκέψεις 26 επ. Ως προς την αυτοτελή και ομοιόμορφη ερμηνεία του όρου «δίκαιη αποζημίωση» στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας InfoSoc, βλ. την απόφαση Padawan (παρατεθείσα στην υποσημείωση 16), σκέψεις 32 έως 37.
( 18 ) Έτσι, πρόσφατα, η απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Οκτωβρίου 2011, C-403/08 και C-429/08, Football Association Premier League κ.λπ. (Συλλογή 2011, σ. Ι-9083, σκέψη 189 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)
( 19 ) Σημείο 25 των γραπτών παρατηρήσεων της Ισπανικής Κυβερνήσεως.
( 20 ) Σημείο 131 των γραπτών τους παρατηρήσεων.
( 21 ) Βλ. ως προς την τελείως οριακή περίπτωση της αποκλίσεως μιας μόνο γλωσσικής αποδόσεως την απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Απριλίου 2007, C-63/06, Profisa (Συλλογή 2007, σ. I-3239, σκέψεις 13 και 14 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 22 ) Έτσι, για παράδειγμα, η βουλγαρική, η δανική, η αγγλική, η εσθονική, η φινλανδική, η γαλλική, η ελληνική, η λετονική, η λιθουανική, η ολλανδική, η πολωνική, η ρουμανική, η σουηδική, η σλοβακική, η σλοβενική, η ισπανική και η ουγγρική απόδοση.
( 23 ) Έτσι, για παράδειγμα, η γερμανική, η ιταλική, η μαλτεζική, η πορτογαλική και η τσεχική απόδοση.
( 24 ) Βλ. σχετικώς τις αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1977, C-30/77, Bouchereau (Συλλογή τόμος 1977, σ. 617, σκέψη 14), και της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C-449/93, Rockfon (Συλλογή 1995, σ. I-4291, σκέψη 28), καθώς και τις προτάσεις μου της 8ης Μαρτίου 2003 στην υπόθεση C-466/03, Albert Reiss Beteiligungsgesellschaft (σημείο 62 και υποσημείωση 32). Ως προς τα προβλήματα ερμηνείας του ενωσιακού δικαίου, βλ. Stotz, R., «Die Rechtsprechung des EuGH» στο Riesenhuber, K., Europäische Methodenlehre, 2η έκδ., Walter de Gruyter 2010, § 22, σημεία 13 επ.
( 25 ) Απόφαση Profisa (παρατεθείσα στην υποσημείωση 21), σκέψη 13, καθώς και πρόσφατα απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 2011, C-445/09, IMC Securities ( Συλλογή 2011, σ. Ι-5917, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 26 ) Βλ. Colneric N., «Auslegung des Gemeinschaftsrechts und gemeinschaftsrechtskonforme Auslegung», ZEuP, 2005, σ. 225, 227.
( 27 ) Βλ. την παρατιθέμενη στο σημείο 9 κοινή θέση 48/2000 της 28ης Σεπτεμβρίου 2000 και το σημείο 10 αυτών των προτάσεων.
( 28 ) Μπορούν να ληφθούν από την ηλεκτρονική διεύθυνση .
( 29 ) Νοούνται εδώ η συνθήκη του ΠΟΔΙ για τα δικαιώματα του δημιουργού (WCT) και η συνθήκη του ΠΟΔΙ για τις εκτελέσεις και τα φωνογραφήματα (WPPT). Η Κοινότητα τις κύρωσε αμφότερες στις 14 Δεκεμβρίου 2009. Βλ. σχετικώς την απόφαση 2000/278/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2000, σχετικά με την έγκριση, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της συνθήκης του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία και της συνθήκης του ΠΟΔΙ για τις εκτελέσεις και τα φωνογραφήματα (ΕΕ L 89, σ. 6).
( 30 ) Κατ’ αυτή την έννοια επίσης η 44η αιτιολογική της σκέψη.
( 31 ) Έτσι ρητώς η 15η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας InfoSoc.
( 32 ) Απόφαση Football Association Premier League κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 18), σκέψη 189.
( 33 ) Αποφάσεις Profisa (παρατεθείσα στην υποσημείωση 21), σκέψη 14, Bouchereau (παρατεθείσα στην υποσημείωση 24), σκέψη 14, της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-482/98, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-10861, σκέψη 49), και της 1ης Απριλίου 2004, C-1/02, Borgmann (Συλλογή 2004, σ. I-3219, σκέψη 25).
( 34 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 35 ) Schack H., Urheber- und Urhebervertragsrecht, 5η έκδοση, Mohr Siebeck, Tübingen 2010, σημείο 1225.
( 36 ) Επισκόπηση περιέχεται στις γραπτές παρατηρήσεις του DR και του TV2, σημείο 30 επ. Βλ. επίσης Mayer H.-P., «Richtlinie 2001/29/EG zur Harmonisierung bestimmter Aspekte des Urheberechts und der verwandten Schutzrechte in der Informationsgesellschaft», EuZW 2002, σ. 325.
( 37 ) Έτσι, ως προς άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας, η τροποποίηση 39 του νομοθετικού ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επί της προτάσεως οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εναρμόνιση ορισμένων θεμάτων πνευματικής ιδιοκτηρίας και συγγενικών δικαωμάτων στην κοινωνία των πληροφοριών [COM(97) 0628 — C4-0079/98 — 97/0359(COD)] (ΕΕ 1999, C 150, σ. 171, 179).
( 38 ) Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 2009, C-5/08, Infopaq International (Συλλογή 2009, σ. I-6569, σκέψεις 56 έως 59), και της 1ης Δεκεμβρίου 2011, C-145/10, Painer (Συλλογή 2011, σ. Ι-12533, σκέψεις 109 και 110).
( 39 ) Εφόσον γίνεται δεκτό ότι υφίσταται και το στοιχείο «για τις δικές του εκπομπές».
( 40 ) Βλ. την 44η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας InfoSoc.
( 41 ) Ως προς τη Σύμβαση της Βέρνης και τον αγγλικό όρο «by means of its own facilities», βλ. von Lewinski S., International Copyright Law and Policy, Oxford 2008, σ. 165.
( 42 ) Ως προς τους «σημαντικούς ενδοιασμούς από την άποψη του δικαίου της Συμβάσεως» έναντι μιας «διασταλτικής ερμηνείας του γράμματος του νόμου» σε σχέση με την έννοια των ιδίων μέσων υπό το φως της 41ης αιτιολογικής σκέψεως, βλ. Melichar F., στο Schricker G., Loewenheim U., Urheberrecht, Kommentar, 4η έκδοση, Verlag C. H. Beck, Μόναχο 2011, § 55, σημείο 5 με περαιτέρω παραπομπές.
( 43 ) Οι Walter M. M. και von Lewinski, S., European Copyright Law, A Commentary, Oxford 2010, σ. 1039, αναφερόμενοι στους κανόνες της Συμβάσεως της Βέρνης, διατυπώνουν εντόνως αντιρρήσεις κατά οποιασδήποτε εξωτερικής αναθέσεως της «recording activity to another company». Ως προς τη Σύμβαση της Βέρνης και τον αγγλικό όρο «by means of its own facilities», βλ. von Lewinski S, (παρατεθείσα στην υποσημείωση 41), σ. 165, σημείο 5.191: «[…] this excludes the possibility of the organization putting someone else in charge of this task».
Full & Egal Universal Law Academy