Υπόθεση C-137/10
Ευρωπαϊκές Κοινότητες
κατά
Région de Bruxelles-Capitale
[αίτηση του Conseil d'État (Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Άρθρο 207, παράγραφος 2, ΕΚ και άρθρο 282 ΕΚ – Εκπροσώπηση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων – Εξουσίες της Επιτροπής – Ανάθεση της εξουσίας εκπροσωπήσεως σε άλλα θεσμικά όργανα των Κοινοτήτων – Προϋποθέσεις»
Περίληψη της αποφάσεως
Ευρωπαϊκές Κοινότητες – Εκπροσώπηση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων – Ανάθεση από την Επιτροπή της εξουσίας εκπροσωπήσεώς της σε άλλο κοινοτικό όργανο – Προϋποθέσεις
(Άρθρο 282 ΕΚ)
Η εντολή με την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέθεσε σε άλλο κοινοτικό όργανο την εκ του άρθρου 282 ΕΚ εξουσία της να εκπροσωπεί τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ενώπιον εθνικού δικαστηρίου σε διαφορά που αφορά το όργανο αυτό παρασχέθηκε εγκύρως, ανεξαρτήτως του αν με την εντολή αυτή διορίστηκε ή όχι συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπεί το εντεταλμένο όργανο. Στις περιπτώσεις αυτές, τόσο το όργανο αυτό όσο και το διοριζόμενο φυσικό πρόσωπο, εφόσον υπήρχε τέτοιο, μπορούσαν να παράσχουν εντολή σε δικηγόρο προκειμένου να εκπροσωπήσει τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
(βλ. σκέψη 25 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 5ης Μαΐου 2011 (*)
«Άρθρο 207, παράγραφος 2, ΕΚ και άρθρο 282 ΕΚ – Εκπροσώπηση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων – Εξουσίες της Επιτροπής – Ανάθεση της εξουσίας εκπροσωπήσεως σε άλλα θεσμικά όργανα των Κοινοτήτων – Προϋποθέσεις»
Στην υπόθεση C‑137/10,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Conseil d’État (Βέλγιο) με απόφαση της 4ης Μαρτίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Μαρτίου 2010, στο πλαίσιο της δίκης
Ευρωπαϊκές Κοινότητες
κατά
Région de Bruxelles-Capitale,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, E. Juhász (εισηγητή), Γ. Αρέστη, J. Malenovský και T. von Danwitz, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón
γραμματέας: R. Şereş, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Νοεμβρίου 2010,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Materne, επικουρούμενο από τους J.‑P. Lagasse και F. Van de Gejuchte, avocats,
– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τον A. Vitro και την M. Μπαλτά,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την I. Martínez del Peral και τον J.-P. Keppenne,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 2011,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 207, παράγραφος 2, ΕΚ και του άρθρου 282 ΕΚ.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενων από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και της Région de Bruxelles‑Capitale (Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτευούσης) (Βέλγιο) σχετικά με τη νομιμότητα, από πλευράς δικαίου της Ένωσης, των πολεοδομικών τελών που η τελευταία επέβαλε στο Συμβούλιο, και αφορά τους όρους υπό τους οποίους θεσμικό όργανο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πλην της Επιτροπής, πρέπει να εκπροσωπείται σε ένδικη διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, καθώς και τον τρόπο της εκπροσωπήσεως αυτής.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στη διαφορά της κύριας δίκης εκτυλίχθηκαν πριν την 1η Δεκεμβρίου 2009, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη της Λισσαβώνας, οι κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου είναι εκείνες που ίσχυαν κατά τον εν λόγω κρίσιμο χρόνο.
4 Το άρθρο 207, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ είχε ως εξής:
«2. Το Συμβούλιο επικουρείται από Γενική Γραμματεία, υπό την ευθύνη ενός γενικού γραμματέα, ύπατου εκπροσώπου για την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας, επικουρούμενου από αναπληρωτή γενικό γραμματέα υπεύθυνο για τη λειτουργία της Γενικής Γραμματείας. Ο γενικός γραμματέας και ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας διορίζονται από το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.
Το Συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με την οργάνωση της Γενικής Γραμματείας.
3. Το Συμβούλιο θεσπίζει τον εσωτερικό του κανονισμό.
[...]»
5 Το άρθρο 281 ΕΚ προβλέπει τα ακόλουθα:
«Η Κοινότητα έχει νομική προσωπικότητα.»
6 Το άρθρο 282 ΕΚ έχει ως εξής:
«Η Κοινότητα έχει σε κάθε κράτος μέλος την ευρύτερη δυνατή νομική ικανότητα που αναγνωρίζεται από τις εθνικές νομοθεσίες στα νομικά πρόσωπα· δύναται ιδίως να αποκτά ή να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου. Προς το σκοπό αυτόν η Κοινότητα αντιπροσωπεύεται από την Επιτροπή.»
7 Το περιεχόμενο του άρθρου 185 ΕΚΑΧ ήταν πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 282 ΕΚ.
8 Το άρθρο 47 ΣΕΕ ορίζει τα ακόλουθα:
«Η Ένωση έχει νομική προσωπικότητα.»
9 Το άρθρο 335 ΣΛΕΕ, που αντιστοιχεί στο άρθρο 282 ΕΚ, προβλέπει εφεξής τα ακόλουθα:
«Η Ένωση έχει σε κάθε κράτος μέλος την ευρύτερη δυνατή νομική ικανότητα που αναγνωρίζεται από τις εθνικές νομοθεσίες στα νομικά πρόσωπα δύναται ιδίως να αποκτά ή να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου. Προς τον σκοπό αυτόν, η Ένωση αντιπροσωπεύεται από την Επιτροπή. Ωστόσο, η Ένωση αντιπροσωπεύεται από το κάθε θεσμικό όργανο, δυνάμει της διοικητικής αυτονομίας του, για τα θέματα που αφορούν την αντίστοιχη λειτουργία του.»
Η εθνική νομοθεσία
10 Με διοικητικές αποφάσεις της 12ης Ιουνίου και της 18ης Δεκεμβρίου 2002, η Κυβέρνηση της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτευούσης προέβλεψε, για τη χορήγηση οποιασδήποτε πολεοδομικής άδειας, την καταβολή πολεοδομικών τελών τα οποία η εν λόγω περιφέρεια θα διέθετε, ειδικότερα, για την κατασκευή, μετατροπή και ανακαίνιση εργατικών κατοικιών.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11 Προκειμένου να καταστεί δυνατή η στέγαση των αντιπροσωπειών των νέων κρατών μελών, το Συμβούλιο υπέβαλε, στις 20 Νοεμβρίου 2002, αίτηση χορήγησης πολεοδομικής άδειας στην Κυβέρνηση της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτευούσης με σκοπό την πραγματοποίηση ορισμένων μετατροπών στο κύριο κτίριό του, το επονομαζόμενο «Justus Lipsius». Η ζητηθείσα πολεοδομική άδεια χορηγήθηκε με διοικητικές πράξεις της 12ης και της 22ας Δεκεμβρίου 2003. Εντούτοις, με τις εν λόγω πράξεις οριζόταν ότι το Συμβούλιο όφειλε να καταβάλει, εντός δωδεκαμήνου από την έκδοση της σχετικής πολεοδομικής άδειας, ποσό συνολικού ύψους 1 109 750 ευρώ, ως τέλος πολεοδομικής φύσεως.
12 Το Συμβούλιο, θεωρώντας ότι το εν λόγω τέλος συνιστά φόρο από τον οποίο οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες απαλλάσσονται δυνάμει του άρθρου 3 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που επισυνάφθηκε αρχικώς στη Συνθήκη περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπογραφείσα στις 8 Απριλίου 1965, και κατόπιν, δυνάμει της Συνθήκης του Άμστερνταμ, στη Συνθήκη ΕΚ, άσκησε, στις 23 Ιανουαρίου 2004, ιεραρχική προσφυγή κατά των πράξεων επιβολής του τέλους αυτού ενώπιον του Collège d’urbanisme (συμβουλίου πολεοδομίας) της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτευούσης. Ελλείψει απαντήσεως εκ μέρους του Collège d’urbanisme εντός της νόμιμης προθεσμίας, το Συμβούλιο, στις 10 Νοεμβρίου 2004, άσκησε προσφυγή ενώπιον της Κυβερνήσεως της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτευούσης, ζητώντας τη μεταρρύθμιση της πολεοδομικής άδειας όσον αφορά το επίμαχο πολεοδομικό τέλος.
13 Με απόφαση της 14ης Ιουλίου 2005, η Κυβέρνηση της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτευούσης απέρριψε την προσφυγή του Συμβουλίου ως απαράδεκτη, λόγω της φερόμενης ως εκπρόθεσμης ασκήσεώς της. Κατά της αποφάσεως αυτής, το Συμβούλιο, εκπροσωπώντας τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Conseil d’État [Συμβουλίου Επικρατείας του Βελγίου]. Η καθής Κυβέρνηση της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτευούσης προέβαλε κατά της εν λόγω αιτήσεως ακυρώσεως ένσταση απαραδέκτου, λόγω μη νόμιμης εκπροσωπήσεως του Συμβουλίου.
14 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, βάσει των άρθρων 282 ΕΚ και 185 ΕΚΑΧ, η Επιτροπή είχε, με έγγραφο της 23ης Σεπτεμβρίου 2005, εξουσιοδοτήσει πράγματι το Συμβούλιο να ασκήσει την εν λόγω αίτηση ακυρώσεως. Παρά ταύτα, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, με το πληρεξούσιο έγγραφο, η Επιτροπή ανέθεσε σε συγκεκριμένο πρόσωπο τη δικαστική εκπροσώπηση των Κοινοτήτων, ήτοι «στον Jean-Claude Piris [γενικό διευθυντή της νομικής υπηρεσίας του Συμβουλίου] ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο αυτός διορίσει για να ασκήσει ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας του Βελγίου αίτηση ακυρώσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε η Κυβέρνηση της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτευούσης στις 14 Ιουλίου 2005». Αντιθέτως, προσθέτει το αιτούν δικαστήριο, στο εισαγωγικό της αιτήσεως ακυρώσεως δικόγραφο αναγράφεται ότι η αίτηση ακυρώσεως ασκείται από «τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, εκπροσωπούμενες από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διά του αναπληρωτή γενικού γραμματέα του Pierre de Boissieu». Από το εν λόγω όμως δικόγραφο καθίσταται σαφές ότι η αίτηση ακυρώσεως ασκήθηκε από πρόσωπο πλην του ρητώς κατονομαζόμενου στο πληρεξούσιο έγγραφο της Επιτροπής, ενώ δεν προκύπτει ότι ο J-C. Piris εξουσιοδότησε με τη σειρά του τον Ρ. de Boissieu να ασκήσει την εν λόγω αίτηση ακυρώσεως.
15 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Conseil d’État, κρίνοντας ότι το περιεχόμενο των άρθρων 207 ΕΚ και 282 ΕΚ επιδέχεται συζήτηση, «ειδικότερα όσον αφορά την αρμοδιότητά του να διασφαλίζει ότι το αρμόδιο όργανο της Ένωσης εξέδωσε την απόφασή του τηρώντας τους κανόνες εκπροσωπήσεως που διέπουν τη λειτουργία του», αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 282 [ΕΚ] ειδικότερα, στο δεύτερο εδάφιο αυτού, το οποίο ορίζει ότι “[π]ρος τον σκοπό αυτόν η Κοινότητα αντιπροσωπεύεται από την Επιτροπή”, την έννοια ότι ένα θεσμικό όργανο έχει λάβει εγκύρως εντολή να εκπροσωπήσει την Κοινότητα εκ μόνου του γεγονότος ότι υφίσταται εντολή με την οποία “η Επιτροπή έχει μεταβιβάσει στο όργανο αυτό τις εξουσίες δικαστικής εκπροσωπήσεως της Κοινότητας”, ανεξαρτήτως του ορισμού ή μη, με την εντολή, συγκεκριμένου φυσικού προσώπου ως αρμόδιου να εκπροσωπεί το εντεταλμένο θεσμικό όργανο;
2) Σε περίπτωση αποφατικής απαντήσεως, δύναται εθνικό δικαστήριο όπως το Conseil d’État, στο πλαίσιο της αποφάνσεώς του επί του παραδεκτού αιτήσεως ακυρώσεως ασκηθείσας εκ μέρους Ευρωπαϊκού θεσμικού οργάνου προσηκόντως εντεταλμένου από την Επιτροπή να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου, κατά την έννοια του άρθρου 282, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, να εξετάζει αν το εν λόγω όργανο εκπροσωπείται πράγματι από το φυσικό πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου;
3) Επικουρικώς και σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, πρέπει να δοθεί στο άρθρο 207, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ και, ειδικότερα, στη φράση “επικουρούμενου από αναπληρωτή γενικό γραμματέα υπεύθυνο για τη λειτουργία της Γενικής Γραμματείας”, η ερμηνεία ότι ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας του Συμβουλίου δύναται νομίμως να εκπροσωπεί το Συμβούλιο για την άσκηση προσφυγών ενώπιον εθνικών δικαστηρίων;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
16 Με το ερώτημά του αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η εντολή με την οποία η Επιτροπή ανέθεσε σε άλλο κοινοτικό όργανο την εκ του άρθρου 282 ΕΚ εξουσία της να εκπροσωπεί τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ενώπιον εθνικού δικαστηρίου σε διαφορά που αφορά το όργανο αυτό παρασχέθηκε εγκύρως, ανεξαρτήτως του αν με την εντολή αυτή διορίστηκε ή όχι συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπεί το εντεταλμένο όργανο.
17 Καταρχάς, υπογραμμίζεται ότι τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να διατυπώσει το εν λόγω ερώτημα αφορούν διατάξεις της Συνθήκης που έχουν παύσει να ισχύουν. Επιπλέον, το μόνο ζήτημα που εγείρει το αιτούν δικαστήριο αφορά το παραδεκτό της προσφυγής που άσκησαν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Επομένως, παρά τη μακροσκελή και αόριστη διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων, η εξέτασή τους και η απάντηση του Δικαστηρίου μπορούν να περιοριστούν σε αυτό που είναι απολύτως αναγκαίο προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να επιλύσει το ενώπιόν του προβληθέν ζήτημα.
18 Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το σύστημα που έχουν θεσπίσει οι Συνθήκες, όπως αυτό προκύπτει από τα άρθρα 281 ΕΚ και 184 ΕΚΑΕ, νομική προσωπικότητα ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου είχαν μόνον οι Κοινότητες και όχι τα όργανά τους. Τούτο ισχύει και σήμερα, σύμφωνα με το άρθρο 47 ΣΕΕ, όσον αφορά την Ένωση. Κατά τα άρθρα 282 ΕΚ και 185 ΕΚΑΕ, οι Κοινότητες είχαν την ευρύτερη δυνατή νομική ικανότητα την αναγνωριζόμενη από τις εθνικές νομοθεσίες στα νομικά πρόσωπα, είχαν τη δυνατότητα ιδίως να αποκτούν ή να διαθέτουν κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίστανται ενώπιον δικαστηρίου και, προς τον σκοπό αυτό, αντιπροσωπεύονταν από την Επιτροπή.
19 Η Επιτροπή μπορούσε να αναθέσει την εξουσία αυτή παρέχοντας εντολή στα λοιπά θεσμικά όργανα στις περιπτώσεις που αφορούσαν την αντίστοιχη λειτουργία τους.
20 Στην κοινοτική έννομη τάξη, ήταν επίσης σημαντικό, προς διασφάλιση της χρηστής διοίκησης, οι Κοινότητες να εκπροσωπούνται, ως προς τις πράξεις αγοράς ή διάθεσης περιουσίας καθώς και ως προς τις ένδικες διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, από το συγκεκριμένο θεσμικό όργανο το οποίο αφορούσε η εν λόγω πράξη ή ένδικη διαδικασία. Συγκεκριμένα, το θεσμικό αυτό όργανο, στο πλαίσιο της διοικητικής και λειτουργικής του αυτονομίας, βρισκόταν σε καλύτερη θέση να εκτιμήσει και να προασπίσει τα συμφέροντα των Κοινοτήτων στις υποθέσεις αυτές.
21 Όσον αφορά την έκταση της εντολής αυτής, από τη φύση της εξουσίας εκπροσωπήσεως και της εξουσίας αναθέσεως της Επιτροπής προκύπτει ότι το θεσμικό αυτό όργανο είχε τη δυνατότητα να αναθέτει εντολή σε άλλο θεσμικό όργανο διορίζοντας ή όχι συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο προς τον σκοπό της εκπροσωπήσεως αυτής. Στις περιπτώσεις αυτές, τόσο το εντεταλμένο όργανο όσο και το διοριζόμενο φυσικό πρόσωπο, εφόσον υπήρχε τέτοιο, μπορούσαν να παράσχουν εντολή σε δικηγόρο προκειμένου να εκπροσωπήσει τις Κοινότητες.
22 Υπογραμμίζεται ότι η πρακτική της αναθέσεως που περιγράφεται ανωτέρω επικυρώθηκε και καθιερώθηκε με το άρθρο 335 ΣΛΕΕ. Επομένως, εφεξής, δυνάμει του άρθρου αυτού, κάθε θεσμικό όργανο, βάσει της διοικητικής του αυτονομίας, μπορεί να εκπροσωπεί την Ένωση ως προς τα ζητήματα που άπτονται της λειτουργίας του.
23 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, το φυσικό πρόσωπο που διορίστηκε ονομαστικώς με το πληρεξούσιο έγγραφο ήταν ο νομικός σύμβουλος, ήτοι ο διευθυντής της νομικής υπηρεσίας του Συμβουλίου, ο οποίος, με τη σειρά του, παρέσχε εντολή σε δικηγόρο να εκπροσωπήσει το εν λόγω θεσμικό όργανο στη δίκη ενώπιον του επιληφθέντος εθνικού δικαστηρίου, στο μέτρο κατά το οποίο η παράσταση δικηγόρου ήταν αναγκαία σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες του οικείου κράτους μέλους.
24 Κατά συνέπεια, στην περίπτωση κατά την οποία υπήρξε αλληλουχία εντολών, ήτοι μια πρώτη παρασχεθείσα από την Επιτροπή στο Συμβούλιο με διορισμό συγκεκριμένου φυσικού προσώπου του εντεταλμένου οργάνου και μια δεύτερη ανατεθείσα από το τελευταίο αυτό πρόσωπο σε δικηγόρο προς εκπροσώπηση του εν λόγω θεσμικού οργάνου ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, η εντολή παρασχέθηκε εγκύρως από την Επιτροπή και το εντεταλμένο όργανο εκπροσωπήθηκε νομίμως.
25 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα είναι ότι η εντολή με την οποία η Επιτροπή ανέθεσε σε άλλο κοινοτικό όργανο την εκ του άρθρου 282 ΕΚ εξουσία της να εκπροσωπεί τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ενώπιον εθνικού δικαστηρίου σε διαφορά που αφορά το όργανο αυτό παρασχέθηκε εγκύρως, ανεξαρτήτως του αν με την εντολή αυτή διορίστηκε ή όχι συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπεί το εντεταλμένο όργανο. Στις περιπτώσεις αυτές, τόσο το όργανο αυτό όσο και το διοριζόμενο φυσικό πρόσωπο, εφόσον υπήρχε τέτοιο, μπορούσαν να παράσχουν εντολή σε δικηγόρο προκειμένου να εκπροσωπήσει τις Κοινότητες.
Επί του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος
26 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο από τα υποβληθέντα ερωτήματα.
Επί των δικαστικών εξόδων
27 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η εντολή με την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέθεσε σε άλλο κοινοτικό όργανο την εκ του άρθρου 282 ΕΚ εξουσία της να εκπροσωπεί τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ενώπιον εθνικού δικαστηρίου σε διαφορά που αφορά το όργανο αυτό παρασχέθηκε εγκύρως, ανεξαρτήτως του αν με την εντολή αυτή διορίστηκε ή όχι συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπεί το εντεταλμένο όργανο. Στις περιπτώσεις αυτές, τόσο το όργανο αυτό όσο και το διοριζόμενο φυσικό πρόσωπο, εφόσον υπήρχε τέτοιο, μπορούσαν να παράσχουν εντολή σε δικηγόρο προκειμένου να εκπροσωπήσει τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy