ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 18ης Απριλίου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-562/10
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας
«Παράβαση κράτους μέλους — Άρθρο 56 ΣΛΕΕ — Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Αυτοτελές σύστημα της κοινωνικής ασφαλίσεως για την κάλυψη του κινδύνου της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως — Παροχές σε είδοςστην περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως — Προσωρινή διαμονή σε άλλο κράτος μέλος του μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου — Εθνική ρύθμιση για την ασφάλιση κατά του κινδύνου της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, η οποία δεν προβλέπει για χορηγούμενες εντός του κράτους διαμονής παροχές σε είδος απόδοση δαπανών του αυτού ύψους με τις προβλεπόμενες στο κράτος ασφαλίσεως»
I – Εισαγωγή
1.
Μετά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Molenaar ( 2 ) και Chamier-Glisczinski ( 3 ), τίθεται και πάλι υπό τον έλεγχο της συμφωνίας της με το δίκαιο της Ένωσης η γερμανική κοινωνική ασφάλιση κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Θεσπισθείσα την 1η Ιανουαρίου 1995 με το «Elftes Buch des Sozialgesetzbuchs» [Βιβλίο XI του γερμανικού κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως] (στο εξής: SGB XI) ( 4 ) ως υποχρεωτική ασφάλιση, σκοπό έχει την κάλυψη του κινδύνου της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Από απόψεως δικαίου της Ένωσης, η κοινωνική ασφάλιση κατά του κινδύνου αυτού, η οποία προβλέπει παροχές προς τους ασφαλισμένους της σε χρήμα και σε είδος, κατατάσσεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου στις παροχές λόγω ασθενείας ( 5 ).
2.
Επίμαχο και πάλι είναι το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI, κατά το οποίο απαιτήσεις για παροχές περιθάλψεως σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως που χορηγούνται από την ασφάλιση κατά του κινδύνου αυτού, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, αναστέλλονται κατ’ αρχήν καθ’ όσον χρόνο ο ασφαλισμένος βρίσκεται στο εξωτερικό.
3.
Η πρακτική σημασία αυτού του περιορισμού είναι σημαντική, διότι Γερμανοί ασφαλισμένοι συχνά διαμένουν στην αλλοδαπή με ενδεχόμενο να αποκόπτονται εκεί από ορισμένες παροχές της γερμανικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως.
4.
Αυτό, αφενός, έχει σημασία σε σχέση με την εσχάτως διαπιστούμενη τάση μη αυτοεξυπηρετούμενων προσώπων να αποκτούν μόνιμη διαμονή εκτός του ομοσπονδιακού εδάφους ώστε να αποκτούν κατά το δυνατόν καλύτερες ή λιγότερο δαπανηρές δυνατότητες παροχής περιθάλψεως ( 6 ).
5.
Αφετέρου, όμως, τίθεται επίσης το ζήτημα της «δυνατότητας εξαγωγής» ( 7 ) στην αλλοδαπή των παροχών της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, όταν μη αυτοεξυπηρετούμενα πρόσωπα γερμανικής ιθαγένειας διαμένουν προσωρινώς στην αλλοδαπή λόγω διακοπών ή επαγγελματικών υποχρεώσεων.
6.
Το Δικαστήριο είχε πλειστάκις την ευκαιρία να εξετάσει από απόψεως δικαίου της Ένωσης τις ρυθμίσεις της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως.
7.
Στην υπόθεση Molenaar ( 8 ) —στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και του κανονισμού 1408/71— έκρινε ότι το γερμανικό επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως συνιστά παροχή σε χρήμα, την οποία ο ασφαλισμένος πρέπει να μπορεί να απαιτήσει άνευ χρονικών ορίων και εκτός της Γερμανίας εντός άλλου κράτους μέλους ( 9 ). Ο Γερμανός νομοθέτης έλαβε εν τω μεταξύ υπόψη αυτή την απόφαση και αναγνώρισε επομένως τη δυνατότητα εξαγωγής του επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως σε άλλο κράτος μέλος.
8.
Διαφορετική από απόψεως δικαίου της Ένωσης εμφανίζεται η κατάσταση σε σχέση με τις παροχές σε είδος. Οι ειδικότερες πτυχές αυτού του ζητήματος αποτελούσαν το αντικείμενο της υποθέσεως Chamier-Glisczinski ( 10 ), η οποία αφορούσε την περίπτωση πλήρους φροντίδας σε νοσηλευτικό ίδρυμα στην Αυστρία. Στο ζήτημα, αν υπό το πρίσμα του άρθρου 18 ΕΚ (νυν άρθρου 21 ΣΛΕΕ) μπορεί ένας ευρισκόμενος σε άλλο κράτος μέλος ασφαλισμένος να αξιώσει με τον ίδιο τρόπο όπως στη Γερμανία παροχές σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, το Δικαστήριο έδωσε αρνητική απάντηση, τονίζοντας ότι η χορήγηση της παροχής σε είδος διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους της διαμονής ( 11 ) και η τυχόν περιαγωγή σε δυσμενέστερη θέση του ασφαλισμένου σε σχέση με τη νομική κατάσταση στο κράτος ασφαλίσεως πρέπει να γίνεται αποδεκτή, διότι το δίκαιο της κοινωνικής ασφαλίσεως δεν έχει εναρμονισθεί σε επίπεδο Ένωσης ( 12 ).
9.
Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, δεν πρόκειται, σε αντίθεση προς την υπόθεση Chamier-Glisczinski, για πλήρη φροντίδα, αλλά για την παροχή υπηρεσιών περιθάλψεως και υπηρεσιών μισθώσεως ιατρικού εξοπλισμού σε περίπτωση κατ’ οίκον περιθάλψεως ενός ασφαλισμένου, ο οποίος βρίσκεται προσωρινώς, παραδείγματος χάριν λόγω διακοπών, σε άλλο κράτος μέλος.
10.
Δεδομένου ότι το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI εμποδίζει εν προκειμένω τη χρήση παροχών της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατυπώνει την αιτίαση της παραβάσεως του άρθρου 56 ΣΛΕΕ.
II – Νομικό πλαίσιο
Α — Το δίκαιο της Ένωσης
1. Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71
11.
Το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( 13 ), ορίζει για την περίπτωση της διαμονής εκτός του αρμόδιου κράτους τα εξής:
«Ο μισθωτός ή μη μισθωτός, ο οποίος πληροί τις απαιτούμενες από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους προϋποθέσεις για να έχει δικαίωμα παροχών […], και:
α)
η κατάσταση του οποίου απαιτεί παροχές σε είδος που καθίστανται ιατρικά αναγκαίες κατά τη διάρκεια διαμονής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των παροχών και την αναμενόμενη διάρκεια της διαμονής, […]
[…]
έχει δικαίωμα:
i)
παροχών εις είδος που χορηγούνται για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα από τον φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν· […]
ii)
παροχών εις χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει αυτός. Πάντως, οι παροχές αυτές δύνανται, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του αρμοδίου φορέα και του φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας, να καταβάλλονται από τον τελευταίο αυτό φορέα, για λογαριασμό του πρώτου, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους.
[…]»
12.
Το άρθρο 31 του κανονισμού 1408/71 περιέχει μια παρόμοια διάταξη για τη «Διαμονή του δικαιούχου ή/και των μελών της οικογένειάς του σε κράτος άλλο από εκείνο της κατοικίας τους».
13.
Το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Οι παροχές εις είδος που χορηγούνται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου από το φορέα κράτους μέλους για λογαριασμό του φορέα άλλου κράτους μέλους αποδίδονται πλήρως.»
2. Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004
14.
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 90 αυτού, ο κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας ( 14 ), με έναρξη εφαρμογής την 1η Μαΐου 2010 ( 15 ), αντικατέστησε τον κανονισμό 1408/71.
15.
Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 προβλέπει για την περίπτωση διαμονής εκτός του αρμόδιου κράτους μέλους τα εξής:
«Εκτός εάν άλλως προβλέπεται στην παράγραφο 2, ο ασφαλισμένος και τα μέλη της οικογένειάς του που διαμένουν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο, δικαιούνται τις παροχές σε είδος που καθίστανται ιατρικά αναγκαίες κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των παροχών και η αναμενόμενη διάρκεια της διαμονής. Οι παροχές αυτές χορηγούνται για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα από τον φορέα του τόπου διαμονής σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που αυτός εφαρμόζει, ως εάν οι ενδιαφερόμενοι ήταν ασφαλισμένοι δυνάμει της νομοθεσίας αυτής.»
16.
Τα άρθρα 27 και 35 του κανονισμού 883/2004 αντιστοιχούν κατ’ ουσίαν στα άρθρα 31 και 36 του κανονισμού 1408/71.
Β — Το εθνικό δίκαιο
17.
Το άρθρο 34 του SGB XI, ως νυν έχει, με την προσθήκη της παραγράφου 1a ( 16 ), ορίζει τα εξής:
«(1) Το δικαίωμα στις παροχές αναστέλλεται:
1.
καθ’ όσον χρόνο ο ασφαλισμένος διαμένει στην αλλοδαπή. Σε περίπτωση προσωρινής διαμονής στην αλλοδαπή διάρκειας έως και έξι εβδομάδων ανά ημερολογιακό έτος, συνεχίζεται η καταβολή του επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως κατά το άρθρο 37 ή τμήματος του επιδόματος αυτού, υπολογιζόμενου κατ’ αναλογία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38. Όσον αφορά την παροχή περιθάλψεως, απόδοση των εξόδων προβλέπεται μόνον εφόσον το πρόσωπο που είθισται να παρέχει την περίθαλψη συνοδεύει τον ασφαλισμένο κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην αλλοδαπή,
[…]
(1a) Το δικαίωμα στη χορήγηση επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως κατά το άρθρο 37 ή επιδόματος υπολογιζόμενου κατ’ αναλογία σύμφωνα με το άρθρο 38 δεν αναστέλλεται στην περίπτωση μη αυτοεξυπηρετούμενων ασφαλισμένων οι οποίοι διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συμβαλλόμενο κράτος της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο ή στην Ελβετία.
[…]»
18.
Για την «παροχή σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως», το άρθρο 36, παράγραφος 1, του SGB XI προβλέπει τα εξής:
«Το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο δικαιούται, στην περίπτωση κατ’ οίκον περιθάλψεως, γενική περίθαλψη και οικιακή βοήθεια ως παροχή σε είδος (κατ’ οίκον περίθαλψη). [...] Κατ’ οίκον περίθαλψη παρέχεται από κατάλληλα πρόσωπα που παρέχουν περίθαλψη, τα οποία έχουν προσληφθεί είτε από το ταμείο ασφαλίσεως που καλύπτει τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως είτε σε κινητές μονάδες παροχής περιθάλψεως, με τις οποίες το ταμείο έχει συνάψει σύμβαση παροχής υπηρεσιών φροντίδας. Κατ’ οίκον περίθαλψη ως παροχή σε είδος μπορεί να παρέχεται και από μεμονωμένα πρόσωπα, με τα οποία το ταμείο έχει συνάψει σύμβαση […]»
19.
Το άρθρο 37 του SGB XI ρυθμίζει το «επίδομα προς κάλυψη των εξόδων που πραγματοποιεί ο μη αυτοεξυπηρετούμενος για τη φροντίδα του από τρίτο πρόσωπο» και προβλέπει τα εξής:
«(1) Το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο μπορεί αντί της κατ’ οίκον περιθάλψεως να ζητήσει επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Η αξίωση προϋποθέτει ότι το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο εξασφαλίζει το ίδιο καταλλήλως με το επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, κατ’ αντιστοιχία προς το ύψος αυτού, την απαιτούμενη γενική περίθαλψη και οικιακή βοήθεια. […]»
20.
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38 του SGB XI, είναι κατ’ επιλογή δυνατός ένας συνδυασμός επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως με παροχή σε είδος (μικτή παροχή). Το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο δεσμεύεται κατ’ αρχήν επί έξι μήνες από την απόφασή του σε ποια αναλογία θέλει να ζητήσει επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως και παροχή σε είδος. Σε περίπτωση όμως ουσιώδους μεταβολής των συνθηκών, είναι δυνατή μια προσαρμογή της αποφάσεως στη νέα, μεταβληθείσα, κατάσταση περιθάλψεως κατά το άρθρο 48, παράγραφος 1, του SGB X ( 17 ), όταν για παράδειγμα μεταβάλλεται η πραγματική ανάγκη ή η δυνατότητα διαθέσεως προσώπων που είναι ικανά να παράσχουν περίθαλψη.
21.
Το άρθρο 40 του SGB XI ρυθμίζει τα της διαθέσεως ιατρικού εξοπλισμού και προβλέπει τα εξής:
«(1) Το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο δικαιούται ιατρικό εξοπλισμό, που συμβάλλει στη διευκόλυνση της περιθάλψεως ή στην ανακούφιση από τις ενοχλήσεις από τις οποίες υποφέρει το πρόσωπο αυτό ή του παρέχουν τη δυνατότητα να διαβιώνει πιο αυτοδύναμα, υπό τον όρο ότι η ασφάλιση ασθενείας ή άλλοι αρμόδιοι φορείς παροχών δεν οφείλουν να παρέχουν τον ιατρικό εξοπλισμό λόγω ασθένειας ή αναπηρίας. Το ταμείο ασφαλίσεως που καλύπτει τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως ελέγχει την αναγκαιότητα διαθέσεως του ζητουμένου ιατρικού εξοπλισμού με τη σύμπραξη ενός ειδικευμένου προσώπου που παρέχει περίθαλψη ή της ιατρικής υπηρεσίας. [...]
(2) […]
(3) Τα ταμεία ασφαλίσεως που καλύπτουν τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως θα πρέπει σε όλες τις προσήκουσες περιπτώσεις να διαθέτουν τον ιατρικό εξοπλισμό κατά κύριο λόγο υπό μορφή χρησιδανείου. Μπορούν να εξαρτούν την έγκριση από το ότι τα μη αυτοεξυπηρετούμενα πρόσωπα προσαρμόζουν τον ιατρικό εξοπλισμό προς τις ανάγκες τους ή εκπαιδεύονται στη χρήση του αυτά τα ίδια ή το πρόσωπο που παρέχει φροντίδα. [...]»
III – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
22.
Αφορμή για την κίνηση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως αποτέλεσε η περίπτωση ενός Γερμανού, ο οποίος διέμενε με τη μη αυτοεξυπηρετούμενη σύζυγό του σε ένα ξενοδοχείο με υπηρεσίες ιαματικών λουτρών εντός άλλου κράτους δύο μήνες κάθε χρόνο. Κατά την παροχή περιθάλψεως στη γυναίκα του στο εξωτερικό, υποστηριζόταν από μια αλλοδαπή κινητή υπηρεσία παροχής περιθάλψεως, επιπλέον δε ήταν υποχρεωμένος να μισθώνει εκεί μια θεραπευτική κλίνη. Η κοινωνική ασφάλιση κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως παρείχε όμως μόνον επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως μέχρι ενός ποσού, το οποίο σαφώς υπολειπόταν της αξίας των παροχών περιθάλψεως σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως που θα μπορούσαν να ζητηθούν σε περίπτωση διαμονής στη Γερμανία. Δαπάνες για τη μίσθωση της θεραπευτικής κλίνης δεν αποδόθηκαν.
23.
Όταν η Επιτροπή έλαβε γνώση του γεγονότος, ζήτησε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με έγγραφο της 19ης Σεπτεμβρίου 2007, συμπληρωματικές πληροφορίες για τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις, οι οποίες και τέθηκαν στη διάθεσή της με έγγραφο της 7ης Ιανουαρίου 2008. Στη συνέχεια, με άλλο έγγραφο της 17ης Οκτωβρίου 2008, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι ρυθμίσεις της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως σε σχέση με την απόδοση των δαπανών που προκύπτουν εντός άλλου κράτους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για παροχή κατ’ οίκον περιθάλψεως ενδεχομένως δεν συμβιβάζονται προς την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και έταξε προθεσμία δύο μηνών για την υποβολή παρατηρήσεων. Η υποβολή παρατηρήσεων πραγματοποιήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2008, και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αντέκρουσε με αυτές τη νομική άποψη της Επιτροπής, ενώ με άλλα έγγραφα της 16ης Ιουλίου 2009 και της 18ης Σεπτεμβρίου 2009 προέβη σε επιπλέον διευκρινίσεις. Με έγγραφο της 23ης Νοεμβρίου 2009, η Επιτροπή διαβίβασε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αιτιολογημένη γνώμη.
24.
Απαντώντας σ’ αυτή την αιτιολογημένη γνώμη, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ανήγγειλε μια τροποποίηση του νόμου, προκειμένου να εξακολουθεί να καταβάλλεται το επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως σε περίπτωση διαμονής σε άλλο κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ενέμεινε κατά τα λοιπά στη νομική της άποψη.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
25.
Η Επιτροπή, με το δικόγραφο της προσφυγής της 29ης Νοεμβρίου 2010 το οποίο περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Νοεμβρίου 2010, ζήτησε από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, καθόσον
1.
παρέχοντας σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του βιβλίου XI του SGB XI, το επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως για έξι μόνο εβδομάδες, όταν το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο διαμένει προσωρινά σε άλλο κράτος μέλος,
2.
μη προβλέποντας, για την παροχή περιθάλψεως από επαγγελματίες εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος προς μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο που διαμένει προσωρινά σε αυτό το άλλο κράτος μέλος, την απόδοση των σχετικών εξόδων μέχρι του ορίου που προβλέπεται για την παροχή περιθάλψεως στη Γερμανία ή ακόμη και αποκλείοντας την απόδοση των εξόδων αυτών σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI,
3.
μην αποδίδοντας τα έξοδα για τη μίσθωση ιατρικού εξοπλισμού κατά τη διάρκεια προσωρινής διαμονής του μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου σε άλλο κράτος μέλος της Ένωσης, ή αποκλείοντας εντελώς την απόδοση των εξόδων αυτών σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI, παρά το γεγονός ότι τα εν λόγω έξοδα θα αποδίδονταν στη Γερμανία ή ο εν λόγω ιατρικός εξοπλισμός θα διετίθετο στο μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο στη Γερμανία, η δε απόδοση των εξόδων δεν θα συνεπαγόταν τη σώρευση ή οποιαδήποτε άλλη αύξηση του ύψους των παροχών που χορηγούνται εντός της Γερμανίας, ·
—
να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
26.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε να απορριφθεί η προσφυγή και να καταδικασθεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
27.
Κατόπιν της τροποποιήσεως του άρθρου 34 του SGB XI από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, προκειμένου να καταστεί δυνατή στο μέλλον η χρονικώς απεριόριστη λήψη επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως εντός άλλου κράτους μέλους, η Επιτροπή, με δικόγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 2011, παραιτήθηκε από το πρώτο αίτημα της προσφυγής της, εμμένοντας κατά τα λοιπά στην προσφυγή της.
28.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκφράζει την ικανοποίησή της για την παραίτηση από την προσφυγή, εμμένει όμως, ως προς τα διατηρούμενα αιτήματα της προσφυγής, στο αίτημά της απορρίψεως της προσφυγής και στο αίτημά της για τα δικαστικά έξοδα.
V – Τα κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
29.
Η Επιτροπή έχει την άποψη ότι οι εφαρμοστέες σε περίπτωση προσωρινής διαμονής σε άλλο κράτος μέλος ρυθμίσεις περί παροχών περιθάλψεως σε είδος, κατά την έννοια του άρθρου 36 του SGB XI, και ιατρικού εξοπλισμού, κατά το άρθρο 40 του SB XI, οι οποίες προβλέπουν σαφώς μικρότερες παροχές απ’ ό,τι στην περίπτωση περιθάλψεως εντός της Γερμανίας, δεν συνάδουν προς τη διασφαλιζόμενη με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη υποχρεούνται κατά την άσκηση της εξουσίας διαμορφώσεως των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης. Το άρθρο 56 ΣΛΕΕ επιβάλλει την κατάργηση όλων των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ακόμη κι όταν υφίστανται αδιακρίτως για ημεδαπούς όπως και για παρέχοντες υπηρεσίες άλλων κρατών μελών, όταν οι περιορισμοί μπορούν να εμποδίζουν τη δραστηριότητα των παρεχόντων υπηρεσίες στην αλλοδαπή. Με τη γερμανική ρύθμιση δυσχεραίνεται η χρησιμοποίηση υπηρεσιών αλλοδαπών παρεχόντων τέτοιες υπηρεσίες σε σύγκριση με τους ημεδαπούς παρέχοντες ανάλογες υπηρεσίες. Επίσης όσον αφορά την παροχή ιατρικού εξοπλισμού, υφίσταται περιορισμός, ο οποίος συνίσταται στο ότι οι δαπάνες μισθώσεως τέτοιου εξοπλισμού στην αλλοδαπή δεν αποδίδονται έστω και αν μπορούν να αποδίδονται εντός της Γερμανίας.
30.
Ομοίως, δεν φαίνεται να υπάρχουν λόγοι που να δικαιολογούν τους ως άνω περιορισμούς. Οι αποτελούσες περιορισμούς ρυθμίσεις υπερβαίνουν αυτό που είναι αναγκαίο για την προστασία της ποιότητας των εν λόγω υπηρεσιών ή της υγείας, διότι αποκλείουν ανεξάρτητα από οποιονδήποτε ποιοτικό έλεγχο την απόδοση δαπανών που πραγματοποιήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος. Ούτε διαφαίνεται ότι οι ως άνω ρυθμίσεις είναι αναγκαίες για την προστασία της χρηματοοικονομικής ισορροπίας του συστήματος ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, διότι εντός της Γερμανίας αποδίδονται άνευ ετέρου μεγαλύτερα ποσά, και ούτε φαίνεται να υπάρχει κάποιος λόγος για τον οποίο μη αυτοεξυπηρετούμενα πρόσωπα, τα οποία παραδείγματος χάριν λαμβάνουν στην ημεδαπή μόνον επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, θα πρέπει στην αλλοδαπή να μεταπηδούν στη δαπανηρότερη κατηγορία της παροχής περιθάλψεως σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως.
31.
Οι αρχές που τίθενται με την απόφαση Chamier-Glisczinski δεν μπορούν να έχουν κατ’ αναλογία εφαρμογή στην παρούσα διαδικασία, διότι η απόφαση αυτή, αφενός, δεν έχει ως αντικείμενο το άρθρο 56 ΣΛΕΕ και, αφετέρου, αφορά την περίπτωση συνεχούς αλλαγής του τόπου κατοικίας.
32.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει ότι, όσον αφορά την απόδοση δαπανών για παροχή κατ’ οίκον περιθάλψεως κατά το άρθρο 36 του SGB XI, δεν υφίσταται περιορισμός, ως εκ του λόγου και μόνον ότι ούτε στην ημεδαπή υπάρχει δικαίωμα για απόδοση δαπανών στην περίπτωση κατά την οποία ζητούνται οι υπηρεσίες προσώπων που δεν είναι συμβεβλημένα με το ταμείο ασφαλίσεως που καλύπτει τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Βεβαίως, η τήρηση κανόνων του παραγώγου δικαίου δεν αποδεσμεύει ένα κράτος μέλος από τη διασφάλιση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, πλην όμως δεν επιτρέπεται κατά γενική θεώρηση να αγνοούνται πλήρως απορρέουσες από το παράγωγο δίκαιο αξιώσεις του καλυπτόμενου από την κοινωνική ασφάλιση. Επομένως, η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών δικαιολογεί να μην παρέχονται ορισμένες υπηρεσίες στο εξωτερικό, ακόμη και αν το επίπεδο υπηρεσιών του κράτους διαμονής υπολείπεται εκείνου του κράτους ασφαλίσεως.
33.
Εν πάση περιπτώσει, όμως, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι υφίσταται περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, αυτός είναι δικαιολογημένος. Η προστασία ακριβώς της δημόσιας υγείας απαιτεί ρυθμίσεις όπως τις εν προκειμένω, διότι ο σκοπός τους είναι η διασφάλιση παροχής περιθάλψεως υψηλού επιπέδου. Η εξασφάλιση ποιότητας απαιτεί αυστηρό έλεγχο των φορέων περιθάλψεως και συμβάσεις συνάπτονται μόνο με πρόσωπα και φορείς που το εγγυώνται. Συμβάσεις υγειονομικής περιθάλψεως που συνάπτονται με αλλοδαπούς παρόχους υπηρεσιών δεν προβλέπονται κατά την υφιστάμενη νομική κατάσταση, διότι εκτός από την παροχή ιατρικών υπηρεσιών και περιθάλψεως ουσιώδες στοιχείο επίσης είναι η προσωπική φροντίδα, όπου η γλώσσα και το πολιτιστικό υπόβαθρο του προσώπου που θα τύχει περιθάλψεως έχουν μεγάλη σημασία. Δεν μπορεί να υπάρχει εγγύηση για μέτρα που διασφαλίζουν την ποιότητα των υπηρεσιών στο εξωτερικό.
34.
Επιπλέον, είναι αδύνατο να διατηρηθεί και να διαρθρωθεί οργανωτικά ένα επαρκώς αποτελεσματικό σύστημα παροχής περιθάλψεως, αν σε ορισμένες εποχές ταξιδιού πολυάριθμοι ασθενείς λαμβάνουν υπηρεσίες περιθάλψεως στην αλλοδαπή και συγχρόνως το εγχώριο δυναμικό παροχής περιθάλψεως δεν χρησιμοποιείται πλήρως. Αυτή ακριβώς την πτυχή λαμβάνει επίσης υπόψη το άρθρο 22 του κανονισμού 1408/71.
35.
Τέλος, υφίσταται επίσης κίνδυνος για τη χρηματοοικονομική ισορροπία του συστήματος ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως στην περίπτωση ενδεχόμενης εξαγωγής παροχών σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως.
36.
Η νομολογία του Δικαστηρίου στην περίπτωση Kohll ( 18 ) για τις προκύπτουσες εντός άλλου κράτους μέλους δαπάνες θεραπείας δεν μπορεί, λόγω ακριβώς του ότι δεν υφίσταται κίνδυνος κενού στην παροχή περιθάλψεως, να έχει κατ’ αναλογία εφαρμογή, καθόσον η ασφάλιση κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως αποτελεί ειδική περίπτωση έναντι της ασφαλίσεως ασθενείας. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις σκέψεις του Δικαστηρίου στην απόφαση Chamier-Glisczinski, με την οποία τονίζεται και πάλι η επιφύλαξη της αρμοδιότητας των κρατών μελών στον τομέα της υγείας. Κατ’ ακολουθία, δεν υφίσταται καμία υποχρέωση του κράτους ασφαλίσεως να προβλέπει τη δυνατότητα παροχών που δεν υπάρχουν ούτε στο κράτος κατοικίας του ασφαλισμένου. Με την εγκατάλειψη του τόπου κατοικίας και την απόφαση μιας επί μακρότερο χρονικό διάστημα μεταβολής διαμονής, το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο αποφασίζει να υπαχθεί στους κανόνες του κράτους διαμονής.
37.
Τέλος, περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν συνιστά ούτε η ρύθμιση σχετικά με την παροχή ιατρικού εξοπλισμού, αντιθέτως δε εφαρμογή για τη δυνατότητα παροχών στο εξωτερικό έχει εδώ η ρύθμιση του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004.
VI – Νομική εκτίμηση
38.
Κατόπιν μιας αναλύσεως, υπό μορφή εισαγωγής, της οικονομίας της ρυθμίσεως για την κοινωνική ασφάλιση κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, θα διευκρινισθεί στη συνέχεια, κατ’ αρχάς, το αντικείμενο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, κατόπιν δε το εφαρμοστέο κριτήριο εκτιμήσεως. Σε συνάρτηση με αυτό πρέπει να εξετασθεί αν πρέπει εν προκειμένω να γίνει δεκτή η ύπαρξη παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ. Τέλος, πρέπει να συζητηθεί το αίτημα της Επιτροπής για τα δικαστικά έξοδα.
Α — Οι αρχές της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως
39.
Οι αρχές της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως στην περίπτωση της κατ’ οίκον περιθάλψεως, καθόσον έχουν σημασία για την παρούσα διαδικασία και αφορούν μια προσωρινή διαμονή στην αλλοδαπή, συνοψίζονται ως ακολούθως.
40.
Η κοινωνική ασφάλιση κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως προβλέπει διάφορες παροχές υπέρ μη αυτοεξυπηρετούμενων προσώπων. Περιλαμβάνει επιλεκτικά στον κατάλογό της παροχών στον τομέα της μη νοσοκομειακής περιθάλψεως ένα κατ’ αποκοπή «επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως» ( 19 ), το ύψος του οποίου εξαρτάται από τον βαθμό αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, ή συγκεκριμένες παροχές σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως ως «κατ’ οίκον περίθαλψη» ( 20 ). Επιπλέον, μπορεί επίσης να διατίθεται ιατρικός εξοπλισμός υπό ορισμένες προϋποθέσεις ( 21 ).
1. Παροχές σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως
41.
Στο πλαίσιο της κατ’ οίκον περιθάλψεως, τα μη αυτοεξυπηρετούμενα πρόσωπα δικαιούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 του SGB XI γενική περίθαλψη και οικιακή βοήθεια ως παροχή σε είδος, η δε κατ’ οίκον περίθαλψη πρέπει να παρέχεται από κατάλληλο προσωπικό το οποίο είτε έχει προσληφθεί από το οικείο ταμείο ασφαλίσεως που καλύπτει τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως είτε από παρέχοντες υπηρεσίες περιθάλψεως, με τους οποίους το ταμείο ασφαλίσεως έχει συνάψει σύμβαση. Τα νοσήλια, τα οποία εξαρτώνται από τον βαθμό αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως του μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου, κυμαίνονται σήμερα μεταξύ 450 και 1 550 ευρώ μηνιαίως. Τον Ιανουάριο του 2010, το καθοριστικό χρονικό σημείο της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, τα νοσήλια ήταν μεταξύ 440 και 1 510 ευρώ. Στο πλαίσιο της σχέσεως μεταξύ ταμείου ασφαλίσεως που καλύπτει τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως και μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου χορηγούνται εν προκειμένω παροχές σε είδος, τις οποίες το ταμείο αυτό διακανονίζει άμεσα με τους παρέχοντες τις υπηρεσίες.
42.
Αξιώσεις καταβολής παροχών σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως που απορρέουν από το άρθρο 36 του SGB XI αναστέλλονται κατ’ αρχήν, κατά το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI, για το χρονικό διάστημα της διαμονής στο εξωτερικό του μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου. Μόνο για χρονικό διάστημα έξι εβδομάδων ανά ημερολογιακό έτος μπορεί να εξακολουθεί να καταβάλλεται και στο εξωτερικό η παροχή σε είδος, εφόσον το παρέχον περίθαλψη πρόσωπο, το οποίο παρέχει την περίθαλψη σε είδος, συνοδεύει το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο στο εξωτερικό. Συναφώς, το παρέχον περίθαλψη πρόσωπο που συνοδεύει στο εξωτερικό το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο πρέπει να είναι πρόσωπο που έχει το δικαίωμα να παρέχει περίθαλψη, κατά την έννοια του άρθρου 36 του SGB XI.
2. Επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως
43.
Εναλλακτικώς, κατά το άρθρο 37 του SGB XI, ο ενδιαφερόμενος έχει τη δυνατότητα να ζητήσει επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως αντί της παροχής σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, προκειμένου κατ’ αυτόν τον τρόπο να εξασφαλίσει καταλλήλως ο ίδιος τη γενική περίθαλψη και την οικιακή βοήθεια. Αυτό το κατ’ αποκοπή επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, εξαρτώμενο και πάλι από τον βαθμό αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως του μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου, κυμαίνεται σήμερα μεταξύ 235 και 700 ευρώ και, επομένως, είναι σαφώς κατώτερο των νοσηλίων για τις παροχές σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Κατά το καθοριστικό χρονικό σημείο της αιτιολογημένης γνώμης, τα νοσήλια ήταν μεταξύ 225 και 685 ευρώ. Κατά το άρθρο 38 του SGB XI, μπορεί να υπάρξει συνδυασμός μεταξύ παροχής σε είδος και επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, με εν μέρει μόνο αξίωση εκάστης παροχής, ο δε ενδιαφερόμενος δεσμεύεται κατ’ αρχήν από αυτή την απόφαση για διάρκεια έξι μηνών.
44.
Το επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως κατά το άρθρο 37 του SGB XI, όπως και το κατ’ αναλογία υπολογιζόμενο μόνο επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως κατά το άρθρο 38 του SGB XI, εξακολουθεί, μετά την έκδοση της αποφάσεως Molenaar και εφεξής ρητώς κατά το άρθρο 34, παράγραφος 1a, του SGB XI, να καταβάλλεται ως κατ’ αποκοπή αποζημίωση για δαπάνες, όταν επίσης το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο διαμένει σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συμβαλλόμενο κράτος της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο ή στην Ελβετία.
3. Ιατρικός εξοπλισμός
45.
Τέλος, το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο δικαιούται επιπλέον, κατά το άρθρο 40 του SGB XI, την παροχή ιατρικού εξοπλισμού, που συμβάλλει στη διευκόλυνση της περιθάλψεως ή στην ανακούφιση από τις ενοχλήσεις από τις οποίες υποφέρει, υπό την προϋπόθεση ότι ο εξοπλισμός αυτός δεν μπορεί να χορηγηθεί από άλλους επιφορτισμένους με την παροχή φορείς.
46.
Και αυτή η αξίωση αναστέλλεται στην περίπτωση διαμονής στο εξωτερικό του μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου.
Β — Το αντικείμενο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως κράτους μέλους
47.
Μετά την εν μέρει παραίτησή της από την προσφυγή, οι αιτιάσεις της Επιτροπής στρέφονται, αφενός, κατά των γερμανικών ρυθμίσεων περί αποδόσεως των εξόδων για υπηρεσίες περιθάλψεως, οι οποίες «παρέχονται από εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος πάροχο» κατά την προσωρινή διαμονή σε άλλο κράτος μέλος του μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου και, αφετέρου, κατά των σχετικών διατάξεων περί αποδόσεως των εξόδων για τη μίσθωση ιατρικού εξοπλισμού.
48.
Επομένως, η προσφυγή αφορά τη δυνατότητα χρήσεως παροχών σε περίπτωση προσωρινής διαμονής του ασφαλισμένου σε άλλο κράτος μέλος. Δεν διατυπώνεται η αιτίαση ότι αλλοδαποί παρέχοντες υπηρεσίες, λόγω του ότι δεν έχουν συνάψει συμβάσεις με το ταμείο ασφαλίσεως που καλύπτει τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, αποκλείονται γενικώς από το σύστημα παροχών σε είδος της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Επομένως, θα μπορούσαν και στη γερμανική επικράτεια να εμπορεύονται τις υπηρεσίες τους όχι μέσω του οικείου ταμείου, αλλά να τις προσφέρουν οι ίδιοι απευθείας στα μη αυτοεξυπηρετούμενα πρόσωπα, τα οποία τότε θα πρέπει για την κάλυψη των εξόδων να αντλούν από τα δικά τους χρηματοοικονομικά μέσα και, ενδεχομένως, από το επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως.
49.
Η Επιτροπή θεωρεί, επίσης, προβληματικές τις γερμανικές νομοθετικές διατάξεις μόνον από την άποψη της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, χωρίς να ασχολείται με άλλες ενδεχομένως θιγόμενες πτυχές, όπως για παράδειγμα την ιθαγένεια της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία. Επομένως, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 38, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου το αντικείμενο της διαφοράς καθορίζεται με το δικόγραφο της προσφυγής και το Δικαστήριο δεν πρέπει να αποφανθεί ultra petita ( 22 ), δεν χρειάζεται να εξετασθούν περαιτέρω αυτά τα προβλήματα.
50.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, πρέπει στη συνέχεια να εξετασθεί αν και βάσει ποιων κριτηρίων μπορεί να προσλαμβάνει σημασία η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε σχέση με ρυθμίσεις των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών.
Γ — Η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ως εφαρμοστέο κριτήριο εκτιμήσεως
51.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 23 ), το δικαίωμα χρήσεως παροχών ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως εντός άλλου κράτους μέλους πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει του κανονισμού 1408/71 (ή νυν του κανονισμού 883/2004) ( 24 ), αλλά, επιπλέον, πρέπει να τηρούνται επίσης οι βασικές ελευθερίες, ιδίως δε η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
52.
Δεν αποκλείεται, επομένως, να πρέπει, βάσει των θεμελιωδών ελευθεριών, να χορηγούνται στους πολίτες της Ένωσης παροχές στον τομέα της ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως που βαίνουν πέραν αυτού που προβλέπει το παράγωγο δίκαιο στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης, συγκεκριμένα δε ο κανονισμός 1408/71 και ο διαδεχθείς αυτόν κανονισμός ( 25 ).
53.
Στη θεωρία έχει ασκηθεί κριτική κατ’ αυτής της προσεγγίσεως. Ουσιαστικά, προβάλλεται το επιχείρημα ότι η οδός προς την άμεση αναφορά στις θεμελιώδεις ελευθερίες φράσσεται από τις ρυθμίσεις του παραγώγου δικαίου, οι οποίες πρέπει να αποτελούν υπέρτερο κριτήριο εκτιμήσεως για τις αξιώσεις των ασφαλισμένων, διότι διαφορετικά το ισοσταθμισμένο σύστημα του συντονισμού των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως θα χάσει την ισορροπία του και θα επέλθει κατάσταση συγκρούσεως με τη νομοθετική αρμοδιότητα των κρατών μελών. Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία στερείται αποτελεσμάτων ένας κανόνας του παραγώγου δικαίου είναι δυνατή η επίκληση του πρωτογενούς δικαίου ( 26 ).
54.
Αυτή η άσκηση κριτικής από τη θεωρία δεν αποτέλεσε πάντως κίνητρο για το Δικαστήριο να μεταβάλει τα πρότυπα που αποτελούν το έρεισμα των εκτιμήσεών του. Οι διακλαδούμενες αρμοδιότητες στον τομέα της υγείας —και το απορρέον από αυτές πεδίο εξισορροπήσεως μεταξύ κανονιστικής εξουσίας των κρατών μελών για την οργάνωση του τομέα της υγείας ( 27 ), αφενός, και των θεμελιωδών ελευθεριών, αφετέρου— του είναι όμως απολύτως γνωστές και το Δικαστήριο τονίζει παγίως με τη νομολογία του ότι το δίκαιο της Ένωσης αφήνει άθικτη την αρμοδιότητα των κρατών μελών για τη διαμόρφωση των συστημάτων τους της κοινωνικής ασφαλίσεως. Ελλείψει εναρμονίσεως σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξακολουθεί επομένως να απόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως. Εντούτοις, τα κράτη μέλη οφείλουν κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας και γενικώς κατά την οργάνωση της παροχής υγειονομικών υπηρεσιών να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε τις διατάξεις για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ( 28 ), την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ( 29 ) και την ελεύθερη εγκατάσταση ( 30 ).
55.
Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα ότι στον τομέα της παροχής υγειονομικών υπηρεσιών πρέπει να τηρούνται οι θεμελιώδεις ελευθερίες, οι οποίες όμως δεν πρέπει να συρρικνώνουν την αρμοδιότητα του κράτους μέλους να κρίνει το ίδιο σε ποιο επίπεδο θέλει να διασφαλίζει την προστασία της δημόσιας υγείας και τον τρόπο επιτεύξεως του επιπέδου αυτού ( 31 ). Επομένως, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δεν παρέχει κατ’ αρχήν ( 32 ) αξίωση για συγκεκριμένη διαμόρφωση του εθνικού συστήματος υγείας και για τη δυνατότητα διαθέσεως ορισμένου καταλόγου παροχών.
56.
Μετά τον κατά τα ανωτέρω προσδιορισμό του ειδικού κριτηρίου εκτιμήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε σχέση με παροχές στον τομέα της προλήψεως σε θέματα υγείας, πρέπει στη συνέχεια να εξετασθεί αν οι γερμανικές ρυθμίσεις, κατά τις οποίες εξαγωγή παροχών σε είδος για ορισμένες παροχές της ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως είναι δυνατή μόνον υπό περιορισμούς, συνιστούν παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ.
Δ — Υφίσταται παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ λόγω της περιορισμένης εξαγωγής παροχών σε είδος της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως;
1. Η περιστολή της εξαγωγής παροχών σε είδος της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως αποτελεί περίπτωση διασυνοριακού χαρακτήρα
57.
Το πεδίο προστασίας της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών είναι εν προκειμένω δεδομένο. Η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει κατά τούτο από την απόφαση Chamier-Glisczinski ( 33 ), στην οποία επρόκειτο για μια ενδοαυστριακή περίπτωση σε σχέση με τις επίμαχες παροχές, διότι η ενδιαφερόμενη είχε αποκτήσει μόνιμη διαμονή στην Αυστρία και έκανε χρήση των εκεί παροχών.
58.
Στην υπό κρίση περίπτωση, πρόκειται αντιθέτως για μια προσωρινή διαμονή του λήπτη των παροχών σε άλλο κράτος μέλος, για μια συγκυρία επομένως, όπου πάροχος και λήπτης των υπηρεσιών είναι εγκατεστημένοι σε διαφορετικά κράτη μέλη. Η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δεν περιλαμβάνει μόνο την περίπτωση της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών χωρίς αλλαγή τόπου, αλλά προστατεύει επίσης τον λήπτη, ο οποίος, όπως εν προκειμένω, μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να του παρασχεθεί εκεί ορισμένη υπηρεσία, ιδίως άρα και την ελευθερία ενός εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος ασφαλισμένου να μεταβεί, παραδείγματος χάριν, ως τουρίστας σε άλλο κράτος μέλος και να λάβει εκεί από παρέχοντα εγκατεστημένο σ’ αυτό το κράτος μέλος υπηρεσίες στον τομέα της προλήψεως σε θέματα υγείας, όταν η κατάσταση της υγείας του το απαιτεί ( 34 ).
59.
Εξάλλου, υπηρεσίες ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως δεν τίθενται εκτός του πεδίου προστασίας του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, επειδή ο λήπτης της υπηρεσίας, αφού εξόφλησε τον εγκατεστημένο στην αλλοδαπή πάροχο για τις ληφθείσες υπηρεσίες, ζητεί εν συνεχεία από μια εθνική υπηρεσία υγείας να καλύψει το κόστος της περιθάλψεως ( 35 ).
2. Υφίσταται περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών λόγω της περιστολής της δυνατότητας εξαγωγής παροχών σε είδος της ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως;
60.
Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 56 ΣΛΕΕ απαγορεύει την εφαρμογή οποιασδήποτε εθνικής διατάξεως η οποία έχει ως αποτέλεσμα η παροχή υπηρεσιών μεταξύ κρατών μελών να καθίσταται δυσχερέστερη από την παροχή υπηρεσιών σε καθαρά εσωτερικό επίπεδο στο έδαφος ενός κράτους μέλους ( 36 ).
α) Παροχές σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως στην περίπτωση κατ’ οίκον περιθάλψεως υπό το φως του άρθρου 56 ΣΛΕΕ
61.
Πρέπει κατ’ αρχάς να εξετασθεί αν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά τέτοια δυσχέρανση το ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν προβλέπει ή αποκλείει, με το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI, την απόδοση, μέχρι το ύψος των παροχών σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως που χορηγούνται εντός Γερμανίας, των δαπανών για παροχές περιθάλψεως σε είδος που χορηγούνται, κατά την προσωρινή διαμονή του μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου σε άλλο κράτος μέλος, από παρέχοντα υπηρεσίες εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος. Αν αυτό συμβαίνει, ανακύπτει περαιτέρω το ζήτημα της δυνατότητας δικαιολογήσεως ενός τέτοιου περιορισμού.
i) Υφίσταται περιορισμός;
62.
Τα δικαιώματα Γερμανού ασφαλισμένου κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, ως καταναλωτή υπηρεσιών περιθάλψεως σε άλλο κράτος μέλος, έχουν, βάσει του SGB XI, ως εξής:
63.
Για χρονικό διάστημα έξι εβδομάδων μπορεί αυτός κατ’ αρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI, να εξακολουθεί να ζητεί την παροχή υπηρεσιών περιθάλψεως από κατάλληλο προς τούτο πρόσωπο που τον συνοδεύει. Συναφώς, πρέπει να πρόκειται για πρόσωπο που συγκεντρώνει τα προβλεπόμενα από το άρθρο 36 του SGB XI προσόντα, άρα κατά κανόνα για ειδικευμένο παρέχον περίθαλψη πρόσωπο μιας γερμανικής υπηρεσίας περιθάλψεως ( 37 ). Συναφώς, δεν τίθεται ζήτημα χρησιμοποιήσεως αλλοδαπών προσφερόντων υπηρεσίες.
64.
Για υπηρεσίες περιθάλψεως, τις οποίες χρησιμοποιεί ο ασφαλισμένος σε άλλο κράτος μέλος από εκεί εγκατεστημένους παρέχοντες υπηρεσίες, δεν μπορεί αυτός να λάβει «απόδοση, μέχρι το ύψος των παροχών περιθάλψεως σε είδος που χορηγούνται εντός Γερμανίας» κατά τον SGB XI. Βεβαίως, δεν του αφαιρείται η δυνατότητα να χρησιμοποιεί υπηρεσίες παρεχόμενες στο εξωτερικό, πλην όμως δεν του εγκρίνονται οι σχετικοί γερμανικοί συντελεστές παροχών σε είδος, διότι ο αλλοδαπός παρέχων υπηρεσίες δεν έχει ενταχθεί μέσω συμβάσεως παροχής φροντίδας στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Ο ασφαλισμένος κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως μπορεί πάντως προς κάλυψη των εξόδων να κάνει χρήση του (χαμηλότερου σε σύγκριση με τους συντελεστές παροχών σε είδος) επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, εφόσον έχει επιλέξει να λαμβάνει αυτό το επίδομα.
65.
Το γεγονός αυτό συνηγορεί εκ πρώτης όψεως υπέρ της παραδοχής ότι υφίσταται περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε σχέση με τις υπηρεσίες περιθάλψεως εντός άλλου κράτους μέλους. Πράγματι, απλώς και μόνο κατά θεώρηση των διατάξεων του SGB XI, όλα συνηγορούν, κατ’ αρχάς, υπέρ του ότι ο μη αυτοεξυπηρετούμενος Γερμανός σε άλλο κράτος μέλος αντιλαμβάνεται ότι, όταν ζητεί την παροχή υπηρεσιών περιθάλψεως, βρίσκεται από χρηματοοικονομική άποψη σε δυσμενέστερη θέση απ’ ό,τι στη Γερμανία, όπου μπορεί να κάνει χρήση του συστήματος παροχών σε είδος της ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως με τους ανώτερους σε σύγκριση με το επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως συντελεστές του. Επομένως, φαίνεται ότι δυσχεραίνεται η λήψη υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος και αρχίζει το οριακό σημείο πέραν του οποίου υφίσταται περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
66.
Η πραγματική και νομική κατάσταση είναι όμως πολυπλοκότερη απ’ ό,τι κατ’ αρχάς φαίνεται, αν οι ρυθμίσεις του SGB XI θεωρηθούν μεμονωμένα. Πρέπει, πράγματι, να ληφθεί υπόψη, πράγμα που κατ’ επανάληψη επισημαίνει η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, ότι εντός άλλου κράτους μέλους το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο έχει ενδεχομένως στη διάθεσή του παροχές σε είδος από το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους διαμονής. Για τις παροχές αυτές υφίστατο και υφίσταται αξίωση κατά το άρθρο 22 του κανονισμού 1408/71 και το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, μάλιστα δε «για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα» του κράτους ασφαλίσεως του μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου. Καθόσον το επιτρέπει το δίκαιο του κράτους διαμονής, το πρόσωπο αυτό μπορεί επομένως εντός αυτού του πλαισίου να κάνει επίσης χρήση των υπηρεσιών των εκεί εγκατεστημένων παρεχόντων υπηρεσίες.
67.
Ανάληψη των δαπανών μιας παροχής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, παραδείγματος χάριν κατ’ οίκον αρωγής από παρέχον περίθαλψη πρόσωπο, στο ίδιο ύψος όπως θα συνέβαινε στη Γερμανία κατά τους συντελεστές παροχών σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως του SGB XI, τελικώς δεν διασφαλίζεται για το πρόσωπο αυτό σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ, ούτε όμως και αποκλείεται. Τρεις περιπτώσεις, ανάλογα με τη διαμόρφωση του καταλόγου παροχών του αλλοδαπού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, είναι νοητές. Αφενός, το ευρισκόμενο στο εξωτερικό μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο μπορεί, όταν ζητεί εκεί να του παρασχεθούν υπηρεσίες περιθάλψεως, να περιέλθει σε δυσχερέστερη από χρηματοοικονομικής απόψεως θέση απ’ ό,τι στη Γερμανία, αν στο άλλο κράτος μέλος μπορεί να στηριχθεί μόνο στο επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως και το αλλοδαπό δίκτυο κοινωνικής ασφαλίσεως δεν χορηγεί κανενός είδους παροχές για κατ’ οίκον περίθαλψη. Αφετέρου, όμως, είναι επίσης δυνατό το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο, ενόψει ακριβώς μιας ενδεχομένως πλέον γενναιόδωρης διαμορφώσεως των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή, να βρίσκεται, όταν χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες περιθάλψεως, σε καλύτερη από χρηματοοικονομική άποψη κατάσταση απ’ ό,τι στη Γερμανία. Η τρίτη περίπτωση είναι αυτή, κατά την οποία η συνάρτηση των υφισταμένων αξιώσεων παροχής έχει ως συνέπεια ότι το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο στην αλλοδαπή βρίσκεται στην ίδια ακριβώς χρηματοοικονομική κατάσταση όπως στη Γερμανία.
68.
Τελικώς, επομένως, εξαρτάται από τη συνάρτηση των γερμανικών και των αλλοδαπών διατάξεων του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως το αν ο μη αυτοεξυπηρετούμενος Γερμανός σε άλλο κράτος μέλος αντιμετωπίζει δυσχέρεια στη χρησιμοποίηση των εκεί παρεχομένων υπηρεσιών, η οποία τις κάνει λιγότερο ελκυστικές σ’ αυτόν ( 38 ) από τις υπηρεσίες περιθάλψεως που προσφέρονται εντός της γερμανικής αγοράς. Επομένως, στο ζήτημα αν υπάρχει περιορισμός δεν μπορεί να δοθεί κατηγορηματική απάντηση. Εξαρτάται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
69.
Επομένως, διαπιστώνεται, κατ’ αρχάς, ότι η Επιτροπή προέβαλε ως προς αυτό το σημείο αστήρικτους ισχυρισμούς και, ιδίως, εξέτασε όχι πειστικώς και λεπτομερώς τη συνάρτηση των διαφόρων ρυθμίσεων του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών σε σχέση με τις ρυθμίσεις του SGB XI.
70.
Κατά πάγια πάντως νομολογία, η Επιτροπή φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι πράγματι υφίσταται η φερόμενη παράβαση κράτους μέλους. Η Επιτροπή πρέπει να παράσχει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα στοιχεία, βάσει των οποίων μπορεί αυτό να ελέγξει την ύπαρξη της παραβάσεως. Η Επιτροπή δεν μπορεί εν προκειμένω να στηρίζεται σε οποιοδήποτε τεκμήριο ( 39 ). Με βάση αυτά τα δεδομένα, η Επιτροπή οφείλει να παράσχει επαρκή στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η παράβαση. Εφόσον αυτό συμβεί, εναπόκειται στο κράτος μέλος να αμφισβητήσει κατ’ ουσίαν και λεπτομερώς τα προσκομισθέντα στοιχεία και τις εξ αυτών συνέπειες ( 40 ).
71.
Η Επιτροπή δεν ενήργησε εν προκειμένω σύμφωνα με το βάρος αποδείξεως που φέρει και ως εκ τούτου το δεύτερο αίτημα γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
ii) Επικουρικώς: Ενδεχόμενοι δικαιολογητικοί λόγοι
72.
Αν κατά παρέκκλιση από την ανωτέρω ανάλυσή μου το Δικαστήριο δεχθεί ότι υφίσταται περιορισμός, τίθεται περαιτέρω σε ένα δεύτερο στάδιο το ζήτημα της δικαιολογήσεως του περιορισμού, το οποίο πρέπει να εξετασθεί στη συνέχεια, χάριν πληρότητας, με την απαιτούμενη συντομία.
73.
Τυχόν υφιστάμενος περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε σχέση με παροχές σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, για την απόκτηση των οποίων εντός άλλου κράτους μέλους μόνο το επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως διατίθεται από το SGB XI, θα μπορούσε ενδεχομένως να δικαιολογείται από την προστασία της δημόσιας υγείας ( 41 ) ή την προστασία της υγείας του πληθυσμού, η οποία περιλαμβάνεται στους επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος που μπορούν να δικαιολογούν περιορισμούς των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας ( 42 ).
74.
Αφού τονίσθηκε προηγουμένως το πεδίο εκτιμήσεως του εκάστοτε κράτους μέλους κατά τη διαμόρφωση του συστήματός του στον τομέα της προλήψεως σε θέματα υγείας, πρέπει στη συνέχεια να εξετασθεί πώς εμφανίζεται το σύστημα της γερμανικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως σε σχέση με την προστασία της υγείας των ασφαλισμένων του. Κατόπιν, πρέπει να εξετασθεί αν προκύπτει ότι η απόφαση του νομοθέτη να καθορίσει διαφορετικά κριτήρια για υπηρεσίες περιθάλψεως, ανάλογα με το αν αυτές παρέχονται από συμβεβλημένους με το ταμείο ασφαλίσεως που καλύπτει τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως ή από ελεύθερους παρόχους, είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας.
– Η έκταση της εδαφικής εφαρμογής, ως παράγοντας για την εξασφάλιση υψηλού ποιοτικού επιπέδου παροχών από τα ταμεία ασφαλίσεως που καλύπτουν τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως
75.
Κατά τους ισχυρισμούς της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ( 43 ), ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να λάβει στο εξωτερικό τις υπηρεσίες των παρόχων υπηρεσιών περιθάλψεως οι οποίοι είναι συμβεβλημένοι με το ταμείο ασφαλίσεως που καλύπτει τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως για την παροχή κατ’ οίκον περιθάλψεως και μπορούν να χορηγούν παροχές σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, οπότε στο εξωτερικό ο ασφαλισμένος αποκόπτεται από παροχές σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως του ταμείου ασφαλίσεως ( 44 ).
76.
Η υπ’ αυτήν την έννοια διαμόρφωση του γερμανικού συστήματος πρέπει να τύχει αποδοχής, ιδίως διότι κατά το άρθρο 168, παράγραφος 7, ΣΛΕΕ κάθε κράτος μέλος είναι ελεύθερο να μεριμνά με δική του ευθύνη για την οργάνωση της παροχής των υγειονομικών του υπηρεσιών. Το αν και σε ποια τάξη μεγέθους παρέχει δικαιώματα εξαρτάται κατ’ αρχήν από τη δική του απόφαση. Δεν υπάρχει καμία υποχρέωση απορρέουσα από το δίκαιο της Ένωσης και επιβάλλουσα στο κράτος μέλος να έχει διαθέσιμο σε κάθε άλλο κράτος μέλος ένα αυτόνομο σύστημα παροχών σε είδος για τους ασφαλισμένους του κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Το Δικαστήριο τόνισε ρητώς με την απόφαση Chamier-Glisczinski ( 45 ) ότι τα συστήματα της κοινωνικής ασφαλίσεως δεν έχουν εναρμονισθεί σε επίπεδο Ένωσης, αλλά έχουν μόνο συντονισθεί και ότι ιδίως η μετακίνηση σε άλλο κράτος μέλος δεν επιβάλλεται να είναι «ουδέτερη» όσον αφορά τις παροχές στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά μπορεί να είναι «λιγότερο ή περισσότερο ευνοϊκή» για τον ασφαλισμένο.
– Η συμφωνία του συστήματος της εδαφικής εφαρμογής προς την αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με την εναλλακτική δυνατότητα επιλογής μεταξύ επιδόματος και παροχών σε είδος
77.
Το γεγονός ότι ο Γερμανός νομοθέτης στηρίζει στην αρχή της εδαφικότητας τις παροχές σε είδος στο πλαίσιο της ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως εξηγείται, μεταξύ άλλων, από το ότι τα υψηλά ποιοτικά επίπεδα των υπηρεσιών του περιθάλψεως, τα οποία συνεπάγονται συνεχή έλεγχο, δεν μπορούν, λόγω της πολυπλοκότητας των διαδικασιών ελέγχου και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τα επαγγέλματα των υπηρεσιών περιθάλψεως δεν έχουν εναρμονισθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να επιτευχθούν σε επίπεδο Ένωσης με αποδεκτή δαπάνη ( 46 ).
78.
Δεδομένου όμως ότι η γερμανική ασφάλιση κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως προβλέπει στον κατάλογό της παροχών, αφενός, παροχές σε είδος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, οι οποίες κατ’ αρχήν δεν είναι εξαγώγιμες στην αλλοδαπή, και, αφετέρου, επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, το οποίο μπορεί κατ’ αρχήν να χρησιμοποιήσει ο ασφαλισμένος τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή, προκύπτει ότι η ρύθμιση για την ασφάλιση κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, αφενός, είναι κατάλληλη και αναγκαία για να διατηρείται το επιδιωκόμενο υψηλό επίπεδο στην ημεδαπή και, αφετέρου, ουδόλως συνεπάγεται δυσανάλογα μειονεκτήματα για τους ασφαλισμένους, οι οποίοι, για οποιονδήποτε λόγο, οργανώνουν οι ίδιοι τα της περιθάλψεώς τους μέσω του επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως εκτός του πλαισίου του συστήματος ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως.
79.
Η μη χορήγηση παροχών σε είδος εντός άλλου κράτους μέλους είναι εγγενής στο σύστημα και δεν συνεπάγεται δυσανάλογη περιαγωγή σε δυσμενή θέση του ενδιαφερομένου σε περίπτωση διαμονής σε άλλο κράτος μέλος.
80.
Πράγματι, ο ασφαλισμένος δεν μπορεί ούτε στη Γερμανία να αξιώσει «απόδοση, μέχρι το ύψος των παροχών λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως σε είδος που χορηγούνται εντός Γερμανίας, των δαπανών για παροχές περιθάλψεως σε είδος», όταν απευθύνεται σε μια επιλεγείσα από αυτόν υπηρεσία περιθάλψεως, μη συμβεβλημένη με το οικείο ταμείο ασφαλίσεως. Όταν κινείται εκτός των ορίων του συστήματος παροχών σε είδος, το οποίο προβλέπει γι’ αυτόν σήμερα την ασφάλιση κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως μόνον εντός της Γερμανίας, το πράττει αυτό, τόσο στη Γερμανία όσο και στο εξωτερικό, με δικό του κίνδυνο και δεν μένει σ’ αυτόν προς κάλυψη της ανάγκης του περιθάλψεως παρά μόνο το επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Επομένως, καθοριστικής σημασίας είναι τελικώς η απόφαση του μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου αν θα αναθέσει την κατ’ οίκον περίθαλψή του στο σύστημα ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, το οποίο είναι στερεά οργανωμένο και υπόκειται σε αυστηρές προδιαγραφές ποιότητας και ελέγχου ( 47 ), ή αν θα οργανώσει ως επί το πλείστον με δική του ευθύνη εκτός αυτού του συστήματος τα της περιθάλψεώς του, χρησιμοποιώντας το χορηγούμενο σ’ αυτόν επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως ( 48 ). Αν αποφασίσει το δεύτερο, οφείλει τόσο στη Γερμανία όσο και στο εξωτερικό να αρκεσθεί στο (μικρότερο) επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως.
81.
Η δυαδική διάρθρωση του συστήματος παροχών της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, το οποίο, αφενός, προβλέπει μόνο στην ημεδαπή χορηγούμενες από το ίδιο το σύστημα παροχές σε είδος και, αφετέρου, χορηγεί ένα κατ’ αποκοπή επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, δεν μπορεί να επικριθεί ούτε υπό το φως της νομολογίας του Δικαστηρίου.
82.
Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί να συναχθεί από την απόφαση Vanbraekel καμία επιταγή βάσει του δικαίου της Ένωσης, κατά την οποία σε περίπτωση διαμονής στην αλλοδαπή πρέπει οι αλλοδαποί πάροχοι υπηρεσιών να αμείβονται σύμφωνα με τους συντελεστές παροχών σε είδος της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Βεβαίως, η απόφαση αυτή αξιολογεί το «γεγονός ότι σε ένα πρόσωπο που έχει κοινωνική ασφάλιση παρέχεται χαμηλότερο επίπεδο καλύψεως των εξόδων όταν νοσηλεύεται σε άλλο κράτος μέλος απ’ ό,τι όταν υποβάλλεται στην ίδια θεραπεία στο κράτος μέλος ασφαλίσεως» ( 49 ), ως εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, πλην όμως αρκεί η επισήμανση ότι η απόφαση Vanbraekel λαμβάνει ως βάση την προκείμενη πρόταση συλλογισμού μιας «ίδιας θεραπείας», δηλαδή μιας πανομοιότυπης παροχής σε αμφότερα τα κράτη. Δεν μπορεί να θεωρηθεί άνευ ετέρου ότι συμβαίνει αυτό το τελευταίο σε σχέση με το σύστημα παροχών σε είδος της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως σε σύγκριση με μη συνδεδεμένες με αυτό παροχές ελεύθερων προσφερόντων, διότι οι ελεύθεροι πάροχοι υπηρεσιών δεν υπόκεινται στις αυστηρές προδιαγραφές ποιότητας και ελέγχου που διακρίνουν την κοινωνική ασφάλιση κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, την οποία η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση χαρακτήρισε, χωρίς να αντικρουσθεί, ως «μοναδικό σε ευρωπαϊκό επίπεδο σύστημα» ( 50 ).
83.
Υπό το φως επίσης του σημείου 2 του διατακτικού της αποφάσεως Chamier-Glisczinski, δεν δημιουργεί ενδοιασμούς από απόψεως δικαίου της Ένωσης το ότι, εν προκειμένω, το γερμανικό δίκαιο δεν προβλέπει εξαγωγή παροχών σε είδος. Επιπλέον, θα ήταν κάτι το ακατανόητο, αν σε πρόσωπα που χρήζουν απολύτως ειδικής φροντίδας με κατοικία σε άλλο κράτος μέλος, απαγορευόταν η εξαγωγή μιας τέτοιας παροχής σε είδος, η οποία όμως θα έπρεπε διά της παρακαμπτηρίου της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών να εγκρίνεται σε περιπτώσεις προσωρινής διαμονής. Αν επομένως ένας πολίτης της Ένωσης αποφασίσει να αλλάξει τόπο διαμονής, προσωρινώς ή και διαρκώς, μεταβαίνοντας σε άλλο κράτος μέλος, τότε οφείλει να αποδεχθεί και τα αντίστοιχα μειονεκτήματα όπως ακριβώς τα συνδεόμενα με αυτό πλεονεκτήματα κατά τη χορήγηση των παροχών, όπως αυτά προκύπτουν από τον συνδυασμό των συντονισμένων, αν και όχι εναρμονισμένων, συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.
84.
Κατόπιν όλων αυτών, η γερμανική ρύθμιση, η οποία σκοπεί σε ένα υψηλό επίπεδο ποιότητας των υπηρεσιών λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως υπό συνεχή έλεγχο και χρησιμοποίηση ατόμων με ιδιαίτερα προσόντα, δικαιολογείται εν πάση περιπτώσει για λόγους προστασίας της υγείας. Είναι κατάλληλη για την εξασφάλιση του στόχου υψηλής ποιότητας περιθάλψεως των μη δυναμένων να αυτοεξυπηρετηθούν προσώπων, καθόσον οι υψηλότεροι συντελεστές παροχών εξακολουθούν να προβλέπονται μόνο για παρόχους υπηρεσιών, οι οποίοι υπάγονται πλήρως στο πρόγραμμα διασφαλίσεως ποιότητας του οικείου ταμείου ασφαλίσεως. Η ρύθμιση δεν μπορεί να επικριθεί ούτε ως προς την αναγκαιότητά της, εφόσον μάλιστα στον τομέα της προστασίας της υγείας ο νομοθέτης πρέπει να διαθέτει ευρύ πεδίο εκτιμήσεως ως προς το επιδιωκόμενο επίπεδο ποιότητας. Mutatis mutandis μπορεί εν προκειμένω να γίνει αναφορά στις μνημονευθείσες ανωτέρω, στις υποσημειώσεις 29 και 30, αποφάσεις για τα φαρμακεία. Η ρύθμιση φαίνεται, τέλος, σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, διότι έναντι, παραδείγματος χάριν, ενός δεσμευτικού συστήματος παροχών σε είδος του ταμείου ασφαλίσεως που καλύπτει τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως παρέχει τη δυνατότητα μεγαλύτερης ευελιξίας στα μη αυτοεξυπηρετούμενα πρόσωπα, τα οποία εξακολουθούν να έχουν την ευχέρεια να ζητούν ελεύθερα παροχές εκτός του συστήματος παροχών σε είδος και να χρησιμοποιούν προς τούτο το επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως.
85.
Λαμβανομένων αυτών υπόψη, δεν διακρίνεται κανένας ανεπίτρεπτος περιορισμός και, επομένως, καμία παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, οπότε το δεύτερο αίτημα της Επιτροπής δεν ευδοκιμεί.
86.
Στη συνέχεια, πρέπει να εξετασθεί το τρίτο αίτημα.
β) Μίσθωση ιατρικού εξοπλισμού σε περίπτωση προσωρινής διαμονής στο εξωτερικό υπό το πρίσμα του άρθρου 56 ΣΛΕΕ
87.
Πρέπει, πρώτον, να εξετασθεί αν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αποδίδει τις δαπάνες μισθώσεως ιατρικού εξοπλισμού σε περίπτωση προσωρινής διαμονής σε άλλο κράτος μέλος του μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου ή αποκλείει την απόδοση δαπανών με το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI, ακόμη και αν οι δαπάνες αυτές θα καλύπτονταν στη Γερμανία ή ο εν λόγω ιατρικός εξοπλισμός θα ετίθετο στη διάθεση του μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου και η απόδοση των δαπανών δεν θα συνεπαγόταν τον διπλασιασμό ή οποιαδήποτε άλλη αύξηση του ύψους των παροχών που χορηγούνται εντός της Γερμανίας. Δεύτερον, τίθεται το ζήτημα ενδεχόμενης δικαιολογήσεως.
i) Ύπαρξη περιορισμού
88.
Η διάθεση νοσηλευτικού βοηθήματος πρέπει επίσης να χαρακτηρισθεί ως παροχή σε είδος και, επομένως, να εκτιμηθεί με τα ίδια κριτήρια που αναλύθηκαν προηγουμένως σε σχέση με τις υπηρεσίες περιθάλψεως.
89.
Η βασική απόφαση του Γερμανού νομοθέτη στο πλαίσιο της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως είναι σαφής και ευκρινής: Εντός άλλου κράτους μέλους θα πρέπει να παράγει αποτελέσματα μέσω του επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, στη δε ημεδαπή υφίσταται κατ’ επιλογή η δυνατότητα χορηγήσεως επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως και παροχών σε είδος, που τελούν υπό αυστηρό έλεγχο ποιότητας στην περίπτωση επίσης του ιατρικού εξοπλισμού ( 51 ), οι οποίες προσδίδουν στη χορήγησή τους ένα ιδιάζον χαρακτηριστικό στοιχείο εντός της Γερμανίας. Αυτό ισχύει στην περίπτωση ιατρικού εξοπλισμού άνευ διακρίσεως για Γερμανούς και αλλοδαπούς παρέχοντες υπηρεσίες. Επιπλέον, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, οι ασφαλισμένοι που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος έχουν τη δυνατότητα, εφόσον το προβλέπει το δίκαιο του κράτους διαμονής, να κάνουν χρήση παροχών σε είδος, σύμφωνα με τον κανονισμό 1408/71 ή τον κανονισμό 883/2004, βάσει του δικαίου του και για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα.
90.
Επομένως, ανακύπτει το ζήτημα αν υφίσταται περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για τη μίσθωση ιατρικού εξοπλισμού εντός κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους όπως για τη χρήση υπηρεσιών περιθάλψεως: Στο ζήτημα, αν το διαθέτον επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο βρίσκεται εντός κράτους μέλους σε καλύτερη ή σε χειρότερη θέση σε σχέση με την υφιστάμενη στη Γερμανία κατάσταση κατά τη μίσθωση ιατρικού εξοπλισμού, η απάντηση δεν μπορεί εν προκειμένω να είναι όλως γενική, αλλά εξαρτάται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Το ίδιο ισχύει για το ζήτημα της υπάρξεως περιορισμού και πρέπει εδώ να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι το αίτημά της είναι ατελές από απόψεως ακρίβειας, διότι δεν καθιστά δυνατή μια επακριβή εκτίμηση όλων των νοητών συγκυριών.
91.
Θα μπορούσε όντως να θεωρηθεί ότι υφίσταται περιορισμός, αν το άρθρο 40 του SGB XI απέκλειε πλήρως προμηθευτές ιατρικού εξοπλισμού και, παραδείγματος χάριν, μπορούσαν να χρησιμοποιούνται μόνο προϊόντα που διατίθενται από ημεδαπούς προμηθευτές. Αυτό όμως ούτε προβλήθηκε από την Επιτροπή, ούτε αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, ούτε συνάγονται στοιχεία ως προς αυτό από το άρθρο 40 του SGB XI.
92.
Δεδομένου, επομένως, ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε τις αποδείξεις των οποίων φέρει το βάρος, το τρίτο αίτημα πρέπει να απορριφθεί γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο.
ii) Επικουρικώς: Ενδεχόμενοι δικαιολογητικοί λόγοι
93.
Καθόσον το Δικαστήριο, αποκλίνοντας από την ανωτέρω ανάλυσή μου, θα δεχόταν ότι υφίσταται περιορισμός, θα ετίθετο σε δεύτερο στάδιο το ζήτημα της δικαιολογήσεως του περιορισμού, το οποίο, χάριν πληρότητας, πρέπει να εξετασθεί στη συνέχεια με την απαιτούμενη συντομία.
94.
Όσον αφορά επίσης τον ιατρικό εξοπλισμό, πρέπει να γίνει αναφορά στην απόφαση Chamier-Glisczinski, η οποία, επισημαίνοντας τελικώς την έλλειψη εναρμονίσεως του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν δέχθηκε την ύπαρξη αξιώσεως εξαγωγής παροχών σε είδος της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, και να επισημανθεί ότι η γερμανική ρύθμιση για τον ιατρικό εξοπλισμό, αν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, θα ήταν δικαιολογημένη σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτεθείσες συνοπτικώς σκέψεις.
95.
Κατ’ ακολουθία, αφού δεν διαπιστώνεται καμία παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, τελικώς ούτε το τρίτο αίτημα ευδοκιμεί.
Ε — Σύνοψη και επιδίκαση των δικαστικών εξόδων
96.
Δεδομένου ότι κανένα από τα αιτήματα της Επιτροπή δεν μπορεί να γίνει δεκτό, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
97.
Δεν φαίνεται όμως εύλογο να καταδικασθεί η Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, σύμφωνα με το αίτημα της αντιδίκου. Πράγματι, αν η Επιτροπή είχε εμμείνει στο πρώτο αίτημα της προσφυγής της, αυτό θα έπρεπε να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της αιτιολογημένης γνώμης το άρθρο 34 του SGB XI δεν ήταν σε αρμονία, ως προς το επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, με την απόφαση Molenaar και κατά τούτο θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι υφίστατο παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ λόγω μη χορηγήσεως του επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως εντός άλλου κράτους μέλους.
98.
Κατά συνέπεια, φαίνεται εύλογο, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δύο τρίτα και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στο ένα τρίτο των δικαστικών εξόδων.
VII – Πρόταση
99.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δύο τρίτα των εξόδων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και τα δύο τρίτα των δικών της εξόδων. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φέρει το ένα τρίτο των εξόδων της Επιτροπής και το ένα τρίτο των δικών της εξόδων.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαρτίου 1998, C-160/96, Molenaar (Συλλογή 1998, σ. I-843).
( 3 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 2009, C-208/07, von Chamier-Glisczinski (Συλλογή 2009, σ. I-6095).
( 4 ) Elftes Buch Sozialgesetzbuch - Soziale Pflegeversicherung (άρθρο 1 του νόμου της 26ης Μαΐου 1994, BGBl. I, σ. 1014), το οποίο τροποποιήθηκε εσχάτως με το άρθρο 4 του νόμου της 22ας Δεκεμβρίου 2011 (BGBl. I, σ. 2983).
( 5 ) Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Ιουνίου 2011, C-388/09, da Silva Martins (Συλλογή 2011, σ. I-5737, σκέψεις 38 και 42). Χάριν πληρότητας, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η κοινωνική ασφάλιση κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως κατ’ αρχήν δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2011/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2011, περί εφαρμογής των δικαιωμάτων των ασθενών στο πλαίσιο της διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης (ΕΕ L 88, σ. 45), η οποία πρέπει να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο έως τις 25 Οκτωβρίου 2013. Πράγματι, η οδηγία αυτή, κατά τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική της σκέψη και το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, αυτής, δεν εφαρμόζεται σε «υπηρεσίες στον τομέα της μακροχρόνιας περίθαλψης σκοπός των οποίων είναι η στήριξη ατόμων που χρήζουν βοηθείας κατά την εκτέλεση των συνήθων καθημερινών εργασιών». Επιπροσθέτως, η εν λόγω οδηγία δε έχει σχέση, ούτε ratione temporis, με την παρούσα διαδικασία. Πράγματι, λόγω της προθεσμίας των δύο μηνών, που τέθηκε στην καθής στις 23 Νοεμβρίου 2009 με την αιτιολογημένη γνώμη, ως βάση πρέπει να ληφθεί η νομική κατάσταση που υφίστατο στις 23 Ιανουαρίου 2010 και, επομένως, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η οδηγία που άρχισε να ισχύει μόλις το 2011.
( 6 ) Για τα αποκαλούμενα Κέντρα Άνοιας στην Ταϊλάνδη έχει γράψει πρόσφατα το SPIEGEL online στο .
( 7 ) Ως προς την εύπλαστη έννοια της εξαγωγής των παροχών, βλ. την Κοινή Εγκύκλιο των ομοσπονδιών των ταμείων ασφαλίσεως για παροχές της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως σε περίπτωση διαμονής στην αλλοδαπή της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, αριθ. 1.2, που διατίθεται στο Διαδίκτυο στην ιστοσελίδα , καθώς και Bassen, A., «Export von Sachleistungen der Pflegeversicherung nach der Entscheidung des EuGH in der Rechtssache von Chamier-Glisczinski», NZS 2010, σ. 479 επ.
( 8 ) Απόφαση Molenaar (σκέψεις 36 έως 39).
( 9 ) Βλ., επιπλέον, αναλυτικότερα ως προς το ζήτημα της αναλήψεως των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος του τρίτου προσώπου, το οποίο παρέχει κατ’ οίκον περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο, την απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 2004, C-502/01 και C-31/02, Gaumain-Cerri και Barth (Συλλογή 2004, σ. I-6483, σκέψη 36).
( 10 ) Απόφαση Chamier-Glisczinski, σκέψεις 24 έως 28, 63 έως 65, 83 έως 88, καθώς και σημείο 2 του διατακτικού.
( 11 ) Απόφαση Chamier-Glisczinski (σκέψη 65).
( 12 ) Απόφαση Chamier-Glisczinski (σκέψεις 84 και 85).
( 13 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73, όπως τροποποιήθηκε εσχάτως με τον κανονισμό (ΕΚ) 592/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 (ΕΕ L 177, σ. 1).
( 14 ) ΕΕ L 166, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε εσχάτως με τον κανονισμό (ΕΕ) 1244/2010 της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 2010 (ΕΕ L 338, σ. 35).
( 15 ) Βλ. το άρθρο 91 του εν λόγω κανονισμού.
( 16 ) Προστέθηκε με το άρθρο 7 του νόμου της 22ας Ιουνίου 2011 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στην Ευρώπη και για την τροποποίηση άλλων νόμων (BGBl. I, σ. 1202). Προς αιτιολόγηση του τροποποιητικού νόμου, το Deutscher Bundestag [η γερμανική Βουλή] παρέπεμψε ρητώς με το έγγραφο 17/4978 στην απόφαση Molenaar και στο ότι εφεξής «η διατύπωση του άρθρου 34 του SGB XI συνάδει προς τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου.»
( 17 ) Η διάταξη αυτή ρυθμίζει την κατάργηση μιας διοικητικής πράξεως διαρκούς χρονικής ισχύος σε περίπτωση μεταβολής των συνθηκών.
( 18 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 1998, C-158/96, Kohll (Συλλογή 1998, σ. I-1931).
( 19 ) Άρθρο 37 του SGB XI.
( 20 ) Άρθρο 36 του SGB XI.
( 21 ) Άρθρο 40 του SGB XI.
( 22 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουνίου 2010, C-211/08, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2010, σ. I-5267, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 23 ) Βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 31ης Ιανουαρίου 1984, 286/82 και 26/83, Luisi και Carbone (Συλλογή 1984, σ. 377, σκέψη 16), της 28ης Απριλίου 1998, C-120/95, Decker (Συλλογή 1998, σ. I-1831, σκέψη 27), Kohll (σκέψη 20), και Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 45, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 24 ) Ως προς τη δυνατότητα παροχής ευρύτερης κοινωνικής προστασίας από τα κράτη μέλη, βλ. την απόφαση Chamier-Glisczinski (σκέψη 56).
( 25 ) Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 2001, C-368/98, Vanbraekel κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-5363, σκέψεις 42, 45, 51 έως 53). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του ερωτήματος σε ποια έκταση πρέπει να αποδίδονται στον ασφαλισμένο τα έξοδα για νοσηλεία σε νοσοκομείο εντός άλλου κράτους μέλους, αξιολόγησε το «γεγονός ότι σε ένα πρόσωπο που έχει κοινωνική ασφάλιση παρέχεται χαμηλότερο επίπεδο καλύψεως των εξόδων όταν νοσηλεύεται σε άλλο κράτος μέλος απ’ ό,τι όταν υποβάλλεται στην ίδια θεραπεία στο κράτος μέλος ασφαλίσεως» ως εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
( 26 ) Βλ., για μια σύντομη επισκόπηση των διαφόρων απόψεων που έχουν διατυπωθεί στο παρόν στάδιο της επιστημονικής έρευνας, Bassen, σ. 480, ιδίως υποσημειώσεις 12 και 13.
( 27 ) Βλ. το άρθρο 168, παράγραφος 7, ΣΛΕΕ.
( 28 ) Βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 2006, C-372/04, Watts (Συλλογή 2006, σ. I-4325, σκέψη 92 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 53).
( 29 ) Βλ., σχετικώς, σε συνάρτηση με τον εφοδιασμό με φάρμακα, την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C-141/07, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2008, σ. I-6935, σκέψεις 22 έως 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 30 ) Βλ., σχετικώς, την απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Μαΐου 2009, C-171/07 και C-172/07, Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. I-4171, σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 31 ) Απόφαση Apothekerkammer des Saarlandes (σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 32 ) Εντούτοις, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών μπορεί να επιβάλει σε μεμονωμένες περιπτώσεις να αναλαμβάνονται επίσης τα έξοδα νοσηλείας στο εξωτερικό, όταν το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους καταγωγής ρητώς δεν δέχεται απόδοση εξόδων για ορισμένα είδη νοσηλείας στο εξωτερικό. Βλ., σχετικώς, την απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Απριλίου 2007, C-444/05, Σταματελάκη (Συλλογή 2007, σ. I-3185).
( 33 ) Βλ. τις σκέψεις 75 έως 77 της αποφάσεως αυτής.
( 34 ) Βλ., σχετικώς, την απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψεις 47 έως 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 35 ) Βλ., σχετικώς, την απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 36 ) Αποφάσεις Kohll, σκέψη 33, της 12ης Ιουλίου 2001, C-157/99, Smits και Peerbooms (Συλλογή 2001, σ. I-5473, σκέψη 61), και Σταματελάκη (σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 37 ) Στην πράξη, λαμβανομένων υπόψη των υψηλών εξόδων που προκαλεί ένας τέτοιος συνοδός και τα οποία μπορεί να φέρει το ταμείο ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αυτοεξυπηρετήσεως όχι εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο στο πλαίσιο των εκάστοτε συντελεστών, σπάνια θα μπορούσε να εμφανίζεται αυτή η παραλλαγή.
( 38 ) Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-55/94, Gebhard (Συλλογή 1995, σ. I-4165, σκέψη 37).
( 39 ) Αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 2009, C-246/08, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Συλλογή 2009, σ. I-10605, σκέψη 52), της 6ης Οκτωβρίου 2009, C-438/07, Επιτροπή κατά Σουηδίας (Συλλογή 2009, σ. I-9517, σκέψη 49), και της 6ης Δεκεμβρίου 2007, C-401/06, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2007, σ. I-10609, σκέψη 27).
( 40 ) Βλ., απλώς, την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 272/86, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1988, σ. 4875, σκέψη 21).
( 41 ) Βλ., σχετικώς, το άρθρο 62 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 52 ΣΛΕΕ, και την απόφαση Kohll (σκέψη 51, καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 42 ) Βλ., σχετικώς, την απόφαση Apothekerkammer des Saarlandes (σκέψεις 25 έως 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 43 ) Έτσι στο σημείο 45 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 44 ) Με εξαίρεση τη σχεδόν άνευ σημασίας στην πράξη συγκυρία της συνοδείας από το πρόσωπο που του παρέχει περίθαλψη, βλ. το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI.
( 45 ) Βλ. τις σκέψεις 84 και 85 της αποφάσεως αυτής.
( 46 ) Βλ., σχετικώς, το υπόμνημα αντικρούσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σ. 15 έως 17.
( 47 ) Βλ. για περισσότερες λεπτομέρειες, παραδείγματος χάριν, την προσαρτημένη στην προσφυγή ως παράρτημα 4 ανακοίνωση της Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως της 17ης Δεκεμβρίου 2008, σ. 3 έως 7. Οι προδιαγραφές ποιότητας των φορέων περιθάλψεως, που έχουν σημασία για τη σύναψη συμβάσεως παροχής περιθάλψεως, συνάγονται από τα άρθρα 71 και 72 του SGB XI.
( 48 ) Και οι λαμβάνοντες επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως έχουν εντούτοις, κατά το άρθρο 37, παράγραφος 3, του SGB XI, υποχρέωση να επισκέπτονται γιατρό και υπόκεινται σε ποιοτικό έλεγχο κατά τακτά χρονικά διαστήματα από εγκεκριμένο φορέα παροχής περιθάλψεως.
( 49 ) Απόφαση Vanbraekel, σκέψη 45· η υπογράμμιση δική μου.
( 50 ) Έτσι η μνημονευθείσα στην υποσημείωση 47 ανακοίνωση της Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως της 17ης Δεκεμβρίου 2008, σ. 3.
( 51 ) Το άρθρο 40, παράγραφος 1, του SGB XI προβλέπει τυπική διαδικασία με συμμετοχή του ταμείου ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως.
Full & Egal Universal Law Academy