ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 6ης Ιουνίου 2012 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-539/10 P και C-550/10 P
Stichting Al-AqsaκατάΣυμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
καιΒασίλειο των Κάτω Χωρώνκατά
Stichting Al-Aqsa
«Αίτηση αναιρέσεως — Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας — Λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας — Δέσμευση περιουσιακών στοιχείων — Κοινή θέση 2001/931/ΚΕΠΠΑ — Άρθρο 1, παράγραφοι 4 και 6 — Κανονισμός (ΕΚ) 2580/2001 — Άρθρο 2, παράγραφος 3 — Προϋποθέσεις διατηρήσεως προσώπου ή οντότητας στον κατάλογο περί δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων — Απόφαση αρμόδιας εθνικής αρχής — Κατάργηση εθνικού μέτρου»
I – Εισαγωγή
1.
Η προκειμένη αναιρετική διαδικασία αφορά τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων του Stichting Al-Aqsa στο πλαίσιο της εφαρμογής μέτρων της Ένωσης για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
2.
Οι κίνδυνοι που συνεπάγεται η τρομοκρατία ώθησαν τα Ηνωμένα Έθνη, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη τους να λάβουν περιοριστικά μέτρα. Τα μέτρα αυτά συνίστανται στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και έχουν ως σκοπό να περιορίσουν τις οικονομικές δυνατότητες προσώπων και οντοτήτων που στηρίζουν, κατά γενική παραδοχή, τρομοκρατικές δραστηριότητες.
3.
Λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση 1373 (2001) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, της 28ης Σεπτεμβρίου 2001 ( 2 ), το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υιοθέτησε την κοινή θέση 2001/931/ΚΕΠΠΑ ( 3 ) με την οποία έθεσε τις βασικές αρχές για την εφαρμογή δέσμης μέτρων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
4.
Στο πλαίσιο αυτών των μέτρων, εάν η Ένωση διαθέτει πληροφορίες από τις οποίες προκύπτει ότι αρμόδια Αρχή διέταξε την έναρξη ανακριτικών πράξεων ή την άσκηση ποινικής διώξεως για τρομοκρατική πράξη εις βάρος προσώπου ή οντότητας, το εν λόγω πρόσωπο ή η εν λόγω οντότητα μπορεί να συμπεριληφθεί σε κατάλογο περί δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων ( 4 ). Ο πρώτος σχετικός κατάλογος είχε επισυναφθεί ήδη στην εν λόγω κοινή θέση.
5.
Με τα μέτρα που προβλέπει η κοινή θέση 2001/931/ΚΕΠΠΑ συνδέεται το περιεχόμενο του κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου, της 27ης Δεκεμβρίου 2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας ( 5 ). Ο κανονισμός αυτός θεωρείται μέτρο απαραίτητο στο επίπεδο της Ένωσης προκειμένου να επιτευχθούν οι σκοποί της κοινής θέσεως 2001/931 και πρέπει να λειτουργεί συμπληρωματικώς προς τις διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες όσον αφορά τις τρομοκρατικές οργανώσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις τρίτες χώρες ( 6 ). Συνεπώς, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, απόκειται στο Συμβούλιο να καταρτίζει, να αναθεωρεί και να τροποποιεί τον κατάλογο των προσώπων και οντοτήτων των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία πρέπει να δεσμεύονται, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζει η κοινή θέση 2001/931 ( 7 ). Το Συμβούλιο κατάρτισε τον πρώτο κατάλογο που προβλέπει το άρθρο 2 του κανονισμού 2580/2001 ήδη στις 27 Δεκεμβρίου 2001, συγχρόνως με την έκδοση του εν λόγω κανονισμού.
6.
Κατά την τακτική αναθεώρηση αυτού του καταλόγου το Συμβούλιο οφείλει να ελέγχει αν εξακολουθεί να είναι δικαιολογημένη η διατήρηση των ήδη περιληφθέντων στον κατάλογο προσώπων και οντοτήτων, καθώς και η δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων. Εάν έχει εκλείψει ο δικαιολογητικός λόγος, ο κατάλογος πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως. Στο πλαίσιο εκτελέσεως αυτού του καθήκοντος το Συμβούλιο εκδίδει ανά τακτά χρονικά διαστήματα πράξεις για την εφαρμογή του κανονισμού 2580/2001, αναθεωρώντας τον εκάστοτε ισχύοντα κατάλογο και αντικαθιστώντας τον με νεότερο.
7.
Η αναθεώρηση και η κατά περίπτωση τροποποίηση των ανωτέρω καταλόγων βρίσκονται στο επίκεντρο των προκειμένων συνεκδικαζομένων υποθέσεων. Συγκεκριμένα, τίθεται ιδίως το ζήτημα κατά πόσον οφείλει το Συμβούλιο να λαμβάνει υπόψη την πραγματική και νομική κατάσταση στα κράτη μέλη καθώς και την εξέλιξη αυτής της καταστάσεως όταν πρόκειται να κρίνει αν πρόσωπο ή οντότητα πρέπει να διατηρηθεί στον κατάλογο και αν τα αντίστοιχα περιουσιακά στοιχεία πρέπει να παραμείνουν δεσμευμένα.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Η κοινή θέση 2001/931
8.
Το άρθρο 1 της εν λόγω κοινής θέσεως προβλέπει τα εξής:
«[...]
4. Ο κατάλογος του παραρτήματος καταρτίζεται βάσει ακριβών πληροφοριών ή στοιχείων [δικογραφίας] τα οποία καταδεικνύουν ότι έχει ληφθεί απόφαση από αρμόδια αρχή έναντι συγκεκριμένων προσώπων, ομάδων και οντοτήτων, είτε η εν λόγω απόφαση αφορά την έναρξη ανακριτικών πράξεων ή [την άσκηση] ποινικής διώξεως για τρομοκρατική πράξη ή την απόπειρα τέλεσης, τη συμμετοχή ή τη διευκόλυνση τέτοιας πράξης, βάσει σοβαρών και αξιόπιστων αποδείξεων ή ενδείξεων, είτε καταδίκη για τέτοιες πράξεις. Πρόσωπα, ομάδες και οντότητες που προσδιορίζονται από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ότι έχουν σχέση με την τρομοκρατία και κατά των οποίων έχει διατάξει κυρώσεις μπορούν να συμπεριληφθούν στον κατάλογο αυτό.
Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου ως “αρμόδια αρχή” νοείται δικαστική αρχή ή, εάν δικαστικές αρχές δεν έχουν αρμοδιότητα στον τομέα τον οποίο καλύπτει η παρούσα παράγραφος, ισοδύναμη αρμόδια αρχή στον εν λόγω τομέα.
5. […]
6. Τα ονόματα των προσώπων και οντοτήτων τα οποία περιλαμβάνονται στον κατάλογο εξετάζονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα, τουλάχιστον μία φορά το εξάμηνο, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η διατήρησή τους στον κατάλογο δικαιολογείται.»
Β – Ο κανονισμός 2851/2001
9.
Το άρθρο 2 του κανονισμού 2580/2001 ( 8 ) ορίζει τα εξής:
«1. Εκτός εάν επιτρέπεται δυνάμει των άρθρων 5 και 6:
α)
δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια, χρηματικά περιουσιακά στοιχεία και οικονομικοί πόροι που ανήκουν ή βρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή φυσικού ή νομικού προσώπου, ομάδας ή οντότητας που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3,
β)
[…]
2. […]
3. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ομοφωνία, καταρτίζει, αναθεωρεί και τροποποιεί τον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφοι 4, 5 και 6, της κοινής θέσεως 2001/931/ΚΕΠΠΑ. Ο κατάλογος αυτός αποτελείται από:
i)
φυσικά πρόσωπα που διαπράττουν, ή επιχειρούν να διαπράξουν, συμμετέχουν ή διευκολύνουν τη διάπραξη οιασδήποτε τρομοκρατικής πράξης·
ii)
νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που διαπράττουν, ή επιχειρούν να διαπράξουν, συμμετέχουν ή διευκολύνουν τη διάπραξη οιασδήποτε τρομοκρατικής πράξης·
iii)
νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που ανήκουν σε ή ελέγχονται από ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που αναφέρονται στα στοιχεία i) και ii)· ή
iv)
φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που ενεργούν εξ ονόματος ή υπό την καθοδήγηση ενός ή περισσοτέρων φυσικών ή νομικών προσώπων, ομάδων ή οντοτήτων που αναφέρονται στα στοιχεία i) και ii).»
10.
Οι εξαιρέσεις τις οποίες αναφέρει το άρθρο 2, παράγραφος 1, προβλέπουν κατ’ ουσία ότι τα δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποδεσμευθούν εφόσον απαιτείται η χρησιμοποίησή τους για την κάλυψη βασικών ανθρώπινων αναγκών φυσικών προσώπων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο ή μελών της οικογένειάς τους ( 9 ), καθώς και ότι υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορούν να χορηγηθούν επιπλέον ειδικές άδειες αποδεσμεύσεως ( 10 ).
III – Το ιστορικό της διαφοράς
11.
Από το 2003 το Stichting Al-Aqsa (στο εξής: Al-Aqsa) επιδιώκει δικαστικώς ( 11 ) την άρση της δεσμεύσεως των περιουσιακών του στοιχείων και κατά άλλων συναφών διαδοχικών μέτρων τα οποία έλαβε το Συμβούλιο και τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα να περιληφθεί και να διατηρηθεί το Al-Aqsa στους σχετικούς καταλόγους.
12.
Τα μέτρα που έλαβε το Συμβούλιο συναρτώνται με ολλανδική υπουργική απόφαση της 7ης Απριλίου 2003, την καλούμενη Sanctieregeling terrorisme 2003 ( 12 ), η οποία πρέπει να εξετασθεί, αρχικώς, λόγω της κομβικής σημασίας της όσον αφορά τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του Al-Aqsa.
13.
Η Sanctieregeling terrorisme 2003 εκδόθηκε βάσει του Sanctiewet 1977 [ολλανδικός νόμος του 1977 περί κυρώσεων] λαμβανομένης υπόψη της προαναφερθείσας αποφάσεως του ΟΗΕ. Με την εν λόγω υπουργική απόφαση, η οποία είχε χαρακτήρα εθνικού μέτρου ( 13 ) έως την έναρξη ισχύος της αντίστοιχης πράξεως της Ένωσης, δεσμεύθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία του Al-Aqsa ( 14 ), διότι παρείχε κεφάλαια σε οργάνωση η οποία υποστήριζε την τρομοκρατία ( 15 ).
14.
Στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων στις Κάτω Χώρες, το Al-Aqsa ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως αυτής της υπουργικής αποφάσεως. Ωστόσο, με την απόφαση της 3ης Ιουνίου 2003 ( 16 ) το Rechtbank te ‘s-Gravenhage, αφού έλαβε γνώση εμπιστευτικών εγγράφων της ολλανδικής υπηρεσίας πληροφοριών, έκρινε ότι υφίστανται επαρκή στοιχεία ότι το Al-Aqsa υποστηρίζει με τα κεφάλαιά του τρομοκρατική οργάνωση, όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση της Sanctieregeling terrorisme 2003 ( 17 ), και ως εκ τούτου απέρριψε το αίτημα του Al-Aqsa περί αναστολής εκτελέσεως του μέτρου δεσμεύσεως.
15.
Εντούτοις, η Sanctieregeling terrorisme 2003 καταργήθηκε από τις 3 Αυγούστου 2003 ( 18 ) με το σκεπτικό ότι είχε «υποσκελισθεί» μετά την έκδοση της αποφάσεως του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2003 για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 ( 19 ), δυνάμει της οποίας το Al-Aqsa είχε περιληφθεί πλέον στον κατάλογο του Συμβουλίου περί δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων.
16.
Μετά την κατάργηση της ολλανδικής υπουργικής αποφάσεως το Al-Aqsa διατηρήθηκε στον εν λόγω κατάλογο του Συμβουλίου και στους επόμενους καταλόγους, καθόσον δεν συνέτρεχε λόγος ώστε το Συμβούλιο να προβεί σε οποιαδήποτε τροποποίηση όσον αφορά το Al-Aqsa.
17.
Με έγγραφο της 23ης Απριλίου 2007 και, εκ νέου, με έγγραφο της 29ης Ιουνίου 2007, σχετικά με την απόφαση 2007/445/ΕΚ του Συμβουλίου ( 20 ), το Συμβούλιο, στο πλαίσιο της υποχρεώσεώς του να αιτιολογήσει τη διατήρηση του Al-Aqsa στον ανωτέρω κατάλογο, παρέθεσε τους εξής λόγους ( 21 ): «[…] Ο [Ολλανδός] Υπουργός Εξωτερικών και ο [Ολλανδός] Υπουργός Οικονομικών αποφάσισαν [...] να δεσμεύσουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία [του Al-Aqsa]. Η απόφαση εκείνη επικυρώθηκε με την απόφαση [...] του Προέδρου Πρωτοδικών Χάγης της 3ης Ιουνίου 2003. Στην τελευταία απόφαση διαπιστώνεται ότι [το Al-Aqsa] πρέπει να θεωρηθεί οργάνωση που υποστηρίζει τη Χαμάς και της παρέχει τη δυνατότητα ασκήσεως ή διευκολύνσεως τρομοκρατικών δραστηριοτήτων. Κατά συνέπεια, έναντι του [Al-Aqsa] εκδόθηκε απόφαση από αρμόδια αρχή [...]. Το Συμβούλιο είναι πεπεισμένο ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι λόγοι που δικαιολόγησαν το να περιληφθεί [το Al-Aqsa] στον [επίμαχο κατάλογο].» ( 22 )
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
18.
Το Al-Aqsa θεώρησε ότι η προπαρατεθείσα στο σημείο 17 αιτιολογία εκ μέρους του Συμβουλίου δεν ήταν βάσιμη και προσέφυγε κατά του Συμβουλίου ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ζητώντας να ακυρωθούν, στον βαθμό που αφορούν το Al-Aqsa, πέντε διαδοχικά μέτρα του Συμβουλίου σχετικά με τη διατήρηση της δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων (στο εξής: προσβαλλόμενα μέτρα) ( 23 ), τα οποία αιτιολογούνται κατά τρόπο πανομοιότυπο, και επιπλέον να κηρυχθεί ανεφάρμοστος επ’ αυτού ο κανονισμός 2580/2001 και να καταδικασθεί το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
19.
Ως προς τον τρίτο λόγο ακυρώσεως του Al-Aqsa, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρατίθενται, κατ’ ουσία, τα εξής ( 24 ):
«164
[...] το Πρωτοδικείο υπογράμμισε [...] ότι [...] το Συμβούλιο δεν δύναται να αγνοήσει τις εξελίξεις που ακολούθησαν τις εν λόγω ανακριτικές πράξεις ή την εν λόγω ποινική δίωξη [...]
[…]
168
[...] στην απόφαση Sison II [ ( 25 )] […], το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη ότι είναι ενδεχόμενο οι έρευνες της αστυνομίας ή των υπηρεσιών ασφαλείας να περατωθούν χωρίς να υπάρξει δικαστική συνέχεια, λόγω του ότι δεν κατέστη δυνατή η συλλογή επαρκών αποδείξεων [...] Το Πρωτοδικείο υπογράμμισε ότι θα ήταν ανεπίτρεπτο να μη λάβει το Συμβούλιο υπόψη τέτοια στοιχεία, τα οποία ανήκουν στο σύνολο των κρίσιμων δεδομένων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της καταστάσεως [...] Διαφορετική απόφαση θα οδηγούσε στο να απονεμηθεί στο Συμβούλιο και στα κράτη μέλη η υπέρμετρη εξουσία να δεσμεύουν επ’ αόριστον τα κεφάλαια ενός προσώπου, χωρίς οποιονδήποτε δικαστικό έλεγχο και ανεξαρτήτως της εκβάσεως των δικαστικών διαδικασιών που ενδεχομένως έχουν κινηθεί.
169
Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν όταν ένα εθνικό διοικητικό μέτρο δεσμεύσεως κεφαλαίων ή απαγορεύσεως μιας οργανώσεως ως τρομοκρατικής ανακλήθηκε από την αρχή που το είχε λάβει ή ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση […]
170
[...] εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η Sanctieregeling καταργήθηκε στις 3 Αυγούστου 2003, δηλαδή σχεδόν αμέσως μετά την έναρξη της ισχύος, στις 28 Ιουνίου 2003, του αρχικού κοινοτικού μέτρου για τη δέσμευση των κεφαλαίων του προσφεύγοντος.
171
Εν προκειμένω, είναι αληθές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση [ ( 26 )] επισημαίνει ότι στηρίζεται όχι στην ίδια τη Sanctieregeling, αλλά μόνο στην απόφαση ασφαλιστικών μέτρων [...] Ωστόσο, [...] εν προκειμένω δεν είναι δυνατόν η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων να ληφθεί υπόψη μεμονωμένα και χωρίς να συνυπολογιστεί η Sanctieregeling.
172
Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι, από τότε που η Sanctieregeling καταργήθηκε στην ολλανδική έννομη τάξη, η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία, όπως μόλις υπομνήσθηκε ανωτέρω, αποτελεί ένα αδιάρρηκτο σύνολο μαζί της, δεν δύναται πλέον να χρησιμεύσει ως βάση για κοινοτικό μέτρο δεσμεύσεως των κεφαλαίων του προσφεύγοντος.
173
Συγκεκριμένα, με αυτή την απόφασή του ο δικαστής ασφαλιστικών μέτρων απλούστατα αρνήθηκε να αναστείλει την εκτέλεση της Sanctieregeling. Πάντως, λόγω της καταργήσεώς της η Sanctieregeling έπαυσε οριστικά να παράγει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, πρέπει οπωσδήποτε να ισχύει το ίδιο όσον αφορά τα έννομα αποτελέσματα της αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, πολλώ δε μάλλον όταν αυτή περιέχει μόνο μια προσωρινή εκτίμηση, χωρίς να προδικάζεται αυτό που θα κριθεί επί της ουσίας κατά το πέρας της δικαστικής διαδικασίας.
174
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ακόμη ότι η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να έχει, απλώς και μόνο για την εφαρμογή του κανονισμού 2580/2001, έννομα αποτελέσματα χωριστά από εκείνα της Sanctieregeling, αποτελέσματα τα οποία, εν προκειμένω, θα παρέμεναν παρά την κατάργηση της Sanctieregeling στο ολλανδικό δίκαιο. Άλλωστε, δεν θα ήταν συμβατό με το όλο πνεύμα του κανονισμού αυτού, το οποίο χαρακτηρίζεται από τη βαρύνουσα σημασία που στο πλαίσιο της αξιολογήσεως του Συμβουλίου πρέπει να έχουν τα στοιχεία της εθνικής διαδικασίας, η κατάσταση η Sanctieregeling, η οποία δεν παράγει πλέον κανένα αποτέλεσμα στην ολλανδική έννομη τάξη, να συνεχίσει να παράγει αποτελέσματα εμμέσως και επ’ αόριστον, μέσω της αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, στην κοινοτική έννομη τάξη.
175
Τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο εφόσον η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του προσφεύγοντος, είναι ένα τυχαίο γεγονός σε σχέση με τη Sanctieregeling. Συγκεκριμένα, από το αιτιολογικό της τελευταίας προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε “εν αναμονή της εκδόσεως κοινοτικής αποφάσεως” και ότι επρόκειτο να καταργηθεί “από την έναρξη της ισχύος της αποφάσεως αυτής” [...] Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που δόθηκαν από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η κατάργηση αυτή οφειλόταν μόνο στη μέριμνα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως να αποφύγει την αλληλοεπικάλυψη ενός εθνικού και ενός κοινοτικού μέτρου δεσμεύσεως των κεφαλαίων του προσφεύγοντος. Επομένως, η Sanctieregeling καταργήθηκε εν πάση περιπτώσει μετά τη λήψη του αρχικού κοινοτικού μέτρου δεσμεύσεως των κεφαλαίων του προσφεύγοντος, ανεξαρτήτως του αν το προσφεύγον είχε κινήσει διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ή δίκη επί της ουσίας.
176
Ένας τέτοιος μηχανισμός παραγνωρίζει και αυτός το όλο πνεύμα του κανονισμού 2580/2001, ο οποίος εξαρτά τη λήψη κοινοτικού μέτρου δεσμεύσεως κεφαλαίων είτε από την κίνηση και την ενεργό συνέχιση εθνικής διαδικασίας με άμεσο και κύριο σκοπό την επιβολή προληπτικού ή κατασταλτικού μέτρου κατά του ενδιαφερομένου, στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας και λόγω της αναμίξεώς του σε αυτήν [...], είτε από την έκδοση και εκτέλεση, εις βάρος του ενδιαφερομένου, καταδικαστικής αποφάσεως για τέτοιες πράξεις.
177
Πάντως, στην υπό κρίση υπόθεση, η απόφαση δεσμεύσεως κεφαλαίων, η οποία σε πρώτο στάδιο εκδόθηκε σε εθνικό επίπεδο, δικαιολογήθηκε “εν αναμονή της εκδόσεως κοινοτικής αποφάσεως”, το δε κοινοτικό μέτρο με τη σειρά του δικαιολογήθηκε με την έκδοση της εθνικής αποφάσεως, η οποία καταργήθηκε αμέσως μετά. Ένας τέτοιος μηχανισμός δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως φαύλος κύκλος.
178
Πόρρω απέχον από το να μπορέσει να συνεχίσει να στηρίζεται στην απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, το Συμβούλιο έπρεπε να συναγάγει τη λογική συνέπεια της καταργήσεως του εθνικού μέτρου δεσμεύσεως κεφαλαίων, διαπιστώνοντας ότι στο εθνικό δίκαιο δεν υπήρχε πλέον “υπόβαθρο” που να δικαιολογεί επαρκώς κατά νόμον τη διατήρηση του ισοδύναμου κοινοτικού μέτρου, και τούτο ανεξαρτήτως των ενδίκων βοηθημάτων που τυχόν είχαν ασκηθεί κατά του καταργηθέντος εθνικού μέτρου.
[…]
180
Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται προ πάντων από την κατάργηση της Sanctieregeling, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Συμβούλιο υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας διατηρώντας επ’ αόριστον το προσφεύγον στον επίμαχο κατάλογο, κατά την περιοδική εξέταση της καταστάσεώς του βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 6, της κοινής θέσεως 2001/931 και του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, απλώς και μόνο για τον λόγο ότι η απόφαση του δικαστή ασφαλιστικών μέτρων δεν ανατράπηκε, στην ολλανδική έννομη τάξη, από δευτεροβάθμιο δικαστήριο ασφαλιστικών μέτρων ή από δικαστήριο που αποφαίνεται επί της ουσίας, ενώ εν τω μεταξύ καταργήθηκε από την αρχή που την είχε εκδώσει η διοικητική απόφαση της οποίας η αναστολή εκτελέσεως είχε ζητηθεί ενώπιον του δικαστή αυτού.
181
Τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο εφόσον, όπως το προσφεύγον υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση χωρίς να αντικρουστεί από τους λοιπούς διαδίκους, από τότε που καταργήθηκε η Sanctieregeling και άσχετα με την εφαρμογή της αποφάσεως που προσβλήθηκε κατά το εθνικό δίκαιο, οι αρμόδιες ολλανδικές αρχές, διοικητικές ή δικαστικές, δεν προέβησαν πλέον σε καμία ενέργεια για την επιβολή ποινικής ή οικονομικής κυρώσεως στο προσφεύγον, στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας και λόγω της αναμίξεώς του σε αυτήν.
[...]
184
Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η απόφανση επί του αιτήματος να αναγνωριστεί, βάσει του άρθρου 241 ΕΚ, ότι ο κανονισμός 2580/2001 στερείται νομιμότητας (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση Al-Aqsa [I], σκέψεις 66 και 67· βλ., επίσης, απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Μαΐου 2008, C-91/05, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2008, σ. I-3651, σκέψη 111).»
20.
Κατόπιν τούτου, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ορίζει τα εξής:
«1)
Ακυρώνει την απόφαση 2007/445/EΚ […], την απόφαση 2007/868/EΚ […], την απόφαση 2008/583/EΚ […], την απόφαση 2009/62/EΚ […], και τον κανονισμό […] 501/2009 […] κατά το μέρος που οι πράξεις αυτές αφορούν το Stichting Al-Aqsa.
2)
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3)
Το Συμβούλιο [...], πέραν των δικών του δικαστικών εξόδων, φέρει τα δικαστικά έξοδα του Stichting Al-Aqsa.
4)
Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.»
V – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, τα αιτήματα και τα κύρια επιχειρήματα των διαδίκων στην αναιρετική διαδικασία
21.
Το Al-Aqsa (υπόθεση C-539/10 P) και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών (υπόθεση C-550/10 P) άσκησαν αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, της 4ης Φεβρουαρίου 2011, οι δύο αυτές υποθέσεις ενώθηκαν ώστε να συνεκδικασθούν προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Α – Υπόθεση C-539/10 P
22.
Στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, όσον αφορά την υπόθεση C-539/10 P, το Al-Aqsa ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που οι λόγοι αναιρέσεως και τα επιχειρήματα του [αναιρεσείοντος] στρέφονται κατά σκέψεων της αποφάσεως αυτής και, αποφαινόμενο επί της ουσίας, να δεχθεί τα αιτήματα της προσφυγής βελτιώνοντας το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως·
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των δικών.
23.
Προς στήριξη των αιτημάτων του, το Al-Aqsa προβάλλει κατ’ ουσία ότι στο σκεπτικό της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου κρίθηκαν αβάσιμοι ορισμένοι λόγοι ακυρώσεως. Μεταξύ άλλων, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Sanctieregeling, κατά τη χρονική περίοδο της ισχύος της, σε συνδυασμό με την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων πληρούσε τις προϋποθέσεις που θέτει η κοινή θέση 2001/931 για τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων ( 27 ). Το Al-Aqsa δεν δύναται να συμφωνήσει με τις σκέψεις αυτές και εκφράζει ανησυχίες για τις δυσμενείς συνέπειες εις βάρος του εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου χωρίς να μεταβληθεί η αιτιολογία της, καθόσον στο σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου μπορούν να στηριχθούν νέες ολλανδικές πράξεις τις οποίες θα επικαλεσθεί το Συμβούλιο για να λάβει, εκ νέου, μέτρα δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων του Al-Aqsa. Κατ‘ αρχάς, το Γενικό Δικαστήριο υπερέβη την ελεγκτική του εξουσία εφόσον το ίδιο όρισε ποιο αποδεικτικό στοιχείο πρέπει να θεωρηθεί «απόφαση» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/931. Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι η Sanctieregeling, είτε μόνη της είτε μαζί με την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, δύναται να θεωρηθεί απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/931. Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του εφόσον το ίδιο ερμήνευσε την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, ή τουλάχιστον κατά την ερμηνεία της αποφάσεως αυτής υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Επομένως, τα προσβαλλόμενα μέτρα πρέπει να ακυρωθούν με βελτίωση του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
24.
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζητούν, κατ’ ουσία, από το Δικαστήριο να απορρίψει ως απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως του Al-Aqsa, διότι δεν βάλλει κατά του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αλλά επιδιώκει μόνον τη μεταβολή της αιτιολογίας της εν λόγω αποφάσεως. Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη βάσει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο ορίζει ότι αναίρεση μπορεί να ασκηθεί από τον τουλάχιστον εν μέρει ηττηθέντα διάδικο.
25.
Συναφώς, στο υπόμνημα απαντήσεως το Al-Aqsa υποστηρίζει ότι πρωτοδίκως ηττήθηκε εν μέρει ως προς τα αιτήματά του, διότι σε κάθε περίπτωση δεν έγινε δεκτό το αίτημά του να κηρυχθεί ανεφάρμοστος επ’ αυτού ο κανονισμός 2580/2001. Επομένως, το άρθρο 56 του Οργανισμού δεν αποκλείει την εκ μέρους του άσκηση αναιρέσεως. Επιπλέον, μέχρι να κηρυχθεί ανεφάρμοστος επ’ αυτού ο κανονισμός 2580/2001, θα υφίσταται διαρκώς το ενδεχόμενο λήψεως νέων μέτρων εκ μέρους του Συμβουλίου εις βάρος του Al-Aqsa.
Β – Υπόθεση C-550/10 P
26.
Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, υπέρ του οποίου παρεμβαίνει κατ’ ουσία η Επιτροπή, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο·
—
να καταδικάσει το Al-Aqsa στα δικαστικά έξοδα.
27.
Προς στήριξη της αιτήσεώς του το Βασίλειο των Κάτω Χωρών προβάλλει, κατ’ ουσία, ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε με εσφαλμένο τρόπο το άρθρο 1 της κοινής θέσεως 2001/931 και το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, καθόσον έκρινε ότι, μετά την ανάκληση της Sanctieregeling terrorisme 2003, η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορούσε πλέον να χρησιμεύσει ως βάση για τη διατήρηση του Al-Aqsa στον κατάλογο της Ένωσης που περιλαμβάνει πρόσωπα και οντότητες των οποίων δεσμεύονται τα κεφάλαια. Συναφώς, το Συμβούλιο δεν υποβάλλει τυπική αίτηση, αλλά διευκρινίζει ρητώς ότι δεν είχε σκοπό να αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς των Κάτω Χωρών διά του υπομνήματός του αντικρούσεως.
28.
Το Al-Aqsa ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως καταδικάζοντας το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα και επιπλέον επαναλαμβάνει τα αιτήματα τα οποία προβάλλει και στην υπόθεση C-539/10 P.
VI – Νομική εκτίμηση
Α – Υπόθεση C-539/10 P
1. Το απαράδεκτο της αιτήσεως αναιρέσεως
29.
Εκτιμώ ότι η αναίρεση του Al-Aqsa έχει ασκηθεί απαραδέκτως.
α) Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως
30.
Όπως προκύπτει από τη σχετική αίτηση αναιρέσεως, η αναίρεση του Al-Aqsa στρέφεται «κατά σκέψεων της [αναιρεσιβαλλομένης] αποφάσεως» και επιδιώκει «να βελτιώσει το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως».
31.
Το αίτημα αυτό δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 113, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ( 28 ), το οποίο ορίζει ότι τα αιτήματα της αναιρέσεως πρέπει να έχουν ως αντικείμενο την ολική ή μερική αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, δηλαδή του διατακτικού της και του σχετικού σκεπτικού.
32.
Οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως αφορούν αιτιάσεις του Al-Aqsa οι οποίες δεν έγιναν δεκτές πρωτοδίκως. Εν τέλει όμως το Al-Aqsa δεν ηττήθηκε, καθόσον στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτός ο τρίτος λόγος ακυρώσεως και ως εκ τούτου ακυρώθηκαν τα προσβαλλόμενα μέτρα κατά το μέρος που αφορούσαν το Al-Aqsa. Ωστόσο, αίτηση αναιρέσεως η οποία βάλλει μόνον κατά τμήματος της αιτιολογίας αποφάσεως είναι απαράδεκτη ( 29 ).
β) Έλλειψη έννομου συμφέροντος: δεν παράγονται δυσμενείς επιπτώσεις για το Al-Aqsa εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου
33.
Περαιτέρω, σε περίπτωση που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, το Al-Aqsa δεν θα περιέλθει σε μειονεκτική θέση. Τα σχετικά επιχειρήματα του Al-Aqsa δεν είναι πειστικά.
34.
Συγκεκριμένα, το Al-Aqsa διατηρεί τη δυνατότητα να επαναλάβει τις αιτιάσεις, οι οποίες δεν έγιναν δεκτές πρωτοδίκως, σε ενδεχόμενη διαδικασία κατά νέου μέτρου δεσμεύσεως των περιουσιακών του στοιχείων, στο πλαίσιο της οποίας δεν θα μπορούσε να προβληθεί η ισχύς του δεδικασμένου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
35.
Όντως, το δεδικασμένο καλύπτει μόνον τα πραγματικά και νομικά ζητήματα τα οποία πράγματι ή κατ’ ανάγκη επιλύθηκαν από την επίμαχη δικαστική απόφαση ( 30 ) και επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, καλύπτει μόνον τις επισημάνσεις σε σχέση με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος έγινε δεκτός. Άλλωστε, ενδεχόμενη προσφυγή κατά νέου μέτρου του Συμβουλίου εις βάρος του Al-Aqsa δεν θα αφορούσε τα ίδια πραγματικά περιστατικά και το αντικείμενό της θα ήταν εντελώς διαφορετικό ως αποτέλεσμα του νέου μέτρου. Συνεπώς, δεν υφίσταται λόγος ανησυχίας για ενδεχόμενο κώλυμα ασκήσεως προσφυγής λόγω δεδικασμένου.
γ) Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως ενόψει του εκκρεμούς αιτήματος να κηρυχθεί ανεφάρμοστος ως προς το Al-Aqsa ο κανονισμός 2580/2001
i) Έλλειψη σχετικού περιεχομένου της αιτήσεως αναιρέσεως
36.
Εν συνεχεία, δεν απαιτείται να εξετασθεί αν το Al-Aqsa θα μπορούσε να ασκήσει αναίρεση, όπως ισχυρίζεται στο υπόμνημα απαντήσεως του, επειδή το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του να κηρυχθεί ανεφάρμοστος ως προς αυτό ο κανονισμός 2580/2001. Πράγματι, αφενός, αυτό το ζήτημα τίθεται πρώτη φορά στο υπόμνημα απαντήσεως και, αφετέρου, δεν συνδέεται προδήλως με τη συγκεκριμένη αίτηση αναιρέσεως του Al-Aqsa και την αιτιολόγησή της.
ii) Μη «ηττηθείς διάδικος» κατά την έννοια του άρθρου 56 του Οργανισμού
37.
Για λόγους πληρότητας πρέπει να σημειωθεί ότι και αίτηση αναιρέσεως αυτού του είδους δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει. Το Al-Aqsa δεν μπορεί να θεωρηθεί επ’ ουδενί ηττηθείς διάδικος κατά την έννοια του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη σκέψη 184 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο δεν απέρριψε την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προέβαλε ο Al-Aqsa κατά του εν λόγω κανονισμού, αλλά ουδόλως τον εξέτασε, διότι τα προσβαλλόμενα μέτρα έπρεπε να ακυρωθούν ούτως ή άλλως κατά το μέρος που αφορούσαν το Al-Aqsa.
38.
Δεδομένου ότι δεν είναι αναγκαία η κρίση αυτού του νομικού ζητήματος, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η επί του ζητήματος αυτού θέση του Γενικού Δικαστηρίου. Ασφαλώς, από το διατακτικό της αποφάσεως μπορεί να συναχθεί εσφαλμένο συμπέρασμα στον βαθμό που υπονοείται ότι το Al-Aqsa ηττήθηκε εν μέρει. Εντούτοις, εκτιμώντας το διατακτικό υπό το πρίσμα της σκέψεως 184 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, συνάγεται ευχερώς ότι έχει το ίδιο νόημα με τη σκέψη 66 της αποφάσεως Al-Aqsa I, στην οποία παραπέμπει ρητώς, καθώς και με το διατακτικό της, ήτοι ότι μπορεί να μην εξετασθεί η προβληθείσα κατά του κανονισμού 2580/2001 ένσταση ελλείψεως νομιμότητας.
2. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
39.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, η αίτηση αναιρέσεως του Al-Aqsa πρέπει να απορριφθεί.
Β – Υπόθεση C-550/10 P
40.
Κατά την εκτίμησή μου, η αίτηση αναιρέσεως του Βασιλείου των Κάτω Χωρών με την οποία ζητείται η αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι παραδεκτή, αλλά αβάσιμη.
41.
Κατά το μέτρο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά ανταναίρεση το γεγονός ότι το Al-Aqsa επαναλαμβάνει στην υπόθεση C-550/10 P τα αιτήματα τα οποία είχε υποβάλει στην υπόθεση C-539/10 P, αυτή η ανταναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για τους ίδιους λόγους που πρυτάνευσαν στην υπόθεση C-539/10 P .
1. Το αβάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως των Κάτω Χωρών
42.
Από τις υπό αμφισβήτηση επισημάνσεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά τον τρίτο λόγο ακυρώσεως δεν προκύπτει πλάνη περί το δίκαιο. Συγκεκριμένα, ορθώς επισημαίνεται στη σκέψη 178 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το Συμβούλιο «πόρρω απέχον από το να μπορέσει να συνεχίσει να στηρίζεται στην απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, [...] έπρεπε να συναγάγει τη λογική συνέπεια της καταργήσεως του εθνικού μέτρου δεσμεύσεως κεφαλαίων, διαπιστώνοντας ότι στο εθνικό δίκαιο δεν υπήρχε πλέον “υπόβαθρο” που να δικαιολογεί επαρκώς κατά νόμον τη διατήρηση του ισοδύναμου κοινοτικού μέτρου».
43.
Εάν τα πραγματικά και νομικά δεδομένα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εξετασθούν υπό το πρίσμα της συνολικής οικονομίας των μέτρων καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας, η οποία απορρέει από τις πράξεις της Ένωσης, καθίσταται πρόδηλο ότι η ανωτέρω εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου είναι βάσιμη.
α) Η οικονομία των περιοριστικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας
44.
Κατ’ αρχάς, προέχει η διαπίστωση ότι τα επίμαχα, εν προκειμένω, μέτρα τα οποία έλαβε η Ένωση για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας δεν απόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου, αλλά συνδέονται στενά με το εθνικό νομικό καθεστώς των κρατών μελών.
45.
Συναφώς, τα μέτρα του Συμβουλίου τα οποία αφορούν τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων εφαρμόζονται σε δύο στάδια όπως προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 της κοινής θέσεως 2001/931.
46.
Προκειμένου το Συμβούλιο να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/931 προϋποθέτει, πρωτίστως, τη λήψη αποφάσεως από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, «είτε η εν λόγω απόφαση αφορά την έναρξη ανακριτικών πράξεων ή [την άσκηση] ποινικής διώξεως για μια τρομοκρατική πράξη [...]» (στο εξής: απόφαση διώξεως).
47.
Το Συμβούλιο μπορεί να ενεργήσει εν γένει μόνον κατόπιν τέτοιας αποφάσεως διώξεως –ή a fortiori κατόπιν καταδίκης για σχετικές πράξεις– ενώ οφείλει σε δεύτερο στάδιο, όταν ένα πρόσωπο έχει περιληφθεί ήδη στον οικείο κατάλογο, να εξετάζει κατά τακτά χρονικά διαστήματα αν «η διατήρηση [του προσώπου αυτού] στον κατάλογο δικαιολογείται» –όπως προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 6, της κοινής θέσεως 2001/931.
48.
Κατά την εξέταση αυτή, το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία ευχέρεια εκτιμήσεως. Ωστόσο, λόγω της συστηματικής εξαρτήσεως των περιοριστικών μέτρων που λαμβάνει το Συμβούλιο από την απόφαση διώξεως της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους, καθίσταται πρόδηλο το χρονικό σημείο εντεύθεν του οποίου το Συμβούλιο οφείλει να δέχεται οπωσδήποτε ότι δεν δικαιολογείται πλέον η διατήρηση του ήδη περιληφθέντος προσώπου στον κατάλογο: συγκεκριμένα, όταν δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι το πρόσωπο το οποίο δεν έχει καταδικασθεί αποτελεί ακόμη αντικείμενο ανακριτικών πράξεων, λαμβάνοντας υπόψη το πραγματικό και νομικό καθεστώς στο κράτος της αρμόδιας αρχής. Άλλωστε, εν τέλει, μόνον αυτές οι ανακριτικές πράξεις δικαιολογούν τη λήψη μέτρων από το Συμβούλιο.
49.
Εντούτοις, το Συμβούλιο δεσμεύεται από την οικονομία του άρθρου 1 της κοινής θέσεως 2001/931, στο οποίο αναφέρεται ο κανονισμός 2580/2001, να διαπιστώσει την πορεία των ανακριτικών πράξεων, κυρίως, βάσει ενός τυπικού κριτηρίου. Αφενός, δηλαδή, πρέπει να εξετάσει εάν εξακολουθεί να ισχύει απόφαση αρμόδιας αρχής στηριζόμενη σε σοβαρές και αξιόπιστες αποδείξεις και, αφετέρου, να εξακριβώσει αν η εν λόγω απόφαση εφαρμόζεται και στην πράξη, ήτοι αν πραγματοποιούνται περαιτέρω ανακριτικές πράξεις δυνάμει αυτής της αποφάσεως.
50.
Συναφώς, η τακτική επανεξέταση του καταλόγου από το Συμβούλιο προστατεύει το πρόσωπο που έχει περιληφθεί σε αυτόν τον κατάλογο από δύο κινδύνους οι οποίοι δεν συμβιβάζονται με τις επιταγές του κράτους δικαίου: πρώτον, από τον κίνδυνο διατηρήσεώς του στον κατάλογο, μολονότι οι εις βάρος του ανακριτικές πράξεις έχουν ανασταλεί ή δεν είχαν αποτέλεσμα ή έχουν αδρανήσει, αλλά δεν υφίσταται σχετική απαλλακτική απόφαση περί αναστολής και, δεύτερον, από τον κίνδυνο διατηρήσεώς του στον κατάλογο, μολονότι η απόφαση διώξεως έχει ανατραπεί με actus contrarius της αρμόδιας αρχής ή με δικαστική απόφαση. Στην τελευταία περίπτωση, μάλιστα, επιβάλλεται υποχρεωτικώς η τροποποίηση του καταλόγου από το Συμβούλιο.
51.
Πράγματι, κατά το πνεύμα και τον σκοπό της κοινής θέσεως 2001/931 στην οποία παραπέμπει ο κανονισμός 2580/2001 και η οποία προϋποθέτει απόφαση αρμόδιας αρχής βάσει σοβαρών και αξιόπιστων αποδείξεων, εάν εκλείψει η εν λόγω απόφαση, δεν μπορεί να θεωρείται πλέον δικαιολογημένη η λήψη περιοριστικών μέτρων από το Συμβούλιο.
52.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω επισημάνσεων και αντιθέτως προς όσα προβάλλουν σχετικώς οι Κάτω Χώρες, καθίσταται πρόδηλο ότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί πλέον η διατήρηση του Al-Aqsa στον κατάλογο του Συμβουλίου.
β) Η έλλειψη αποφάσεως κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/931
53.
Μετά την κατάργηση της υπουργικής αποφάσεως κατέστη μετέωρη και η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων η οποία παρέμεινε ως μοναδικό πιθανό σημείο αναφοράς για το Συμβούλιο, αλλά δεν περιείχε καμία επισήμανση σχετική με την έναρξη των ανακριτικών πράξεων εις βάρος του Al-Aqsa και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να συνιστά «απόφαση» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/931.
i) Η αδυναμία της δικαστικής αποφάσεως να θεωρηθεί ως «απόφαση αρμόδιας αρχής» μετά την κατάργηση της υπουργικής αποφάσεως
54.
Σε περίπτωση που η ολλανδική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων εξεταζόταν κατά τρόπο μεμονωμένο μετά την κατάργηση της υπουργικής αποφάσεως, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «απόφαση [η οποία] αφορά την έναρξη ανακριτικών πράξεων ή [την άσκηση] ποινικής διώξεως για μια τρομοκρατική πράξη» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/931, εάν δεν γινόταν δεκτό ότι το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία ευχέρεια εκτιμήσεως.
55.
Αφενός, οι αξιολογήσεις και οι αναφορές που περιλαμβάνει η υπουργική απόφαση δεν μπορούν πλέον να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της δικαστικής αποφάσεως λόγω της καταργήσεως της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως. Κατά συνέπεια, έχει εκλείψει και η βάση της δικαστικής αποφάσεως.
56.
Ασφαλώς, στην ολλανδική δικαστική απόφαση έγινε δεκτό, κατόπιν εξετάσεως της δικογραφίας, ότι το έτος 2003 υπήρξαν επαφές μεταξύ του Al-Aqsa και τρομοκρατικών ομάδων, οι οποίες δεν δικαιολογούσαν την αναστολή εκτελέσεως της υπουργικής αποφάσεως. Ωστόσο, αυτή η δικαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών για το έτος 2003, στο πλαίσιο της οποίας δεν γνωστοποιείται κανένα συγκεκριμένο στοιχείο όσον αφορά τις ανακριτικές πράξεις ή τις σχετικές αποφάσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόφαση για την έναρξη ανακριτικών πράξεων κατά την έννοια της κοινής θέσεως 2001/931 και του κανονισμού 2580/2001.
57.
Ομοίως, αν εξετασθεί κατά τρόπο μεμονωμένο η διαδικασία η οποία είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της ολλανδικής δικαστικής αποφάσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για διαδικασία η οποία είχε ως άμεσο και κύριο σκοπό την επιβολή προληπτικών ή κατασταλτικών μέτρων εις βάρος προσώπου στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας και λόγω της αναμίξεως του εν λόγω προσώπου στην τρομοκρατία. Τουναντίον, η διαδικασία ενώπιον του ολλανδικού δικαστηρίου η οποία κινήθηκε από το Al-Aqsa επιδίωκε ακριβώς το αντίθετο.
58.
Αφετέρου, από την ολλανδική δικαστική απόφαση δεν προκύπτει, επίσης, καμία ένδειξη ότι υφίσταται άλλη ισχύουσα απόφαση διώξεως κατά του Al-Aqsa στις Κάτω Χώρες, ανεξάρτητη από την υπουργική απόφαση. Αντιθέτως: είναι πρόδηλο ότι οι ανακριτικές πράξεις κατά του Al-Aqsa στις Κάτω Χώρες, αν και πολυετείς, δεν είχαν κανένα σημαντικό αποτέλεσμα ( 31 ).
59.
Συνεπώς, μεμονωμένως εξεταζόμενη η δικαστική απόφαση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του κανονισμού 2580/2001 και της κοινής θέσεως 2001/931 σχετικά με την ύπαρξη αποφάσεως διώξεως. Ακόμη και αν μπορούσε να ληφθεί υπόψη η υπουργική απόφαση θα ήταν δυσχερής η υπαγωγή της δικαστικής αποφάσεως στην έννοια της «αποφάσεως» όπως την ορίζει η κοινή θέση 2001/931, αλλά και αυτή η υπαγωγή είναι πλέον προφανώς αδύνατη.
ii) Οι ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η «απόφαση» κατά την έννοια του κανονισμού 2580/2001 και της κοινής θέσεως 2001/931
60.
Αν λαμβάνονταν συνολικώς υπόψη η (τότε ισχύουσα) υπουργική απόφαση και η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, θα έπρεπε να καταβληθεί σημαντική προσπάθεια ώστε να αποκλεισθούν οι τυπικού χαρακτήρα ενστάσεις, προκειμένου ο συνδυασμός της ολλανδικής δικαστικής αποφάσεως και της υπουργικής αποφάσεως να θεωρηθεί ως «απόφαση» κατά την έννοια των ανωτέρω ρυθμίσεων της Ένωσης.
61.
Πράγματι, «η έναρξη ανακριτικών πράξεων ή [η άσκηση] ποινικής διώξεως για μια τρομοκρατική πράξη» δεν συνιστούσε αντικείμενο ούτε της υπουργικής αποφάσεως, η οποία είχε το χαρακτήρα μέτρου δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, ούτε της αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, η οποία δεν αφορούσε την έναρξη ανακριτικών πράξεων, αλλά την αίτηση αναστολής της δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων κατά την έννοια της υπουργικής αποφάσεως.
62.
Εντούτοις, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη μόνον αυτές τις δύο ολλανδικές πράξεις προκειμένου να αιτιολογήσει τη διατήρηση του Al-Aqsa στον οικείο κατάλογο. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ορθώς χαρακτηρίζει τον μηχανισμό εκδόσεως αποφάσεων στις Κάτω Χώρες ως «τυχαίο» ( 32 ) και ως «φαύλο κύκλο» ( 33 ).
iii) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
63.
Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, μετά την κατάργηση της ολλανδικής υπουργικής αποφάσεως δεν υφίσταται εθνική απόφαση διώξεως, επί της οποίας θα μπορούσε να στηριχθεί το Συμβούλιο υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η απόφαση είχε εκδοθεί στο πλαίσιο εθνικής διαδικασίας προοριζόμενης άμεσα και κατά κύριο λόγο να επιβάλλει προληπτικό ή κατασταλτικό μέτρο εις βάρος προσώπου στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας και λόγω της αναμίξεως του εν λόγω προσώπου στην τρομοκρατία.
64.
Δεδομένου του πραγματικού και νομικού καθεστώτος το οποίο επικρατούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο, είναι αμφίβολο αν στις Κάτω Χώρες διεξαγόταν και αν διεξάγεται εν γένει σε σημαντική κλίμακα διαδικασία επιβολής προληπτικών ή κατασταλτικών μέτρων, στο πλαίσιο της οποίας το Al-Aqsa περιλήφθηκε στον κατάλογο του Συμβουλίου και η υπουργική απόφαση καταργήθηκε με το σκεπτικό ότι είχε «υποσκελισθεί» και, εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο δεν θα μπορούσε να προβεί σε τέτοια εκτίμηση δίχως να υπερβεί τη διακριτική του ευχέρεια.
γ) Οι συνέπειες της ελλείψεως αποφάσεως κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και το άρθρο 1, παράγραφος 6, της κοινής θέσεως 2001/931
65.
Μετά την κατάργηση της υπουργικής αποφάσεως θα έπρεπε να εξετασθεί εκ νέου και επισταμένως το μέτρο το οποίο επέβαλε το Συμβούλιο στο Al-Aqsa με σκοπό να συγκεκριμενοποιηθεί η απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/931 η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διατήρηση του Al-Aqsa στον επίμαχο κατάλογο. Δεν συνέβη όμως κάτι τέτοιο.
66.
Δεδομένης της αιτιολογήσεως εκ μέρους του Συμβουλίου η οποία στηριζόταν πλέον μόνο στην ολλανδική δικαστική απόφαση και δεν μπορούσε να είναι επαρκής, το Συμβούλιο υπερέβη την εξουσία του εκτιμήσεως διατηρώντας το Al-Aqsa στον κατάλογο και ως εκ τούτου έπρεπε να ακυρωθούν τα προσβαλλόμενα μέτρα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του Al-Aqsa.
67.
Ελλείψει ισχύουσας αποφάσεως αρμόδιας αρχής, η απόφαση του Συμβουλίου να διατηρήσει το Al-Aqsa στον κατάλογο χωρίς να τροποποιήσει μάλιστα τη σχετική αιτιολογία δεν μπορεί να γίνει δεκτή κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 6, της κοινής θέσεως 2001/931 ( 34 ).
δ) Σκέψεις σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα
68.
Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται και υπό το φως των θεμελιωδών δικαιωμάτων του Al-Aqsa.
69.
Ασφαλώς, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ratione temporis στην προκειμένη υπόθεση και για τον λόγο αυτόν θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα ως γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης.
70.
Δεδομένης της βαρύτητας της επεμβάσεως στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας του θιγομένου προσώπου, του οποίου τα περιουσιακά στοιχεία δεσμεύονται μόνο λόγω υποψιών και διενεργούμενων ανακριτικών πράξεων, επιβάλλεται προφανώς η καθιέρωση αυστηρών προϋποθέσεων προκειμένου να δικαιολογηθεί εν γένει αυτή η επέμβαση ( 35 ).
71.
Συνεπώς, προκειμένου να τηρηθεί δεόντως η επιταγή περί εγγυήσεως της ιδιοκτησίας στο πλαίσιο των θεμελιωδών δικαιωμάτων, το Συμβούλιο οφείλει να ελέγχει επισταμένως εάν υφίσταται απόφαση η οποία δικαιολογεί τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων, καθώς και αν εξακολουθεί να πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση, ενώ σε περίπτωση εκλείψεως της αρχικής αποφάσεως πρέπει να εξαρτά τη διατήρηση του ήδη περιληφθέντος προσώπου στον κατάλογο από την ύπαρξη νεότερης αποφάσεως η οποία μπορεί να δικαιολογήσει ομοίως τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων. Τούτο όμως δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, αν και είχε συμβεί επί παραδείγματι στην υπόθεση C-27/09 P ( 36 ).
2. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
72.
Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως των Κάτω Χωρών πρέπει επίσης να απορριφθεί.
VII – Επί των δικαστικών εξόδων
73.
Δεδομένου ότι οι αιτήσεις αναιρέσεως δεν είχαν αποτέλεσμα, είναι προφανώς εύλογο κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται κατ’ αναλογία και στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας, κάθε μετέχων στη διαδικασία να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
VIII – Συμπέρασμα
74.
Λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω παρατηρήσεις, προτείνω στο Δικαστήριο να λάβει την εξής απόφαση:
1)
Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως.
2)
Το Stichting Al-Aqsa, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική, Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική
( 2 ) Διατίθεται στη διαδικτυακή διεύθυνση .
( 3 ) Κοινή θέση του Συμβουλίου, της 27ης Δεκεμβρίου 2001, για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 344, σ. 93).
( 4 ) Άρθρο 1, παράγραφος 4, και άρθρο 2 της κοινής θέσεως 2001/931.
( 5 ) ΕΕ L 344, σ. 70. Το «διττό νομικό καθεστώς» (όπως το χαρακτηρίζει ο Ohler, C., στο σημείο 5 της ερμηνείας του επί του άρθρου 75 ΣΛΕΕ, σε Streinz, R., EUV/AEUV, 2η έκδοση, Verlag C. H. Beck, Μόναχο, 2011) με τη συνύπαρξη αντιτρομοκρατικών μέτρων, αφενός, βάσει της κοινής θέσεως και, αφετέρου, βάσει του κανονισμού οφείλεται στο γεγονός ότι μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ η προγενέστερη ΣΕΕ και η ΣΕΚ προέβλεπαν, συναφώς, παράλληλες νομικές βάσεις.
( 6 ) Βλ., σχετικά, την πέμπτη και την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2580/2001, καθώς και τη σκέψη 8 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2007, T-327/03, Al-Aqsa κατά Συμβουλίου (στο εξής: Al-Aqsa I).
( 7 ) Το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 παραπέμπει στο άρθρο 1, παράγραφοι 4, 5 και 6, της κοινής θέσεως 2001/931.
( 8 ) Ο εν λόγω κανονισμός έχει τροποποιηθεί επανειλημμένως και ισχύει πλέον όπως τροποποιήθηκε διά του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 610/2010 του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2010 (ΕΕ L 178, σ. 1).
( 9 ) Άρθρο 5 του κανονισμού 2580/2001.
( 10 ) Άρθρο 6 του κανονισμού 2580/2001.
( 11 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Al-Aqsa I και απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 9ης Σεπτεμβρίου 2010, T-348/07, Al-Aqsa κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2010, σ. ΙΙ-4575, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
( 12 ) Staatscourant [ολλανδική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως] της 7ης Απριλίου 2003, αριθ. 68, σ. 11· βλ., αναλυτικότερα, την απόφαση Al-Aqsa I, σκέψεις 16 έως 21.
( 13 ) Κατά την αιτιολογική έκθεση της υπουργικής αποφάσεως, βλ. σκέψη 17 της αποφάσεως Al-Aqsa I και σκέψη 175 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 14 ) Άρθρο 2 της Sanctieregeling terrorisme 2003.
( 15 ) Η ολλανδική αιτιολογική έκθεση της υπουργικής αποφάσεως αναφέρεται σε οργανώσεις οι οποίες στηρίζουν την τρομοκρατία στη «Μέση Ανατολή» [Midden-Oosten]. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι ο ολλανδικός όρος «Midden-Oosten», αντιθέτως προς τον γερμανικό όρο «Mittlerer Osten», περιλαμβάνει και χώρες οι οποίες ανήκουν στην «Εγγύς Ανατολή» [Naher Osten] κατά τη χρήση του εν λόγω όρου στη γερμανική γλώσσα.
( 16 ) Η απόφαση αυτή παρατίθεται αποσπασματικώς στη σκέψη 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 17 ) Βλ. σκέψεις 18 έως 21 της αποφάσεως Al-Aqsa I.
( 18 ) Βλ., σχετικά με την «Intrekking Sanctieregeling terrorisme 2003», την Staatscourant της 1ης Αυγούστου 2003, αριθ. 146, σ. 9, και τη σκέψη 170 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 19 ) ΕΕ L 160, σ. 81.
( 20 ) Απόφαση 2007/445/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2007, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και για την κατάργηση των αποφάσεων 2006/379/ΕΚ και 2006/1008/ΕΚ (ΕΕ L 169, σ. 58).
( 21 ) Η αιτιολογία αυτή χρησιμοποιήθηκε και ως προς τα λοιπά μέτρα τα οποία προσέβαλε το Al-Aqsa στην υπόθεση T-348/07, βλ., συναφώς, σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 22 ) Βλ. σκέψεις 4 και 10 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 23 ) Συγκεκριμένα επρόκειτο, πρώτον, για την απόφαση 2007/445, δεύτερον, για την απόφαση 2007/868/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2007, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και για την κατάργηση της αποφάσεως 2007/445 (ΕΕ L 340, σ. 100), τρίτον, για την απόφαση 2008/583/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2008, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και για την κατάργηση της αποφάσεως 2007/868 (ΕΕ L 188, σ. 21) και, τέταρτον, για την απόφαση 2009/62/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 2009, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και για την κατάργηση της αποφάσεως 2008/583 (ΕΕ L 23, σ. 25), καθώς και για τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 501/2009 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 2009, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και για την κατάργηση της αποφάσεως 2009/62 (ΕΕ L 151, σ. 14).
( 24 ) Βλ. σκέψεις 164 έως 181 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 25 ) Απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, T-341/07, Sison κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2009, σ. II-3625).
( 26 ) Εννοείται η απόφαση 2007/445, δηλαδή το πρώτο από τα προσβαλλόμενα μέτρα.
( 27 ) Βλ., μεταξύ άλλων, σκέψεις 63 έως 69, 85 έως 90 και 102 έως 106 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 28 ) Βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Ιουλίου 2011, C-263/09 P, Edwin κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2011, σ. Ι-5853, σκέψεις 81 έως 85).
( 29 ) Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-363/98 P(R), Emesa Sugar κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. I-8787, σκέψεις 44 έως 46)· βλ., επίσης, Wägenbaur, B., EuGH VerfO, Satzung und Verfahrensordnungen EuGH/EuG, εκδόσεις C. H. Beck, Μόναχο, 2008, Art. 56 Satzung EuGH, σημείο 6.
( 30 ) Διάταξη του Δικαστηρίου της 28ης Νοεμβρίου 1996, C-277/95 P, Lenz κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-6109, σκέψη 50).
( 31 ) Βλ. σκέψη 181 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 32 ) Βλ. σκέψη 175 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 33 ) Βλ. σκέψη 177 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 34 ) Βλ. σκέψεις 159 έως 165 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 35 ) Βλ., σχετικά με τη σημασία του ελέγχου της αναλογικότητας σε περιπτώσεις επεμβάσεων διά της λήψεως μέτρων με σκοπό να εμποδιστεί η διάδοση των πυρηνικών όπλων, την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 2012, C-380/09 P, Melli Bank κατά Συμβουλίου (σκέψεις 44 επ.).
( 36 ) Βλ., σχετικά, απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Δεκεμβρίου 2011, C-27/09 P, Γαλλία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran (Συλλογή 2011, σ. Ι-13427, σκέψη 20).
Full & Egal Universal Law Academy