ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 26ης Απριλίου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-619/10
Trade Agency Ltd
κατά
Seramico Investments Ltd
[αίτηση του Augstākās tiesas Senāts (Λεττονία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 — Αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων — Λόγοι απαραδέκτου — Άρθρο 34 του κανονισμού 44/2001 — Βεβαίωση κατά την έννοια του άρθρου 54 του κανονισμού 44/2001 — Επίδοση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης — Ερημοδικήσας εναγόμενος — Δημόσια τάξη — Αποφάσεις εκδοθείσες δίχως εξέταση της ουσίας και δίχως αιτιολογία — Δικαίωμα για δίκαιη δίκη»
I – Εισαγωγή
1.
Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του ανωτάτου δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Λεττονίας έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 34, σημεία 1 και 2, καθώς και του άρθρου 54 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( 2 ).
2.
Κατά το άρθρο 34, σημείο 2, του κανονισμού, επιτρέπεται η άρνηση αναγνωρίσεως ή κηρύξεως ως εκτελεστής αποφάσεως εκδοθείσας ερήμην του εναγομένου, αν το δικόγραφο της αγωγής δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί σε αυτόν εγκαίρως και κατά τρόπο που να του παρέχει τη δυνατότητα να αμυνθεί. Το άρθρο 54 του κανονισμού προβλέπει την έκδοση, εκ μέρους του κράτους μέλους εκδόσεως της αποφάσεως, βεβαιώσεως για τα βασικά δεδομένα της δίκης. Η εν λόγω βεβαίωση προσκομίζεται μαζί με την αίτηση κηρύξεως της εκτελεστότητας αποφάσεως. Μεταξύ των στοιχείων που αναγράφονται στη βεβαίωση είναι και η ημερομηνία επιδόσεως του δικογράφου της αγωγής. Ενόψει των ανωτέρω, τίθεται στην προκείμενη υπόθεση το ζήτημα της εκτάσεως της εξουσίας του δικαστηρίου του κράτους εκτελέσεως να ελέγξει την επίδοση του δικογράφου της αγωγής: Δύναται το δικαστήριο αυτό, μολονότι στη βεβαίωση αναφέρεται η ημερομηνία επιδόσεως, να προβεί σε έλεγχο της επιδόσεως του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή αναπτύσσει η βεβαίωση εν προκειμένω δεσμευτικό αποτέλεσμα;
3.
Ο λόγος αρνήσεως του άρθρου 34, σημείο 2, δεν ισχύει όταν ο εναγόμενος, καίτοι είχε τη δυνατότητα να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της ερήμην αποφάσεως στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως, δεν το έπραξε. Η παρούσα υπόθεση δίνει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να εξειδικεύσει περαιτέρω τη νομολογία του σχετικά με τον χρόνο κατά τον οποίο ο εναγόμενος οφείλει να ασκήσει ένδικα μέσα στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως. Πρέπει να διευκρινισθεί εάν ο εναγόμενος έχει την εν λόγω υποχρέωση και στην περίπτωση κοινοποίησης για πρώτη φορά της εις βάρος του εκδοθείσας αποφάσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως.
4.
Τέλος, η παρούσα υπόθεση αφορά και στον δημοσίας τάξεως κανόνα του άρθρου 34, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν συμβιβάζεται με το κατοχυρωμένο στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 3 ) δικαίωμα του εναγομένου για δίκαιη δίκη το γεγονός ότι η ερήμην απόφαση εκδόθηκε από το αρμόδιο δικαστήριο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως χωρίς προηγούμενη εξέταση του ουσία βάσιμου της αγωγής και δεν περιέχει περαιτέρω αιτιολογία.
II – Το νομοθετικό πλαίσιο
5.
Το άρθρο 34 του κανονισμού 44/2001, το οποίο ρυθμίζει τους λόγους που εμποδίζουν την αναγνώριση, ορίζει τα εξής:
«Απόφαση δεν αναγνωρίζεται:
1.
αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως·
2.
αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως ενώ μπορούσε να το πράξει· […]»
6.
Το άρθρο 54 αφορά τη βεβαίωση που εκδίδει το δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως:
«Το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκδόσεως της αποφάσεως εκδίδει κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου διαδίκου βεβαίωση, σύμφωνα με το υπόδειγμα εντύπου που επισυνάπτεται στο παράρτημα V του κανονισμού».
7.
Υπόδειγμα για τη βεβαίωση που εκδίδεται κατά το άρθρο 54 περιέχεται στο παράρτημα V:
«Βεβαίωση δυνάμει των άρθρων 54 και 58 του κανονισμού για αποφάσεις και δικαστικούς συμβιβασμούς […]
4.4. Ημερομηνία επιδόσεως του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου σε περίπτωση που η απόφαση εξεδόθη ερήμην […]».
III – Τα πραγματικά περιστατικά
8.
Η εταιρία Seramico Investments Limited (στο εξής: Seramico) άσκησε ενώπιον του αγγλικού High Court αγωγή κατά της εταιρίας Trade Agency Limited (στο εξής: Trade Agency) και μιας ακόμη εναγoμένης, ζητώντας την καταβολή ποσού 289122,10 GBP.
9.
Η Trade Agency δεν απέκρουσε την αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου και το High Court of Justice, Queen’s Bench Division, εξέδωσε στις 8 Οκτωβρίου 2009 ερήμην απόφαση, με την οποία η Trade Agency καταδικάστηκε στην καταβολή συνολικού ποσού 293582,98 GBP. Η αιτιολογία της αποφάσεως είχε ως εξής: «Δεν απάντησε στο δικόγραφο της αγωγής που της κοινοποιήθηκε. Για τον λόγο αυτόν, υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα 289122,10 GBP λόγω οφειλής, νομιμοτόκως έως την ημερομηνία της παρούσας αποφάσεως, καθώς και 130 GBP ως δικαστικά έξοδα. Συνολικώς, υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα 293130,00 GBP».
10.
Όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, στην εκδοθείσα κατά το άρθρο 54 του κανονισμού 44/2001 βεβαίωση του αγγλικού High Court αναγράφεται: «Ειδοποίηση σχετικά με την αγωγή επιδόθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2009».
11.
Στις 28 Οκτωβρίου 2009, η Seramico κατέθεσε ενώπιον του Latvijas Republikas Rīgas pilsētas Ziemeļu rajona tiesa αίτηση για την κήρυξη της εκτελεστότητας της αποφάσεως του High Court στη Λεττονία. Στην αίτηση επισυναπτόταν αντίγραφο της εν λόγω αποφάσεως και της προβλεπομένης στο άρθρο 54 του κανονισμού 44/2001 βεβαιώσεως. Η απόφαση κηρύχθηκε εκτελεστή κατά τα αιτούμενα στις 5 Νοεμβρίου 2009. Το ένδικο μέσο που άσκησε η Trade Agency κατά της αποφάσεως κηρύξεως της εκτελεστότητας απορρίφθηκε από το Rīgas apgabaltiesas Civillietu tiesas kolēģija με απόφαση της 3ης Μαρτίου 2010.
12.
Ήδη, η Trade Agency έχει ασκήσει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Augstākās tiesas Senāts, ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως του εφετείου της 3ης Μαρτίου 2010, στο οποίο ισχυρίζεται ότι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας που διεξήχθη στο Ηνωμένο Βασίλειο εθίγη το δικαίωμά της για δίκαιη δίκη, το γεγονός δε αυτό συνιστά λόγο μη κηρύξεως της εκτελεστότητας της αποφάσεως του High Court στη Λεττονία.
IV – Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
13.
Για τον λόγο αυτόν, το προμνησθέν δικαστήριο ανέστειλε τη δίκη και υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
«1)
Όταν σε απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου επισυνάπτεται η προβλεπόμενη στο άρθρο 54 του κανονισμού 44/2001 βεβαίωση, αλλά, παρ’ όλα αυτά, ο εναγόμενος αμφισβητεί ότι η ασκηθείσα αγωγή του κοινοποιήθηκε στο κράτος προελεύσεως της αποφάσεως, είναι το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως αρμόδιο για να διεξαγάγει, στο πλαίσιο της εξετάσεως του λόγου μη αναγνωρίσεως της αποφάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 34, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001, αποδείξεις σχετικά με την ορθότητα των πληροφοριών που περιλαμβάνει η βεβαίωση αυτή; Συνάδει μια τόσο ευρεία αρμοδιότητα του δικαστηρίου του κράτους εκτελέσεως με την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην απονομή της δικαιοσύνης, η οποία διατυπώνεται στη δέκατη έκτη και τη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001;
2)
Συνάδει με το άρθρο 47 του Χάρτη και με το δι’ αυτού κατοχυρούμενο δικαίωμα του εναγομένου για δίκαιη δίκη η έκδοση ερήμην αποφάσεως επί της ουσίας ορισμένης διαφοράς χωρίς να έχει προηγηθεί εξέταση του αντικειμένου ή της βάσεως της αγωγής, η δε απόφαση ουδεμία περιέχει αναφορά στο ουσία βάσιμο της αγωγής;»
14.
Στη γραπτή διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου μετείχαν, εκτός από τις Seramico και Trade Agency, και η Γερμανική, η Γαλλική, η Ιρλανδική, η Ιταλική, η Λεττονική, η Λιθουανική, η Ολλανδική, η Πολωνική, η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
15.
Στις 8 Φεβρουαρίου 2012, έλαβε χώρα η επ’ ακροατήριου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, στην οποία παρέστησαν η Trade Agency, η Γερμανική, η Γαλλική, η Ιρλανδική, η Λεττονική, η Πολωνική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή.
V – Εκτίμηση
Α — Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
16.
Κατά το άρθρο 34, σημείο 2, η απόφαση δεν αναγνωρίζεται αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν στην περίπτωση που έχει υποβληθεί βεβαίωση του άρθρου 54 του κανονισμού, στην οποία αναγράφεται η ημερομηνία επιδόσεως του δικογράφου της αγωγής, δεν επιτρέπεται η αμφισβήτηση της επιδόσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτελέσεως.
17.
Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο 34, σημείο 2, ορίζει επίσης ότι ο συγκεκριμένος λόγος αρνήσεως δεν ισχύει, εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως στο κράτος εκδόσεως ενώ μπορούσε να το πράξει.
18.
Στη συνέχεια θα εξετάσω, καταρχάς, την έκταση της εξουσίας του δικαστηρίου εκτελέσεως να ελέγξει την επίδοση του δικογράφου της αγωγής στο πλαίσιο του άρθρου 34, σημείο 2, (υπό 1). Ακολούθως, θα αναφερθώ στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αποκλείεται η επίκληση του συγκεκριμένου λόγου αρνήσεως λόγω μη ασκήσεως ενδίκου μέσου στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως (υπό 2).
1. Έκταση της εξουσίας ελέγχου όσον αφορά την επίδοση
19.
Προτού στραφώ στην εξέταση του ζητήματος που αφορά στην έκταση της εξουσίας ελέγχου σε περίπτωση που έχει εκδοθεί η βεβαίωση του άρθρου 54, θα περιγράψω εν συντομία τη διαδικασία κηρύξεως της εκτελεστότητας με βάση τον κανονισμό 44/2001, καθόσον δεν είναι δυνατή η τελολογική ιδίως ερμηνεία του άρθρου 34, σημείο 2, εκτός του πλαισίου του συστήματος που καθιερώνει ο εν λόγω κανονισμός.
α) Το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός
20.
Η διαδικασία κηρύξεως της εκτελεστότητας αποφάσεως κατά τον κανονισμό 44/2001 περιλαμβάνει δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο η εκτελεστότητα κηρύσσεται σχεδόν αυτομάτως κατόπιν απλής τυπικής εξετάσεως των υποβαλλόμενων εγγράφων ( 4 ). Ειδικότερα, για τον σκοπό αυτόν, απαιτείται η υποβολή αντιγράφου της δικαστικής αποφάσεως που να συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας καθώς και της βεβαιώσεως του άρθρου 54, υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπει το άρθρο 55 του κανονισμού.
21.
Η εξέταση των λόγων αρνήσεως είναι δυνατή το πρώτον στο δεύτερο στάδιο. Κατά το άρθρο 43 του κανονισμού, ο οφειλέτης δύναται να προσβάλει την κήρυξη της εκτελεστότητας με ένδικο μέσο. Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται του ενδίκου μέσου μπορεί στην περίπτωση αυτή να ανακαλέσει την κήρυξη της εκτελεστότητας δυνάμει του άρθρου 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, αποκλειστικά για τους λόγους αρνήσεως αναγνωρίσεως που προβλέπονται στα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού.
22.
Από την υποβληθείσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει με βεβαιότητα αν στην κύρια δίκη έλαβε χώρα διασυνοριακή ή μη διασυνοριακή επίδοση της αγωγής. Το γεγονός αυτό, εντούτοις, δεν επηρεάζει την εφαρμογή του άρθρου 34, σημείο 2, το οποίο εφαρμόζεται σε αμφότερες τις περιπτώσεις ( 5 ).
β) Ερμηνεία του άρθρου 34, σημείο 2 και του άρθρου 54 του κανονισμού 44/2001
23.
Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά, κατ’ ουσίαν, την έκταση του ελέγχου στον οποίο δύναται να προβεί το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως. Έχει το δικαστήριο αυτό την εξουσία να προβεί, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η βεβαίωση του άρθρου 54 αναγράφει συγκεκριμένη ημερομηνία επιδόσεως, σε έλεγχο της επιδόσεως του εγγράφου και, μάλιστα, να αποφανθεί ότι δεν έγινε επίδοση;
24.
Υπέρ της υπάρξεως εκτενούς εξουσίας προς εξέταση συνηγορεί το γράμμα του άρθρου 34, σημείο 2, κατά το οποίο η απόφαση δεν αναγνωρίζεται, αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί ο εναγόμενος.
25.
Σε σχέση με τη Σύμβαση των Βρυξελλών, το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι αυτή εξασφαλίζει στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων του, για τον σκοπό δε αυτόν, ο έλεγχος της νομότυπης επιδόσεως του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου ανατέθηκε ταυτόχρονα στον δικαστή του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως και στον δικαστή του κράτους της εκτελέσεως ( 6 ).
26.
Τη σημασία των δικαιωμάτων άμυνας του εναγομένου υπογράμμισε το Δικαστήριο εκ νέου στην υπόθεση ASML σχετικά με το άρθρο 34, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Δικαστηρίου, το δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει σχετικά με την αναγνώριση και την κήρυξη της εκτελεστότητας μιας αποφάσεως δύναται στο πλαίσιο του άρθρου 34, σημείο 2, να επανεξετάσει το ζήτημα της επιδόσεως. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι και υπό το σύστημα που καθιέρωσε ο κανονισμός, η τήρηση των δικαιωμάτων άμυνας του ερημοδικήσαντος εναγομένου διασφαλίζεται με διπλό έλεγχο ( 7 ). Το Δικαστήριο στήριξε ρητώς τη διαπίστωση αυτή στο επιχείρημα ότι, κατά το άρθρο 26, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001, σε συνδυασμό με το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1348/2000 ( 8 ), στις διασυνοριακές επιδόσεις το δικαστήριο που εκδίδει την απόφαση υποχρεούται ήδη να ελέγξει αν η επίδοση του δικογράφου της αγωγής έγινε εγκαίρως και κατά τρόπο ώστε ο εναγόμενος να έχει τη δυνατότητα να αμυνθεί.
27.
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση αμφισβητεί την άποψη ότι οι εκτιμήσεις του Δικαστηρίου στην απόφαση ASML μπορούν να ισχύσουν και στην παρούσα υπόθεση. Επισημαίνει ότι από την απόφαση ASML δεν προκύπτει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε υποβληθεί βεβαίωση. Υποστηρίζει εξάλλου ότι, εφόσον υπάρχει βεβαίωση, ο διπλός έλεγχος της επιδόσεως αποκλείεται.
28.
Πράγματι, η απόφαση ASML δεν περιέχει ρητή αναφορά σε βεβαίωση. Μολονότι η πιθανότητα να είχε εκδοθεί βεβαίωση του άρθρου 54 ήταν πολύ ισχυρή, καθόσον ο κανονισμός 44/2001 καθιέρωνε σχετική υποχρέωση, η απόφαση δεν την μνημονεύει. Πάντως, όπως θα αναλύσω στη συνέχεια, το σκεπτικό του Δικαστηρίου για τον διπλό έλεγχο της επιδόσεως ισχύει και στην περίπτωση που υπάρχει βεβαίωση.
i) Γραμματική και συστηματική ερμηνεία του κανονισμού
29.
Κατά το άρθρο 54, το δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως εκδίδει, κατόπιν αιτήσεως, βεβαίωση, σύμφωνα με το υπόδειγμα εντύπου που επισυνάπτεται στο παράρτημα V του κανονισμού 44/2001. Όπως προκύπτει από το παράρτημα V, στη βεβαίωση πρέπει να αναγράφεται υπό το σημείο 4.4 η ημερομηνία επιδόσεως του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου σε περίπτωση που η απόφαση εξεδόθη ερήμην. Σύμφωνα με το άρθρο 53, παράγραφος 2, η βεβαίωση προσκομίζεται μαζί με την αίτηση κηρύξεως της εκτελεστότητας ( 9 ).
30.
Από το γράμμα του κανονισμού δεν προκύπτει ότι οι σχετικές με την επίδοση του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου πληροφορίες που αναγράφονται στη βεβαίωση αναπτύσσουν δεσμευτικό αποτέλεσμα στο πλαίσιο του ενδίκου μέσου που ασκείται κατά της κηρύξεως της εκτελεστότητας.
31.
Σε άλλα σημεία του ο κανονισμός ρητώς προβλέπει ότι το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως δεν έχει εξουσία επανεξετάσεως ορισμένων πραγματικών στοιχείων. Για παράδειγμα, στο άρθρο 35, παράγραφος 2, ορίζεται ότι κατά τον έλεγχο των βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας που αναφέρονται στο άρθρο 35, παράγραφος 1, το δικαστήριο αυτό δεσμεύεται από τις πραγματικές διαπιστώσεις στις οποίες το δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως έχει θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του. Επίσης, κατά το άρθρο 36 του κανονισμού, αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως.
32.
Εφόσον επιλογή του κανονισμού είναι να εξαιρεί ρητώς ορισμένα πραγματικά στοιχεία από την επανεξέτασή τους από το δικαστήριο της εκτελέσεως, συνάγεται ότι ο κανονισμός αναγνωρίζει κατά τα λοιπά στο δικαστήριο της εκτελέσεως το δικαίωμα να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των προϋποθέσεων επιμέρους διατάξεων. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση του άρθρου 34, παράγραφος 2.
33.
Στο πλαίσιο της συστηματικής ερμηνείας πρέπει να εξεταστεί και η διαφορά μεταξύ της βεβαιώσεως του άρθρου 54 του κανονισμού 44/2001 και της βεβαιώσεως του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ( 10 ). Στο άρθρο 41, παράγραφος 2 και στο άρθρο 42, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού προβλέπεται επίσης βεβαίωση που προσκομίζεται μαζί με την προς εκτέλεση απόφαση. Για τη βεβαίωση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως δεν έχει την εξουσία να επανεξετάσει τις πληροφορίες που περιέχει ( 11 ).
34.
Ωστόσο, οι δύο κανονισμοί και οι διατάξεις τους που αφορούν στην έκδοση βεβαιώσεως διαφέρουν μεταξύ τους τόσο πολύ, ώστε να μην επιτρέπουν την εξαγωγή παράλληλων συμπερασμάτων σχετικά με το δεσμευτικό αποτέλεσμα της βεβαιώσεως. Ο κανονισμός 2201/2003 εγκαθιδρύει ένα σύστημα με το οποίο αναγνωρίζονται και εκτελούνται αυτομάτως σε όλα τα κράτη μέλη οι αποφάσεις για το δικαίωμα επικοινωνίας και την επιστροφή τέκνου για τις οποίες έχει εκδοθεί στο κράτος μέλος εκδόσεώς τους βεβαίωση που πληροί τους όρους του κανονισμού αυτού, χωρίς να απαιτείται διαδικασία εκτελέσεως και χωρίς να παρέχεται δυνατότητα εναντιώσεως στην αναγνώριση ( 12 ). Ως εκ τούτου, και ο έλεγχος της βεβαιώσεως μπορεί να γίνει μόνο στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως.
35.
Σε αντίθεση με τον κανονισμό 2201/2003, ο κανονισμός 44/2001 δεν καταργεί τη διαδικασία εκτελέσεως. Σημαντικές διαφορές παρουσιάζει όμως και η διαδικασία εκδόσεως της βεβαιώσεως. Ειδικότερα, η προβλεπόμενη κατά τον κανονισμό 2201/2003 βεβαίωση εκδίδεται υποχρεωτικά από δικαστήριο, ενώ η βεβαίωση του άρθρου 54 του κανονισμού 44/2001 συνοψίζει απλώς υφιστάμενες πληροφορίες και δεν συντάσσεται απαραίτητα από δικαστή. Επίσης, μόνον ο κανονισμός 2201/2003 προβλέπει στο άρθρο 43 το ειδικό ένδικο βοήθημα που αποσκοπεί στη διόρθωση της βεβαιώσεως. Τέλος, η δυνατότητα επανεξετάσεως του ζητήματος της επιδόσεως κατά το άρθρο 34, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 παρέχεται μόνον εφόσον στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως δεν προβλέπεται ένδικο βοήθημα.
36.
Με βάση τα ανωτέρω, η σύγκριση με τον κανονισμό 2201/2003 δεν συνηγορεί υπέρ του δεσμευτικού αποτελέσματος της βεβαιώσεως του άρθρου 54 του κανονισμού 44/2001.
ii) Τελολογική ερμηνεία του κανονισμού
37.
Επιχείρημα κατά της δυνατότητας του δικαστηρίου του κράτους εκτελέσεως για πλήρη επανεξέταση της επιδόσεως του δικογράφου της αγωγής δεν μπορεί, επίσης, να αντληθεί από τους λόγους για τους οποίους καθιερώθηκε η βεβαίωση του άρθρου 54 του κανονισμού.
38.
Όπως προκύπτει από το ιστορικό της θεσπίσεως του κανονισμού, σκοπός της καθιερώσεως της βεβαιώσεως ήταν η μείωση των διαδικαστικών διατυπώσεων που βαρύνουν τον αιτούντα. Αντί, όπως συνέβαινε υπό το προηγούμενο καθεστώς, να είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει διάφορα έγγραφα από τα οποία προκύπτουν οι απαιτούμενες πληροφορίες, οφείλει πλέον να προσκομίσει μόνο τη βεβαίωση στην οποία συνοψίζονται οι πληροφορίες αυτές ( 13 ).
39.
Συνεπώς, σκοπός της βεβαιώσεως είναι να καταστήσει την αναγνώριση και την κήρυξη της εκτελεστότητας, στο πρώτο στάδιο της διαδικασίας, απλούστερες και αποτελεσματικότερες. Η βεβαίωση καθιστά, άλλωστε, περιττή και τη μετάφραση, καθώς το έντυπο και οι πληροφορίες που αναγράφονται στα επιμέρους σημεία είναι ενιαία σε όλες τις γλώσσες.
40.
Στο πλαίσιο αυτό, το περιεχόμενο της βεβαιώσεως αντικατοπτρίζει κατ’ ουσίαν την έκταση της εξουσίας του δικαστηρίου του κράτους εκτελέσεως να προβαίνει σε έλεγχο των στοιχείων στο πρώτο στάδιο της διαδικασίας εκτελέσεως. Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στη βεβαίωση επιτρέπουν τον ταχύ έλεγχο των προϋποθέσεων της κηρύξεως της εκτελεστότητας. Έτσι, για παράδειγμα, είναι απλό να ελεγχθεί με βάση τη βεβαίωση αν οι διάδικοι της κύριας δίκης είναι οι ίδιοι με τους διαδίκους της διαδικασίας εκτελέσεως και, προπάντων, αν υφίσταται τυπικώς απόφαση η οποία να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Συνεπώς, η βεβαίωση του άρθρου 54 αποσκοπεί καταρχάς στην απλοποίηση της διαδικασίας κατά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας εκτελέσεως.
41.
Μολονότι, στο πρώτο στάδιο της διαδικασίας, η ημερομηνία επιδόσεως του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου είναι αδιάφορη, καθόσον ο λόγος αρνήσεως του άρθρου 34, παράγραφος 2, που αφορά στη μη εμπρόθεσμη επίδοση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης, δύναται να ελεγχθεί το πρώτον κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας εκτελέσεως, εντούτοις, η σαφής διάρθρωση της βεβαιώσεως του άρθρου 54 διευκολύνει και συμβάλλει στην απλοποίηση της διαδικασίας στο πλαίσιο επίσης του ελέγχου που διενεργείται στο προαναφερθέν δεύτερο στάδιο. Ενώ, υπό το προηγούμενο καθεστώς του άρθρου 46, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, έπρεπε να προσκομιστεί μεταφρασμένο το πρωτότυπο ή κυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου που αποδείκνυε την επίδοση, η απλή αναγραφή της ημερομηνίας επιδόσεως στη βεβαίωση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 54, οδηγεί σε απλοποίηση της διαδικασίας εκτελέσεως, καθόσον με τον τρόπο αυτόν καθίσταται προφανές το χρονικό σημείο που θα ληφθεί υπόψη κατά τον έλεγχο του εμπροθέσμου της επιδόσεως.
42.
Ο σκοπός της βεβαιώσεως εξαντλείται σε αυτήν ακριβώς την απλοποίηση της διαδικασίας. Από τον κανονισμό δεν συνάγεται περιορισμός της εκτάσεως του ελέγχου στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτελέσεως.
43.
Δεν γίνεται κατανοητό, γιατί υπό το καθεστώς του κανονισμού, κατά τον οποίο σχετικά με την ημερομηνία επιδόσεως προσκομίζεται μόνο βεβαίωση η οποία αναπαράγει αυτό που προκύπτει από το —πλέον μη προσκομιστέο— αποδεικτικό επιδόσεως, να μην επιτρέπεται έλεγχος της επιδόσεως. Αντιθέτως, το γεγονός ότι η πιθανότητα λάθους είναι μεγαλύτερη όταν πρόκειται για μια απλή βεβαίωση, στην οποία αναγράφεται η ημερομηνία επιδόσεως που προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου, παρά όταν προσκομίζεται το πρωτότυπο αποδεικτικό επιδόσεως, συνηγορεί ακόμη περισσότερο υπέρ της δυνατότητας του δικαστηρίου της εκτελέσεως να ελέγχει την επίδοση. Η βεβαίωση του άρθρου 54 δεν εγγυάται υψηλότερη ακρίβεια σε σχέση με το άλλοτε προσκομιστέο πρωτότυπο αποδεικτικό επιδόσεως.
44.
Κατά τα λοιπά πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη ότι στη βεβαίωση του άρθρου 54 αναγράφεται μόνον η ημερομηνία επιδόσεως. Ελεγκτέο όμως κατά το άρθρο 34, σημείο 2, του κανονισμού είναι αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης επιδόθηκε στον εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούσε να αμυνθεί. Για τον έλεγχο του εμπροθέσμου της επιδόσεως σε σχέση με τη δυνατότητα άμυνας, η αναγραφόμενη στη βεβαίωση ημερομηνία αποτελεί ένα πρώτο στοιχείο. Όσον αφορά όμως τον τρόπο κατά τον οποίο έγινε η επίδοση, η βεβαίωση δεν περιέχει κανένα στοιχείο και συνεπώς αποκλείεται εξαρχής να είναι δεσμευτική προς αυτόν. Δεν υπάρχει επιχείρημα με το οποίο να δικαιολογείται βάσιμα η μη δυνατότητα ελέγχου ειδικά της ημερομηνίας επιδόσεως, και συνεπώς, εμμέσως, το κατά πόσο έλαβε χώρα επίδοση, αλλά, αντιθέτως, μπορεί να ελέγχεται σε κάθε περίπτωση ο τρόπος κατά τον οποίον έγινε η επίδοση. Οι δύο αυτές πτυχές της επιδόσεως δεν μπορούν να διαχωριστούν αντικειμενικώς στο πλαίσιο του άρθρου 34, σημείο 2.
45.
Το συμπέρασμα που προκύπτει από την ανωτέρω ερμηνεία συνάδει, επίσης, με την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης των συμβαλλομένων κρατών στα νομικά τους συστήματα, η οποία διέπει τον κανονισμό ( 14 ).
46.
Είναι, βέβαια, αληθές ότι υπάρχει μια εγγενής ένταση μεταξύ, αφενός, της δυνατότητας διπλού ελέγχου της επιδόσεως, ήτοι τόσο από το δικαστήριο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως όσο και από το αρμόδιο για την εκδίκαση του ενδίκου μέσου δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως, και, αφετέρου, της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και του σκοπού της ταχείας και όσο το δυνατό λιγότερο πολύπλοκης αναγνωρίσεως. Από τη δεκάτη όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001 προκύπτει, ωστόσο, ότι η πρώτη συμβάλλει και στην προστασία των δικαιωμάτων άμυνας του εναγομένου ( 15 ).
47.
Το άρθρο 34, σημείο 2, αποτελεί σημαντική περίπτωση εφαρμογής του δικαιώματος του εναγομένου για δίκαιη δίκη, καθόσον αποτρέπει το ενδεχόμενο να κηρυχθούν εκτελεστές σύμφωνα με τον κανονισμό αποφάσεις κατά των οποίων δεν μπόρεσε να αμυνθεί ο εναγόμενος ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως ( 16 ). Με τον τρόπο αυτόν γίνεται στάθμιση μεταξύ του συμφέροντος του ενάγοντος για ταχεία αναγνώριση και εκτέλεση της αποφάσεως και των δικαιωμάτων άμυνας του ερημοδικήσαντος εναγομένου.
48.
Η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης τηρείται υπό την έννοια ότι το άρθρο 34, σημείο 2, κάνει πρωτίστως λόγο για άσκηση ενδίκου μέσου στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως επιτρέποντας τη μη αναγνώριση μόνο στην περίπτωση που στο συγκεκριμένο κράτος δεν προβλέπεται προσφυγή. Αν γινόταν δεκτό ότι η βεβαίωση του άρθρου 54 είναι δεσμευτική για τα δικαστήρια του κράτους εκτελέσεως, στον οφειλέτη δεν θα απέμενε καμία δυνατότητα να ζητήσει τον έλεγχο της —κατά τους ισχυρισμούς του μη πραγματοποιηθείσας— επιδόσεως στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλίαν δίκης. Σημειωτέον ότι το άρθρο 34, σημείο 2, αποτελεί λόγο για την άρνηση κηρύξεως της εκτελεστότητας τότε μόνον όταν, εκτός από τη μη επίδοση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης, ο εναγόμενος παρέλειψε να προσβάλει την απόφαση ενώ μπορούσε να το πράξει. Στις περιπτώσεις αυτές, η δυνατότητα προσβολής της μη νομότυπης επιδόσεως της αγωγής στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας παρέχεται για πρώτη φορά στη διαδικασία εκτελέσεως. Η βεβαίωση του άρθρου 54 του κανονισμού δεν εκδίδεται στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας· μάλιστα, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, δεν εκδίδεται καν απαραίτητα από δικαστήριο.
49.
Σε αυτό το στάδιο της αναλύσεως συνάγεται, συνεπώς, ότι οι πληροφορίες που αναγράφονται στη βεβαίωση του άρθρου 54 του κανονισμού 44/2001 σχετικά με την επίδοση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης δεν παράγουν δεσμευτικό αποτέλεσμα.
2. Μη εξάντληση των ενδίκων μέσων
50.
Κατά το άρθρο 34, σημείο 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 45, η κήρυξη της εκτελεστότητας δεν μπορεί να απορριφθεί αν ο εναγόμενος είχε τη δυνατότητα να προβάλει με ένδικο μέσο στο κράτος προελεύσεως την αιτίαση ότι το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν του επιδόθηκε εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί ( 17 ). Το αιτούν δικαστήριο δεν έχει υποβάλει ερώτημα ως προς τη συγκεκριμένη προϋπόθεση του άρθρου 34, σημείο 2.
51.
Ωστόσο, προσωπικώς, φρονώ ότι, για να είναι χρήσιμη η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, θα πρέπει να εξεταστεί και το σημείο αυτό.
52.
Σύμφωνα με τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, η Trade Agency ισχυρίζεται στην κύρια δίκη ότι πληροφορήθηκε την ύπαρξη της προς εκτέλεση ερήμην αποφάσεως για πρώτη φορά στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτελέσεως στη Λεττονία.
53.
Αν πράγματι το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου προβλέπει δυνατότητα ασκήσεως, σε τόσο προχωρημένο στάδιο, ενδίκου μέσου κατά της ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως, προκύπτει το ζήτημα αν κατά το άρθρο 34, σημείο 2, πρέπει ο εναγόμενος να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε στο κράτος προελεύσεως όταν, όπως στην παρούσα περίπτωση, ο εναγόμενος πληροφορήθηκε την ύπαρξη της ερήμην αποφάσεως το πρώτον στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτελέσεως. Ή, μήπως, ο εναγόμενος μπορεί στην περίπτωση αυτή να επικαλεστεί απευθείας τον λόγο αρνήσεως του άρθρου 34, σημείο 2;
54.
Από το γράμμα του άρθρου 34, σημείο 2, δεν προκύπτει χρονικός περιορισμός της υποχρεώσεως για την προβολή αιτιάσεων στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως. Κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 46, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως, ενώπιον του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο, μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία, αν κατά της αποφάσεως έχει ασκηθεί στο κράτος μέλος προελεύσεως ένδικο μέσο. Αυτό καταδεικνύει ότι και ο ίδιος ο κανονισμός δεν αποκλείει τη χρονικά παράλληλη διεξαγωγή και διαπλοκή των διαδικασιών στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως και στο κράτος εκτελέσεως.
55.
Αντίθετη με τον χρονικό περιορισμό της υποχρεώσεως του εναγομένου προς προβολή των αιτιάσεών του στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως είναι, όμως, ιδίως η οικονομία του κανονισμού. Με βάση αυτήν επιδιώκεται να αποτραπεί όσο το δυνατό το ενδεχόμενο να αποφύγει ο οφειλέτης την εκτέλεση βάσει ισχυρού αλλοδαπού τίτλου.
56.
Ο εναγόμενος που έχει αντιρρήσεις κατά ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως θα πρέπει να τις προβάλει στο κράτος εκδόσεως, προκειμένου να προσπαθήσει είτε να εξαφανίσει τον ίδιο τον τίτλο είτε, τουλάχιστον, να τον τροποποιήσει. Αντιθέτως, ο εναγόμενος δεν πρέπει να αφήσει την ερήμην απόφαση απρόσβλητη, ώστε να τελεσιδικήσει στο κράτος εκδόσεως, προκειμένου να αποφύγει στη συνέχεια την εκτέλεση μόνο του εν λόγω ισχυρού αλλοδαπού τίτλου στο κράτος εκτελέσεως δυνάμει του άρθρου 34, σημείο 2.
57.
Σε διαφορετική περίπτωση, ο εναγόμενος ο οποίος δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως θα προτιμούσε σε περιπτώσεις στις οποίες εκδίδεται εις βάρος του ερήμην απόφαση, παρά τη μη επίδοση ή τη μη νομότυπη επίδοση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης, να μην προσφύγει καν κατά της αποφάσεως στο κράτος εκδόσεως. Τούτο, διότι η άσκηση ενδίκου μέσου στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως περικλείει τον κίνδυνο ο προσφεύγων να νικήσει μεν σε ό,τι αφορά το ζήτημα της εμπρόθεσμης επιδόσεως και του παραδεκτού της ερήμην αποφάσεως, όμως να ηττηθεί στη συνέχεια κατά την πορεία της διαδικασίας όσον αφορά την ουσία της υποθέσεως. Αντιθέτως, η απλή επίκληση της διατάξεως του άρθρου 34, σημείο 2, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτελέσεως, αντί της ασκήσεως ενδίκου μέσου στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως, καθιστά την επιχείρηση της εκτελέσεως βάσει του τίτλου στο κράτος εκτελέσεως οριστικά αδύνατη, ενώ ο έλεγχος περιορίζεται αποκλειστικά στο ζήτημα της ερημοδικίας.
58.
Εντούτοις, το Δικαστήριο στο πλαίσιο του άρθρου 34, σημείο 2, δεν αρκείται, όσον αφορά το ζήτημα αν ο εναγόμενος είχε τη δυνατότητα να ασκήσει ένδικο μέσο, στην απλή γνώση του εναγομένου περί της υπάρξεως ερήμην αποφάσεως, αλλά απαιτεί η απόφαση αυτή να του έχει επιδοθεί. Όπως έκρινε, ο εναγόμενος έχει τη δυνατότητα να προσφύγει κατά της ερήμην αποφάσεως μόνον εφόσον λάβει πράγματι γνώση του περιεχομένου της μέσω επιδόσεως, η οποία πρέπει να γίνει εγκαίρως, ώστε να μπορεί να αμυνθεί ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως ( 18 ).
59.
Προσωπικώς, φρονώ ότι η επίδοση της ερήμην αποφάσεως από το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως μπορεί να πληροί τους όρους της αποφάσεως ASML.
60.
Τέλος, κατά το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού, «η κήρυξη της εκτελεστότητας επιδίδεται ή κοινοποιείται στον διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, μαζί με την απόφαση, εφόσον αυτή δεν έχει ήδη επιδοθεί». «Απόφαση» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως δεν μπορεί να σημαίνει παρά την απόφαση της οποίας ζητείται η εκτέλεση ( 19 ).
61.
Συνεπώς, κατά τον κανονισμό υπάρχει δυνατότητα να επιδοθεί η ερήμην απόφαση στον οφειλέτη, το πρώτο, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτελέσεως. Θα ήταν λοιπόν λογικό να θεωρηθεί ως επίδοση υπό την έννοια της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση ASML και η επίδοση που γίνεται από το δικαστήριο της εκτελέσεως μαζί με την κήρυξη της εκτελεστότητας ( 20 ). Στην κύρια δίκη στην υπόθεση ASML, η ερήμην απόφαση δεν είχε καν επιδοθεί μαζί με την κήρυξη της εκτελεστότητας ( 21 ).
62.
Η επίδοση της αποφάσεως από το δικαστήριο της εκτελέσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτελέσεως αρκεί, συνεπώς, όταν στον εναγόμενο απομένει αρκετός χρόνος για να αμυνθεί αποτελεσματικά κατά της αποφάσεως στο κράτος στο οποίο εκδόθηκε.
63.
Την παρούσα περίπτωση χαρακτηρίζει όμως και ένα ακόμη ιδιαίτερο στοιχείο, το οποίο αποτελεί και το αντικείμενο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος. Η αγγλική ερήμην απόφαση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι αναφέρει ως μόνη αιτιολογία την ερημοδικία του εναγομένου, χωρίς να παρατίθενται σε αυτήν περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης. Σχετικά με τη σημασία της επιδόσεως της ερήμην αποφάσεως, το Δικαστήριο έχει τονίσει στην απόφαση ASML ότι η δυνατότητα αποτελεσματικής άμυνας του εναγομένου προϋποθέτει ότι ο εναγόμενος μπορεί να λάβει γνώση των λόγων της ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως, ώστε να μπορέσει να τους αμφισβητήσει δεόντως ( 22 ).
64.
Συνεπώς, όσον αφορά τη μη αναγνώριση κατά το άρθρο 34, σημείο 2, η έλλειψη αιτιολογίας ή η μη επαρκής αιτιολογία πρέπει να αξιολογηθεί σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις και τα εμπόδια που τίθενται για την άσκηση ενδίκου μέσου. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρατήρησε ότι η αιτιολογία της ερήμην αποφάσεως θα πρέπει να εκτιμάται σε συνδυασμό με το δικόγραφο της αγωγής και τις λεγόμενες «Particulars of Claim», από τις οποίες προκύπτουν οι λεπτομέρειες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά και τη νομική βασιμότητα της απαιτήσεως. Από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει με σαφήνεια αν, μαζί με την κήρυξη της εκτελεστότητας, στον εναγόμενο επιδόθηκε μόνο η ερήμην απόφαση ή και το δικόγραφο της αγωγής. Αν δεν έχει επιδοθεί και το δικόγραφο της αγωγής, τότε πρέπει να θεωρηθεί ότι ο εναγόμενος δεν είχε δυνατότητα να αμφισβητήσει δεόντως την ερήμην απόφαση. Περισσότερες λεπτομέρειες για το θέμα αυτό παρατίθενται στην απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα. Η οριστική απάντηση στο προκείμενο ζήτημα πρέπει να δοθεί από το αιτούν δικαστήριο.
3. Απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα
65.
Η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να είναι ότι οι πληροφορίες που αναγράφονται στη βεβαίωση του άρθρου 54 του κανονισμού 44/2001 σχετικά με την επίδοση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης δεν είναι δεσμευτικές, αλλά υπόκεινται σε έλεγχο από το δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας ενδίκων μέσων κατά της κηρύξεως της εκτελεστότητας. Το γεγονός ότι η ερήμην απόφαση επιδόθηκε στον εναγόμενο το πρώτον μαζί με την κήρυξη της εκτελεστότητας δεν απαλλάσσει τον εναγόμενο από την υποχρέωση που υπέχει κατά το άρθρο 34, σημείο 2, προς άσκηση ενδίκου μέσου κατά της ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως στο κράτος εκδόσεώς της, εφόσον μέσω της ερήμην αποφάσεως ή άλλων επιδοθέντων σε αυτόν εγγράφων έχει λάβει γνώση των λόγων της ερήμην αποφάσεως κατά τρόπο ώστε να μπορεί να τους αμφισβητήσει δεόντως.
Β — Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
66.
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν μια ερήμην απόφαση, η οποία εκδόθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί εξέταση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, και ως εκ τούτου δεν κάνει αναφορά ούτε στο ουσία βάσιμο της αγωγής, συνάδει με το δικαίωμα του εναγομένου για δίκαιη δίκη κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
67.
Το ερώτημα αυτό τίθεται ενόψει της ρήτρας δημοσίας τάξεως του άρθρου 34, σημείο 1, κατά την οποία, σε συνδυασμό με το άρθρο 45, μια απόφαση μπορεί να μην κηρυχθεί εκτελεστή, αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη (ordre public) του κράτους στο οποίο ζητείται η κήρυξη της εκτελεστότητας.
68.
Πρέπει να τονιστεί εκ των προτέρων ότι, όσον αφορά τις ερήμην εκδοθείσες αποφάσεις, η ρήτρα δημοσίας τάξεως του άρθρου 34, σημείο 1, ενεργοποιείται μόνον εφόσον συντρέχει κάποιο στοιχείο διαφορετικό από τη ρυθμιζόμενη στο άρθρο 34, σημείο 2, ειδική περίπτωση προσβολής της δημόσιας τάξεως λόγω μη επιδόσεως του δικογράφου της αγωγής. Η άρνηση αναγνωρίσεως και κηρύξεως της εκτελεστότητας ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως λόγω μη επιδόσεως του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ρυθμίζεται αυτοτελώς και εξ ολοκλήρου στο σημείο 2· ο λόγος αυτός δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει άρνηση κατά το σημείο 1.
1. Η ρήτρα δημοσίας τάξεως στη νομολογία του Δικαστηρίου
69.
Στην απόφαση Krombach, το Δικαστήριο έκρινε ως προς την αντίστοιχη διάταξη που ίσχυε υπό το προηγούμενο καθεστώς της Συμβάσεως των Βρυξελλών ότι, καίτοι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να ορίσει το περιεχόμενο της δημοσίας τάξεως ενός συμβαλλόμενου κράτους, οφείλει πάντως να ελέγξει τα όρια εντός των οποίων το δικαστήριο ενός συμβαλλομένου κράτους μπορεί να επικαλεσθεί την έννοια αυτή για να μην αναγνωρίσει απόφαση δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου κράτους ( 23 ).
70.
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη Σύμβαση των Βρυξελλών, η εφαρμογή της ρήτρας δημοσίας τάξεως ήταν δυνατή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η αναγνώριση ή η εκτέλεση της αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος θα προσέκρουε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως, καθόσον θα παραβίαζε θεμελιώδη αρχή. Η συγκεκριμένη προσβολή έπρεπε να συνιστά πρόδηλη παράβαση κανόνα δικαίου θεωρούμενου ως ουσιώδους στην έννομη τάξη του κράτους αναγνώρισης ή δικαιώματος αναγνωριζομένου ως θεμελιώδους στην ίδια έννομη τάξη ( 24 ).
71.
Η ανωτέρω νομολογία πρέπει να υιοθετηθεί και στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 34, σημείο 1, δεδομένου ότι ο νομοθέτης κατά τη διατύπωση του εν λόγω άρθρου έλαβε υπόψη του το σκεπτικό του Δικαστηρίου: Μάλιστα ο νομοθέτης του κανονισμού περιέλαβε ρητώς την απαίτηση της πρόδηλης παραβιάσεως της δημοσίας τάξεως στο γράμμα του άρθρου 34, σημείο 1.
72.
Ως εκ τούτου, το εθνικό δικαστήριο δεν υπερβαίνει τα όρια στα οποία υπόκειται για τον χαρακτηρισμό μιας παραβάσεως ως αντίθετης προς τη δημόσια τάξη στην περίπτωση που οι απαιτήσεις της εθνικής δημοσίας τάξεως αίρουν μια κατάφωρη προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ ή η έννομη τάξη της Ένωσης ( 25 ).
73.
Το ζήτημα αν η εθνική δημόσια τάξη μπορεί κατ’ εξαίρεση να περιέχει και άλλες απαιτήσεις ή πρέπει, τελικά, να ταυτίζεται ως προς το περιεχόμενό της με τη δημόσια τάξη που προκύπτει από τα θεμελιώδη δικαιώματα της Ένωσης, δεν χρειάζεται να εξεταστεί εν προκειμένω, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο ζήτησε ρητώς να διευκρινιστούν μόνον οι απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 47 του Χάρτη.
74.
Κατά το άρθρο 47, παράγραφος 2, του Χάρτη, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια.
75.
Όπως προκύπτει από την επιταγή της ομοιογένειας κατά το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, στον βαθμό που ο Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα κατοχυρωμένα από την ΕΣΔΑ, η έννοια και η έκτασή τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Το δικαίωμα για δίκαιη δίκη κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 ΕΣΔΑ. Ως εκ τούτου, στο άρθρο 47 του Χάρτη πρέπει να αναγνωρισθεί η ίδια σημασία που αποδίδεται στο άρθρο 6 ΕΣΔΑ, λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία του από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ( 26 ).
76.
Η άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας είναι εξαιρετικής σημασίας για τη διαμόρφωση και τη διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης ( 27 ). Μεταξύ των δικαιωμάτων άμυνας συγκαταλέγεται και το δικαίωμα του εναγομένου για ακρόαση. Συνεπώς, παραβιάζεται το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, όταν σε μια πολιτική δίκη ο εναγόμενος διάδικος δεν έχει πραγματική δυνατότητα να προβάλει αντιρρήσεις κατά της αγωγικής απαίτησης, και συνεπώς να ακουστεί από το δικαστήριο πριν από την έκδοση της αποφάσεως.
77.
Το δικαίωμα ακροάσεως δεν είναι ωστόσο τόσο ευρύ, ώστε να μην επιτρέπεται η έκδοση δικαστικής αποφάσεως μέχρις ότου ο εναγόμενος διάδικος υποβάλει πράγματι τις παρατηρήσεις του σε σχέση με την αγωγική απαίτηση. Αρκεί ο εναγόμενος να είχε πραγματική δυνατότητα ακροάσεως· το ότι δεν κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής είναι δική του ευθύνη, ενώ δύναται και να παραιτηθεί ( 28 ).
78.
Τούτο, διότι τα δικονομικά δικαιώματα υπόκεινται σε περιορισμούς. Οι περιορισμοί αυτοί, πάντως, πρέπει να συμβάλλουν στην ουσιαστική εξυπηρέτηση των σκοπών γενικού συμφέροντος που επιδιώκονται με το επίμαχο μέτρο και να μην αποτελούν, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο, πρόδηλη και δυσανάλογη προσβολή των δικαιωμάτων που διασφαλίζονται με τον τρόπο αυτόν ( 29 ).
79.
Ιδίως, υπάρχει μια εγγενής ένταση μεταξύ των δικαιωμάτων άμυνας και των αντίστοιχων θεμελιωδών δικονομικών δικαιωμάτων του αντιδίκου, όπως είναι η συνταγματικά κατοχυρωμένη δημοσίου δικαίου αξίωση για παροχή δικαστικής προστασίας και η σύστοιχη αξίωση για επιτάχυνση της διαδικασίας. Στο πλαίσιο αυτό, οι δικονομικές διατάξεις περί ερημοδικίας λειτουργούν αντισταθμιστικά θέτοντας όρια και στο δικαίωμα ακροάσεως. Συμβάλλουν στην ομαλή απονομή της δικαιοσύνης και στην επιβολή της αξιώσεως του εναγομένου για έγκαιρη παροχή δικαστικής προστασίας. Η μη αντίδραση του εναγομένου στην αγωγή δεν πρέπει να οδηγεί σε διακοπή της προόδου της δίκης.
80.
Ως εκ τούτου, η έννοια της ερήμην αποφάσεως προφανώς υφίσταται στις έννομες τάξεις όλων των κρατών μελών, ακόμη δε και το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα εκδόσεως ερήμην αποφάσεων ( 30 ).
81.
Αντίστοιχα, και οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με το αν η προς εκτέλεση απόφαση συνάδει με τη δημόσια τάξη δεν οφείλονται μόνο στον χαρακτήρα της ως ερήμην απόφαση εκδοθείσα χωρίς προηγούμενη ακρόαση του εναγόμενου διαδίκου. Άλλωστε, όπως παρατηρεί και η Επιτροπή, η ερήμην απόφαση είναι εξίσου γνωστή και στο λεττονικό δίκαιο. Αυτό που γεννάει αμφιβολίες στο αιτούν δικαστήριο είναι το γεγονός ότι, με βάση το δικονομικό δίκαιο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, στην προκείμενη περίπτωση η ερήμην απόφαση εκδίδεται χωρίς το δικαστήριο να εξετάσει, ερειδόμενο στους ισχυρισμούς του ενάγοντος, αν υφίσταται πραγματικά αξίωση, ενώ η απόφαση δεν περιέχει ούτε ουσιαστική αιτιολογία.
2. Έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως
82.
Κατά την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 ΕΣΔΑ περιλαμβάνει και υποχρέωση των δικαστηρίων να αιτιολογούν τις αποφάσεις τους ( 31 ).
83.
Επίσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει τονίσει επανειλημμένως ότι οι απαιτήσεις σχετικά με την υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν πρέπει να είναι υπερβολικά υψηλές, ενώ μπορεί να διαφοροποιούνται ανάλογα με το είδος της αποφάσεως και τις περιστάσεις κάθε μεμονωμένης περιπτώσεως ( 32 ). Στο πλαίσιο αυτό μπορούν να ληφθούν υπόψη ιδίως το είδος της αποφάσεως και οι διαφορές που υπάρχουν στις έννομες τάξεις των κρατών μελών.
84.
Η υποχρέωση αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων εξυπηρετεί όμως διττό σκοπό. Αφενός, θέλει να διασφαλίσει την ικανοποίηση του δικαιώματος ακροάσεως, δηλαδή την επαρκή εκτίμηση των ισχυρισμών των διαδίκων από το δικαστήριο ( 33 ). Η συγκεκριμένη πτυχή είναι μάλλον αδιάφορη όταν πρόκειται για ερήμην απόφαση η οποία κάνει δεκτό το αίτημα της αγωγής, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή ο εναγόμενος δεν προέβαλε ισχυρισμούς τους οποίους όφειλε το δικαστήριο να αναφέρει σε απόφαση η οποία χρήζει αιτιολογίας.
85.
Ο δεύτερος σκοπός της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως είναι να δοθεί στον ηττηθέντα διάδικο η δυνατότητα να ασκήσει κατά τρόπο αποτελεσματικό τα ένδικα μέσα που έχει στη διάθεσή του. Ο ηττηθείς διάδικος θα πρέπει να μπορεί να καταλάβει τους λόγους για τους οποίους καταδικάστηκε. Εξάλλου, σε διαφορετική περίπτωση δεν θα ήταν εφικτός ούτε ο προσδιορισμός της εκτάσεως του ουσιαστικού δεδικασμένου της αποφάσεως με αποτέλεσμα ο ενάγων να μπορούσε, για παράδειγμα, να πετύχει την έκδοση και άλλου τίτλου για την ίδια απαίτηση.
86.
Αυτή η δεύτερη πτυχή είναι σημαντική ιδίως όσον αφορά τις ερήμην αποφάσεις. Ωστόσο, η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως θα πρέπει να είναι αντίστοιχη προς τις απαιτήσεις που τίθενται για την άσκηση του ενδίκου μέσου. Όσο αυστηρότερες είναι οι απαιτήσεις που τίθενται για την άσκηση του ενδίκου μέσου κατά της ερήμην αποφάσεως, τόσο υψηλότερες πρέπει να είναι και οι απαιτήσεις για την αιτιολόγηση της αποφάσεως αυτής. Ο ηττηθείς διάδικος θα πρέπει να μπορεί να αντιληφθεί τα πραγματικά περιστατικά και τα νομικά ζητήματα επί των οποίων πρέπει να προβάλει ισχυρισμούς προκειμένου να ευδοκιμήσει το ένδικο μέσο που ασκεί κατά της ερήμην αποφάσεως. Μόνον τότε διασφαλίζεται το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη.
87.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ανέφερε στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η ερήμην εκδοθείσα απόφαση δεν στερείται παντελώς αιτιολογίας, αλλά η αιτιολογία της είναι σύντομη και συνίσταται αποκλειστικά στην ερημοδικία του εναγομένου. Επίσης, επισήμανε ότι ερήμην απόφαση δύναται να εκδοθεί μόνο στην περίπτωση που έχουν επιδοθεί νομότυπα στον εναγόμενο τόσο το δικόγραφο της αγωγής όσο και η λεπτομερής έκθεση των αιτημάτων και της βάσεως της αγωγής στην οποία περιλαμβάνονται οι ισχυρισμοί και τα πραγματικά περιστατικά.
88.
Δεν έχει σημασία αν οι πληροφορίες αυτές προέρχονται μόνο από τον ίδιο τον ενάγοντα και, τρόπον τινά, απλώς διαβιβάζονται από το δικαστήριο. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως θεωρείται ότι έχει τηρηθεί, εφόσον ο εναγόμενος ενημερώθηκε για τη βάση της αγωγής και τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ασκήσει δεόντως ένδικο μέσο κατά της ερήμην αποφάσεως.
89.
Το δικαίωμα για δίκαιη δίκη δεν προϋποθέτει απαραίτητα να παρουσιάζονται τα πραγματικά περιστατικά από το ίδιο το δικαστήριο, εφόσον υπάρχει ήδη κάποια περιγραφή των πραγματικών περιστατικών κατά της οποίας δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις και στην οποία η απόφαση παραπέμπει ρητώς. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που στην άσκηση ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως δεν τίθενται σοβαρά εμπόδια, για τα οποία θα ήταν απαραίτητη η λεπτομερής γνώση των λόγων της αποφάσεως, δεν τίθεται ζήτημα προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας. Για τον λόγο αυτόν, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε συνολική εκτίμηση των απαιτήσεων που τίθενται για την άσκηση ενδίκου μέσου και των πληροφοριών που έχει για τον σκοπό αυτόν στη διάθεσή του ο ενάγων και προέρχονται από απόφαση, το δικόγραφο της αγωγής και άλλα επιδοθέντα έγγραφα.
3. Παράλειψη του ελέγχου της νομικής βασιμότητας της αγωγής
90.
Στη συνέχεια, πρέπει να εξεταστεί και το ζήτημα, αν συνιστά προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη το γεγονός ότι ένα δικαστήριο εκδίδει ερήμην απόφαση χωρίς να έχει προβεί σε έλεγχο της νομικής βασιμότητας της αγωγής, δηλαδή χωρίς να ελέγξει αν η απαίτηση που εγείρει ο ενάγων μπορεί να στηριχθεί στους εφαρμοστέους νομοθετικούς κανόνες με βάση τα προβαλλόμενα από αυτόν πραγματικά περιστατικά.
91.
Το δικαίωμα για δίκαιη δίκη απαιτεί, καταρχήν, την κατ’ αντιμωλίαν εξέταση της πραγματικής και νομικής καταστάσεως ( 34 ), ήτοι τη συνεκτίμηση των ισχυρισμών τόσο του ενάγοντος όσο και του εναγομένου. Στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται ωστόσο για ερήμην δίκη στην οποία προβλήθηκαν ισχυρισμοί μόνο από τον ενάγοντα.
92.
Για να δικαιολογήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαδικασίας στη χώρα της, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προέβαλε, καταρχάς, λόγους που συνδέονται με την οικονομία της δίκης. Όπως αναφέρει, σκοπός είναι να μην υποχρεώνονται τα δικαστήρια να αιτιολογούν τις αποφάσεις τους σε δίκες στις οποίες δεν παραστάθηκε ο εναγόμενος. Η μη διενέργεια ελέγχου στις περιπτώσεις αυτές στηρίζεται, επίσης, στον τρόπο με τον οποίο έχει διαμορφωθεί η πολιτική δίκη στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι διάδικοι οφείλουν κατά κανόνα να παραθέτουν και νομικούς ισχυρισμούς και η αρχή «iura novit curia» (ο δικαστής γνωρίζει τους νόμους [και τους εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως]) δεν ισχύει απεριόριστα ( 35 ). Τα επιχειρήματα αυτά είναι ικανά να αντέξουν στον ανωτέρω περιγραφέντα έλεγχο με βάση το θεμελιώδες δικαίωμα για δίκαιη δίκη.
93.
Όταν ένας διάδικος δεν αμύνεται, παρότι γνωρίζει το περιεχόμενο της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, τότε αποδέχεται την καταδίκη του. Γνωρίζει τι ζητείται από αυτόν με την αγωγή και ότι απειλείται να καταδικαστεί. Εφόσον παρ’ όλα αυτά δεν αμύνεται, φρονώ ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη δεν επιβάλλει να προστατεύεται ο ερημοδικήσας εναγόμενος επιπλέον από την πιθανώς ουσιαστικά αδικαιολόγητη καταδίκη του διά της εξετάσεως της νομικής βασιμότητας της αγωγής. Ο κίνδυνος να εκδοθεί μια λανθασμένη, από άποψη ουσιαστικού δικαίου, απόφαση λόγω μη εξετάσεως της νομικής βασιμότητας άπτεται της σύνθετης προβληματικής σχετικά με την ουσιαστική και δικονομική αλήθεια. Ωστόσο, το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα του εναγομένου προστατεύεται επαρκώς, εφόσον του παρέχεται η ευκαιρία να εκθέσει τα πράγματα από τη δική του σκοπιά, ενώ έχει και τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του.
94.
Ως προς το σημείο αυτό διαφέρει, εξάλλου, η προκείμενη περίπτωση από εκείνη που εξετάσθηκε στην υπόθεση Gambazzi. Στην εν λόγω υπόθεση, το δικαστήριο είχε επιβάλει στον εναγόμενο μια μορφή αναγκαστικής ερημοδικίας ως κύρωση. Ειδικότερα, ο τελευταίος, καίτοι επιθυμούσε να λάβει μέρος στη διαδικασία, αποκλείστηκε από αυτήν και θεωρήθηκε ερημοδικών διότι δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που του είχαν επιβληθεί δυνάμει διατάξεως που είχε εκδοθεί προηγουμένως στο πλαίσιο της ίδιας δίκης. Στην εν λόγω περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι αποτελούσε σημαντικό στοιχείο της συνολικής εκτιμήσεως το αν η βασιμότητα των αξιώσεων κατά του εναγομένου εξετάστηκε είτε στο στάδιο αυτό είτε σε προγενέστερο και αν ο εναγόμενος είχε, είτε στο στάδιο αυτό είτε σε προγενέστερο, τη δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή του επ’ αυτών και να ασκήσει ένδικα μέσα ( 36 ).
95.
Εν γένει έλεγχο της νομικής βασιμότητας της αγωγής δεν προβλέπει, εξάλλου, ούτε ο κανονισμός (EΚ) 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής ( 37 ). Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού, το δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση λόγω ελλείψεως βασιμότητας, μόνον εφόσον η αξίωση είναι προδήλως αβάσιμη ή απαράδεκτη.
4. Απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
96.
Στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, όσον αφορά τη ρήτρα δημοσίας τάξεως του άρθρου 34, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως μπορεί να λάβει υπόψη το γεγονός ότι το δικαστήριο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως εξέδωσε, χωρίς να εξετάσει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, ερήμην απόφαση η οποία, πέραν της αναφοράς στην ερημοδικία του ενάγοντος, δεν περιέχει καμία άλλη αναφορά στην ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, μόνον εφόσον από τη συνολική εκτίμηση των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή του ο ενάγων και των απαιτήσεων που θέτει το δίκαιο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως για την άσκηση ενδίκου μέσου συνάγει το συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος δεν μπόρεσε να αμυνθεί δεόντως κατά της ερήμην αποφάσεως λόγω του ότι η απόφαση δεν περιείχε αιτιολογία.
VI – Πρόταση
97.
Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
1)
Οι πληροφορίες που αναγράφονται στη βεβαίωση του άρθρου 54 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 σχετικά με την επίδοση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης δεν είναι δεσμευτικές αλλά υπόκεινται σε έλεγχο από το δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας ενδίκων μέσων κατά της κηρύξεως της εκτελεστότητας. Το γεγονός ότι η ερήμην απόφαση επιδόθηκε στον εναγόμενο το πρώτον μαζί με την κήρυξη της εκτελεστότητας δεν απαλλάσσει τον εναγόμενο από την υποχρέωση που υπέχει κατά το άρθρο 34, σημείο 2, προς άσκηση ενδίκου μέσου κατά της ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως στο κράτος εκδόσεώς της, εφόσον μέσω της ερήμην αποφάσεως ή άλλων επιδοθέντων σε αυτόν εγγράφων έχει λάβει γνώση των λόγων της ερήμην αποφάσεως κατά τρόπο ώστε να μπορεί να τους αμφισβητήσει δεόντως.
2)
Όσον αφορά τη ρήτρα δημοσίας τάξεως του άρθρου 34, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως μπορεί να λάβει υπόψη το γεγονός ότι το δικαστήριο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως εξέδωσε, χωρίς να εξετάσει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, ερήμην απόφαση η οποία, πέραν της αναφοράς στην ερημοδικία του εναγομένου, δεν περιέχει καμία άλλη αναφορά στην ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, μόνον εφόσον από τη συνολική εκτίμηση των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή του ο εναγόμενος και των απαιτήσεων που θέτει το δίκαιο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως για την άσκηση ενδίκου μέσου συνάγει το συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος δεν μπόρεσε να αμυνθεί δεόντως κατά της ερήμην αποφάσεως λόγω του ότι η απόφαση δεν περιείχε αιτιολογία.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) ΕΕ L 12, σ. 1.
( 3 ) Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης διακηρύχθηκε, καταρχάς, στις 7 Δεκεμβρίου 2000 στη Νίκαια (ΕΕ C 364, σ. 1) και, εκ νέου, στις 12 Δεκεμβρίου 2007 στο Στρασβούργο (ΕΕ C 303, σ. 1 και ΕΕ C 83, σ. 389).
( 4 ) Βλ. δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001.
( 5 ) Βλ., υπό αυτή την έννοια, απόφαση της 11ης Ιουνίου 1985, 49/84, Debaecker και Plouvier (Συλλογή 1985, σ. 1779, σκέψεις 11 έως 13).
( 6 ) Αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1982, 228/81, Pendy Plastic Products (Συλλογή 1982, σ. 2723, σκέψη 13), και της 3ης Ιουλίου 1990, C-305/88, Lancray (Συλλογή 1990, σ. I-2725, σκέψη 28).
( 7 ) Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C-283/05, ASML (Συλλογή 2006, σ. I-12041, σκέψη 29).
( 8 ) Νυν κανονισμός (ΕΚ) 1393/2007.
( 9 ) Το άρθρο 55 του κανονισμού 44/2001 ρυθμίζει εναλλακτικές λύσεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση μη προσκομίσεως βεβαιώσεως κατά το άρθρο 54.
( 10 ) Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000 (ΕΕ L 338, σ. 1).
( 11 ) Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C-491/10 PPU, Aguirre Zarraga (Συλλογή 2010, σ. Ι-14247, σκέψη 54).
( 12 ) Βλ. εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2201/2003 καθώς, επίσης, και την απόφαση Aguirre Zarraga (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 48).
( 13 ) Επεξηγηματικό υπόμνημα στην πρόταση της Επιτροπής για κανονισμό του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις της 14ης Ιουλίου 1999, COM(1999) 348 τελικό, σ. 26.
( 14 ) Βλ. δέκατη έκτη και δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού καθώς και την απόφαση της 27ης Απριλίου 2004, C-159/02, Turner (Συλλογή 2004, σ. I-3565, σκέψεις 24-25 με περαιτέρω παραπομπές.
( 15 ) Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τα δικαιώματα άμυνας και στην απόφαση της 28ης Απριλίου 2009, C-420/07, Αποστολίδης (Συλλογή 2009, σ. I-3571, σκέψη 73).
( 16 ) Βλ. απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004, C-39/02, Mærsk Olie & Gas (Συλλογή 2004, σ. I-9657, σκέψη 55).
( 17 ) Απόφαση Αποστολίδης (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 78).
( 18 ) Απόφαση ASML (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 49).
( 19 ) Έτσι και ο γενικός εισαγγελέας P. Léger στις προτάσεις του στην υπόθεση ASML, της 28ης Σεπτεμβρίου 2006 (Συλλογή 2006, σ. Ι-12041).
( 20 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 14ης Μαρτίου 1996, C-275/94, Van der Linden (Συλλογή 1996, σ. Ι-1393).
( 21 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση ASML (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 19, σημεία 91 επ.).
( 22 ) Απόφαση ASML (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 35).
( 23 ) Αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 2000, C-7/98, Krombach (Συλλογή 2000, σ. Ι-1935, σκέψη 23), και της 2ας Απριλίου 2009, C-394/07, Gambazzi (Συλλογή 2009, σ. Ι-2563, σκέψη 26).
( 24 ) Αποφάσεις Krombach (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 37) και Gambazzi (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 27).
( 25 ) Βλ., υπό αυτή την έννοια, την απόφαση Kormbach (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψεις 38 και 39) και την απόφαση Gambazzi (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 28).
( 26 ) Βλ., υπό αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 2008, C-450/06, Varec (Συλλογή 2008, σ. I-581, σκέψη 48), και της 5ης Οκτωβρίου 2010, C-400/10 PPU, McB (Συλλογή 2010, σ. Ι-8965, σκέψη 53).
( 27 ) Απόφαση Gambazzi (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 28).
( 28 ) ΕΔΑΔ, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2009, Makarenko κατά Ρωσίας (προσφυγή αριθ. 5962/03, § 135), η οποία έκρινε ότι ο διάδικος σε μια δίκη μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να παραστεί κατά την προφορική συζήτηση. Η εν λόγω παραίτηση πρέπει να είναι σαφής και να συνοδεύεται από ορισμένες ελάχιστες εγγυήσεις, οι οποίες εξαρτώνται από τη σημασία του δικαιώματος στο οποίο αφορά η παραίτηση.
( 29 ) Απόφαση Gambazzi (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 29).
( 30 ) Βλ. άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
( 31 ) ΕΔΑΔ, αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, Hirvisaari κατά Φινλανδίας (προσφυγή αριθ. 49684/99, § 30), της 9ης Δεκεμβρίου1994, Ruiz Torija κατά Ισπανίας (προσφυγή αριθ. 18390/91, § 29), και της 19ης Φεβρουαρίου 1998, Higgins κατά Γαλλίας (προσφυγή αριθ. 20124/92, Recueil des arrest et decisions 1998-Ι, § 42).
( 32 ) ΕΔΑΔ, αποφάσεις Ruiz Torija κατά Ισπανίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31, § 29) και της 19ης Απριλίου 1994, Van de Hurk κατά Κάτω Χωρών (προσφυγή αριθ. 16034/90, § 61).
( 33 ) ΕΔΑΔ, αποφάσεις της 21ης Μαΐου 2002, Jokela κατά Φινλανδίας (προσφυγή αριθ. 28856/95, § 72-73), και της 27ης Ιουλίου 2006 και Nedzela κατά Γαλλίας (προσφυγή αριθ. 73695/01, § 55).
( 34 ) ΕΔΑΔ, απόφαση Jokela κατά Φινλανδίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, § 72).
( 35 ) Βλ., ενδεικτικά, τις παρατηρήσεις του γενικού εισαγγελέα F. Jacobs στην υπόθεση C-430/93 και C-431/93, van Schijndel και van Veen (Συλλογή 1995, σ. I-4705), σημεία 33 έως 37 των προτάσεων της 15ης Ιουνίου 1995.
( 36 ) Απόφαση Gambazzi (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 45).
( 37 ) ΕΕ L 399, σ. 1.
Full & Egal Universal Law Academy