Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-256/10 και C-261/10
David Barcenilla Fernández
και
Pedro Antonio Macedo Lozano
κατά
Gerardo García SL
(αιτήσεις του Tribunal Superior de Justicia de Castilla y León
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδηγία 2003/10/ΕΚ – Τιμές εκθέσεως – Θόρυβος – Προστασία της ακοής – Πρακτική αποτελεσματικότητα»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κοινωνική πολιτική – Προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων –Οδηγία 2003/10 περί των ελάχιστων προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας για την έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (θόρυβος)
(Οδηγία 2003/10 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 3 και 5 έως 7)
2. Κοινωνική πολιτική – Προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων – Οδηγία 2003/10 περί των ελάχιστων προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας για την έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (θόρυβος)
(Οδηγία 2003/10 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 5)
1. Η οδηγία 2003/10, περί των ελάχιστων προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας για την έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (θόρυβος), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/30, έχει την έννοια ότι δεν εκπληρώνει τις απορρέουσες από την οδηγία αυτή υποχρεώσεις εργοδότης στην επιχείρηση του οποίου το επίπεδο ημερήσιας εκθέσεως των εργαζομένων στον θόρυβο υπερβαίνει τα 85 dB(A), μετρηθέν χωρίς συνυπολογισμό της μειώσεως που επιτυγχάνεται με τη χρήση ατομικών μέσων προστασίας της ακοής, θέτοντας απλώς στη διάθεση των εργαζομένων τέτοια ατομικά μέσα προστασίας της ακοής με τα οποία επιτυγχάνεται η μείωση της ημερήσιας εκθέσεως στον θόρυβο σε επίπεδο κάτω των 80 dB(A), δεδομένου ότι ο εν λόγω εργοδότης οφείλει να εφαρμόσει πρόγραμμα συνιστάμενο σε τεχνικά ή/και οργανωτικά μέτρα, με σκοπό τη μείωση της εκθέσεως στον θόρυβο σε επίπεδο κάτω των 85 dB(A), μετρηθέν χωρίς συνυπολογισμό της μειώσεως που επιτυγχάνεται με τη χρήση των ατομικών μέσων προστασίας της ακοής.
(βλ. σκέψη 34, διατακτ. 1)
2. Η οδηγία 2003/10, περί των ελάχιστων προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας για την έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (θόρυβος), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/30, έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει σε εργοδότη την καταβολή επιδόματος σε εργαζομένους οι οποίοι εκτίθενται σε επίπεδο θορύβου άνω των 85 dB(A), μετρηθέν χωρίς συνυπολογισμό του αποτελέσματος της χρήσεως ατομικών μέσων προστασίας της ακοής, για τον λόγο και μόνον ότι δεν έθεσε σε εφαρμογή πρόγραμμα συνιστάμενο σε τεχνικά ή/και οργανωτικά μέτρα με σκοπό τη μείωση του επιπέδου της ημερήσιας εκθέσεως στον θόρυβο. Πάντως, το εθνικό δίκαιο πρέπει να προβλέπει προσήκοντες μηχανισμούς οι οποίοι να διασφαλίζουν ότι εργαζόμενος ο οποίος εκτίθεται σε επίπεδο θορύβου άνω των 85 dB(A), μετρηθέν χωρίς συνυπολογισμό του αποτελέσματος της χρήσεως ατομικών μέσων προστασίας της ακοής, μπορεί να αξιώνει από τον εργοδότη του την τήρηση των υποχρεώσεων λήψεως προληπτικών μέτρων του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.
(βλ. σκέψη 43, διατακτ. 2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 19ης Μαΐου 2011 (*)
«Οδηγία 2003/10/ΕΚ – Τιμές εκθέσεως – Θόρυβος – Προστασία της ακοής – Πρακτική αποτελεσματικότητα»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑256/10 και C‑261/10,
με αντικείμενο δύο αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunal Superior de Justicia de Castilla y León (Ισπανία) με απόφαση της 21ης Απριλίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Μαΐου 2010, στο πλαίσιο των διαδικασιών
David Barcenilla Fernández (C-256/10),
Pedro Antonio Macedo Lozano (C-261/10)
κατά
Gerardo García SL,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. Šváby, πρόεδρο τμήματος, E. Juhász και T. von Danwitz (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την B. Plaza Cruz,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Materne και την M. Jacobs,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Russo,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. Rozet και G. Valero Jordana,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Οι αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 3 και 5 έως 7 της οδηγίας 2003/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 2003, περί των ελάχιστων προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας για την έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (θόρυβος) (δέκατη έβδομη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 42, σ. 38), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2007 (ΕΕ L 165, σ. 21, στο εξής: οδηγία 2003/10).
2 Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο διαφορών μεταξύ των D. Barcenilla Fernández (C-256/10) και P. Macedo Lozano (C-261/10) και της Gerardo García SL (στο εξής: Gerardo) ως προς την υποχρέωση της εταιρίας αυτής για καταβολή επιδόματος δυνάμει διατάξεως του εθνικού δικαίου προβλέπουσας το επίδομα αυτό όταν οι συνθήκες της θέσεως εργασίας είναι ιδιαιτέρως επαχθείς.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Κατά τη δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/10:
«Η μείωση της έκθεσης στο θόρυβο μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικότερα με την εφαρμογή προληπτικών μέτρων ήδη από το στάδιο του σχεδιασμού των θέσεων και χώρων εργασίας καθώς και με την επιλογή εξοπλισμού, διαδικασιών και μεθόδων εργασίας, δια των οποίων θα μειώνονται οι κίνδυνοι κατά προτεραιότητα στην πηγή. Οι διατάξεις που αφορούν τον εξοπλισμό και τις μεθόδους εργασίας συμβάλλουν, ως εκ τούτου, στην προστασία των οικείων εργαζομένων. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές πρόληψης, όπως καθορίζονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία [ΕΕ L 183, σ. 1], συλλογικά μέτρα προστασίας προέχουν των ατομικών μέτρων προστασίας.»
4 Κατά τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/10:
«[...] Οι εκτιμηθείσες ή αντικειμενικώς μετρηθείσες τιμές πρέπει να είναι αποφασιστικές για την ανάληψη των δράσεων που προβλέπονται στις κατώτερες και ανώτερες τιμές έκθεσης για ανάληψη δράσης. Οριακές τιμές έκθεσης απαιτούνται για την πρόληψη ανεπανόρθωτων βλαβών ακοής των εργαζομένων. Ο θόρυβος που φθάνει στο αυτί πρέπει να είναι χαμηλότερος από τις οριακές τιμές έκθεσης.»
5 Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Οριακές τιμές έκθεσης και τιμές έκθεσης για ανάληψη δράσης», ορίζει:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, οι οριακές τιμές έκθεσης και οι τιμές έκθεσης για ανάληψη δράσης, όσον αφορά τα ημερήσια επίπεδα έκθεσης στο θόρυβο και τις αιχμές ηχητικής πίεσης καθορίζονται ως εξής:
α) οριακές τιμές έκθεσης: LEX,8h = 87 dB(A) και ρpeak = 200 Pa [...], αντιστοίχως·
β) ανώτερες τιμές για ανάληψη δράσης: LEX,8h = 85 dB(A) και ρpeak = 140 Pa [...] αντιστοίχως·
γ) κατώτερες τιμές για ανάληψη δράσης: LEX,8h = 80 dB(A) και ρ peak = 112 Pa [...] αντιστοίχως.
2. Κατά την εφαρμογή των οριακών τιμών έκθεσης, ο καθορισμός της πραγματικής έκθεσης του εργαζομένου συνυπολογίζει τη μείωση που παρέχεται από τα ατομικά μέσα προστασίας της ακοής που φέρει ο εργαζόμενος. Στις τιμές έκθεσης για ανάληψη δράσης η επίπτωση αυτών των μέσων προστασίας δεν συνυπολογίζεται.
[...]»
6 Το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Μέτρα αποφυγής ή μείωσης της έκθεσης», προβλέπει:
«1. Λαμβάνοντας υπόψη την τεχνική πρόοδο και τα διαθέσιμα μέτρα ελέγχου του κινδύνου στην πηγή, οι κίνδυνοι που προκύπτουν από την έκθεση στο θόρυβο πρέπει να εξαλείφονται στην πηγή προέλευσής τους ή να περιορίζονται στο ελάχιστο.
Η μείωση αυτών των κινδύνων γίνεται βάσει των γενικών αρχών πρόληψης που καθορίζονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, και συνυπολογίζοντας συγκεκριμένα τα ακόλουθα:
α) άλλες μέθοδοι εργασίας που συνεπάγονται μικρότερη έκθεση στο θόρυβο·
β) επιλογή κατάλληλου εξοπλισμού εργασίας, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο της εργασίας, ο οποίος εκπέμπει τον ελάχιστο δυνατό θόρυβο, καθώς και δυνατότητα να παρέχεται στους εργαζομένους εξοπλισμός εργασίας σύμφωνος με την κοινοτική νομοθεσία, με σκοπό ή αποτέλεσμα τη μείωση της έκθεσης στο θόρυβο·
γ) σχεδιασμός και διαμόρφωση των χώρων και θέσεων εργασίας·
δ) επαρκής πληροφόρηση και κατάρτιση για την εκπαίδευση των εργαζομένων όσον αφορά την ορθή χρησιμοποίηση των εξοπλισμών εργασίας για τη μείωση στο ελάχιστο της έκθεσής τους στο θόρυβο·
ε) τεχνική μείωση του θορύβου:
i) μείωση του αερόφερτου θορύβου, ήτοι θωρακίσεις, περιβλήματα, καλύψεις με ηχοαπορροφητικό υλικό·
ii) μείωση του στερεόφερτου θορύβου, παραδείγματος χάρη με απόσβεση ή μόνωση·
στ) κατάλληλα προγράμματα συντήρησης του εξοπλισμού εργασίας, του χώρου εργασίας και των συστημάτων στο χώρο εργασίας·
ζ) μείωση του θορύβου μέσω οργάνωσης της εργασίας:
i) περιορισμός της διάρκειας και της έντασης της έκθεσης·
ii) κατάλληλο πρόγραμμα εργασίας με επαρκείς περιόδους ανάπαυσης.
2. Βάσει της εκτίμησης των κινδύνων που προβλέπει το άρθρο 4, εάν η έκθεση υπερβεί τις ανώτερες τιμές για ανάληψη δράσης, ο εργοδότης καταρτίζει και εφαρμόζει πρόγραμμα το οποίο συνίσταται σε τεχνικά ή/και οργανωτικά μέτρα, με σκοπό τη μείωση της έκθεσης στο θόρυβο, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 1.
[...]»
7 Το άρθρο 6 της οδηγίας 2003/10, με τίτλο «Ατομική προστασία», ορίζει:
1. Εάν οι κίνδυνοι που προέρχονται από την έκθεση στο θόρυβο δεν είναι δυνατόν να προληφθούν με άλλα μέσα, τίθενται στη διάθεση των εργαζομένων και χρησιμοποιούνται από αυτούς κατάλληλα και δεόντως τοποθετημένα ατομικά μέσα προστασίας της ακοής σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 89/656/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρήση από τους εργαζομένους εξοπλισμών ατομικής προστασίας κατά την εργασία (τρίτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) [EE L 393, σ. 18] και του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/391/ΕΚ, υπό τους ακόλουθους όρους:
α) όταν η έκθεση στο θόρυβο υπερβαίνει τις κατώτερες τιμές για ανάληψη δράσης, ο εργοδότης θέτει στη διάθεση των εργαζομένων ατομικά μέσα προστασίας της ακοής·
β) όταν η έκθεση στο θόρυβο φτάνει ή υπερβαίνει τις ανώτερες τιμές για ανάληψη δράσης, η χρήση ατομικών μέσων προστασίας της ακοής είναι υποχρεωτική·
[...]».
8 Το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/10, με τίτλο «Περιορισμός της έκθεσης», προβλέπει:
«1. Ουδέποτε η έκθεση του εργαζομένου, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρέπει να υπερβαίνει τις οριακές τιμές έκθεσης.
2. Εάν, παρά τα μέτρα που λαμβάνονται για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, σημειώνονται εκθέσεις άνω των οριακών τιμών έκθεσης, ο εργοδότης οφείλει:
α) να αναλάβει αμέσως δράση για να μειώσει την έκθεση κάτω των οριακών τιμών έκθεσης·
β) να εντοπίσει τους λόγους που προκάλεσαν την υπέρβαση και
γ) να τροποποιήσει τα μέτρα προστασίας και πρόληψης προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν επανάληψη.»
Το εθνικό δίκαιο
9 Η οδηγία 2003/10 μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το βασιλικό διάταγμα 286/2006 περί της προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά των κινδύνων σχετικά με την έκθεση σε θόρυβο (Real Decreto 286/2006 sobre la protección de la salud y la seguridad de los trabajadores contra los riesgos relacionados con la exposición al ruido), της 10ης Μαρτίου 2006 (BOE αριθ. 60, της 11ης Μαρτίου 2006, σ. 9842).
10 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος 286/2006 διακρίνει μεταξύ των τιμών για ανάληψη δράσης και των οριακών τιμών των οποίων δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση σε καμία περίπτωση. Δυνάμει του άρθρου 8 του διατάγματος αυτού, η οριακή τιμή εκθέσεως της οποίας απαγορεύεται η υπέρβαση σε κάθε περίπτωση είναι τα 87 dB(A) κατά μέσο όρο ημερήσιας εκθέσεως.
11 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος 286/2006 αναφέρει ότι «κατά την εφαρμογή των οριακών τιμών εκθέσεως, ο καθορισμός της πραγματικής εκθέσεως του εργαζομένου στον θόρυβο, συνυπολογίζει τη μείωση που επιτυγχάνεται με τα ατομικά μέσα προστασίας της ακοής που φέρει ο εργαζόμενος».
12 Η περιφερειακή συλλογική σύμβαση στον τομέα των δημοσίων έργων της Palencia για την περίοδο 2007-2011 (στο εξής: συλλογική σύμβαση) ορίζει στο άρθρο της 27:
«1. Στους εργαζόμενους οι οποίοι πραγματοποιούν εξαιρετικώς βαρείες, ανθυγιεινές ή επικίνδυνες εργασίες, καταβάλλεται επίδομα 20 % επί του βασικού μισθού τους. Εάν ασκούν τα καθήκοντά τους κατά το ήμισυ της ημέρας εργασίας ή λιγότερο, το επίδομα αυτό είναι 10 % επί του βασικού μισθού.
[...]
3. Αν για οποιαδήποτε αιτία δεν συντρέχουν πλέον οι εξαιρετικώς βαρείες, ανθυγιεινές ή επικίνδυνες συνθήκες εργασίας, παύει η καταβολή του επιδόματος.
[...]»
Οι διαφορές της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Η δραστηριότητα της Gerardo, εργοδότριας των προσφευγόντων της κύριας δίκης, συνίσταται στην επεξεργασία υλικών από φυσική πέτρα. Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης εργάζονται συνήθως σε αυτόματη μηχανή κοπής.
14 Κατά τη διάρκεια των ημερών εργασίας τους, το επίπεδο θορύβου στον χώρο εργασίας τους υπερβαίνει τον μέσο όρο ημερήσιας εκθέσεως των 85 dB(A). Προς ανόρθωση της καταστάσεως αυτής, η Gerardo έθεσε στη διάθεσή τους ατομικά μέσα προστασίας της ακοής. Χάρη στην εξασθένηση του θορύβου που επιτυγχάνεται με τα εν λόγω μέσα, η ημερήσια έκθεση των προσφευγόντων της κύριας δίκης στον θόρυβο μειώθηκε σε επίπεδο κάτω των 80 dB(A).
15 Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης ζήτησαν την καταβολή επιδόματος, δυνάμει του άρθρου 27 της συλλογικής συμβάσεως, λόγω των επαχθών συνθηκών της θέσεως εργασίας τους οι οποίες προκύπτουν από την έκθεσή τους σε επίπεδο θορύβου υπερβαίνον τον μέσο όρο της ημερήσιας εκθέσεως των 85 dB(A). Οι αιτήσεις τους απορρίφθηκαν από το Juzgado de lo Social, το οποίο έκρινε ότι η Gerardo πληροί τις απαιτήσεις του βασιλικού διατάγματος 286/2006, που μεταφέρει στην εθνική έννομη τάξη την οδηγία 2003/10. Κατά το δικαστήριο αυτό, η μείωση του θορύβου, η οποία επιτυγχάνεται με τα ατομικά μέσα προστασίας της ακοής, συνυπολογίζεται για να στοιχειοθετηθεί αν οι συνθήκες της θέσεως εργασίας πρέπει να θεωρηθούν επαχθείς.
16 Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης άσκησαν έφεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
17 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η απόρριψη από το Juzgado de lo Social των αιτήσεων των προσφευγόντων της κύριας δίκης συνάδει προς την πρόσφατη νομολογία του Tribunal Supremo, σύμφωνα με την οποία η μείωση του θορύβου που επιτυγχάνεται με τα ατομικά μέσα προστασίας της ακοής πρέπει να συνυπολογίζεται για να καθοριστεί αν οι συνθήκες της θέσεως εργασίας του εργαζομένου είναι επαχθείς. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η νομολογία αυτή περί της ερμηνείας της έννοιας των «επαχθών συνθηκών» υπό το πρίσμα της οδηγίας 2003/10 και της εθνικής νομοθεσίας, η οποία τη μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη, έχει σκοπό την προστασία του εργαζομένου κατά των κινδύνων που ενδέχεται να προκύψουν για την υγεία λόγω της πραγματικής εκθέσεως σε θόρυβο. Επομένως, δεν υφίστανται επαχθείς συνθήκες όταν ατομικά μέσα προστασίας της ακοής καθιστούν δυνατή τη μείωση του θορύβου που φθάνει στο αυτί σε επίπεδο κάτω των 80 dB(A).
18 Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το συμβατό της νομολογίας αυτής του Tribunal Supremo με την οδηγία 2003/10. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο, μολονότι δέχεται ότι οι διαφορές της κύριας δίκης αφορούν την καταβολή επιδόματος το οποίο, καθεαυτό, δεν διέπεται από την οδηγία αυτή, κρίνει ότι η ερμηνεία της οδηγίας αποτελεί προαπαιτούμενο για να καθοριστεί αν οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης δικαιούνται του εν λόγω επιδόματος.
19 Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η υποχρέωση του άρθρου 27 της συλλογικής συμβάσεως περί καταβολής επιδόματος λόγω των επαχθών συνθηκών εργασίας εξαρτάται από την τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία 2003/10 και το βασιλικό διάταγμα 286/2006. Αντίκειται στην πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας αυτής η δυνατότητα του εργοδότη να παρακάμψει την υποχρέωση καταβολής του επιδόματος αυτού για τον λόγο και μόνον ότι έθεσε στη διάθεση των εργαζομένων του μέσα προστασίας της ακοής, μολονότι δεν πληροί τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας όσον αφορά τις τεθείσες με την οδηγία υποχρεώσεις λήψεως προληπτικών μέτρων.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal Superior de Justicia de Castilla y León αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία ταυτίζονται στις υποθέσεις των οποίων επιλήφθηκε το αιτούν δικαστήριο:
«1) Έχουν τα άρθρα 3, 5, παράγραφος 2, 6 και 7 της οδηγίας 2003/10 […] την έννοια ότι επιχείρηση στην οποία το επίπεδο της ημερήσιας εκθέσεως των εργαζομένων στον θόρυβο είναι άνω των 85 dB(A) (μέτρηση στην οποία δεν συνυπολογίζονται τα αποτελέσματα των μέσων προστασίας της ακοής), πληροί τις υποχρεώσεις λήψεως προληπτικών μέτρων που θέτει η εν λόγω οδηγία σε σχέση με τις πραγματικές συνθήκες εργασίας παρέχοντας στους εν λόγω εργαζομένους μέσα προστασίας της ακοής ώστε, με τη μείωση του επιπέδου του θορύβου που επιτυγχάνεται με τα μέσα αυτά, η ημερήσια έκθεση στον θόρυβο των εν λόγω εργαζομένων να μειώνεται κάτω των 80 dB(A);
2) Έχει το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/10 […] την έννοια ότι το πρόγραμμα το οποίο συνίσταται σε τεχνικά ή/και οργανωτικά μέτρα που πρέπει να εφαρμόσει επιχείρηση στην οποία το επίπεδο της ημερήσιας εκθέσεως των εργαζομένων στον θόρυβο είναι άνω των 85 dB(A) (μέτρηση στην οποία δεν συνυπολογίζεται η μείωση που επιτυγχάνεται με τα μέσα προστασίας της ακοής), αποσκοπεί στη μείωση του επιπέδου της εκθέσεως στον θόρυβο κάτω των 85 dB(A);
3) Αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική, έχει η οδηγία 2003/10 […] την έννοια ότι απαγορεύει εθνικό κανόνα ή εθνική νομική πρακτική που απαλλάσσει την επιχείρηση από την καταβολή επιδόματος, το οποίο οφείλει κατ’ αρχήν να καταβάλει στους εργαζομένους, οι οποίοι εκτίθενται ημερησίως σε επίπεδα θορύβου άνω των 85 dB(A), εφόσον τους παρέχει μέσα προστασίας της ακοής, τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση του θορύβου ώστε η ημερήσια έκθεσή τους στον θόρυβο να παραμένει κάτω των 80 dB(A);»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου και δευτέρου ερωτήματος
21 Με τα δύο πρώτα ερωτήματα, τα οποία αρμόζει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να μάθει αν η οδηγία 2003/10 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένας εργοδότης σε επιχείρηση στην οποία το επίπεδο ημερήσιας εκθέσεως των εργαζομένων στον θόρυβο υπερβαίνει τα 85 dB(A), μετρηθέν χωρίς συνυπολογισμό της μειώσεως που επιτυγχάνεται με τα ατομικά μέσα προστασίας της ακοής, πληροί τις απορρέουσες από την οδηγία αυτή υποχρεώσεις θέτοντας απλώς στη διάθεση των εργαζομένων τέτοια μέσα προστασίας της ακοής, με τα οποία επιτυγχάνεται η μείωση της ημερήσιας εκθέσεως στον θόρυβο κάτω των 80 dB(A), και αν το άρθρο 5, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά τη μείωση της ημερήσιας εκθέσεως στον θόρυβο σε επίπεδο κάτω των 85 dB(A), μετρηθέν χωρίς συνυπολογισμό της μειώσεως που επιτυγχάνεται με τα ατομικά μέσα προστασίας της ακοής.
22 Για να δοθεί απάντηση τα ερωτήματα αυτά, υπενθυμίζεται το κανονιστικό πλαίσιο της οδηγίας 2003/10.
23 Κατ’ αρχάς, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, λαμβάνοντας υπόψη την τεχνική πρόοδο και τα διαθέσιμα μέτρα ελέγχου του κινδύνου στην πηγή, οι κίνδυνοι που προκύπτουν από την έκθεση στον θόρυβο πρέπει να εξαλείφονται στην πηγή προελεύσεώς τους ή να περιορίζονται στο ελάχιστο.
24 Βάσει αυτού, το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου 5, παράγραφος 1, προβλέπει ότι η μείωση των κινδύνων αυτών γίνεται βάσει των γενικών αρχών προλήψεως και αναφέρει λεπτομερώς τα μέτρα που δύνανται να προαγάγουν τον σκοπό αυτό.
25 Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/10, εάν η έκθεση υπερβεί τις ανώτερες τιμές για ανάληψη δράσης, ο εργοδότης καταρτίζει και εφαρμόζει πρόγραμμα το οποίο συνίσταται σε τεχνικά ή/και οργανωτικά μέτρα, με σκοπό τη μείωση της εκθέσεως στον θόρυβο. Συναφώς, από το άρθρο 3, παράγραφοι 1, στοιχείο β΄, και 2, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι η εν λόγω τιμή εκθέσεως έχει καθορισθεί σε επίπεδο 85 dB(A), το οποίο πρέπει να μετρηθεί χωρίς συνυπολογισμό της μειώσεως που επιτυγχάνεται με τα ατομικά μέσα προστασίας της ακοής.
26 Στη συνέχεια, κατά το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας, ατομικά μέσα προστασίας της ακοής τίθενται στη διάθεση των εργαζομένων όταν η έκθεση στον θόρυβο υπερβαίνει τις ανώτερες τιμές για ανάληψη δράσης, «εάν οι κίνδυνοι που προέρχονται από την έκθεση στο θόρυβο δεν είναι δυνατόν να προληφθούν με άλλα μέσα».
27 Τέλος, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/10, η έκθεση του εργαζομένου στον θόρυβο δεν δύναται, σε καμία περίπτωση, να υπερβαίνει τις οριακές τιμές εκθέσεως, ήτοι, κατά το άρθρο 3, παράγραφοι 1, στοιχείο α΄, και 2, πρώτη περίοδος, της οδηγίας αυτής, επίπεδο 87 dB(A), μετρηθέν συνυπολογιζομένης της μειώσεως που επιτυγχάνεται με τα ατομικά μέσα προστασίας της ακοής.
28 Επομένως, η οδηγία 2003/10 ιεραρχεί τις υποχρεώσεις που υπέχει ο εργοδότης.
29 Πρώτον, ο εργοδότης υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, να εφαρμόσει πρόγραμμα με σκοπό τη μείωση του θορύβου όταν οι εργαζόμενοι εκτίθενται σε επίπεδο θορύβου άνω των 85 dB(A), μετρηθέν χωρίς συνυπολογισμό της μειώσεως που επιτυγχάνεται με τα ατομικά μέσα προστασίας της ακοής.
30 Μόνον εάν το πρόγραμμα αυτό δεν καθιστά δυνατή τη μείωση της εν λόγω εκθέσεως στον θόρυβο, το άρθρο 6 της οδηγίας 2003/10 προβλέπει, δεύτερον, την επιπλέον υποχρέωση διαθέσεως στους εργαζομένους ατομικών μέσων προστασίας της ακοής.
31 Τρίτον και τέλος, το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει συγκεκριμένες υποχρεώσεις για την υποθετική περίπτωση κατά την οποία με τη χρήση ατομικών μέσων προστασίας της ακοής δεν μπορεί να αποφευχθεί η υπέρβαση των οριακών τιμών εκθέσεως.
32 Επομένως, από τη σαφή διατύπωση και την οικονομία των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο εργοδότης δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/10 θέτοντας απλώς στη διάθεση των εργαζομένων ατομικά μέσα προστασίας της ακοής, αλλά οφείλει να εφαρμόσει πρόγραμμα με σκοπό τη μείωση της εκθέσεως στον θόρυβο όταν οι εργαζόμενοι εκτίθενται σε επίπεδο θορύβου άνω των 85 dB(A), μετρηθέν χωρίς συνυπολογισμό της μειώσεως που επιτυγχάνεται με τη χρήση ατομικών μέσων προστασίας της ακοής.
33 Το εν λόγω νόημα της οδηγίας 2003/10 ενισχύεται με τη δέκατη αιτιολογική σκέψη της, σύμφωνα με την οποία η οδηγία στηρίζεται στην έννοια της προλήψεως που συνεπάγεται ότι οι κίνδυνοι μειώνονται κατά προτεραιότητα στην πηγή και τα μέτρα συλλογικής προστασίας προέχουν των ατομικών μέτρων προστασίας.
34 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στα δύο πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2003/10 έχει την έννοια ότι δεν εκπληρώνει τις απορρέουσες από την οδηγία αυτή υποχρεώσεις εργοδότης στην επιχείρηση του οποίου το επίπεδο ημερήσιας εκθέσεως των εργαζομένων στον θόρυβο υπερβαίνει τα 85 dB(A), μετρηθέν χωρίς συνυπολογισμό της μειώσεως που επιτυγχάνεται με τη χρήση ατομικών μέσων προστασίας της ακοής, θέτοντας απλώς στη διάθεση των εργαζομένων τέτοια ατομικά μέσα προστασίας της ακοής, με τα οποία επιτυγχάνεται η μείωση της ημερήσιας εκθέσεως στον θόρυβο σε επίπεδο κάτω των 80 dB(A), δεδομένου ότι ο εν λόγω εργοδότης οφείλει να εφαρμόσει πρόγραμμα συνιστάμενο σε τεχνικά ή/και οργανωτικά μέτρα, με σκοπό τη μείωση της εκθέσεως στον θόρυβο σε επίπεδο κάτω των 85 dB(A), μετρηθέν χωρίς συνυπολογισμό της μειώσεως που επιτυγχάνεται με τη χρήση των ατομικών μέσων προστασίας της ακοής.
Επί του τρίτου ερωτήματος
35 Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να μάθει αν η οδηγία 2003/10 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει σε εργοδότη, ο οποίος δεν έθεσε σε εφαρμογή πρόγραμμα συνιστάμενο σε τεχνικά ή/και οργανωτικά μέτρα, με σκοπό τη μείωση της ημερήσιας εκθέσεως στον θόρυβο, την καταβολή επιδόματος στους εργαζομένους οι οποίοι εκτίθενται σε επίπεδο θορύβου άνω των 85 dB(A), μετρηθέν χωρίς συνυπολογισμό της μειώσεως που επιτυγχάνεται με τη χρήση των ατομικών μέσων προστασίας της ακοής, ακόμα και αν έθεσε στη διάθεση των εν λόγω εργαζομένων τέτοια ακουστικά μέσα προστασίας της ακοής με αποτέλεσμα τη μείωση της ημερήσιας εκθέσεως στον θόρυβο κάτω των 80 dB(A).
36 Ενόψει του ερωτήματος αυτού, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη συλλογική σύμβαση, οφείλεται επίδομα στα πρόσωπα τα οποία εργάζονται υπό εξαιρετικώς επαχθείς συνθήκες, οι οποίες δύνανται να προκύπτουν από την έκθεση στον θόρυβο.
37 Βάσει αυτού, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά την πρόσφατη νομολογία του Tribunal Supremo, οι επαχθείς αυτές συνθήκες δεν συντρέχουν όταν ατομικά μέσα προστασίας της ακοής επιτυγχάνουν μείωση του επιπέδου του θορύβου που φθάνει στο αυτί σε επίπεδο κάτω των 80 dB(A). Κατά το αιτούν δικαστήριο, η νομολογία αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία της οδηγίας 2003/10, σύμφωνα με την οποία ο σκοπός της οδηγίας συνίσταται στην προστασία του εργαζομένου κατά των κινδύνων που ενδέχεται να προκύψουν για την υγεία από την πραγματική έκθεση στον θόρυβο. Πάντως, η εν λόγω συσταλτική ερμηνεία αντίκειται στην πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας. Με τον τρόπο αυτό, ένας εργοδότης δύναται να παρακάμψει την υποχρέωση καταβολής του επιδόματος αυτού για τον λόγο και μόνον ότι έθεσε στη διάθεση των εργαζομένων του ατομικά μέσα προστασίας της ακοής, μολονότι δεν πληροί τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας όσον αφορά τις τεθείσες με την οδηγία υποχρεώσεις λήψεως προληπτικών μέτρων.
38 Συναφώς, σημειωτέον, όπως τονίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ότι η οδηγία 2003/10 δεν διέπει, καθεαυτή, ούτε την καταβολή επιδόματος λόγω των επαχθών συνθηκών μιας θέσεως εργασίας, οι οποίες προκύπτουν από την έκθεση στον θόρυβο, ούτε το ζήτημα του κατά πόσον μπορεί ή πρέπει να συνυπολογισθεί το αποτέλεσμα των ατομικών μέσων προστασίας της ακοής για τον καθορισμό του κατωφλίου της εκθέσεως στον θόρυβο που είναι γενεσιουργό της υποχρεώσεως καταβολής του εν λόγω επιδόματος.
39 Επομένως, η οδηγία 2003/10 δεν επιβάλλει την υποχρέωση καταβολής επιδόματος ως κύρωση για τη μη τήρηση, εκ μέρους του εργοδότη, των τεθεισών με την οδηγία αυτή υποχρεώσεων λήψεως προληπτικών μέτρων.
40 Εντούτοις, ενώπιον των ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις λήψεως προληπτικών μέτρων με σκοπό τη μείωση, στο μέτρο του δυνατού, της εκθέσεως στον θόρυβο στην πηγή, με την εφαρμογή προγράμματος συνισταμένου σε τεχνικά ή/και οργανωτικά μέτρα, εντάσσονται στον σκοπό της οδηγίας 2003/10 για την προστασία της υγείας των εργαζομένων.
41 Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η ελευθερία επιλογής των μέσων και μεθόδων που διασφαλίζουν την εφαρμογή μιας οδηγίας διατηρεί ακέραια την υποχρέωση κάθε κράτους που είναι αποδέκτης της οδηγίας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο σκοπό (απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, C‑268/06, Impact, Συλλογή 2008, σ. I‑2483, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και να διασφαλίζει, σε περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη οδηγία αποσκοπεί στη δημιουργία δικαιωμάτων υπέρ των ιδιωτών, ότι τους παρέχεται η δυνατότητα να τα επικαλούνται, ενδεχομένως, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (απόφαση της 30ής Μαΐου 1991, C‑361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1991, σ. I‑2567, σκέψη 15).
42 Επομένως, το εθνικό δίκαιο πρέπει να ερμηνευθεί ούτως ώστε να παρέχει πραγματικά στους εργαζομένους τη δυνατότητα να αξιώνουν από τον εργοδότη τους την τήρηση των τεθεισών με την οδηγία 2003/10 υποχρεώσεων λήψεως προληπτικών μέτρων, η οποία, όπως προκύπτει από τη δέκατη αιτιολογική σκέψη, αποσκοπεί στην προστασία των εργαζομένων.
43 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2003/10 έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει σε εργοδότη την καταβολή επιδόματος σε εργαζομένους οι οποίοι εκτίθενται σε επίπεδο θορύβου άνω των 85 dB(A), μετρηθέν χωρίς συνυπολογισμό του αποτελέσματος της χρήσεως ατομικών μέσων προστασίας της ακοής, για τον λόγο και μόνον ότι δεν έθεσε σε εφαρμογή πρόγραμμα συνιστάμενο σε τεχνικά ή/και οργανωτικά μέτρα με σκοπό τη μείωση του επιπέδου της ημερήσιας εκθέσεως στον θόρυβο. Πάντως, το εθνικό δίκαιο πρέπει να προβλέπει προσήκοντες μηχανισμούς οι οποίοι να διασφαλίζουν ότι εργαζόμενος ο οποίος εκτίθεται σε επίπεδο θορύβου άνω των 85 dB(A), το οποίο έχει μετρηθεί χωρίς συνυπολογισμό του αποτελέσματος της χρήσεως ατομικών μέσων προστασίας της ακοής, μπορεί να αξιώνει από τον εργοδότη του την τήρηση των υποχρεώσεων λήψεως προληπτικών μέτρων του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
44 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Η οδηγία 2003/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 2003, περί των ελάχιστων προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας για την έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (θόρυβος) (δέκατη έβδομη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2007, έχει την έννοια ότι δεν εκπληρώνει τις απορρέουσες από την οδηγία αυτή υποχρεώσεις εργοδότης στην επιχείρηση του οποίου το επίπεδο ημερήσιας εκθέσεως των εργαζομένων στον θόρυβο υπερβαίνει τα 85 dB(A), μετρηθέν χωρίς συνυπολογισμό της μειώσεως που επιτυγχάνεται με τη χρήση ατομικών μέσων προστασίας της ακοής, θέτοντας απλώς στη διάθεση των εργαζομένων τέτοια ατομικά μέσα προστασίας της ακοής, με τα οποία επιτυγχάνεται η μείωση της ημερήσιας εκθέσεως στον θόρυβο κάτω των 80 dB(A), δεδομένου ότι ο εν λόγω εργοδότης οφείλει να εφαρμόσει πρόγραμμα συνιστάμενο σε τεχνικά ή/και οργανωτικά μέτρα, με σκοπό τη μείωση της εκθέσεως στον θόρυβο σε επίπεδο κάτω των 85 dB(A), μετρηθέν χωρίς συνυπολογισμό της μειώσεως που επιτυγχάνεται με τη χρήση των ατομικών μέσων προστασίας της ακοής.
2) Η οδηγία 2003/10, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/30, έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει σε εργοδότη την καταβολή επιδόματος σε εργαζομένους οι οποίοι εκτίθενται σε επίπεδο θορύβου άνω των 85 dB(A), μετρηθέν χωρίς συνυπολογισμό του αποτελέσματος της χρήσεως ατομικών μέσων προστασίας της ακοής, για τον λόγο και μόνον ότι δεν έθεσε σε εφαρμογή πρόγραμμα συνιστάμενο σε τεχνικά ή/και οργανωτικά μέτρα με σκοπό τη μείωση του επιπέδου της ημερήσιας εκθέσεως στον θόρυβο. Πάντως, το εθνικό δίκαιο πρέπει να προβλέπει προσήκοντες μηχανισμούς οι οποίοι να διασφαλίζουν ότι εργαζόμενος, ο οποίος εκτίθεται σε επίπεδο θορύβου άνω των 85 dB(A), το οποίο έχει μετρηθεί χωρίς συνυπολογισμό του αποτελέσματος της χρήσεως ατομικών μέσων προστασίας της ακοής, μπορεί να αξιώνει από τον εργοδότη του την τήρηση των υποχρεώσεων λήψεως προληπτικών μέτρων του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy