Υπόθεση C-184/10
Mathilde Grasser
κατά
Freistaat Bayern
(αίτηση του Bayerischer Verwaltungsgerichtshof
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδηγία 91/439/ΕΟΚ – Αμοιβαία αναγνώριση των αδειών οδηγήσεως – Άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από κράτος μέλος χωρίς να ληφθεί υπόψη η προϋπόθεση διαμονής – Άρνηση αναγνωρίσεως από το κράτος μέλος υποδοχής, στηριζόμενη μόνο στη μη τήρηση της προϋποθέσεως διαμονής»
Περίληψη της αποφάσεως
Μεταφορές – Οδικές μεταφορές – Άδεια οδήγησης – Οδηγία 91/439 – Αμοιβαία αναγνώριση των αδειών οδήγησης – Άρνηση του κράτους μέλους υποδοχής να αναγνωρίσει την άδεια που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος – Άρνηση στηριζόμενη αποκλειστικώς στο γεγονός ότι ο κάτοχος της άδειας δεν διέμενε στο δεύτερο κράτος μέλος κατά τον χρόνο της εκδόσεως της άδειας
(Οδηγία 91/439 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2008/35, άρθρα 1 § 2, 7, § 1, στοιχείο β΄, και 8 §§ 2 και 4)
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, καθώς και το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439, για την άδεια οδήγησης, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2008/65, έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείουν τη δυνατότητα του κράτους μέλους υποδοχής να αρνηθεί να αναγνωρίσει στο έδαφός του την εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος άδεια οδηγήσεως, όταν από τα στοιχεία που αναγράφονται στην άδεια αυτή προκύπτει ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της εν λόγω οδηγίας προϋπόθεση της συνήθους διαμονής. Άνευ σημασίας είναι το εάν στον κάτοχο της εν λόγω άδειας επιβλήθηκαν μέτρα υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας από το κράτος μέλος υποδοχής.
Όσον αφορά την προϋπόθεση του τόπου διαμονής των υποψηφίων για την απόκτηση άδειας οδηγήσεως, η οδηγία 91/439 δεν διακρίνει μεταξύ της εκδόσεως της πρώτης άδειας οδηγήσεως και της εκδόσεως που έπεται της αφαιρέσεως προγενέστερης άδειας. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η έκδοση προϋποθέτει τη συνήθη διαμονή ή την απόδειξη της φοιτητικής ιδιότητας επί έξι τουλάχιστον μήνες στην επικράτεια του κράτους μέλους που εκδίδει την άδεια οδηγήσεως.
Η προϋπόθεση της διαμονής έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της εκδόσεως της πρώτης άδειας οδηγήσεως. Ειδικότερα, εάν σε αυτήν την περίπτωση δεν πληρούται η ως άνω προϋπόθεση, καθίσταται δυσχερές, αν όχι αδύνατο, για τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως της άδειας να ελέγξουν εάν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις που τάσσει η οδηγία 91/439. Ελλείψει τέτοιου ελέγχου, ενδέχεται ο κάτοχος άδειας την οποία απέκτησε κατ’ αυτόν τον τρόπο να μη διαθέτει, μεταξύ άλλων, τις απαιτούμενες γνώσεις και την απαιτούμενη ικανότητα για οδήγηση με συνέπεια να προκαλείται κίνδυνος για την οδική ασφάλεια. Επιπλέον, θα υπήρχε κίνδυνος να παραβιαστεί η κατά το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439 αρχή κατά την οποία το ίδιο πρόσωπο επιτρέπεται να είναι κάτοχος μίας μόνο άδειας οδηγήσεως.
(βλ. σκέψεις 29-31, 33 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 19ης Μαΐου 2011 (*)
«Οδηγία 91/439/ΕΟΚ – Αμοιβαία αναγνώριση των αδειών οδηγήσεως – Άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από κράτος μέλος χωρίς να ληφθεί υπόψη η προϋπόθεση διαμονής – Άρνηση αναγνωρίσεως από το κράτος μέλος υποδοχής, στηριζόμενη μόνο στη μη τήρηση της προϋποθέσεως διαμονής»
Στην υπόθεση C‑184/10,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bayerischer Verwaltungsgerichtshof (Γερμανία) με απόφαση της 16ης Μαρτίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Απριλίου 2010, στο πλαίσιο της δίκης
Mathilde Grasser
κατά
Freistaat Bayern,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas (εισηγητή), U. Lõhmus, A. Ó Caoimh και P. Lindh, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: K. Malacek, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Φεβρουαρίου 2011,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Μ. Grasser, εκπροσωπούμενη από τον M. Wandt, Rechtsanwalt,
– το Freistaat Bayern, εκπροσωπούμενο από τον M. Niese,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους N. Graf Vitzthum και T. Henze,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον G. Braun και την N. Yerrell,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 2011,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης (ΕΕ L 237, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2008/65/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2008 (ΕΕ L 168, σ. 36, στο εξής: οδηγία 91/439).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ της M. Grasser, γερμανικής ιθαγένειας, η οποία κατοικεί στο Viereth-Trunstadt (Γερμανία) και είναι κάτοχος άδειας οδηγήσεως εκδοθείσας στην Τσεχική Δημοκρατία, και του Freistaat Bayern, με αντικείμενο απόφαση δυνάμει της οποίας δεν της επετράπη να κάνει χρήση της άδειας οδηγήσεώς της στο γερμανικό έδαφος.
Το νομικό πλαίσιο
Η νομοθεσία της Ένωσης
3 Κατά την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/439, προκειμένου να υπάρξει ανταπόκριση στις επιτακτικές ανάγκες της οδικής ασφάλειας, είναι αναγκαίος ο καθορισμός ελάχιστων προϋποθέσεων για τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως.
4 Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη εκδίδουν τις εθνικές άδειες οδήγησης ακολουθώντας το κοινοτικό υπόδειγμα που περιγράφεται στο παράρτημα I ή Ια, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. […]
2. Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν αμοιβαία τις άδειες οδήγησης που εκδίδουν.»
5 Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας:
«Η χορήγηση της αδείας οδήγησης προϋποθέτει επίσης:
[…]
β) κανονική διαμονή ή απόδειξη της σπουδαστικής ιδιότητας επί διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών στην επικράτεια του κράτους μέλους που χορηγεί την άδεια οδήγησης.»
6 Δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439, το ίδιο πρόσωπο μπορεί να είναι κάτοχος μίας μόνο άδειας οδηγήσεως.
7 Το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 91/439 ορίζει τα εξής:
«2. Με την επιφύλαξη της αρχής της εδαφικότητας όσον αφορά την ισχύ των ποινικών και αστυνομικών διατάξεών του, το κράτος μέλος κανονικής διαμονής μπορεί να εφαρμόσει στον κάτοχο άδειας οδήγησης η οποία έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, τις εθνικές του διατάξεις όσον αφορά τον περιορισμό, την αναστολή, την αφαίρεση ή την ακύρωση του δικαιώματος οδήγησης και, ενδεχομένως, να προβεί, για τους σκοπούς αυτούς, σε αντικατάσταση της άδειας αυτής.
[…]
4. Ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει σε πρόσωπο στο οποίο εφαρμόζεται, στο έδαφός του, ένα από τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, την ισχύ άδειας οδήγησης που έχει εκδώσει άλλο κράτος μέλος.»
8 Το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ως “κανονική διαμονή” νοείται ο τόπος, όπου ένα πρόσωπο διαμένει συνήθως, δηλαδή επί 185 τουλάχιστον ημέρες κατά ημερολογιακό έτος, λόγω προσωπικών ή επαγγελματικών δεσμών, ή, όταν πρόκειται για άτομο χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών, που συνεπάγονται στενή σχέση του με τον τόπο όπου κατοικεί.»
9 Το άρθρο 12, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη αλληλοβοηθούνται στην εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και ανταλλάσσουν, εάν χρειαστεί, πληροφορίες για τις άδειες που καταγράφουν.»
Η εθνική νομοθεσία
10 Το άρθρο 28, παράγραφοι 1 και 4, του διατάγματος περί οδικής κυκλοφορίας όσον αφορά τους ιδιώτες (διάταγμα περί άδειας ικανότητας οδηγήσεως) [Verordnung über die Zulassung von Personen zum Straßenverkehr (Fahrerlaubnis-Verordnung)], της 18ης Αυγούστου 1998 (BGBl. 1998 I, σ. 2214), όπως τελευταίως τροποποιήθηκε με το διάταγμα της 7ης Ιανουαρίου 2009 (BGBl. 2009 I, σ. 27), έχει ως εξής:
«1. Στους κατόχους ισχύουσας άδειας οδήγησης εντός της [Ευρωπαϊκής Ένωσης] ή του [Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ)] που έχουν τη συνήθη διαμονή τους υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1 ή 2, στη Γερμανία επιτρέπεται, με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 έως 4, να οδηγούν στην ημεδαπή αυτοκίνητα οχήματα βάσει των στοιχείων που περιλαμβάνονται στην άδεια οδηγήσής τους. […]
[…]
4. Η παράγραφος 1 δεν έχει εφαρμογή επί των κατόχων άδειας οδήγησης της [Ένωσης] ή του ΕΟΧ,
[…]
2. οι οποίοι, όπως αποδεικνύεται από την άδεια οδήγησης ή αναμφισβήτητες πληροφορίες προερχόμενες από το κράτος μέλος που την εξέδωσε, είχαν κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας τη συνήθη διαμονή τους στην ημεδαπή, εκτός εάν απέκτησαν την άδεια οδήγησης κατά τη διάρκεια παραμονής τους, τουλάχιστον εξάμηνης διάρκειας, ως μαθητές ή φοιτητές υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2,
3. των οποίων η άδεια οδήγησης αφαιρέθηκε στη Γερμανία με προσωρινή ή τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή με αμέσως εκτελεστή ή απρόσβλητη απόφαση της διοικητικής αρχής· στους οποίους με αμετάκλητη απόφαση δεν χορηγήθηκε άδεια οδήγησης· ή των οποίων η άδεια οδήγησης δεν έχει αφαιρεθεί για τον μοναδικό λόγο ότι εν τω μεταξύ παραιτήθηκαν από αυτήν,
[…]
Στις περιπτώσεις του πρώτου εδαφίου, σημεία 2 και 3, η αρχή μπορεί να εκδώσει διαπιστωτική πράξη σχετικά με την έλλειψη δικαιώματος οδήγησης».
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
11 Η M. Grasser, γεννηθείσα το 1955 με γερμανική ιθαγένεια και κατοικούσα στο Viereth-Trunstadt στη Γερμανία, δεν υπήρξε ποτέ κάτοχος γερμανικής άδειας οδηγήσεως.
12 Στις 31 Μαΐου 2006 χορηγήθηκε στην M. Grasser άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από τον Δήμο του Plzeň (Τσεχική Δημοκρατία) στην οποία ως τόπος διαμονής του κατόχου της άδειας αναγραφόταν το «Viereth-Trunstadt, Spolková Republika Nemecko» («Viereth-Trunstadt, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας»).
13 Με έγγραφο της 3ης Απριλίου 2009, η αρμόδια για την έκδοση αδειών οδηγήσεως γερμανική αρχή (στο εξής: αρχή) κάλεσε την M. Grasser να προσκομίσει την τσεχική της άδεια οδηγήσεως προκειμένου να σημειωθεί σε αυτήν ότι δεν έχει δικαίωμα οδηγήσεως στο γερμανικό έδαφος για τον λόγο ότι, κατά τη χορήγηση της εν λόγω άδειας, δεν τηρήθηκε η προϋπόθεση διαμονής. Η ως άνω αρχή κάλεσε την ενδιαφερόμενη σε ακρόαση πριν εκδώσει απόφαση περί εκπτώσεως από το δικαίωμά της οδηγήσεως.
14 Η M. Grasser ζήτησε από την αρχή να της παράσχει το δικαίωμα να κάνει χρήση της άδειάς της οδηγήσεως στο γερμανικό έδαφος υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε διέπραξε παράβαση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας. Άλλως, ζήτησε να της χορηγηθεί γερμανική άδεια οδηγήσεως. Η αρμόδια γερμανική αρχή απέρριψε αμφότερα τα αιτήματα.
15 Η εν λόγω αρχή, με απόφαση της 3ης Ιουνίου 2009, απαγόρευσε στην M. Grasser να κάνει χρήση της τσεχικής της άδειας οδηγήσεως στη Γερμανία, την υποχρέωσε δε να την προσκομίσει προκειμένου να περιληφθεί σε αυτήν μνεία της απαγορεύσεως οδηγήσεως, ειδάλλως θα προέβαινε σε κατάσχεση της εν λόγω άδειας.
16 Την 1η Ιουλίου 2009 η M. Grasser άσκησε ενώπιον του Verwaltungsgericht Bayreuth (διοικητικού πρωτοδικείου του Bayreuth) αίτηση ακυρώσεως κατά της από 3 Ιουνίου 2009 αποφάσεως. Με απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2009, το εν λόγω δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση. Το Verwaltungsgericht Bayreuth έκρινε ότι η μη τήρηση της προϋποθέσεως περί διαμονής δεν μπορεί, αυτή καθαυτή, να συνιστά λόγο για τη μη αναγνώριση του δικαιώματος οδηγήσεως στο γερμανικό έδαφος. Κατά το δικαστήριο αυτό, για να δικαιολογηθεί η άρνηση αναγνωρίσεως, έπρεπε, πέραν της μη τηρήσεως της προϋποθέσεως περί διαμονής, να επιβληθεί στην M. Grasser το μέτρο της αφαιρέσεως, αναστολής, ακυρώσεως ή περιορισμού της προγενέστερης άδειας οδηγήσεώς της.
17 Το Freistaat Bayern άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως ενώπιον του Bayerischer Verwaltungsgerichtshof, το οποίο, υπό τις συνθήκες αυτές, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν το άρθρο 1, παράγραφος 2, καθώς και το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ την έννοια ότι το κράτος μέλος υποδοχής δικαιούται να μην αναγνωρίσει άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από άλλο κράτος μέλος, εάν διαπιστώνεται, βάσει στοιχείων που αναγράφονται στην εν λόγω άδεια οδηγήσεως, παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας αυτής, χωρίς προηγουμένως το κράτος μέλος υποδοχής να έχει επιβάλει στον κάτοχο της άδειας οδηγήσεως μέτρο από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
18 Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 1, παράγραφος 2, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, καθώς και το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 έχουν την έννοια ότι αποκλείουν τη δυνατότητα του κράτους μέλους υποδοχής να αρνηθεί να αναγνωρίσει στο έδαφός του την εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος άδεια οδηγήσεως, όταν από τα στοιχεία που αναγράφονται στην άδεια αυτή προκύπτει ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της εν λόγω οδηγίας προϋπόθεση της συνήθους διαμονής, πλην όμως το κράτος μέλος υποδοχής δεν έλαβε έναντι του κατόχου της ως άνω άδειας μέτρα υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας.
19 Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 προβλέπει την αμοιβαία αναγνώριση, χωρίς καμιά διατύπωση, των αδειών οδηγήσεως που εκδίδουν τα κράτη μέλη. Η διάταξη αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση, η οποία δεν αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τα μέτρα τα οποία πρέπει να λάβουν προκειμένου να συμμορφωθούν προς αυτήν (απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2009, C‑321/07, Schwarz, Συλλογή 2009, σ. I‑1113, σκέψη 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
20 Στο κράτος μέλος εκδόσεως της άδειας εναπόκειται να διαπιστώσει εάν πληρούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις που επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως οι σχετικές με τη διαμονή και με την ικανότητα οδηγήσεως προϋποθέσεις τις οποίες ορίζει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας και, ως εκ τούτου, εάν δικαιολογείται η έκδοση άδειας οδηγήσεως (προαναφερθείσα απόφαση Schwarz, σκέψη 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
21 Εφόσον οι αρχές κράτους μέλους έχουν εκδώσει άδεια οδηγήσεως σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/439, τα λοιπά κράτη μέλη δεν δικαιούνται να εξετάσουν εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εκδόσεως τις οποίες ορίζει η οδηγία αυτή. Ειδικότερα, η κατοχή άδειας οδηγήσεως εκδοθείσας σε άλλο κράτος μέλος πρέπει να συνιστά απόδειξη ότι ο κάτοχος της άδειας αυτής πληρούσε, κατά τον χρόνο εκδόσεως, τις ως άνω προϋποθέσεις (προαναφερθείσα απόφαση Schwarz, σκέψη 77 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
22 Εντούτοις, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 2008, C‑329/06 και C-343/06, Wiedemann και Funk (Συλλογή 2008, σ. I-4635), καθώς και Zerche κ.λπ., C‑334/06 έως C-336/06 (Συλλογή 2008, σ. I-4691), τα άρθρα 1, παράγραφος 2, 7, παράγραφος 1, και 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείουν σε όλες τις περιπτώσεις τη δυνατότητα κράτους μέλους να αρνηθεί να αναγνωρίσει στο έδαφός του το δικαίωμα οδηγήσεως το οποίο απορρέει από άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα μετά την επιβολή μέτρου αφαιρέσεως της άδειας αυτής σε άλλο κράτος μέλος (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, διάταξη της 9ης Ιουλίου 2009, C‑445/08, Wierer, σκέψη 50).
23 Ειδικότερα, ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει στο έδαφός του το δικαίωμα οδηγήσεως το οποίο απορρέει από άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα μετά την επιβολή μέτρου αφαιρέσεως σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον αποδεικνύεται, βάσει των στοιχείων που αναγράφονται σε αυτήν ή άλλων αδιαμφισβήτητων στοιχείων προερχομένων από το κράτος μέλος εκδόσεως της άδειας, ότι, όταν εκδόθηκε η άδεια αυτή, ο κάτοχός της, στον οποίον είχε επιβληθεί μέτρο αφαιρέσεως προηγούμενης αδείας στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους, δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος του κράτους μέλους εκδόσεως της άδειας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προαναφερθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk, σκέψη 73, καθώς και Zerche κ.λπ., σκέψη 70).
24 Επομένως, δεδομένου ότι είναι πρόδηλο ότι στο κράτος μέλος εκδόσεως της άδειας δεν τηρήθηκε η προϋπόθεση της συνήθους διαμονής, δεν τίθεται ζήτημα ως προς την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως.
25 Στις γραπτές της παρατηρήσεις, η M. Grasser υποστήριξε ότι, σε αντίθεση με τους κατόχους των αδειών οδηγήσεως στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk καθώς και Zerche κ.λπ., στους οποίους επιβλήθηκε μέτρο αφαιρέσεως παλαιότερης άδειας, η ίδια ουδέποτε υπήρξε κάτοχος άδειας οδηγήσεως και, ως εκ τούτου, ουδέποτε της επιβλήθηκε τέτοιο μέτρο. Για τον λόγο αυτό, η συλλογιστική που ακολουθήθηκε στις προμνησθείσες αποφάσεις δεν μπορεί να ισχύσει στην περίπτωσή της, η δε μη τήρηση της προϋποθέσεως περί διαμονής δεν δικαιολογεί την άρνηση αναγνωρίσεως της τσεχικής της άδειας οδηγήσεως.
26 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, όπως προκύπτει από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/439, ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε ότι, για την εφαρμογή των επιταγών της οδικής ασφάλειας, είναι αναγκαίος ο καθορισμός ελάχιστων προϋποθέσεων για την έκδοση άδειας οδηγήσεως. Μεταξύ των ελάχιστων αυτών προϋποθέσεων περιλαμβάνεται η κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της εν λόγω οδηγίας προϋπόθεση της διαμονής, κατά την οποία για την έκδοση άδειας οδηγήσεως απαιτείται συνήθης διαμονή ή απόδειξη της φοιτητικής ιδιότητας επί έξι τουλάχιστον μήνες στην επικράτεια του κράτους μέλους το οποίο εκδίδει την άδεια οδηγήσεως.
27 Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, ελλείψει πλήρους εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών για την έκδοση των αδειών οδηγήσεως, η προϋπόθεση της διαμονής συντείνει, μεταξύ άλλων, στην περιστολή των πρακτικών «ευκαιριακής» αποκτήσεως άδειας οδηγήσεως. Επιπλέον, η προϋπόθεση αυτή είναι απαραίτητη για να ελεγχθεί εάν πληρούται η προϋπόθεση της ικανότητας οδηγήσεως (προαναφερθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk, σκέψη 69, καθώς και Zerche κ.λπ., σκέψη 66).
28 Επιπλέον, η προϋπόθεση της διαμονής, ως προαπαιτούμενο για τον έλεγχο του εάν ο υποψήφιος πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις που επιβάλλει η οδηγία 91/439, και καθόσον προσδιορίζει το κράτος μέλος εκδόσεως της άδειας, έχει ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με άλλες προϋποθέσεις που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία (προαναφερθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk, σκέψη 70, καθώς και Zerche κ.λπ., σκέψη 67).
29 Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 33 των προτάσεών του, η εν λόγω οδηγία, όσον αφορά την προϋπόθεση του τόπου διαμονής των υποψηφίων για την απόκτηση άδειας οδηγήσεως, δεν διακρίνει μεταξύ της εκδόσεως της πρώτης άδειας οδηγήσεως και της εκδόσεως που έπεται της αφαιρέσεως προγενέστερης άδειας. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η έκδοση προϋποθέτει τη συνήθη διαμονή ή την απόδειξη της φοιτητικής ιδιότητας επί έξι τουλάχιστον μήνες στην επικράτεια του κράτους μέλους που εκδίδει την άδεια οδηγήσεως.
30 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προϋπόθεση της διαμονής έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία και στην περίπτωση της εκδόσεως της πρώτης άδειας οδηγήσεως.
31 Ειδικότερα, εάν σε αυτήν την περίπτωση δεν πληρούται η ως άνω προϋπόθεση, καθίσταται δυσχερές, αν όχι αδύνατο, για τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως της άδειας να ελέγξουν εάν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις που τάσσει η οδηγία 91/439. Ελλείψει τέτοιου ελέγχου, ενδέχεται ο κάτοχος άδειας την οποία απέκτησε κατ’ αυτόν τον τρόπο να μη διαθέτει, μεταξύ άλλων, τις απαιτούμενες γνώσεις και την απαιτούμενη ικανότητα για οδήγηση με συνέπεια να προκαλείται κίνδυνος για την οδική ασφάλεια. Επιπλέον, θα υπήρχε κίνδυνος να παραβιαστεί η κατά το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439 αρχή κατά την οποία το ίδιο πρόσωπο επιτρέπεται να είναι κάτοχος μίας μόνο άδειας οδηγήσεως.
32 Στο πλαίσιο αυτό, άνευ σημασίας είναι εάν στον κάτοχο της εν λόγω άδειας επιβλήθηκαν μέτρα υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας από το κράτος μέλος υποδοχής.
33 Κατόπιν των ανωτέρω, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, καθώς και το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείουν τη δυνατότητα του κράτους μέλους υποδοχής να αρνηθεί να αναγνωρίσει στο έδαφός του την εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος άδεια οδηγήσεως, όταν από τα στοιχεία που αναγράφονται στην άδεια αυτή προκύπτει ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της εν λόγω οδηγίας προϋπόθεση της συνήθους διαμονής. Άνευ σημασίας είναι το εάν στον κάτοχο της εν λόγω άδειας επιβλήθηκαν μέτρα υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας από το κράτος μέλος υποδοχής.
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, καθώς και το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2008/65/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2008, έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείουν τη δυνατότητα του κράτους μέλους υποδοχής να αρνηθεί να αναγνωρίσει στο έδαφός του την εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος άδεια οδηγήσεως, όταν από τα στοιχεία που αναγράφονται στην άδεια αυτή προκύπτει ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της εν λόγω οδηγίας προϋπόθεση της συνήθους διαμονής. Άνευ σημασίας είναι το εάν στον κάτοχο της εν λόγω άδειας επιβλήθηκαν μέτρα υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας από το κράτος μέλος υποδοχής.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy