ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 7ης Οκτωβρίου 2010 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 2006/42/ΕΚ σχετικά με τα μηχανήματα – Παράλειψη εμπρόθεσμης μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη»
Στην υπόθεση C-127/10,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 258 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 10 Μαρτίου 2010,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Μ. Καρανάσου Αποστολοπούλου και Γ. Ζαββό, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τη Ν. Δαφνίου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. Šváby (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta και Γ. Αρέστη, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προς συμμόρφωση με την οδηγία 2006/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, σχετικά με τα μηχανήματα και την τροποποίηση της οδηγίας 95/16/ΕΚ (ΕΕ L 157, σ. 24), ή, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να ανακοινώσει τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2 Κατά το άρθρο 26, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2006/42, τα κράτη μέλη όφειλαν να θεσπίσουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την οδηγία αυτή το αργότερο έως τις 29 Ιουνίου 2008 και να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή συναφώς.
3 Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ενημερώθηκε από την Ελληνική Δημοκρατία όσον αφορά τις διατάξεις που θεσπίστηκαν για την πλήρη μεταφορά της οδηγίας 2006/42 εντός της ταχθείσας με την οδηγία αυτή προθεσμίας, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως. Ως εκ τούτου, με έγγραφο της 1ης Οκτωβρίου 2008, έταξε στο εν λόγω κράτος μέλος δίμηνη προθεσμία από της παραλαβής του εν λόγω εγγράφου, προκειμένου να της υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
4 Η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στην εν λόγω όχληση με έγγραφο της 2ας Απριλίου 2009, στο οποίο είχε επισυναφθεί σχέδιο προεδρικού διατάγματος για τη μεταφορά της οδηγίας 2006/42 στο εσωτερικό δίκαιο, στο οποίο έγγραφο ισχυριζόταν ότι επρόκειτο να τηρεί την Επιτροπή ενήμερη για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκδόσεως του εν λόγω διατάγματος.
5 Στις 26 Ιουνίου 2009, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση προς την ανωτέρω αιτιολογημένη γνώμη εντός διμήνου από της παραλαβής της.
6 Με έγγραφο της 21ης Αυγούστου 2009, η Ελληνική Δημοκρατία πληροφόρησε την Επιτροπή ότι το σχέδιο προεδρικού διατάγματος για τη μεταφορά της οδηγίας 2006/42 στο εσωτερικό δίκαιο είχε υπογραφεί από τους συναρμόδιους υπουργούς και ότι επρόκειτο να υποβληθεί στο Συμβούλιο Επικρατείας για τη νομοτεχνική του επεξεργασία.
7 Στις 7 Οκτωβρίου 2009, η Ελληνική Δημοκρατία απέστειλε νέο έγγραφο στην Επιτροπή, με το οποίο της επισήμανε ότι επρόκειτο να υπάρξει καθυστέρηση έως και δύο μηνών στην ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, λόγω των διοικητικών ανακατατάξεων που ακολούθησαν τις βουλευτικές εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 και της αναγκαίας εκ νέου συλλογής υπογραφών των αρμοδίων υπουργών.
8 Δεδομένου ότι δεν έλαβε καμία νέα πληροφορία εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας και ότι δεν διέθετε κανένα στοιχείο εκ του οποίου να μπορεί να συναγάγει ότι το εν λόγω κράτος μέλος έλαβε τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας 2006/42 στο εσωτερικό δίκαιο, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
9 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ομολογεί ότι δεν έχει ακόμη μεταφέρει την οδηγία 2006/42 στην εσωτερική έννομη τάξη, αλλά ισχυρίζεται ότι, λόγω των ανωτέρω βουλευτικών εκλογών, το σχέδιο προεδρικού διατάγματος αναπέμφθηκε στη διοίκηση προκειμένου να υπογραφεί από τους νέους εν ενεργεία υπουργούς και ότι, στη συνέχεια, το σχέδιο αυτό θα υποβληθεί εκ νέου στο Συμβούλιο Επικρατείας προκειμένου να επαναληφθεί η νομοθετική διαδικασία.
10 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους ως είχε κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι οι εν συνεχεία επελθούσες μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 2003, C-161/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2003, σ. I-6567, σκέψη 6, και της 26ης Απριλίου 2007, C-135/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2007, σ. I-3475, σκέψη 36).
11 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι, κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα προς διασφάλιση της μεταφοράς της οδηγίας 2006/42 στην εσωτερική έννομη τάξη της.
12 Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλεί το εν λόγω κράτος μέλος από τη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών, προκειμένου να εξηγηθεί η καθυστέρηση της διαδικασίας μεταφοράς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξεως για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 2001, C-450/00, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2001, σ. I-7069, σκέψη 8, και της 25ης Φεβρουαρίου 2010, C-295/09, Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 10).
13 Συνεπώς, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί βάσιμη.
14 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προς συμμόρφωση με την οδηγία 2006/42, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
15 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας και ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προς συμμόρφωση με την οδηγία 2006/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, σχετικά με τα μηχανήματα και την τροποποίηση της οδηγίας 95/16/ΕΚ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy