Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-344/10 P και C-345/10 P
Freixenet SA
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Αιτήσεις αναιρέσεως – Αιτήσεις καταχωρίσεως κοινοτικών σημάτων που απεικονίζουν φιάλη λευκού χρώματος, καθώς και φιάλη θαμπού μαύρου χρώματος, των οποίων η επιφάνεια καλύπτεται με σμύριδα – Απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως – Έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα»
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινοτικό σήμα – Ορισμός και κτήση του κοινοτικού σήματος – Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου – Σήματα στερούμενα διακριτικού χαρακτήρα – Σήμα αποτελούμενο από την ειδική όψη της επιφάνειας της συσκευασίας ενός υγρού προϊόντος
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 1, στοιχείο β΄)
Τα κριτήρια εκτιμήσεως του διακριτικού χαρακτήρα των τρισδιάστατων σημάτων που αποτελούνται από τη μορφή του ίδιου του προϊόντος δεν είναι διαφορετικά από εκείνα που εφαρμόζονται στις λοιπές κατηγορίες σημάτων.
Πάντως, στο πλαίσιο εφαρμογής των κριτηρίων αυτών, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αντίληψη του μέσου καταναλωτή δεν είναι κατ’ ανάγκη η ίδια στην περίπτωση τρισδιάστατου σήματος, αποτελούμενου από την εικόνα του ίδιου του προϊόντος, και στην περίπτωση λεκτικού ή εικονιστικού σήματος, αποτελούμενου από σημείο ανεξάρτητο της όψεως των προϊόντων που προσδιορίζει. Πράγματι, ο μέσος καταναλωτής δεν συνηθίζει να αναγνωρίζει την προέλευση ενός προϊόντος βάσει του σχήματός του ή του σχήματος της συσκευασίας του, χωρίς την ύπαρξη κάποιου εικονιστικού ή λεκτικού στοιχείου, και, επομένως, η διαπίστωση του διακριτικού χαρακτήρα ενός τέτοιου τρισδιάστατου σήματος θα μπορούσε να αποδειχθεί δυσχερέστερη από τη διαπίστωση του διακριτικού χαρακτήρα κάποιου λεκτικού ή εικονιστικού σήματος.
Υπό τις συνθήκες αυτές, διακριτικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, διαθέτει μόνον το σήμα το οποίο αποκλίνει σημαντικά από τα γενικώς ή συνήθως ισχύοντα στον κλάδο και, λόγω αυτού του γεγονότος, μπορεί να επιτελεί τη βασική του λειτουργία προσδιορισμού της προελεύσεως του προϊόντος.
Η νομολογία αυτή, που αναπτύχθηκε αναφορικά με τα τρισδιάστατα σήματα που αποτελούνται από την εικόνα του ίδιου του προϊόντος ή της συσκευασίας των προϊόντων, όπως τα υγρά τα οποία συσκευάζονται προς εμπορία για λόγους που ανάγονται στην ίδια τη φύση του προϊόντος, ισχύει επίσης οσάκις το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση είναι ένα «άλλο» σήμα, αποτελούμενο από την ειδική όψη της επιφάνειας της συσκευασίας ενός υγρού προϊόντος. Πράγματι, ούτε σε παρόμοια περίπτωση αποτελείται το σήμα από σημείο ανεξάρτητο από την όψη της αναγκαίας συσκευασίας των προϊόντων που προσδιορίζει.
(βλ. σκέψεις 45-48)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 20ής Οκτωβρίου 2011 (*)
«Αιτήσεις αναιρέσεως – Αιτήσεις καταχωρίσεως κοινοτικών σημάτων που απεικονίζουν φιάλη λευκού χρώματος, καθώς και φιάλη θαμπού μαύρου χρώματος, των οποίων η επιφάνεια καλύπτεται με σμύριδα – Απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως – Έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑344/10 P και C‑345/10 P,
με αντικείμενο αιτήσεις αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκαν στις 7 Ιουλίου 2010,
Freixenet SA, με έδρα το Sant Sadurní d’Anoia (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τους F. de Visscher, E. Cornu και D. Moreau, δικηγόρους,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι το
Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενο από τον A. Folliard-Monguiral,
καθού πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský, R. Silva de Lapuerta, Γ. Αρέστη (εισηγητή) και T. von Danwitz, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: K. Malacek, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 18ης Μαΐου 2011,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με τις αιτήσεις της αναιρέσεως, η Freixenet SA (στο εξής: Freixenet) ζητεί την αναίρεση των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 27ης Απριλίου 2010, Freixenet κατά ΓΕΕΑ (λευκή φιάλη της οποίας η επιφάνεια καλύπτεται με σμύριδα) (T‑109/08, στο εξής: απόφαση T‑109/08), και Freixenet κατά ΓΕΕΑ (μαύρη θαμπή φιάλη της οποίας η επιφάνεια καλύπτεται με σμύριδα) (T‑110/08, στο εξής: απόφαση T‑110/08) (στο εξής, από κοινού: αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις), με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές που άσκησε η Freixenet κατά των αποφάσεων του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), της 30ής Οκτωβρίου 2007 (υπόθεση R 97/2001‑1) και της 20ής Νοεμβρίου 2007 (υπόθεση R 104/2001‑1), αντιστοίχως, αναφορικά με αιτήσεις καταχωρίσεως ως κοινοτικών σημάτων σημείων που απεικονίζουν φιάλη λευκού χρώματος, καθώς και φιάλη θαμπού μαύρου χρώματος, των οποίων η επιφάνεια καλύπτεται με σμύριδα (στο εξής: επίδικες αποφάσεις).
Το νομικό πλαίσιο
2 Ο κανονισμός (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 13 Απριλίου 2009. Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου των πραγματικών περιστατικών, οι υπό κρίση διαφορές εξακολουθούν να διέπονται από τον κανονισμό 40/94.
3 Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση.
4 Βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, οι απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, του εν λόγω κανονισμού δεν εμποδίζουν την καταχώριση σήματος εάν το σήμα αυτό έχει αποκτήσει, για τα προϊόντα για τα οποία ζητείται η καταχώριση, διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσεως που του έχει γίνει.
5 Το άρθρο 38, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού προβλέπει ότι η αίτηση απορρίπτεται μόνον αφού δοθεί στον αιτούντα η δυνατότητα να την ανακαλέσει, να την τροποποιήσει ή να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
6 Το άρθρο 73 του κανονισμού 40/94 ορίζει ότι:
«Οι αποφάσεις του [ΓΕΕΑ] αιτιολογούνται. Δεν μπορούν να στηρίζονται παρά μόνο στους λόγους επί των οποίων οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση.»
Το ιστορικό των διαφορών
7 Την 1η Απριλίου 1996 η Freixenet κατέθεσε στο ΓΕΕΑ δύο αιτήσεις καταχωρίσεως κοινοτικών σημάτων αναφορικά με τις επίμαχες απεικονίσεις. Στις αιτήσεις αυτές, η Freixenet ανέφερε ότι τα σήματα των οποίων ζητούσε την καταχώριση υπάγονταν στην κατηγορία «λοιπά» και συνίσταντο στο σχήμα της παρουσιάσεως ενός προϊόντος. Στην αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση T‑109/08, η Freixenet διεκδικούσε το χρώμα «θαμπό χρυσό» και περιέγραφε το σήμα ως «φιάλη λευκού χρώματος με επιφάνεια καλυμμένη με σμύριδα, η οποία, όταν είναι γεμάτη κρασί, αποκτά μια θαμπή χρυσή όψη, σαν να είναι παγωμένη». Στην αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση T‑110/08, η Freixenet διεκδικούσε το χρώμα «θαμπό μαύρο» και περιέγραφε το σήμα ως «φιάλη θαμπού μαύρου χρώματος, της οποίας η επιφάνεια καλύπτεται με σμύριδα». Επιπλέον, στις προαναφερθείσες αιτήσεις προσαρτήθηκε δήλωση, στην οποία η Freixenet ανέφερε ότι «το σήμα δεν αποσκοπ[ούσε] στην κτήση ατομικής και αποκλειστικής προστασίας του σχήματος της φιάλης, αλλά της ειδικής όψεως της επιφάνειάς της».
8 Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκαν οι καταχωρίσεις υπάγονται στην κλάση 33, κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας σχετικά με τη διεθνή κατάταξη των προϊόντων και των υπηρεσιών για την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως αυτός έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή, ήτοι «αφρώδεις οίνοι».
9 Με αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 2000, ο εξεταστής του ΓΕΕΑ απέρριψε τις κατατεθείσες αιτήσεις καταχωρίσεως σημάτων με το σκεπτικό ότι τα οικεία σήματα στερούνταν διακριτικού χαρακτήρα και ότι οι προσκομισθείσες από τη Freixenet αποδείξεις δεν επέτρεπαν να συναχθεί η ύπαρξη διακριτικού χαρακτήρα των εν λόγω σημάτων κτηθέντος λόγω χρήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 40/94.
10 Με αποφάσεις της 11ης Φεβρουαρίου 2004, εκδοθείσες στις υποθέσεις R 97/2001‑4 και R 104/2001‑4, το τέταρτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ απέρριψε τις προσφυγές που άσκησε η Freixenet κατά των αποφάσεων του προαναφερθέντος εξεταστή.
11 Με αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 2006, Freixenet κατά ΓΕΕΑ (σχήμα λευκής φιάλης της οποίας η επιφάνεια καλύπτεται με σμύριδα) (T‑190/04), και Freixenet κατά ΓΕΕΑ (σχήμα μαύρης θαμπής φιάλης της οποίας η επιφάνεια καλύπτεται με σμύριδα) (T‑188/04), το τότε Πρωτοδικείο ακύρωσε τις ως άνω αποφάσεις κρίνοντας ότι το εν λόγω τμήμα προσφυγών είχε παραβεί το άρθρο 73 του κανονισμού 40/94 και είχε παραβιάσει την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας.
12 Με αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2006, το προεδρείο των τμημάτων προσφυγών του ΓΕΕΑ ανέπεμψε τις υποθέσεις αυτές στο πρώτο τμήμα προσφυγών.
13 Με έγγραφα της 18ης Ιουνίου 2007, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το τότε Πρωτοδικείο είχε προσάψει στο τέταρτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ ότι στήριξε τις αποφάσεις του σε αποδεικτικά στοιχεία που δεν είχαν προηγουμένως γνωστοποιηθεί στη Freixenet, το πρώτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ διαβίβασε στη Freixenet τις απεικονίσεις των φιαλών που είχαν μνημονευθεί στις ακυρωθείσες από το τότε Πρωτοδικείο αποφάσεις του τέταρτου τμήματος προσφυγών, καθώς και τις διευθύνσεις των συνδέσμων στο Διαδίκτυο που είχαν μνημονευθεί στις αποφάσεις του εξεταστή της 29ης Νοεμβρίου 2000.
14 Με έγγραφα της 9ης Αυγούστου 2007, η Freixenet υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί των προαναφερθεισών πληροφοριών.
15 Με τις επίμαχες αποφάσεις, το πρώτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ απέρριψε τις προσφυγές των οποίων είχε επιληφθεί.
Οι διαδικασίες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και οι προσβαλλόμενες αποφάσεις
16 Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του τότε Πρωτοδικείου στις 28 Φεβρουαρίου 2008, η Freixenet άσκησε δύο προσφυγές με τις οποίες του ζήτησε να ακυρώσει τις επίδικες αποφάσεις και να αποφανθεί ότι οι αιτήσεις καταχωρίσεως κοινοτικών σημάτων σχετικά με τις επίμαχες απεικονίσεις πληρούσαν τους όρους που προβλέπονταν προκειμένου να δημοσιευθούν σύμφωνα με το άρθρο 40 του κανονισμού 40/94.
17 Προς στήριξη των προσφυγών αυτών, η Freixenet προέβαλε τρεις λόγους ακυρώσεως, αντλούμενους από παράβαση, αντιστοίχως, του άρθρου 73 του κανονισμού 40/94, του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και του άρθρου 7, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού.
18 Με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, το Γενικό Δικαστήριο δεν έκανε δεκτούς τους τρεις αυτούς λόγους ακυρώσεως και απέρριψε τις προαναφερθείσες προσφυγές στο σύνολό τους.
19 Ειδικότερα, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως κατά το άρθρο 73, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 40/94, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 20 των αναιρεσιβαλλόμενων αποφάσεων, ότι το τμήμα προσφυγών δεν όφειλε να προβεί σε ακριβείς παραπομπές σε στοιχεία της δικογραφίας οσάκις αναφερόταν ρητώς στην πείρα που εν γένει αποκτάται στην πράξη από την εμπορία προϊόντων γενικής καταναλώσεως προκειμένου να συναγάγει ότι τα σήματα των οποίων είχε ζητηθεί η καταχώριση στερούνταν διακριτικού χαρακτήρα κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, στις σκέψεις 21 των αποφάσεων αυτών, το πρώτο αυτό σκέλος.
20 Στο πλαίσιο του ίδιου προαναφερθέντος σκέλους, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε επίσης, στις σκέψεις 22 των αναιρεσιβαλλόμενων αποφάσεων, ότι το τμήμα προσφυγών είχε τεκμηριώσει την άποψή του, κατά την οποία η καθημερινή εμπειρία επιβεβαίωνε την αντίληψη ότι το πραγματικό σήμα του αφρώδους οίνου αντιπροσωπεύεται από την ετικέτα, επισημαίνοντας ότι «[ο]ι παρατεθείσες στην απόφαση του τέταρτου τμήματος προσφυγών απεικονίσεις, οι οποίες εστάλησαν στη [Freixenet], και εκείνες τις οποίες η ίδια η [Freixenet] μπόρεσε να εξεύρει κατά τις έρευνές της, αποτελού[σαν] την καλύτερη απόδειξη περί τούτου». Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 23 των αποφάσεων αυτών, ότι όλες αυτές οι απεικονίσεις επιβεβαίωναν πράγματι την αντίληψη ότι το πραγματικό σήμα του αφρώδους οίνου αντιπροσωπεύεται από την ετικέτα και όχι από το σχήμα της συσκευασίας του, κάτι που συνιστούσε το σκεπτικό που προέβαλε το τμήμα προσφυγών προς στήριξη των επίδικων αποφάσεων.
21 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως του άρθρου 73, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 40/94, το Γενικό Δικαστήριο επεσήμανε, στις σκέψεις 44 των αναιρεσιβαλλόμενων αποφάσεων, ότι, κατά το πρώτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ, ουσιαστικό στοιχείο που επιτρέπει τον προσδιορισμό της προελεύσεως του προϊόντος για τον οικείο καταναλωτή είναι η ετικέτα πάνω στη φιάλη του αφρώδους οίνου, και όχι το σχήμα της φιάλης ή η εξωτερική της όψη. Το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, στις σκέψεις 45 των αποφάσεων αυτών, ότι η εκτίμηση αυτή αντιπροσώπευε την τελική θέση που υιοθέτησε το ΓΕΕΑ και ότι, επομένως, δεν έπρεπε καταρχήν να υποβληθεί στη Freixenet για τυχόν παρατηρήσεις. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η εκτίμηση αυτή δεν βασιζόταν στα πραγματικά στοιχεία που συνέλεξε αυτεπαγγέλτως το τμήμα προσφυγών, αλλά εντάσσετο στη συνέχεια της επιχειρηματολογίας που προέβαλε ο εξεταστής στις 19 Νοεμβρίου 1998, δηλώνοντας στη Freixenet ότι το σήμα του οποίου είχε ζητηθεί η καταχώριση είχε τη συνήθη εμφάνιση φιάλης αφρώδους οίνου και, ως εκ τούτου, στερούταν πλήρως διακριτικού χαρακτήρα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού.
22 Στο πλαίσιο του δεύτερου αυτού σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε επίσης, στις σκέψεις 46 των προαναφερθεισών αποφάσεων, ότι συμπεράσματα που συνάγονται από την πείρα, ήτοι η σημασία της ετικέτας αφρώδους οίνου ως στοιχείου που επιτρέπει στον οικείο καταναλωτή να διαπιστώνει την προέλευση του προϊόντος και την ποικιλία των παρουσιάσεων, μπορεί να υποτεθεί ότι είναι γνωστά τοις πάσι και, ιδίως, στη Freixenet. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, τα συμπεράσματα αυτά ανήκουν στην κατηγορία των παγκοίνως γνωστών πραγματικών περιστατικών, των οποίων την ακρίβεια δεν όφειλε να αποδείξει το ΓΕΕΑ. Το Γενικό Δικαστήριο επεσήμανε, επιπλέον, ότι η επιχειρηματολογία αυτή, που προβλήθηκε κυρίως από το τμήμα προσφυγών στις επίδικες αποφάσεις, εντάσσετο στο πλαίσιο των συζητήσεων που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της Freixenet και του OHMI όσον αφορά τα στοιχεία που έπρεπε να ληφθούν υπόψη προς απόδειξη του διακριτικού χαρακτήρα των σημάτων των οποίων είχε ζητηθεί η καταχώριση.
23 Στις σκέψεις 47 των αναιρεσιβαλλόμενων αποφάσεων, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η αντίληψη, κατά την οποία η ετικέτα αποτελεί στοιχείο αναφοράς για τον καταναλωτή αφρώδους οίνου, το οποίο δεν επηρεάζεται από άλλα στοιχεία, όπως το χρώμα του γυαλιού της φιάλης ή η όψη της επιφάνειάς του, συνιστά το κεντρικό στοιχείο του σκεπτικού του ΓΕΕΑ, η διαπίστωση δε αυτή προκύπτει αποκλειστικώς από την πείρα. Εκτιμώντας ότι η Freixenet δεν μπορούσε να αγνοεί την αντίληψη αυτή, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Freixenet ήταν επομένως πλήρως σε θέση να αποκρούσει την άποψη που υποστήριξε ο εξεταστής και, έπειτα, το πρώτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ, προς απόδειξη της απουσίας διακριτικού χαρακτήρα των σημάτων των οποίων είχε ζητηθεί η καταχώριση, και ότι μπορούσε επομένως να υποστηρίξει ότι, κατά την επιλογή του προϊόντος αυτού, ο οικείος καταναλωτής ελάμβανε συνήθως υπόψη όχι την ετικέτα, αλλά τη συσκευασία του αφρώδους οίνου.
24 Εξάλλου, διαπιστώνοντας ότι η Freixenet είχε πράγματι τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί των απεικονίσεων των φιαλών που παρετίθεντο στις αποφάσεις του τέταρτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 48 των αποφάσεων αυτών, ότι, επομένως, η Freixenet αβάσιμα προέβαλε, ως προς τούτο, παράβαση του άρθρου 73, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 40/94.
25 Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα, στις σκέψεις 49 των αναιρεσιβαλλόμενων αποφάσεων, ότι είχε λάβει χώρα ακρόαση της Freixenet, σύμφωνα με το άρθρο 73, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 40/94, καθόσον η Freixenet είχε διατυπώσει την άποψή της επί των λόγων για τους οποίους το ΓΕΕΑ προετίθετο να απορρίψει τις αιτήσεις καταχωρίσεως σημάτων επειδή αυτά δεν είχαν τον διακριτικό χαρακτήρα που απαιτείται σχετικώς. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη συνέχεια, στις σκέψεις 50 των αποφάσεων αυτών, ότι, επομένως, αβάσιμα υποστήριζε η Freixenet ότι το τμήμα προσφυγών είχε παραβεί τη διάταξη αυτή καθότι δεν την είχε καλέσει να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί των παγκοίνως γνωστών πραγματικών περιστατικών, τα οποία δεν μπορούσε να αγνοεί και τα οποία αποτελούσαν την τελική θέση του ΓΕΕΑ, ή επί των προαναφερθεισών απεικονίσεων των φιαλών. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως.
26 Σε ό,τι αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, το Γενικό Δικαστήριο επεσήμανε, ιδίως, στις σκέψεις 75 και 74 των αποφάσεων T‑109/08 και T‑110/08 αντιστοίχως, ότι, όσον αφορά την εκτίμηση αυτή καθεαυτήν του διακριτικού χαρακτήρα των σημάτων των οποίων είχε ζητηθεί η καταχώριση, το τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ είχε κρίνει ότι το χρώμα και το θάμπωμα του γυαλιού της φιάλης δεν μπορούσαν να «λειτουργήσουν ως σήμα» για τον αφρώδη οίνο. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, στις σκέψεις 76 και 75 των αποφάσεων Τ‑109/08 και T‑110/08 αντιστοίχως, ότι, στο πλαίσιο αυτό, η Freixenet προέβαλε τον πρωτότυπο χαρακτήρα των σημάτων αυτών την 1η Απριλίου 1996, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε από το προαναφερθέν τμήμα προσφυγών στις επίδικες αποφάσεις. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, τέτοια πρωτοτυπία δεν επαρκούσε, εντούτοις, ώστε να αποδειχθεί ο διακριτικός χαρακτήρας των προαναφερθέντων σημάτων όσον αφορά τα οικεία προϊόντα και το ενδιαφερόμενο κοινό.
27 Στις σκέψεις 79 και 78 των αποφάσεων T‑109/08 και T‑110/08 αντιστοίχως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι δύο σχετικές με τα πραγματικά περιστατικά εκτιμήσεις του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ, οι οποίες δεν αμφισβητούνταν αυτές καθαυτές από τη Freixenet και αντλούνταν, αφενός, από το γεγονός ότι ουδεμία φιάλη επωλείτο χωρίς ετικέτα ή χωρίς ισοδύναμη ένδειξη και, αφετέρου, από το γεγονός ότι η ίδια η Freixenet χρησιμοποιούσε το σήμα FREIXENET επί των φιαλών των οποίων ζητούσε την καταχώριση ως σημάτων επιβεβαίωναν τη στηριζόμενη στην πείρα αντίληψη ότι το χρώμα και το θάμπωμα του γυαλιού της φιάλης δεν μπορούσαν να «λειτουργήσουν ως σήμα» για τον αφρώδη οίνο, όσον αφορά το ενδιαφερόμενο κοινό.
28 Στο πλαίσιο του δεύτερου αυτού λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, εξάλλου, στις σκέψεις 81 και 80 των αποφάσεων T‑109/08 και T‑110/08 αντιστοίχως, ότι δεν αμφισβητείτο η πρωτότυπη όψη των σημάτων των οποίων είχε ζητηθεί η καταχώριση. Εκείνο που αμφισβητείτο αναγόταν στο γεγονός ότι η μεγάλη πλειονότητα των καταναλωτών δεν εκλαμβάνει την όψη των φιαλών ως χρήσιμο στοιχείο για τον καθορισμό της προελεύσεως του οικείου αφρώδους οίνου, αλλά προτιμά να συμβουλεύεται την ετικέτα.
29 Επιπλέον, στις σκέψεις 82 και 81 των αποφάσεων T‑109/08 και T‑110/08 αντιστοίχως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από το γεγονός ότι ουδεμία από τις παραταθείσες στις επίδικες αποφάσεις απεικονίσεις φιαλών αφρώδους οίνου παρέπεμπε σε φιάλη που διετίθετο στο εμπόριο κατά τον χρόνο που ζητήθηκε η καταχώριση των σημάτων, αρκούσε να τονιστεί ότι το επιχείρημα αυτό ήταν αλυσιτελές δεδομένου ότι, στις αποφάσεις αυτές, το τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ ορθώς είχε υπογραμμίσει ότι «δεν υφίστατ[ο] προηγούμενο οινοπαραγωγών οι οποίοι διέθεταν οίνο στο κοινό σε φιάλες χωρίς επιγραφές, εμπιστευόμενοι αποκλειστικώς ή κυρίως την τυπική μορφή της φιάλης ως ένδειξη της βιομηχανικής ή εμπορικής προελεύσεως του προϊόντος». Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν η Freixenet υπήρξε η πρώτη που χρησιμοποίησε τη συσκευασία για την οποία ζητήθηκε η καταχώριση των σημάτων, εντούτοις, η πρωτοτυπία της συσκευασίας αυτής δεν επαρκούσε, δεδομένου ότι ο καταναλωτής συνεκτιμούσε, και μάλιστα ανεξαρτήτως χρόνου, ένα άλλο στοιχείο προκειμένου να αποφασίσει κατά την αγορά, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της μεγάλης ποικιλίας των παρουσιάσεων που προσφέρεται στα καταστήματα.
30 Κατά συνέπεια, στις σκέψεις 85 και 84 των αποφάσεων T‑109/08 και T‑110/08 αντιστοίχως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το τμήμα προσφυγών ορθώς εκτίμησε ότι τα σήματα των οποίων είχε ζητηθεί η καταχώριση στερούνταν διακριτικού χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, απέρριψε τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως.
31 Όσον αφορά τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 40/94, το Γενικό Δικαστήριο επεσήμανε ιδίως, στις σκέψεις 113 και 108 των αποφάσεων T‑109/08 και T‑110/08 αντιστοίχως, ότι δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί ότι εννέα από τα δεκαπέντε κράτη μέλη που απάρτιζαν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα κατά τον χρόνο καταθέσεως των αιτήσεων καταχωρίσεως δεν καλύπτονταν από τις μελέτες της αγοράς που υπέβαλε η Freixenet.
32 Το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, εξάλλου, στις σκέψεις 122 και 118 των αποφάσεων T‑109/08 και T‑110/08 αντιστοίχως, ότι, δεδομένου ότι τα σήματα των οποίων είχε ζητηθεί η καταχώριση συνίσταντο στην παρουσίαση ενός προϊόντος, δεν υφίστατο γλωσσικό εμπόδιο για την καταχώρισή τους και επομένως έπρεπε, καταρχήν, σε όλο το τμήμα της Κοινότητας όπου δεν υπήρχε εγγενής διακριτικός χαρακτήρας, να αποδειχθεί η κτήση διακριτικού χαρακτήρα λόγω της χρήσεως, ώστε να δύνανται να καταχωρισθούν τα σήματα αυτά δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 40/94.
33 Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα, στις σκέψεις 123 και 119 των αποφάσεων T‑109/08 και T‑110/08 αντιστοίχως, ότι, ελλείψει επαρκώς πειστικών αποδεικτικών στοιχείων για δέκα τέσσερα από τα δεκαπέντε οικεία κράτη μέλη, η κτήση διακριτικού χαρακτήρα λόγω της χρήσεως στην Ισπανία δεν μπορούσε επομένως να θεωρηθεί επαρκής για την καταχώριση ενός κοινοτικού σήματος το οποίο είχε ενιαίο χαρακτήρα και παρήγαγε τα αποτελέσματά του σε ολόκληρη την Κοινότητα. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η Freixenet δε μπορούσε να επικαλείται ως προς τούτο και κατ’ αναλογία την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2009, PAGO International (C‑301/07, Συλλογή 2007, σ. I‑9429), η οποία αφορά αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως με αντικείμενο το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 και το ζήτημα της προστασίας της οποίας χαίρει βάσει της φήμης ένα ήδη καταχωρισθέν κοινοτικό σήμα. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ορθώς θεώρησε το τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ ότι οι προσκομισθείσες εκ μέρους της Freixenet αποδείξεις δεν αρκούσαν ώστε να αποδειχθεί ο λόγω της χρήσεως κτηθείς διακριτικός χαρακτήρας των σημείων των οποίων είχε ζητηθεί η καταχώριση και, ως εκ τούτου, απέρριψε τον τρίτο λόγο ακυρώσεως.
Αιτήματα των διαδίκων και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
34 Η Freixenet ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις,
– να κάνει δεκτά τα αιτήματα που διατύπωσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και
– να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.
35 Το ΓΕΕΑ ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει τις αιτήσεις αναιρέσεως και
– να καταδικάσει τη Freixenet στα δικαστικά έξοδα.
36 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Νοεμβρίου 2010, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑344/01 P και C‑345/01 P προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί των αιτήσεων αναιρέσεως
37 Προς στήριξη των αιτήσεών της αναιρέσεως, η Freixenet προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως, αντλούμενους, αντιστοίχως, ο πρώτος από παράβαση των άρθρων 38, παράγραφος 3, και 73 του κανονισμού 40/94, καθώς και του άρθρου 296 ΣΛΕΕ και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, ο δεύτερος, από παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του ανωτέρω κανονισμού, και ο τρίτος από παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού. Καταρχάς, πρέπει να εξετασθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.
Επιχειρήματα των διαδίκων
38 Με τον δεύτερό της λόγο αναιρέσεως, η Freixenet υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, καθότι στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις έκρινε ότι το τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ δεν όφειλε να προβάλει συγκεκριμένα στοιχεία προς στήριξη των απορρίψεων καταχωρίσεως και μπορούσε να αρκεστεί στην επιβεβαίωση ενός φερόμενου ως γνωστού τοις πάσι γεγονότος προκειμένου να αρνηθεί τον διακριτικό χαρακτήρα των σημάτων των οποίων η καταχώριση είχε ζητηθεί, ενώ παρέσχε συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες ενδείξεις αποδεικνύουσες τον πρωτότυπο χαρακτήρα των σημάτων αυτών κατά τον σχετικό χρόνο, με αποτέλεσμα να παρεκκλίνουν αυτά σημαντικά από τον κανόνα ή τις συνήθειες του οικείου τομέα. Δεδομένου ότι, κατά τη νομολογία, η εκτίμηση της διακριτικής ισχύος πρέπει να είναι συγκεκριμένη, το ΓΕΕΑ όφειλε να δώσει συγκεκριμένη απάντηση στα συγκεκριμένα στοιχεία που προσκόμισε ο καταθέτης και δεν μπορούσε να αρκεστεί σε αόριστες και γενικές αντιρρήσεις, όπως το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως δέχθηκε στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις.
39 Επιπλέον, η Freixenet εμμένει στο γεγονός ότι τα σήματα των οποίων είχε ζητηθεί η καταχώριση διαφοροποιούνταν ουσιωδώς από τα γενικώς ή συνήθως ισχύοντα στον κλάδο την 1η Απριλίου 1996 και τονίζει, ως προς τούτο, ότι ο πρωτότυπος χαρακτήρας των σημάτων αυτών αναγνωρίσθηκε τόσο από το τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ όσο και από το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 76 και 81 της αποφάσεως T‑109/08, καθώς και στις σκέψεις 75 και 80 της αποφάσεως T‑110/08. Προβάλλει ότι, στο μέτρο που, κατά τη νομολογία, προκειμένου να μην εφαρμοσθεί ο λόγος απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, αρκεί μόνον η ικανότητα διακρίσεως της προελεύσεως του προϊόντος και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τα σήματα αυτά παρουσίαζαν ελάχιστο διακριτικό χαρακτήρα, κάτι που παραδέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο χαρακτηρίζοντάς τα πρωτότυπα, το τελευταίο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθότι, κατά παράβαση της διατάξεως αυτής, δεν δέχθηκε ότι τα προαναφερθέντα σήματα έχουν διακριτικό χαρακτήρα, παρότι επληρούτο το κριτήριο προστασίας.
40 Η Freixenet προσάπτει επίσης στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 λόγω της σημασίας που απέδωσε στην ανάγκη συνδυασμού ενός λεκτικού στοιχείου με τα σήματα των οποίων η καταχώριση ζητήθηκε, καθόσον υιοθέτησε, στις σκέψεις 82 και 81 των αποφάσεων T‑109/08 και T‑110/08 αντιστοίχως, την άποψη του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ, κατά το οποίο «δεν υφίστατο προηγούμενο οινοπαραγωγών, οι οποίοι διέθεταν οίνο στο κοινό σε φιάλες χωρίς επιγραφές, εμπιστευόμενοι αποκλειστικώς ή κυρίως την τυπική μορφή της φιάλης ως ενδείξεως της βιομηχανικής ή εμπορικής προελεύσεως του προϊόντος». Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέθεσε εσφαλμένως ότι ένα μη λεκτικό σημείο εστερείτο οιασδήποτε διακριτικής δύναμης όταν δεν εχρησιμοποιείτο σε συνδυασμό με λεκτικό στοιχείο, παρότι ούτε ο κανονισμός αυτός ούτε η νομολογία εξαρτούν την καταχώριση ενός σήματος που συνίσταται στο σχήμα της παρουσιάσεως ενός προϊόντος ή της όψεως της συσκευασίας του από την ύπαρξη επιγραφών ή λεκτικών στοιχείων.
41 Το ΓΕΕΑ αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή της Freixenet και υποστηρίζει ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
42 Κατά πάγια νομολογία, ο διακριτικός χαρακτήρας σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, σημαίνει ότι το σήμα αυτό καθιστά δυνατό να εξατομικευτεί το προϊόν για το οποίο ζητήθηκε η καταχώριση ως προερχόμενο από συγκεκριμένη επιχείρηση και, επομένως, να διακρίνεται το προϊόν αυτό από αντίστοιχα προϊόντα άλλων επιχειρήσεων (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, C-456/01 P και C-457/01 P, Henkel κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2004, σ. I-5089, σκέψη 34, της 7ης Ιανουαρίου 2004, C-136/02 P, Mag Instrument κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2004, σ. I-9165, σκέψη 29, και της 25ης Οκτωβρίου 2007, C‑238/06 P, Develey κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2007, σ. I‑9375, σκέψη 79).
43 Ο διακριτικός αυτός χαρακτήρας πρέπει να εκτιμάται, αφενός, σε σχέση με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία ζητείται η καταχώριση και, αφετέρου, σε σχέση με τη σχετική περί αυτού αντίληψη του ενδιαφερομένου κοινού (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Henkel κατά ΓΕΕΑ, προπαρατεθείσα, σκέψη 35, της 22ας Ιουνίου 2006, C‑25/05 P, Storck κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2006, σ. I‑5719, σκέψη 25, και Develey κατά ΓΕΕΑ, προπαρατεθείσα, σκέψη 79).
44 Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως τόνισε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 69 και 68 των αποφάσεων T‑109/08 και T‑110/08 αντιστοίχως, δεν αμφισβητείται ότι τα επίμαχα προϊόντα, ήτοι αφρώδεις οίνοι, είναι προϊόντα ευρείας καταναλώσεως και ότι το ενδιαφερόμενο κοινό είναι το ευρύ κοινό των δεκαπέντε κρατών μελών που απάρτιζαν την Κοινότητα κατά τον χρόνο καταθέσεως των αιτήσεων καταχωρίσεως.
45 Κατά επίσης πάγια νομολογία, τα κριτήρια εκτιμήσεως του διακριτικού χαρακτήρα των τρισδιάστατων σημάτων που αποτελούνται από τη μορφή του ίδιου του προϊόντος δεν είναι διαφορετικά από εκείνα που εφαρμόζονται στις λοιπές κατηγορίες σημάτων (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Mag Instrument κατά ΓΕΕΑ, προπαρατεθείσα, σκέψη 30, της 12ης Ιανουαρίου 2006, C‑173/04 P, Deutsche SiSi-Werke κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2006, σ. I‑551, σκέψη 27, Storck κατά ΓΕΕΑ, προπαρατεθείσα, σκέψη 26, και της 4ης Οκτωβρίου 2007, C‑144/06 P, Henkel κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2007, σ. I‑8109, σκέψη 36).
46 Πάντως, στο πλαίσιο εφαρμογής των κριτηρίων αυτών, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αντίληψη του μέσου καταναλωτή δεν είναι κατ’ ανάγκη η ίδια στην περίπτωση τρισδιάστατου σήματος, αποτελούμενου από την εικόνα του ίδιου του προϊόντος, και στην περίπτωση λεκτικού ή εικονιστικού σήματος, αποτελούμενου από σημείο ανεξάρτητο της όψεως των προϊόντων που προσδιορίζει. Πράγματι, ο μέσος καταναλωτής δεν συνηθίζει να αναγνωρίζει την προέλευση ενός προϊόντος βάσει του σχήματός του ή του σχήματος της συσκευασίας του, χωρίς την ύπαρξη κάποιου εικονιστικού ή λεκτικού στοιχείου, και, επομένως, η διαπίστωση του διακριτικού χαρακτήρα ενός τέτοιου τρισδιάστατου σήματος θα μπορούσε να αποδειχθεί δυσχερέστερη από τη διαπίστωση του διακριτικού χαρακτήρα κάποιου λεκτικού ή εικονιστικού σήματος (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσες αποφάσεις Mag Instrument κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 30, Deutsche SiSi-Werke κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 28, και Storck κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 27).
47 Υπό τις συνθήκες αυτές, διακριτικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, διαθέτει μόνον το σήμα το οποίο αποκλίνει σημαντικά από τα γενικώς ή συνήθως ισχύοντα στον κλάδο και, λόγω αυτού του γεγονότος, μπορεί να επιτελεί τη βασική του λειτουργία προσδιορισμού της προελεύσεως του προϊόντος (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Mag Instrument κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 31, Deutsche SiSi-Werke κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 31, και Storck κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 28).
48 Η νομολογία αυτή, που αναπτύχθηκε αναφορικά με τα τρισδιάστατα σήματα που αποτελούνται από την εικόνα του ίδιου του προϊόντος ή της συσκευασίας των προϊόντων, όπως τα υγρά τα οποία συσκευάζονται προς εμπορία για λόγους που ανάγονται στην ίδια τη φύση του προϊόντος (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Deutsche SiSi-Werke κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 29, και της 4ης Οκτωβρίου 2007, Henkel κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 38), ισχύει επίσης οσάκις, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση είναι ένα «άλλο» σήμα, αποτελούμενο από την ειδική όψη της επιφάνειας της συσκευασίας ενός υγρού προϊόντος. Πράγματι, ούτε σε παρόμοια περίπτωση αποτελείται το σήμα από σημείο ανεξάρτητο από την όψη της αναγκαίας συσκευασίας των προϊόντων που προσδιορίζει (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Storck κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 29).
49 Καίτοι το Γενικό Δικαστήριο προσδιόρισε σωστά, στις σκέψεις 63 έως 67, καθώς και 62 έως 66 των αποφάσεων T‑109/08 και T‑110/08 αντιστοίχως, τα κριτήρια που καθορίζει η νομολογία, εντούτοις, από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν ακολούθησε τη νομολογία αυτή κατά την αξιολόγηση της προκειμένης περιπτώσεως.
50 Πράγματι, αντί να επαληθεύσει κατά πόσον τα σήματα των οποίων ζητήθηκε η καταχώριση απόκλιναν σημαντικά από τα γενικώς ή συνήθως ισχύοντα στον κλάδο, το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε στη γενική διαπίστωση, στις σκέψεις 79 και 78 των αποφάσεων T‑109/08 και T‑110/08 αντιστοίχως, ότι, δεδομένου ότι ουδεμία φιάλη πωλείται χωρίς ετικέτα ή ισοδύναμη μνεία, το λεκτικό αυτό στοιχείο και μόνον επέτρεπε τον προσδιορισμό της προελεύσεως του οικείου αφρώδους οίνου, με αποτέλεσμα να μην ήταν δυνατόν να «λειτουργήσουν ως σήμα» για τον αφρώδη οίνο το χρώμα και το θάμπωμα του γυαλιού της φιάλης, όσον αφορά το ενδιαφερόμενο κοινό, οσάκις δεν χρησιμοποιούνταν σε συνδυασμό με λεκτικό στοιχείο.
51 Τέτοια εκτίμηση συνεπάγεται τον συστηματικό αποκλεισμό της προστασίας που μπορεί να προσφέρει ο κανονισμός 40/94, δεδομένου ότι τα σήματα που αποτελούνται από την εικόνα της συσκευασίας του ίδιου του προϊόντος δεν φέρουν επιγραφή, ούτε λεκτικό στοιχείο.
52 Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 (βλ., συναφώς, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C‑383/99 P, Procter & Gamble κατά OHMI, Συλλογή 2001, σ. I‑6251, σκέψη 45).
53 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προέβαλε η Freixenet και να αναιρεθούν οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, χωρίς να είναι ανάγκη να εξετασθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.
Επί των προσφυγών ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
54 Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση. Επισημαίνεται ότι τούτο ισχύει εν προκειμένω.
55 Όσον αφορά τα αιτήματα που προέβαλε η Freixenet ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τα οποία απέβλεπαν στην ακύρωση των επίδικων αποφάσεων και στηρίζονταν σε παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, θα πρέπει να γίνουν δεκτά για τους λόγους που εξετέθησαν στις σκέψεις 45 έως 52 της παρούσας αποφάσεως. Πράγματι, το τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ υπέπεσε στην ίδια νομική πλάνη με το Γενικό Δικαστήριο καθότι έκρινε, στις σκέψεις 34 και 37, καθώς και 31 και 34 των αποφάσεων της 30ής Οκτωβρίου και της 20ής Νοεμβρίου 2007 αντιστοίχως, ότι «η τυπική εικόνα δεν πληρ[ούσε] τη λειτουργία του σήματος, η ετικέτα όμως, ναι», και καθότι, επομένως, δεν εξέτασε κατά πόσον τα σήματα των οποίων ζητήθηκε η καταχώριση απέκλιναν τόσο σημαντικά από τα γενικώς ή συνήθως ισχύοντα στον κλάδο ώστε να έχουν διακριτικό χαρακτήρα.
56 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να ακυρωθούν οι επίδικες αποφάσεις, χωρίς να είναι ανάγκη να εξετασθούν οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως που προέβαλε η Freixenet στο πλαίσιο των προσφυγών της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
Επί των δικαστικών εξόδων
57 Κατά το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας, οσάκις η αναίρεση είναι βάσιμη και το Δικαστήριο εκδικάζει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, ο οποίος τυγχάνει εφαρμογής και στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του ιδίου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Freixenet ζήτησε να καταδικαστεί το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα και το τελευταίο ηττήθηκε, το ΓΕΕΑ πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα τόσο των πρωτοβάθμιων διαδικασιών όσο και των αναιρέσεων.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Αναιρεί τις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 27ης Απριλίου 2010, Freixenet κατά ΓΕΕΑ (λευκή φιάλη της οποίας η επιφάνεια καλύπτεται με σμύριδα) (T-109/08), και Freixenet κατά ΓΕΕΑ (μαύρη θαμπή φιάλη της οποίας η επιφάνεια καλύπτεται με σμύριδα) (T‑110/08).
2) Ακυρώνει τις αποφάσεις του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), της 30ής Οκτωβρίου 2007 (υπόθεση R 97/2001-1) και της 20ής Νοεμβρίου 2007 (υπόθεση R 104/2001-1).
3) Καταδικάζει το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) στα δικαστικά έξοδα τόσο των πρωτοβάθμιων διαδικασιών όσο και των αναιρέσεων.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy