ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 19ης Ιανουαρίου 2012 ( *1 )
«Κανονισμός (ΕΚ) 800/1999 — Άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 3 — Γεωργικά προϊόντα — Καθεστώς των επιστροφών κατά την εξαγωγή — Διαφοροποιημένη επιστροφή κατά την εξαγωγή — Προϋποθέσεις χορηγήσεως — Εισαγωγή του προϊόντος στο τρίτο κράτος προορισμού — Καταβολή των εισαγωγικών δασμών»
Στην υπόθεση C-392/10,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Finanzgericht Hamburg (Γερμανία) με απόφαση της 8ης Ιουλίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Αυγούστου 2010, στο πλαίσιο της δίκης
Suiker Unie GmbH – Zuckerfabrik Anklam
κατά
Hauptzollamt Hamburg-Jonas,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους E. Levits, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, J.-J. Kasel και M. Berger (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Suiker Unie GmbH – Zuckerfabrik Anklam, εκπροσωπούμενη από την P. N. Söhngen, Rechtsanwältin,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους P. Rossi και B.-R. Killmann,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 102, σ. 11), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 444/2003 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2003 (ΕΕ L 67, σ. 3, στο εξής: κανονισμός 800/1999).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της γερμανικής εταιρίας Suiker Unie GmbH – Zuckerfabrik Anklam (στο εξής: Suiker Unie), εταιρίας που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Danisco Zucker GmbH (στο εξής: Danisco Zucker), και του Hauptzollamt Hamburg-Jonas (κεντρικού τελωνειακού γραφείου του Hamburg-Jonas, στο εξής: Hauptzollamt), σχετικά με αίτημα αποδόσεως της επιστροφής κατά την εξαγωγή που το γραφείο αυτό είχε χορηγήσει στην Danisco Zucker εν είδει προκαταβολής.
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87
3
Το άρθρο 17, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1), όριζε ότι ένα προϊόν για το οποίο έχει ζητηθεί η απόδοση διαφοροποιημένης επιστροφής «θεωρείται ότι έχει εισαχθεί όταν διεκπεραιωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις για τη θέση του προς κατανάλωση στις τρίτες χώρες».
Ο κανονισμός 800/1999
4
Ο κανονισμός 800/1999, όπως αντικατέστησε τον κανονισμό 3665/87 και ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, προβλέπει στη 17η αιτιολογική σκέψη του ότι «πρέπει να προσκομισθεί απόδειξη ότι το εν λόγω προϊόν εισήχθη στην τρίτη χώρα· [...] η ολοκλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής συνίσταται ιδίως στην καταβολή των δασμών κατά την εισαγωγή για να μπορεί το προϊόν να τεθεί σε εμπορία στην αγορά της σχετικής τρίτης χώρας».
5
Το άρθρο 15 του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:
«1. Το προϊόν πρέπει να έχει εισαχθεί ως έχει στην τρίτη χώρα ή σε μία από τις τρίτες χώρες για την οποία προβλέπεται η επιστροφή [εντός των] δώδεκα μ[ηνών] που έπονται της ημερομηνίας αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής, ωστόσο, μπορούν να παραχωρηθούν συμπληρωματικές προθεσμίες υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 49.
2. Θεωρούνται ότι έχουν εισαχθεί ως έχουν τα προϊόντα για τα οποία δεν αναφέρεται σε κανένα έγγραφο ότι έγινε μεταποίηση.
Εντούτοις:
[…]
—
ένα προϊόν θεωρείται ότι έχει εισαχθεί ως έχει όταν είχε μεταποιηθεί πριν από την εισαγωγή του, υπό τον όρο ότι η μεταποίηση έγινε στην τρίτη χώρα στην οποία εισήχθησαν όλα τα προϊόντα που προκύπτουν από τη μεταποίηση αυτή.
3. Το προϊόν θεωρείται ως εισαχθέν, εφόσον έχουν ολοκληρωθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις εισαγωγής, και ιδίως οι διατυπώσεις που αφορούν την είσπραξη των δασμών κατά την εισαγωγή στην τρίτη χώρα.
[…]»
6
Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«1. Ως αποδεικτικό στοιχείο της διεκπεραιώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων που αφορούν την εισαγωγή κατ’ επιλογή του εξαγωγέα προσκομίζεται ένα από τα παρακάτω έγγραφα:
α)
τελωνειακό έγγραφο ή αντίγραφο αυτού ή φωτοαντίγραφο· [...]
β)
βεβαίωση εκφόρτωσης και εισαγωγής που εκδίδεται […] σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στο παράρτημα VII, κεφάλαιο III, και βάσει του υποδείγματος που προβλέπεται από το παράρτημα VII. Η ημερομηνία και ο αριθμός του τελωνειακού εγγράφου εισαγωγής πρέπει να αναγράφονται στην εν λόγω βεβαίωση.»
7
Το παράρτημα VI, κεφάλαιο III, σημείο 2, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, βεβαιώσεις εκφορτώσεως και εισαγωγής «πρέπει να πιστοποιείται επίσης ότι τα προϊόντα εκτελωνίστηκαν για οριστική εισαγωγή».
8
Το άρθρο 20 του κανονισμού 800/1999, που περιλαμβάνεται στο τμήμα 3 του τίτλου II, κεφάλαιο 1, του κανονισμού αυτού με τίτλο «Ειδικά μέτρα προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας», προβλέπει τα εξής:
«1. Όταν:
α)
υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τον πραγματικό προορισμό του προϊόντος
ή
β)
υπάρχει πιθανότητα να επανεισαχθεί το προϊόν στην Κοινότητα, λόγω σημαντικής διαφοράς μεταξύ του ποσού της επιστροφής που εφαρμόζεται στο εξαγόμενο προϊόν και του ποσού του μη προτιμησιακού δασμού στην εισαγωγή που εφαρμόζονται σε ταυτόσημο προϊόν την ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής,
ή
γ)
υπάρχουν συγκεκριμένες υποψίες ότι το προϊόν θα επανεισαχθεί στην Κοινότητα ως έχει ή αφού έχει μεταποιηθεί σε τρίτη χώρα, απολαύοντας της απαλλαγής από τον δασμό ή μείωσης του δασμού, η ενιαία επιστροφή ή το μέρος της επιστροφής που αναφέρεται στο άρθρο 18, παράγραφος 2, καταβάλλεται μόνον εάν το προϊόν έχει εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 και
i)
στην περίπτωση μη διαφοροποιημένης επιστροφής, το προϊόν έχει εισαχθεί σε τρίτη χώρα εντός των [δώδεκα] μηνών που έπονται της ημερομηνίας αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής, ή αποτέλεσε αντικείμενο σημαντικής επεξεργασίας ή μεταποίησης εντός της εν λόγω προθεσμίας, κατά την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 [του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας)]·
ii)
στην περίπτωση διαφοροποιημένης επιστροφής ανάλογα με τον προορισμό, το προϊόν έχει εισαχθεί ως έχει εντός των [δώδεκα] μηνών που έπονται της ημερομηνίας αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής σε συγκεκριμένη τρίτη χώρα.
Οι διατάξεις του άρθρου 15 και του άρθρου 16 εφαρμόζονται στην περίπτωση εισαγωγής σε τρίτη χώρα. Εξάλλου, για όλες τις επιστροφές, οι αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών μπορούν να ζητήσουν συμπληρωματικές αποδείξεις που καταδεικνύουν, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, ότι το προϊόν έχει πράγματι διατεθεί ως έχει στην αγορά της τρίτης χώρας εισαγωγής ή έχει υποβληθεί σε μεταποίηση ή ουσιαστική επεξεργασία κατά την έννοια του άρθρου 24 του [τελωνειακού κώδικα].
[...]
4. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται πριν την πληρωμή της επιστροφής.
Εντούτοις, η επιστροφή θεωρείται αχρεωστήτως καταβληθείσα και πρέπει να αποδοθεί αν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώσουν ακόμη και μετά την πληρωμή της επιστροφής:
α)
ότι το προϊόν κατεστράφη ή υπέστη ζημίες πριν διατεθεί στην αγορά τρίτης χώρας ή πριν υποστεί μεταποίηση ή ουσιαστική επεξεργασία σε τρίτη χώρα κατά την έννοια του άρθρου 24 του [τελωνειακού κώδικα], εκτός εάν ο εξαγωγέας είναι σε θέση να αποδείξει κατά την κρίση των αρμόδιων αρχών ότι η εξαγωγή πραγματοποιήθηκε υπό τους οικονομικούς όρους υπό τους οποίους μπορούσε λογικά να τεθεί το προϊόν σε εμπορία σε αγορά τρίτης χώρας, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 21, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο·
β)
ότι το προϊόν τελεί σε μια τρίτη χώρα υπό καθεστώς αναστολής των δασμών δώδεκα μήνες μετά την ημερομηνία εξαγωγής από την Κοινότητα χωρίς να έχει υποστεί σε τρίτη χώρα ουσιαστική μεταποίηση ή επεξεργασία κατά την έννοια του άρθρου 24 του [τελωνειακού κώδικα] και ότι η εξαγωγή δεν πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο μιας κανονικής εμπορικής συναλλαγής·
γ)
ότι το προϊόν έχει εξαχθεί και επανεισαχθεί στην Κοινότητα χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο ουσιαστικής επεξεργασίας ή μεταποίησης κατά την έννοια του άρθρου 24 του [τελωνειακού κώδικα], και ότι ο μη προτιμησιακός δασμός στην εισαγωγή είναι χαμηλότερος από τη χορηγηθείσα επιστροφή και ότι η εξαγωγή δεν πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο μιας κανονικής εμπορικής συναλλαγής·
δ)
ότι τα εξαγόμενα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα V επανεισάγονται στην Κοινότητα:
—
αφού αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας ή μεταποίησης σε τρίτη χώρα που δεν έχει το επίπεδο που προβλέπεται στο άρθρο 24 του [τελωνειακού κώδικα] και
—
υπόκεινται στην εφαρμογή ενός μειωμένου ή μηδενικού δασμού στην εισαγωγή σε σχέση με τον μη προτιμησιακό δασμό.
[...]»
Ο τελωνειακός κώδικας
9
Το άρθρο 24 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει τα εξής:
«Εμπόρευμα στην παραγωγή του οποίου μεσολάβησαν δύο ή περισσότερες χώρες κατάγεται από τη χώρα στην οποία πραγματοποιήθηκε η τελευταία οικονομικώς δικαιολογημένη μεταποίηση ή ουσιαστική επεξεργασία η οποία πραγματοποιήθηκε εντός επιχειρήσεως εξοπλισμένης για τον σκοπό αυτό και κατέληξε στην κατασκευή νέου προϊόντος ή προϊόντος που αντιπροσωπεύει σημαντικό στάδιο παραγωγής.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
10
Με διασάφηση εξαγωγής της 16ης Μαΐου 2003, η Danisco Zucker δήλωσε προς εξαγωγή στη Λιθουανία 23000 κιλά λευκής ζάχαρης και ζήτησε προς τούτο από το Hauptzollamt επιστροφή κατά την εξαγωγή εν είδει προκαταβολής. Το Hauptzollamt έκανε δεκτή την αίτηση αυτή με απόφαση της 2ας Ιουνίου 2003.
11
Με επιστολή της 29ης Αυγούστου 2003, η Danisco Zucker απέστειλε στο Hauptzollamt λιθουανικά τελωνειακά έγγραφα σχετικά με την επίμαχη εξαγωγή τα οποία περιείχαν στο πεδίο 37 τον κωδικό διαδικασίας 5100, που αφορά «μια προσωρινή εισαγωγή στο πλαίσιο επανεξαγωγής σε τελειοποιημένη μορφή» χωρίς καταβολή εισαγωγικών δασμών. Στη Λιθουανία η λευκή ζάχαρη υποβλήθηκε σε επεξεργασία με σκοπό να χρησιμοποιηθεί σε αναψυκτικά και ακολούθως εξήχθη προς τη Λετονία και την Εσθονία.
12
Με τροποποιητική απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2003, το Hauptzollamt ζήτησε από την Danisco Zucker την εν είδει προκαταβολής χορηγηθείσα επιστροφή κατά την εξαγωγή προσαυξημένη κατά 10 % και συνολικού ύψους 12180,18 ευρώ, εξηγώντας ότι η λευκή ζάχαρη δεν τέθηκε σε κυκλοφορία στη Λιθουανία και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως διαφοροποιημένης επιστροφής.
13
Κατόπιν της μη επιτυχούς εκβάσεως διαδικασίας ανακοπής, η Danisco Zucker άσκησε, στις 2 Νοεμβρίου 2007, προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Hamburg. Η εταιρία αυτή επισήμανε ότι ναι μεν δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/1999 το προϊόν πρέπει να εισαχθεί ως έχει στην τρίτη χώρα, πλην όμως βάσει της παραγράφου του άρθρου αυτού το εν λόγω προϊόν θεωρείται ως εισαχθέν όταν ολοκληρωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις εισαγωγής και ιδίως οι διατυπώσεις σε σχέση με την είσπραξη των εισαγωγικών δασμών στην οικεία τρίτη χώρα. Κατά την άποψη της Danisco Zucker, μολονότι το άρθρο 17, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87 προέβλεπε ότι το προϊόν θεωρείται ως εισαχθέν μόνον όταν ολοκληρωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις για τη θέση σε κυκλοφορία στην οικεία τρίτη χώρα, εντούτοις πρέπει να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι το άρθρο 15 του κανονισμού 800/1999 δεν κάνει λόγο για «θέση σε κυκλοφορία», ότι ο νομοθέτης της Ένωσης σκοπίμως παρέλειψε να επιβάλει σχετική απαίτηση.
14
Η Danisco Zucker υποστήριξε ότι η έννοια της «εισαγωγής» δεν ορίζεται νομοθετικώς και ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι σκοπός των επιστροφών κατά την εξαγωγή είναι να αποφορτισθεί η αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τα οικεία προϊόντα, κρίσιμο είναι μόνον το ζήτημα αν έχουν τηρηθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις. Αντιθέτως, είναι άνευ σημασίας το ζήτημα αν έχει καταβληθεί δασμός.
15
Τέλος, η Danisco Zucker αντέταξε ότι είναι αδιάφορο το αν ένα προϊόν έχει τεθεί σε διαδικασία για τελειοποίηση στο πλαίσιο του συστήματος της επιστροφής των δασμών ή, όπως στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, στο πλαίσιο της διαδικασίας μη επιβολής δασμών. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι για την απόδειξη της εισαγωγής αρκούσε το γεγονός ότι το προϊόν έχει τεθεί στη διαδικασία της τελειοποίησης στο πλαίσιο του συστήματος της επιστροφής δασμών. Η προσφεύγουσα, που εν τω μεταξύ υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Danisco Zucker, ζήτησε, ως εκ τούτου, την ακύρωση της τροποποιητικής αποφάσεως της 25ης Νοεμβρίου 2003, καθώς και της αποφάσεως επί της ανακοπής της 1ης Οκτωβρίου 2007.
16
Το Hauptzollamt ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής. Επισήμανε ότι, εν προκειμένω, η λευκή ζάχαρη, η οποία απλώς είχε τεθεί σε διαδικασία τελειοποιήσεως χωρίς επιβολή εισαγωγικών δασμών, βρισκόταν υπό τον έλεγχο των τελωνειακών αρχών κατόπιν της θέσεώς της στη διαδικασία αυτή και μέχρι ολοκληρώσεως της τελειοποιήσεως κατά την επανεξαγωγή των παράγωγων προϊόντων. Ως εκ τούτου, η λευκή ζάχαρη δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει ελεύθερα στην αγορά της τρίτης χώρας.
17
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Finanzgericht Hamburg αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πληρούται η προϋπόθεση [χορηγήσεως] διαφοροποιημένης επιστροφής, η οποία ρυθμίζεται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με την παράγραφο 3, του κανονισμού 800/1999 […], ήτοι η προϋπόθεση που αφορά τη [διεκπεραίωση] των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής, όταν το προϊόν υποβάλλεται στην τρίτη χώρα προορισμού, μετά τη θέση του σε διαδικασία τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή χωρίς επιβολή εισαγωγικών δασμών, σε μεταποίηση ή ουσιαστική επεξεργασία κατά την έννοια του άρθρου 24 του [τελωνειακού κώδικα], αυτό δε το προϊόν που προέρχεται από την ανωτέρω μεταποίηση ή ουσιαστική επεξεργασία εξάγεται σε τρίτη χώρα;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
18
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 800/1999 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή προϋπόθεση χορηγήσεως διαφοροποιημένης επιστροφής, ήτοι η προϋπόθεση που αφορά την ολοκλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής, πληρούται όταν το προϊόν υποβάλλεται στην τρίτη χώρα προορισμού, μετά τη θέση του σε διαδικασία τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή χωρίς επιβολή εισαγωγικών δασμών, σε «μεταποίηση ή ουσιαστική επεξεργασία» κατά την έννοια του άρθρου 24 του τελωνειακού κώδικα, αυτό δε το προϊόν που προέρχεται από την ανωτέρω μεταποίηση ή ουσιαστική επεξεργασία εξάγεται σε τρίτη χώρα.
19
Διαπιστώνεται συναφώς ότι, όπως ορθώς τονίζει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, ο κανονισμός 800/1999 δεν περιλαμβάνει ορισμό της έννοιας «εισαγωγή». Ως εκ τούτου, πρέπει να προσδιορισθεί το περιεχόμενο της έννοια αυτής εντός του πλαισίου του άρθρου 15 του εν λόγω κανονισμού, λαμβανομένου υπόψη, αφενός, του σκοπού που επιδιώκει η εν λόγω «διαφοροποιημένη» επιστροφή κατά την εξαγωγή και, αφετέρου, του γράμματος των διατάξεων του κανονισμού 800/1999.
20
Κατά πάγια νομολογία, ο σκοπός που επιδιώκουν οι διαφοροποιημένες επιστροφές κατά την εξαγωγή είναι να ανοίξουν ή να διατηρήσουν ανοικτές για τις κοινοτικές εξαγωγές τις αγορές των τρίτων χωρών τις οποίες αφορούν, η δε διαφοροποίηση της επιστροφής οφείλεται ακριβώς στην επιθυμία να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε αγοράς εισαγωγής στην οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να διαδραματίσει κάποιο ρόλο (απόφαση της 18ης Μαρτίου 2010, C-218/09, SGS Belgium κ.λπ., Συλλογή 2010, σ. I-2373, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
21
Από τη νομολογία αυτή απορρέει ότι το σύστημα διαφοροποιήσεως δεν θα είχε λόγο υπάρξεως, αν η απλή εκφόρτωση του εξαγόμενου ως έχει στην τρίτη χώρα εμπορεύματος αρκούσε για την παροχή δικαιώματος χορηγήσεως επιστροφής (προαναφερθείσα απόφαση SGS Belgium κ.λπ., σκέψη 19). Αντιθέτως, όπως τονίζει η Επιτροπή, το σύστημα διαφοροποιήσεως απαιτεί την ουσιαστική και οριστική είσοδο του επίμαχου προϊόντος στην αγορά προορισμού, υπό την έννοια ότι το επίμαχο προϊόν θα μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο εντός της αγοράς αυτής. Συνεπώς, το εν λόγω σύστημα διακρίνεται από το σύστημα ενιαίας επιστροφής.
22
Βεβαίως, το άρθρο 17, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87, που δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, προέβλεπε επίσης ρητώς επί του σημείου αυτού, αντιθέτως προς το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 800/1999, υποχρέωση διεκπεραιώσεως των «τελωνειακ[ών] διατυπώσε[ων] για τη θέση του [επίμαχου προϊόντος] προς κατανάλωση στις τρίτες χώρες». Ωστόσο, αφενός, η 17η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 800/1999 προβλέπει ότι η διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής στην τρίτη χώρα έγκειται ιδίως στην πληρωμή των δασμών που επιβάλλονται προκειμένου το προϊόν να μπορέσει να διατεθεί στην αγορά της οικείας τρίτης χώρας.
23
Αφετέρου, το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 800/1999 προβλέπει ότι το οικείο προϊόν μπορεί να θεωρηθεί ως εισαχθέν σε τρίτη χώρα μόνον εφόσον έχουν ολοκληρωθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις εισαγωγής «και ιδίως οι διατυπώσεις που αφορούν την είσπραξη των δασμών κατά την εισαγωγή στην τρίτη χώρα». Τέλος, το παράρτημα VI του κανονισμού αυτού ορίζει, στο κεφάλαιο III, σημείο 2, ότι με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, βεβαιώσεις εκφορτώσεως και εισαγωγής πρέπει να πιστοποιείται επίσης ότι τα εν λόγω προϊόντα εκτελωνίστηκαν «για οριστική εισαγωγή».
24
Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω σκέψεων, δεν προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης σκοπίμως παρέλειψε, κατά τη θέσπιση του άρθρου 15 του κανονισμού 800/1999, να επιβάλει απαίτηση οριστικής εισαγωγής του προϊόντος στην αγορά της οικείας τρίτης χώρας προκειμένου το προϊόν αυτό να διατεθεί στο εμπόριο της εν λόγω χώρας.
25
Διαπιστώνεται ότι η θέση του προϊόντος σε τελωνειακό καθεστώς «τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή» δεν αφορά την εμπορία του προϊόντος αυτού στην αγορά της οικείας τρίτης χώρας. Σκοπός του εν λόγω τελωνειακού καθεστώτος είναι, αντιθέτως, να απαλλάξει από τελωνειακούς δασμούς μόνον εκείνα τα εμπορεύματα που έχουν εισαχθεί στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος προσωρινώς, προκειμένου να υποστούν επεξεργασία, επιδιόρθωση ή μεταποίηση και στη συνέχεια να επανεξαχθούν (βλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, C-158/08, Pometon, Συλλογή 2009, σ. I-4695, σκέψη 24).
26
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το να τεθεί ένα προϊόν για το οποίο ζητήθηκε διαφοροποιημένη επιστροφή κατά την εξαγωγή, εντός της οικείας τρίτης χώρας, σε τελωνειακό καθεστώς «τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή» συνιστά, αφ’ εαυτού, «εισαγωγή» στην τρίτη χώρα κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 800/1999.
27
Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το οικείο προϊόν υπέστη ουσιαστική μεταποίηση κατά την έννοια του άρθρου 24 του τελωνειακού κώδικα εντός της τρίτης χώρας. Αρκεί, συναφώς, η διαπίστωση ότι η επιλογή του τελωνειακού καθεστώτος της «τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή» συνεπάγεται ότι ούτε το προϊόν αυτό καθαυτό ούτε το παράγωγο προϊόν που το περιέχει θα διατεθούν στο εμπόριο της οικείας τρίτης χώρας.
28
Το εν λόγω συμπέρασμα δεν αναιρείται, περαιτέρω, ούτε από το επιχείρημα ότι η ως άνω ερμηνεία του άρθρου 15 του κανονισμού 800/1999 αντίκειται στο άρθρο 20 του κανονισμού αυτού, στο μέτρο που το τελευταίο αυτό άρθρο προβλέπει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η απόδειξη της ουσιαστικής μεταποιήσεως ενός προϊόντος κατά την έννοια του άρθρου 24 του τελωνειακού κώδικα δύναται να άρει τις αμφιβολίες ως προς το ζήτημα της τηρήσεως των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιστροφής κατά την εξαγωγή.
29
Συγκεκριμένα και όπως τόνισε η Επιτροπή, το άρθρο 20 του κανονισμού 800/1999 επιδιώκει, ως ρήτρα καταπολεμήσεως των καταχρήσεων, άλλο σκοπό από εκείνο που επιδιώκει το άρθρο 15 του κανονισμού αυτού. Το εν λόγω άρθρο 20 αποτρέπει την αδικαιολόγητη υποβολή αιτήσεως αποδόσεως επιστροφής κατά την εξαγωγή η οποία έχει ήδη ορθώς χορηγηθεί, αλλά δεν γεννά νέες ή έστω διαφορετικές προϋποθέσεις χορηγήσεως επιστροφής κατά την εξαγωγή. Συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις όπως η υπόθεση της κύριας δίκης, στις οποίες δεν προκύπτει εξαρχής η συνδρομή των προϋποθέσεων επιστροφής κατά την εξαγωγή.
30
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 800/1999 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή προϋπόθεση επιστροφής κατά την εξαγωγή, που συνίσταται στη διεκπεραίωση των σχετικών με την εισαγωγή τελωνειακών διατυπώσεων, δεν πληρούται όταν το προϊόν υποβλήθηκε στην τρίτη χώρα προορισμού, μετά τη θέση του σε καθεστώς τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή χωρίς επιβολή εισαγωγικών δασμών, σε «μεταποίηση ή ουσιαστική επεξεργασία» κατά την έννοια του άρθρου 24 του τελωνειακού κώδικα και το προϊόν που προήλθε από την ανωτέρω μεταποίηση ή ουσιαστική επεξεργασία εξήχθη σε τρίτη χώρα.
Επί των δικαστικών εξόδων
31
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 444/2003 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2003, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή προϋπόθεση επιστροφής κατά την εξαγωγή, που συνίσταται στη διεκπεραίωση των σχετικών με την εισαγωγή τελωνειακών διατυπώσεων, δεν πληρούται όταν το προϊόν υποβλήθηκε στην τρίτη χώρα προορισμού, μετά τη θέση του σε καθεστώς τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή χωρίς επιβολή εισαγωγικών δασμών, σε «μεταποίηση ή ουσιαστική επεξεργασία» κατά την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, και το προϊόν που προήλθε από την ανωτέρω μεταποίηση ή ουσιαστική επεξεργασία εξήχθη σε τρίτη χώρα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy