ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 23ης Σεπτεμβρίου 2010 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 2006/46/ΕΚ – Δίκαιο των εταιριών – Ετήσιοι λογαριασμοί και ενοποιημένοι λογαριασμοί των εταιριών – Παράλειψη εμπρόθεσμης μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη»
Στην υπόθεση C-24/10,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 258 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 2010,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Μ. Καρανάσου Αποστολοπούλου και G. Braun, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τη N. Δαφνίου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Lindh, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas (εισηγητή) και A. Ó Caoimh, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προς συμμόρφωση με την οδηγία 2006/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για την τροποποίηση της οδηγίας 78/660/EΟΚ του Συμβουλίου περί των ετήσιων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών, της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τους ενοποιημένους λογαριασμούς, της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και της οδηγίας 91/674/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων (ΕΕ L 224, σ. 1, στο εξής: οδηγία), ή, τουλάχιστον, παραλείποντας να της κοινοποιήσει τις εν λόγω διατάξεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2 Κατά το άρθρο 5 της οδηγίας, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, διοικητικές και κανονιστικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους με την ανωτέρω οδηγία έως τις 5 Σεπτεμβρίου 2008 και να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή συναφώς.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
3 Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ενημερώθηκε από την Ελληνική Δημοκρατία όσον αφορά τις διατάξεις που θέσπισε το κράτος μέλος αυτό προς συμμόρφωση με την οδηγία, εντός της ταχθείσας με την οδηγία αυτή προθεσμίας, και ότι δεν διέθετε άλλα πληροφοριακά στοιχεία εκ των οποίων να μπορεί να συναγάγει ότι θεσπίσθηκαν οι απαραίτητες διατάξεις, η Επιτροπή, με έγγραφο της 1ης Δεκεμβρίου 2008, έταξε στην Ελληνική Δημοκρατία δίμηνη προθεσμία από της παραλαβής του εν λόγω εγγράφου προκειμένου να υποβάλει τις παρατηρήσεις της.
4 Με έγγραφο της 6ης Απριλίου 2009, η Ελληνική Δημοκρατία επισήμανε στην Επιτροπή ότι η νομοπαρασκευαστική επιτροπή που συνεστήθη προς τούτο στο Υπουργείο Ανάπτυξης συνέταξε σχέδιο νόμου με εισηγητική έκθεση που υποβλήθηκε στην αρμόδια υπηρεσία και ότι, κατόπιν αξιολογήσεως μιας προτάσεως τροποποιήσεως του εν λόγω σχεδίου, αυτό επρόκειτο να κατατεθεί στη Βουλή προς ψήφιση.
5 Με έγγραφο της 26ης Ιουνίου 2009, η Επιτροπή απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στην Ελληνική Δημοκρατία, καλώντας τη να λάβει τα αναγκαία μέτρα προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, εντός διμήνου από της παραλαβής της γνώμης αυτής.
6 Με έγγραφο της 13ης Ιουλίου 2009, η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στην εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη επισημαίνοντας ότι το σχέδιο νόμου για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη επρόκειτο να κατατεθεί στη Βουλή προς ψήφιση εντός δεκαημέρου. Με έγγραφο της 29ης Ιουλίου 2009, το κράτος μέλος αυτό διευκρίνισε ότι το εν λόγω σχέδιο νόμου είχε κατατεθεί στις 17 Ιουλίου 2009 και ότι επρόκειτο να ψηφιστεί προσεχώς από θερινό τμήμα.
7 Δεδομένου ότι δεν έλαβε καμία άλλη πληροφορία εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας και ότι δεν διέθετε κανένα στοιχείο εκ του οποίου να μπορεί συναγάγει ότι ελήφθησαν τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
8 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι η οδηγία δεν μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Ισχυρίζεται ότι, λόγω των εθνικών εκλογών της 4ης Οκτωβρίου 2009, το σχέδιο νόμου για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη αναπέμφθηκε στη διοίκηση προκειμένου να υπογραφεί από τους νέους εν ενεργεία υπουργούς. Προσθέτει ότι το νέο σχέδιο νόμου θα προωθηθεί πολύ σύντομα στη Βουλή προς ψήφιση.
9 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους ως είχε κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι οι εν συνεχεία επελθούσες μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 2005, C-23/05, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2005, σ. I-9535, σκέψη 9, και της 29ης Ιουλίου 2010, C-6/10, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 9).
10 Εξάλλου, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2007, C-503/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2007, σ. I-6153, σκέψη 38, και της 12ης Μαρτίου 2009, C-402/08, Επιτροπή κατά Σλοβενίας, σκέψη 12).
11 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι, κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, η Ελληνική Δημοκρατία δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα προς διασφάλιση της μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη της.
12 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί βάσιμη.
13 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προς συμμόρφωση με την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
14 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας και ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προς συμμόρφωση με την οδηγία 2006/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για την τροποποίηση της οδηγίας 78/660/EΟΚ του Συμβουλίου περί των ετήσιων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών, της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τους ενοποιημένους λογαριασμούς, της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και της οδηγίας 91/674/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy