ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JÁN MAZÁK
της 26ης Ιανουαρίου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-527/10
ERSTE Bank Hungary NyrtκατάΔημοκρατίας της Ουγγαρίας,
B.C.L. Trading GmbHκαι
ERSTE Befektetési Zrt.
[αίτηση τουLegfelsőbb Bíróság (Ουγγαρία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Διαδικασίες αφερεγγυότητας — Χρονική ισχύς του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 — Διεθνής δικαιοδοσία — Αγωγές που απορρέουν άμεσα από τη διαδικασία αφερεγγυότητας και συνδέονται στενά με τη διαδικασία αυτή — Εφαρμοστέο δίκαιο — Εμπράγματα δικαιώματα τρίτων — Απαράδεκτο της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως»
1.
Η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Legfelsőbb Bíróság (Ουγγαρία), αφορά την ερμηνεία του κανονισμού 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (στο εξής: κανονισμός) ( 2 ). Το ζήτημα που ανακύπτει έγκειται κατ’ ουσίαν στο να καθοριστεί αν το άρθρο 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο αφορά τα εμπράγματα δικαιώματα που έχουν τρίτοι επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη που βρίσκονται στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο του τόπου έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, εφαρμόζεται επίσης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το οικείο περιουσιακό στοιχείο βρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους το οποίο προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
Νομικό πλαίσιο
Η πράξη προσχωρήσεως
2.
Το άρθρο 2 της Πράξης περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση ( 3 ) (στο εξής: πράξη προσχωρήσεως), ορίζει τα εξής:
«Από την ημερομηνία προσχώρησης, οι διατάξεις των αρχικών Συνθηκών και οι πριν από την προσχώρηση θεσπισθείσες πράξεις των οργάνων και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεσμεύουν τα νέα κράτη μέλη και εφαρμόζονται σε αυτά, υπό τους όρους που προβλέπονται στις Συνθήκες αυτές και στην παρούσα Πράξη.»
Ο κανονισμός
3.
Όσον αφορά τον καθορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου για την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Αρμόδια για την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του οφειλέτη. Για τις εταιρείες και τα νομικά πρόσωπα τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι κέντρο των κυρίων συμφερόντων είναι ο τόπος της καταστατικής έδρας.
2. Όταν το κέντρο των κύριων συμφερόντων του οφειλέτη ευρίσκεται σε κράτος μέλος, τα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους είναι αρμόδια για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας, κατ’ αυτού, μόνον εάν έχει εκεί εγκατάσταση. Η διαδικασία αυτή παράγει αποτελέσματα μόνον έναντι των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη που βρίσκονται στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.»
4.
Για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στη διαδικασία αφερεγγυότητας, το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:
«Εάν ο παρών κανονισμός δεν ορίζει άλλως, δίκαιο εφαρμοστέο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της είναι το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας, κατωτέρω καλουμένου “κράτος έναρξης”.»
5.
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού αφορά τα εμπράγματα δικαιώματα τρίτων και έχει ως εξής:
«Η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν θίγει εμπράγματα δικαιώματα πιστωτών ή τρίτων επί πραγμάτων ή ασωμάτων αντικειμένων, κινητών ή ακινήτων (τόσο συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων όσο και περιουσιών, ως συνόλου που κατά καιρούς αλλάζει), ανηκόντων στον οφειλέτη και ευρισκόμενων σε άλλο κράτος μέλος κατά την έναρξη της διαδικασίας.»
6.
Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού, που εντάσσεται στο κεφάλαιο ΙΙ με τίτλο «Αναγνώριση της διαδικασίας αφερεγγυότητας», προβλέπει τα κατωτέρω:
«Η κήρυξη της έναρξης μιας διαδικασίας αφερεγγυότητας από τα κατ’ άρθρο 3 αρμόδια δικαστήρια κράτους μέλους αναγνωρίζεται στο έδαφος όλων των άλλων κρατών μελών μόλις αρχίσει να παράγει τα αποτελέσματά της στο κράτος έναρξης.
[…]»
7.
Το άρθρο 43 του κανονισμού περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με τη χρονική ισχύ του και έχει ως εξής:
«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις διαδικασίες αφερεγγυότητας που άρχισαν μετά την έναρξη ισχύος του. Οι πράξεις που διενεργήθηκαν από τον οφειλέτη πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού εξακολουθούν να διέπονται από το εφαρμοστέο τη στιγμή που διενεργήθηκαν δίκαιο.»
8.
Δυνάμει του άρθρου του 47, ο κανονισμός τέθηκε σε ισχύ την 31η Μαΐου 2002.
Πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και προδικαστικό ερώτημα
9.
Στις 8 Μαΐου 1998 η Postabank és Takarékpénztár Rt. (στο εξής: Postabank) παρέσχε δύο αμετάκλητες ενέγγυες πιστώσεις με πληρωμή επί προθεσμία, αξίας 6000000 δολαρίων ΗΠΑ (USD) και 6 120 000 USD αντιστοίχως, υπέρ της δικαιούχου B.C.L. Trading GmbH, με έδρα τη Βιέννη (στο εξής: B.C.L. Trading).
10.
Η B.C.L. Trading εκχώρησε σε διάφορες τράπεζες την αξίωση για την εξασφάλιση της οποίας είχαν παρασχεθεί οι ενέγγυες πιστώσεις. Εν συνεχεία, η Postabank αρνήθηκε να καταβάλει τα χρηματικά ποσά που όφειλε βάσει των εν λόγω ενέγγυων πιστώσεων, επικαλούμενη πλαστότητα των προσκομισθέντων πιστοποιητικών καταθέσεων.
11.
Στις 9 Ιουλίου 2003 η B.C.L. Trading ενεχυρίασε τις μετοχές της Postabank που της ανήκαν για την περίπτωση κατά την οποία η Postabank θα υποχρεωνόταν να καταβάλει τα χρηματικά ποσά των ενέγγυων πιστώσεων, μέχρι του ύψους των 12120000 USD. Οι εν λόγω μετοχές απετέλεσαν το αντικείμενο της χρηματοοικονομικής ασφάλειας.
12.
Κατόπιν τούτου, η ERSTE Bank Hungary Nyrt. (στο εξής: ERSTE Bank), εταιρία που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Postabank, συνήψε σύμβαση με τις τράπεζες-εκδοχείς δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στις τελευταίες ποσό 7850000 USD.
13.
Στις 5 Δεκεμβρίου 2003 κινήθηκε στην Αυστρία διαδικασία αφερεγγυότητας κατά της B.C.L. Trading, δημοσιευθείσα στις 4 Φεβρουαρίου 2004.
14.
Όσον αφορά τις μετοχές της Postbank που ανήκαν στη B.C.L. Trading, και οι οποίες αντικαταστάθηκαν από μετοχές της ERSTE Bank, υπό την ιδιότητά της ως διαδόχου της Postabank, και δόθηκαν ως ενέχυρο, το Legfelsőbb Bíróság, με μη οριστική απόφαση που εξέδωσε στις 6 Δεκεμβρίου 2005, υποχρέωσε το Ουγγρικό Δημόσιο να τις αγοράσει αντί τιμήματος 1516450200 ουγγρικών φιορινιών (HUF) για τον λόγο ότι ασκούσε αποφασιστική επιρροή στην Postabank, πράγμα που, κατά το ουγγρικό δίκαιο, γεννούσε εις βάρος του Ουγγρικού Δημοσίου υποχρέωση απόκτησης των μετοχών της Postabank που προσέφεραν προς πώληση οι μικρότεροι μέτοχοι. Το Ουγγρικό Δημόσιο εκπλήρωσε την υποχρέωσή του αυτή αγοράζοντας τις εν λόγω μετοχές, ενώ προέβη σε δημόσια κατάθεση του ορισθέντος με τη δικαστική απόφαση χρηματικού ποσού.
15.
Στις 27 Ιανουαρίου 2006 η ERSTE Bank άσκησε προσφυγή ενώπιον του Fővárosi Bíróság (πρωτοδικείου Βουδαπέστης) κατά του Ουγγρικού Δημοσίου, πρώτου καθού και αναιρεσίβλητου, της B.C.L. Trading, δεύτερης καθής και αναιρεσίβλητης, και της ERSTE Befektetési Zrt., τρίτης καθής και αναιρεσίβλητης, ζητώντας από το δικαστήριο αυτό να αναγνωρίσει με την απόφασή του την ύπαρξη χρηματοοικονομικής ασφάλειας επί του δημοσίως κατατεθέντος χρηματικού ποσού.
16.
Το Fővárosi Bíróság εξέδωσε διάταξη περί αρχειοθετήσεως της υποθέσεως, έχοντας διαπιστώσει ότι κατά της B.C.L. Trading είχε ήδη κινηθεί διαδικασία αφερεγγυότητας στην Αυστρία και ότι, κατά το αυστριακό πτωχευτικό δίκαιο, δεν επιτρεπόταν άσκηση προσφυγής σχετικής με την πτωχευτική περιουσία κατά οικονομικού φορέα υπό εκκαθάριση, πράγμα που συνεπαγόταν απόλυτη απαγόρευση άσκησης προσφυγής.
17.
Στον δεύτερο βαθμό, κατόπιν εφέσεως που άσκησε η ERSTE Bank, το Ítélőtábla (περιφερειακό εφετείο) επιβεβαίωσε την ανωτέρω διάταξη του πρωτοδικείου υπενθυμίζοντας ότι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού, έπρεπε εν προκειμένω να εφαρμοστεί το αυστριακό δίκαιο, το οποίο στην πράξη αποκλείει παν ενδεχόμενο κινήσεως τέτοιας ένδικης διαδικασίας.
18.
Η ERSTE Bank άσκησε αναίρεση ενώπιον του Legfelsőbb Bíróság. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι, προκειμένου να αποφανθεί επί της υποθέσεως, καθίσταται αναγκαία η ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού. Κατά συνέπεια, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει εφαρμογή το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού […], στο πλαίσιο αστικής δίκης που αφορά την αναγνώριση εμπράγματου δικαιώματος (ειδικότερα, χρηματοοικονομικής ασφάλειας), στην περίπτωση κατά την οποία το κράτος στο οποίο βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία που εξασφαλίζουν την απαίτηση, δηλαδή, αρχικώς, η κινητή αξία και, εν συνεχεία, το χρηματικό ποσό που αντικαθιστά την κινητή αυτή αξία δεν έχει ακόμα προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τον χρόνο έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας σε άλλο κράτος μέλος, πλην όμως αποτελεί κράτος μέλος της Ένωσης κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής;»
19.
Συμπληρωματικώς, προστίθεται ότι η ERSTE Bank, εκτός από την προσφυγή της για τη δικαστική αναγνώριση της ύπαρξης χρηματοοικονομικής ασφάλειας, κατέθεσε δικόγραφο ζητώντας την έναρξη δεύτερης διαδικασίας αφερεγγυότητας σε σχέση με τα ευρισκόμενα επί ουγγρικού εδάφους περιουσιακά στοιχεία της B.C.L. Trading. Το Legfelsőbb Bíróság έκρινε ότι ο κανονισμός έχει μεν εφαρμογή εν προκειμένω, απέρριψε ωστόσο την αίτηση αυτή για τον λόγο ότι η ERSTE Bank δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι η B.C.L. Trading διέθετε εγκαταστάσεις στην Ουγγαρία.
Εκτίμηση
20.
Από τα στοιχεία που παρέχει η απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου μπορεί να συναχθεί ότι τα ουγγρικά δικαστήρια που επιλήφθηκαν της υποθέσεως σε πρώτο και δεύτερο βαθμό απέρριψαν προσφυγή της ERSTE Bank στηριζόμενα στο αυστριακό δίκαιο, το οποίο έκριναν εφαρμοστέο δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού, που καθιερώνει τη γενική αρχή ότι στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της εν λόγω διαδικασίας αφερεγγυότητας (lex concursus).
21.
Το αιτούν δικαστήριο όμως, αποφαινόμενο επί αιτήσεως αναιρέσεως, διερωτάται αν πρέπει ενδεχομένως να εφαρμόσει το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο, κατά την έννοια των αιτιολογικών σκέψεων 24 και 25 του εν λόγω κανονισμού, εισάγει εξαίρεση από την ανωτέρω γενική αρχή. Συγκεκριμένα, πρόκειται για εξαίρεση προβλεπόμενη υπέρ των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τρίτων επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη που βρίσκονται στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο κινήθηκε η διαδικασία αφερεγγυότητας.
22.
Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αν η εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού εμποδίζεται από το γεγονός ότι τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη (εν προκειμένω, οι μετοχές της ERSTE Bank που ανήκαν στην B.C.L. Trading και τα μετρητά χρήματα που τις αντικατέστησαν) επί των οποίων υπάρχει εμπράγματο δικαίωμα τρίτων (δηλαδή, η υπέρ της ERSTE Bank συσταθείσα χρηματοοικονομική ασφάλεια) βρίσκονται στο έδαφος κράτους μέλους (εν προκειμένω της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας) διαφορετικού από εκείνο όπου κινήθηκε η διαδικασία αφερεγγυότητας (εν προκειμένω της Δημοκρατίας της Αυστρίας), και λαμβανομένου υπόψη ότι το κράτος όπου βρίσκονται τα επίμαχα περιουσιακά στοιχεία προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
23.
Το γεγονός όμως αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση όχι μόνον τη δυνατότητα εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση της συγκεκριμένης διάταξης του κανονισμού, αλλά και τη ratione temporis δυνατότητα εφαρμογής του ίδιου του κανονισμού. Ως εκ τούτου, πριν καν εξετασθεί το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού, πρέπει να διευκρινιστούν τα διαχρονικά αποτελέσματα που παράγει ο εν λόγω κανονισμός στα κράτη που προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη θέση του σε ισχύ.
24.
Η χρονική ισχύς του κανονισμού διέπεται από το άρθρο του 43, κατά το οποίο οι διατάξεις του εφαρμόζονται μόνο στις διαδικασίες αφερεγγυότητας που άρχισαν μετά την έναρξη ισχύος του. Η ημερομηνία αυτή προσδιορίζεται ευχερώς, καθόσον προβλέπεται ρητώς από τον ίδιο τον κανονισμό: το άρθρο 47 την ορίζει στις 31 Μαΐου 2002.
25.
Εν προκειμένω, η ημερομηνία κατά την οποία κινήθηκε η διαδικασία αφερεγγυότητας κατά της B.C.L. Trading είναι η 5η Δεκεμβρίου 2003, και η ημερομηνία δημοσιεύσεώς της η 4η Φεβρουαρίου 2004. Επομένως, είναι αναμφισβήτητο ότι η επίμαχη διαδικασία άρχισε μετά την 31η Μαΐου 2002 και ότι, ως εκ τούτου, ο κανονισμός εφαρμόζεται πλήρως στη διαδικασία αυτή.
26.
Μολονότι δεν προκύπτει ρητώς από τα πληροφοριακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στην απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, εντούτοις, δεδομένου ότι η B.C.L. Trading είχε την έδρα της στη Βιέννη, μπορεί να υποτεθεί, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, ότι η διαδικασία αφερεγγυότητας που κινήθηκε στην Αυστρία συνιστούσε κύρια διαδικασία η οποία, κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψης 12 του κανονισμού, είναι γενικής εφαρμογής και αποσκοπεί στο να συμπεριλάβει όλα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Παρά ταύτα, υπενθυμίζεται συναφώς ότι η έκφραση «όλα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη» πρέπει αναγκαστικά να περιοριστεί μόνο στα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη τα ευρισκόμενα στο έδαφος του συνόλου των κρατών μελών στα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός ( 4 ).
27.
Τούτο σημαίνει ότι τα περιουσιακά στοιχεία της B.C.L. Trading που βρίσκονταν στην Ουγγαρία κατά τον χρόνο που το κράτος αυτό δεν αποτελούσε ακόμα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν επηρεάζονταν από τη διαδικασία αφερεγγυότητας που κινήθηκε στην Αυστρία δυνάμει του κανονισμού.
28.
Εντούτοις, τίθεται το ερώτημα αν η κατάσταση αυτή άλλαξε μετά την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή μετά την 1η Μαΐου 2004. Θεωρώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι καταφατική, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 16, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 17, παράγραφος 1, του κανονισμού, ο οποίος εφαρμόζεται πλέον και στην Ουγγαρία κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2 της πράξης προσχωρήσεως. Αυτές ακριβώς οι διατάξεις του κανονισμού συνεπάγονται τη συνεχή ενσωμάτωση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη που βρίσκονται στο έδαφος κράτους υπό ένταξη στα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αφορά η κύρια διαδικασία αφερεγγυότητας.
29.
Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού επιβάλλει στα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν κάθε απόφαση με την οποία κηρύσσεται η έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας αμέσως μόλις η απόφαση αυτή αρχίσει να παράγει τα αποτελέσματά της στο κράτος έναρξης, υπό τον όρο ότι έχει εκδοθεί από αρμόδιο δικαστήριο κράτους μέλους, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού. Είναι προφανές ότι, ως προς τα κράτη που προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού, η εν λόγω υποχρέωση δεν γεννάται, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 της πράξης προσχωρήσεως, παρά μόνον κατά τον χρόνο προσχωρήσεως του οικείου κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
30.
Όσον αφορά τον όρο σχετικά με την αρμοδιότητα του δικαστηρίου που εκδίδει την απόφαση έναρξης της διαδικασίας κατά το άρθρο 3 του κανονισμού, επισημαίνεται ότι είναι αδιάφορο, συναφώς, αν το κράτος εντός του οποίου πρέπει να αναγνωριστεί μια απόφαση με την οποία κηρύσσεται η έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας αποτελούσε ή όχι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως έναρξης της διαδικασίας.
31.
Ωστόσο, από τον συνδυασμό του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού και του άρθρου 2 της πράξης προσχωρήσεως προκύπτει ότι το κράτος μέλος που προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού όφειλε, από την ημερομηνία προσχώρησης, να αναγνωρίσει κάθε απόφαση έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, υπό τον όρο ότι η απόφαση αυτή είχε εκδοθεί από αρμόδιο δικαστήριο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του κανονισμού. Κατά συνέπεια, από την ημερομηνία προσχώρησης ενός κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η απόφαση έναρξης διαδικασίας αφερεγγυότητας που εκδόθηκε από αρμόδιο δικαστήριο κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού παράγει στο νέο ενδιαφερόμενο κράτος, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού, τα αποτελέσματα που προβλέπει το δίκαιο του κράτους όπου κινήθηκε η εν λόγω διαδικασία.
32.
Επί του ζητήματος αυτού, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 22 του κανονισμού, πρόκειται για αυτοδίκαιη αναγνώριση των αποφάσεων έναρξης διαδικασίας αφερεγγυότητας. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης κατέστησε δυνατό στα κράτη μέλη να παραιτηθούν από τους κανόνες της εσωτερικής νομοθεσίας τους περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αλλοδαπών αποφάσεων υπέρ ενός απλουστευμένου μηχανισμού αναγνωρίσεως και εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας ( 5 ).
33.
Για να επανέλθω στην υπό κρίση υπόθεση, επαναλαμβάνω ότι, στις 27 Ιανουαρίου 2006, ήτοι μετά την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ERSTE Bank άσκησε ενώπιον ουγγρικού δικαστηρίου προσφυγή ζητώντας να αναγνωριστεί δικαστικώς η ύπαρξη χρηματοοικονομικής ασφάλειας επί του δημοσίως κατατεθέντος χρηματικού ποσού. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο αυτό, δεν μπορούσε να αγνοηθεί η ύπαρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας που είχε κινηθεί κατά της B.C.L. Trading στην Αυστρία, λόγω της αυτοδίκαιης αναγνώρισης της απόφασης έναρξης διαδικασίας αφερεγγυότητας που καθιερώνει το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού ο οποίος άρχισε να εφαρμόζεται στην Ουγγαρία από την ημερομηνία προσχώρησής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού, η απόφαση έναρξης διαδικασίας αφερεγγυότητας που εξέδωσε αυστριακό δικαστήριο παρήγαγε στην Ουγγαρία τα αποτελέσματα που ορίζει το αυστριακό δίκαιο.
34.
Δεδομένου ότι η προσφυγή που άσκησε η ERSTE Bank αφορούσε τα περιουσιακά στοιχεία του νομικού προσώπου κατά του οποίου είχε ήδη κινηθεί διαδικασία αφερεγγυότητας σε άλλο κράτος μέλος και ότι η απόφαση του αυστριακού δικαστηρίου για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας έπρεπε να αναγνωριστεί στην Ουγγαρία, τα ουγγρικά δικαστήρια υποχρεούνταν να εφαρμόσουν τους δικονομικούς κανόνες που περιλαμβάνονται στον κανονισμό. Τούτο σημαίνει ότι το δικαστήριο που επιλήφθηκε της προσφυγής της ERSTE Bank έπρεπε, πρώτον, να εξετάσει αν είχε διεθνή δικαιοδοσία και, δεύτερον, να προσδιορίσει το εφαρμοστέο δίκαιο βάσει του κανονισμού.
35.
Όσον αφορά την εξακρίβωση της διεθνούς δικαιοδοσίας, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε, με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, ότι, προκειμένου να καθορίσει αν τα ουγγρικά δικαστήρια είναι αρμόδια να αποφανθούν επί της προσφυγής της ERSTE Bank, ήταν απαραίτητη η ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού.
36.
Ωστόσο, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού δεν αφορά την αρμοδιότητα του δικαστηρίου. Η εν λόγω διάταξη δεν επιλύει τη σύγκρουση αρμοδιότητας των δικαστηρίων που ενδέχεται να ανακύψει στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Ο κανόνας που θεσπίζει η διάταξη αυτή συνιστά κανόνα σύγκρουσης νόμων υπό την έννοια ότι εισάγει εξαίρεση από τη γενική αρχή της εφαρμογής του δικαίου του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αρχή που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού.
37.
Επομένως, είναι πρόδηλο ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού δεν έχει καμία χρησιμότητα για την εξέταση του ζητήματος αν τα ουγγρικά δικαστήρια που έχουν επιληφθεί της προσφυγής της ERSTE Bank έχουν διεθνή δικαιοδοσία.
38.
Εντούτοις, διευκρινίζεται συναφώς ότι το αιτούν δικαστήριο δεν υπέβαλε το προδικαστικό ερώτημα προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον έχουν διεθνή δικαιοδοσία τα ουγγρικά δικαστήρια. Αντιθέτως, φαίνεται μάλλον ότι το αιτούν δικαστήριο στηρίζεται στην υπόθεση ότι πρέπει πρώτα να προσδιορίσει το εφαρμοστέο δίκαιο προκειμένου να μπορέσει να εξακριβώσει αν είναι αρμόδιο για την εξέταση της προσφυγής που άσκησε η ERSTE Bank.
39.
Όπως όμως εκτέθηκε ανωτέρω, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται τέτοιας προσφυγής πρέπει, καταρχάς, να εξετάσει αν έχει διεθνή δικαιοδοσία. Προς τούτο, το εν λόγω δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, παρά το γεγονός ότι η διάταξη αυτή κάνει ρητή μνεία μόνο στην αρμοδιότητα για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας.
40.
Στο σημείο αυτό, παραπέμπω στην απόφαση Seagon με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απονέμει, επίσης, διεθνή δικαιοδοσία στο κράτος μέλος εντός του οποίου κινήθηκε η διαδικασία αφερεγγυότητας προς εκδίκαση αγωγών που απορρέουν άμεσα και συνδέονται στενά με τη διαδικασία αυτή ( 6 ).
41.
Έχω τη γνώμη ότι αυτός ακριβώς είναι ο χαρακτήρας της προσφυγής που άσκησε η ERSTE Bank, καθόσον αφορά τμήμα των περιουσιακών στοιχείων της B.C.L. Trading που καλύπτονται από τα αποτελέσματα της απόφασης έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Για τον λόγο αυτό, η προσφυγή αυτή απορρέει άμεσα από τη διαδικασία αφερεγγυότητας που έχει κινηθεί κατά της B.C.L. Trading και συνδέεται στενά με τη διαδικασία αυτή.
42.
Λαμβανομένης υπόψη της φύσεως αυτής της επίμαχης προσφυγής, η διεθνής δικαιοδοσία πρέπει να εκτιμηθεί βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού η οποία προκρίνει τα αυστριακά δικαστήρια, αν υποτεθεί ότι το κέντρο των κύριων συμφερόντων της B.C.L. Trading βρίσκεται στο αυστριακό έδαφος. Τούτο ασφαλώς δεν σημαίνει ότι πρέπει αναγκαστικά να πρόκειται για το ίδιο δικαστήριο με αυτό που κήρυξε την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας ( 7 ).
43.
Συνοψίζοντας, αν γίνει δεκτό, πρώτον, ότι η απόφαση έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας που είχε εκδοθεί από αυστριακό δικαστήριο κατά τον χρόνο προσχώρησης της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αναγνωριστεί αυτοδικαίως στην Ουγγαρία από την εν λόγω ημερομηνία προσχώρησης και, δεύτερον, ότι η προσφυγή που άσκησε η ERSTE Bank απορρέει άμεσα από την οικεία διαδικασία αφερεγγυότητας, συνδεόμενη στενά με τη διαδικασία αυτή, τότε τα ουγγρικά δικαστήρια δεν διαθέτουν διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθούν επί της επίμαχης προσφυγής. Επομένως, η απάντηση του Δικαστηρίου στο προδικαστικό ερώτημα δεν έχει καμία χρησιμότητα για την έκδοση της αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου επί της προσφυγής, δεδομένου ότι το τελευταίο αυτό δικαστήριο δεν διαθέτει διεθνή δικαιοδοσία συναφώς και ότι, ως εκ τούτου, το προδικαστικό ερώτημα έχει υποθετικό χαρακτήρα.
44.
Βεβαίως, είναι αληθές ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, απόκειται αποκλειστικώς στο επιληφθέν της διαφοράς εθνικό δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο που έχει άμεση γνώση των πραγματικών περιστατικών και φέρει την ευθύνη της εκδοθησομένης αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της υποθέσεως, τόσο την ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκειμένου να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο κατ’ αρχήν οφείλει να αποφανθεί ( 8 ).
45.
Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από τον εθνικό δικαστή, προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον είναι αρμόδιο να απαντήσει. Δεν είναι δυνατόν να προβληθεί άρνηση απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου παρά μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που ζητείται δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει απάντηση ( 9 ).
46.
Υπό το πρίσμα της προπαρατεθείσας νομολογίας καθώς και του υποθετικού χαρακτήρα του προδικαστικού ερωτήματος, εκτιμώ ότι το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα.
47.
Εντούτοις, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αρμόδιο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα, φρονώ ότι η απάντηση στο εν λόγω υποβληθέν ερώτημα πρέπει να είναι αρνητική, δεδομένου ότι δεν συντρέχει μία εκ των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού, δηλαδή η προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία το επίμαχο περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη πρέπει, κατά τον χρόνο έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, να βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Συγκεκριμένα, η προϋπόθεση αυτή δεν μπορεί να θεωρείται ότι πληρούται όταν το οικείο περιουσιακό αγαθό βρισκόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο στο έδαφος κράτους που προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση μεταγενέστερα.
Πρόταση
48.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που του υπέβαλε το Legfelsőbb Bíróság.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 160, σ. 1.
( 3 ) ΕΕ L 236, σ. 33.
( 4 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 2ας Μαΐου 2006, C-341/04, Eurofood IFSC (Συλλογή 2006, σ. I-3813, σκέψη 28), της 21ης Ιανουαρίου 2010, C-444/07, MG Probud Gdynia (Συλλογή 2010, σ. I-417, σκέψη 22), καθώς και της 17ης Νοεμβρίου 2011, C-112/10, Zaza Retail (Συλλογή 2011, σ. I-11525, σκέψη 17).
( 5 ) Παρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση MG Probud Gdynia, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 6 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2009, C-339/07 (Συλλογή 2009, σ. Ι-767, σκέψη 21). Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε πρόσφατα την ερμηνεία αυτή με την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2011, C-191/10, Rastelli Davide e C. (Συλλογή 2011, σ. I-13209, σκέψη 20).
( 7 ) Βλ., συναφώς, την απόφαση Seagon (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 27).
( 8 ) Διάταξη της 15ης Απριλίου 2011, C-613/10, Debiasi (σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 9 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 2011, C-310/10, Agafiţei κ.λπ. (Συλλογή 2011, σ. I-5989, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Full & Egal Universal Law Academy