Υπόθεση C-435/10
J. C. van Ardennen
κατά
Raad van bestuur van het Uitvoeringsinstituut werknemersverzekeringen
(αίτηση του Centrale Raad van Beroep
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδηγία 80/987/ΕΟΚ – Προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη – Αποζημίωση λόγω αφερεγγυότητας – Πληρωμή εξαρτώμενη από εγγραφή του ενδιαφερομένου ως προσώπου που αναζητεί εργασία»
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινωνική πολιτική – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη – Οδηγία 80/987 – Περιορισμός της υποχρεώσεως πληρωμής που έχουν οι οργανισμοί εγγυήσεως
(Οδηγία 80/987 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 3 και 4)
Τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 80/987 περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74, αποκλείουν εθνική ρύθμιση κατά την οποία η δυνατότητα των εργαζομένων των οποίων ο εργοδότης βρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας να επικαλεστούν στο ακέραιο το δικαίωμά τους να τους εξοφληθούν απλήρωτες μισθολογικές απαιτήσεις, που δεν αμφισβητούνται και που αναγνωρίζονται από την εθνική ρύθμιση, εξαρτάται από υποχρέωση εγγραφής τους ως προσώπων που αναζητούν εργασία.
Πράγματι, μόνον ως εξαίρεση τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια, βάσει του άρθρου 4 της οδηγίας 80/987, να περιορίσουν την κατά το άρθρο της 3 υποχρέωση πληρωμής. Tο εν λόγω άρθρο 4 πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο στενό και σύμφωνο με τον κοινωνικό σκοπό του, ο οποίος είναι να διασφαλίσει ένα ελάχιστο όριο προστασίας σε όλους τους εργαζόμενους. Προς τούτο, οι περιπτώσεις όπου επιτρέπεται να περιοριστεί η υποχρέωση πληρωμής που έχουν οι οργανισμοί εγγυήσεως απαριθμούνται περιοριστικά από την οδηγία 80/987, οι δε σχετικές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται με αυστηρό τρόπο, λαμβανομένων υπόψη του χαρακτήρα τους που εισάγει παρέκκλιση και του σκοπού της οδηγίας αυτής. Από τη σκοπιά αυτή, θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό της οδηγίας να ερμηνευθεί αυτή, και ιδίως τα άρθρα της 3 και 4, κατά τέτοιον τρόπο ώστε ένας εργαζόμενος να υπόκειται, λόγω μη τηρήσεως της υποχρεώσεως εγγραφής του, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ως προσώπου που αναζητεί εργασία, σε κατ’ αποκοπήν και αυτόματη μείωση των δυναμένων να του αποδοθούν μισθολογικών του απαιτήσεων που δεν αμφισβητούνται και που αναγνωρίζονται από την εθνική ρύθμιση, και επομένως να μη μπορέσει να τύχει της εγγυήσεως για τις μισθολογικές απώλειες που όντως είχε κατά την περίοδο αναφοράς.
(βλ. σκέψεις 30-31, 34-35, 39 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 17ης Νοεμβρίου 2011 (*)
«Οδηγία 80/987/ΕΟΚ – Προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη – Αποζημίωση λόγω αφερεγγυότητας – Πληρωμή εξαρτώμενη από εγγραφή του ενδιαφερομένου ως προσώπου που αναζητεί εργασία»
Στην υπόθεση C‑435/10,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ υποβληθείσα από το Centrale Raad van Beroep (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Σεπτεμβρίου 2010, στο πλαίσιο της δίκης
J. C. van Ardennen
κατά
Raad van bestuur van het Uitvoeringsinstituut werknemersverzekeringen,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, A. Prechal, K. Schiemann (εισηγητή), L. Bay Larsen και E. Jarašiūnas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Σεπτεμβρίου 2011,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– το Raad van bestuur van het Uitvoeringsinstituut werknemersverzekeringen, εκπροσωπούμενο από την M. Mollee,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις C. Wissels και M. Noort,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J. Enegren και F. Wilman,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς την ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 4, 5 και 10 της οδηγίας 80/987/EOK του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 (ΕΕ L 270, σ. 10, στο εξής: οδηγία 80/987).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του J. C. van Ardennen και του Raad van bestuur van het Uitvoeringsinstituut werknemersverzekeringen (διοικητικού συμβουλίου του Οργανισμού διαχειρίσεως των ασφαλίσεων των μισθωτών, στο εξής: UWV) σχετικά με άρνηση του τελευταίου να του καταβάλει ολόκληρη την αποζημίωση λόγω αφερεγγυότητας με την αιτιολογία ότι δεν είχε εμπροθέσμως εγγραφεί στον Centrale organisatie voor Werk en Inkomen (Κεντρικό Οργανισμό εργασίας και εισοδημάτων, στο εξής: CWI) ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία.
Το νομικό πλαίσιο
Η ρύθμιση της Ένωσης
3 Βάσει του άρθρου 3 της οδηγίας 80/987:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, έτσι ώστε οι οργανισμοί εγγύησης να εξασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας περιλαμβανομένης όποτε αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία της καταβολής αποζημιώσεων σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας.
Οι απαιτήσεις τις οποίες αναλαμβάνει ο οργανισμός εγγύησης είναι όσες αφορούν ανεξόφλητες αμοιβές εργασίας που αντιστοιχούν σε περίοδο που προηγείται ή/και, ενδεχομένως, έπεται μιας ημερομηνίας, την οποία προσδιορίζουν τα κράτη μέλη.»
4 Το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής ορίζει:
«1. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής των οργανισμών εγγύησης που προβλέπεται στο άρθρο 3.
2. Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της ευχέρειας που αναφέρεται στη παράγραφο 1, καθορίζουν τη διάρκεια της περιόδου που θεμελιώνει την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων από τον οργανισμό εγγύησης. Η διάρκεια αυτή δεν μπορεί, ωστόσο, να είναι μικρότερη από την περίοδο που καλύπτει την αμοιβή των τελευταίων τριών μηνών της εργασιακής σχέσης που τοποθετείται πριν ή/και μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 3. Τα κράτη μέλη μπορούν να εντάξουν αυτή την ελάχιστη περίοδο τριών μηνών σε μια περίοδο αναφοράς, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να είναι κατώτερη των έξι μηνών.
Τα κράτη μέλη που προβλέπουν περίοδο αναφοράς τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών, μπορούν να περιορίσουν την περίοδο που θεμελιώνει την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων από τον οργανισμό εγγύησης σε οκτώ εβδομάδες. Στην περίπτωση αυτή, για τον υπολογισμό της ελάχιστης περιόδου επιλέγονται οι χρονικές περίοδοι που είναι ευνοϊκότερες για τον εργαζόμενο.
3. Εξάλλου, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν ανώτατα όρια για τις πληρωμές που πραγματοποιούνται από τον οργανισμό εγγύησης. Τα ανώτατα αυτά όρια δεν μπορούν να είναι χαμηλότερα από ένα όριο κοινωνικώς συμβατό με τον κοινωνικό στόχο της παρούσας οδηγίας.
Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση αυτής της ευχέρειας, γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις μεθόδους με τις οποίες καθορίζουν το εν λόγω ανώτατο όριο.»
5 Κατά το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας:
«Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους τρόπους οργανώσεως, χρηματοδοτήσεως και λειτουργίας των οργανισμών εγγυήσεως, τηρώντας κυρίως τις ακόλουθες αρχές:
α) η περιουσία των οργανισμών εγγυήσεως πρέπει να είναι ανεξάρτητη από το κεφάλαιο εκμεταλλεύσεως των εργοδοτών και να έχει συσταθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μπορεί να θιγεί από διαδικασίες σε περίπτωση αφερεγγυότητος·
β) οι εργοδότες πρέπει να συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση, εκτός αν αυτή διασφαλίζεται στο σύνολό της από τις δημόσιες αρχές·
γ) η υποχρέωση πληρωμής εκ μέρους των οργανισμών είναι ανεξάρτητη από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων συνεισφοράς στη χρηματοδότηση.»
6 Το άρθρο 10 της οδηγίας 80/987 ορίζει:
«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών:
α) να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα που αποσκοπούν στην αποτροπή καταχρήσεων·
β) να αρνούνται ή να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής του άρθρου 3, ή την υποχρέωση εγγυήσεως του άρθρου 7, αν είναι φανερό ότι η εκπλήρωση της υποχρεώσεως δεν δικαιολογείται λόγω της υπάρξεως ιδιαιτέρων δεσμών μεταξύ του μισθωτού και του εργοδότη και κοινών συμφερόντων που πραγματώνονται με συμπαιγνία μεταξύ τους·
γ) να αρνούνται ή να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής που αναφέρεται στο άρθρο 3, ή την υποχρέωση εγγύησης που αναφέρεται στο άρθρο 7, όταν ο μισθωτός κατέχει μόνος ή από κοινού με τους εγγυτέρους συγγενείς του, ένα ουσιώδες μέρος της επιχείρησης ή της εγκατάστασης του εργοδότη και ασκεί σημαντική επιρροή στις δραστηριότητές του.»
Η εθνική ρύθμιση
7 Το κεφάλαιο IV του νόμου περί ανεργίας (Werkloosheidswet, στο εξής: WW) αφορά την ανάληψη των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σχέση εργασίας σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής από πλευράς του εργοδότη. Βάσει του άρθρου 61 του WW, το οποίο ανήκει στο εν λόγω κεφάλαιο IV, δικαίωμα αποζημιώσεως έχει κάθε εργαζόμενος που πρέπει να αξιώσει από εργοδότη που κηρύχθηκε σε πτώχευση τους δεδουλευμένους μισθούς του, τον μισθό του για τις ληφθείσες ημέρες αδείας ή την αποζημίωσή του για τις μη ληφθείσες ημέρες αδείας.
8 Το άρθρο 64 του WW ορίζει:
«1. Το δικαίωμα για τη λήψη της αποζημιώσεως του παρόντος κεφαλαίου περιλαμβάνει:
a. τον δεδουλευμένο μισθό για κατ’ ανώτατο όριο δεκατρείς εβδομάδες, αμέσως πριν από:
1. την ημέρα κατά την οποία η σχέση εργασίας λύθηκε με απόλυση·
2. την ημέρα κατά την οποία η σχέση εργασίας λύθηκε κοινή συναινέσει·
3. την ημέρα κατά την οποία η σχέση εργασίας λύθηκε αυτοδικαίως ή
4. την ημέρα καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας·
b. τον δεδουλευμένο μισθό για κατ’ ανώτατο όριο την ισχύουσα για τον εργαζόμενο προθεσμία προειδοποιήσεως [...]·
c. τον μισθό για τις ληφθείσες ημέρες αδείας, το επίδομα αδείας και τα ποσά που ο εργοδότης οφείλει σε τρίτους βάσει της σχέσεως εργασίας με τον μισθωτό [...]».
9 Κατά το άρθρο 65 του WW:
«1. Από την αποζημίωση του άρθρου 64 αφαιρούνται εξ ολοκλήρου:
a. τα εισοδήματα από εργασία υπό την ιδιότητα του μισθωτού ή από δραστηριότητες για τις οποίες το περί ου πρόκειται πρόσωπο δεν θεωρείται μισθωτός, που ασκήθηκαν κατά την περίοδο του άρθρου 64, παράγραφος 1, στοιχεία a και b·
[...]».
10 Από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του διατάγματος περί εγγραφής στον CWI (Besluit registratie CWI, Nederlandse Staatscourant 2002, αριθ. 229) προκύπτει ότι ο εργαζόμενος που δικαιούται αποζημιώσεως βάσει του κεφαλαίου IV του WW οφείλει να εγγραφεί, ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία, στον CWI το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την ημέρα κατά την οποία άρχισε η κατά το άρθρο 64, παράγραφος 1, στοιχείο b, του WW προθεσμία προειδοποιήσεως.
11 Το άρθρο 40, παράγραφος 1, του πτωχευτικού νόμου (Faillissementswet) ορίζει:
«1. Οι μισθωτοί του πτωχού δύνανται να καταγγείλουν τη σύμβασή τους εργασίας και, αντιστρόφως, ο σύνδικος δύναται να καταγγείλει τη σύμβασή τους εργασίας, τηρουμένων των συμπεφωνημένων ή νομίμων προθεσμιών, νοουμένου όμως ότι σε κάθε περίπτωση η σύμβαση εργασίας δύναται να καταγγελθεί με προειδοποίηση έξι εβδομάδων. [...]»
12 Το άρθρο 3 του διατάγματος περί των μέτρων που δύναται να εφαρμόσει ο UWV (Maatregelenbesluit UWV, Nederlandse Staatscourant 2004, αριθ. 163) ορίζει:
«[…]
Σε περίπτωση μη τηρήσεως ή μη προσήκουσας τηρήσεως υποχρεώσεως που περιλαμβάνεται στην πρώτη κατηγορία του […] WW […] και εκτός αν προειδοποίηση κρίθηκε επαρκής, το ποσό και η διάρκεια ανέρχονται στο:
[...]
c. 20 % της καθυστερήσεως με ανώτατο όριο 52 εβδομάδες αν η υπέρβαση της ταχθείσας προθεσμίας είναι μεγαλύτερη των […] ημερολογιακών ημερών.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Ο J. C. van Ardennen εργαζόταν, από την 1η Αυγούστου 1985, στην επιχείρηση Fruit Sellers International BV, η οποία κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 28 Νοεμβρίου 2006. Ο μισθός του J. C. van Ardennen καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου, οπότε δεν υπήρχαν καθυστερούμενα.
14 Αφότου προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να δημιουργήσει δική του επιχείρηση, ο J. C. van Ardennen ενεγράφη, στις 15 Μαΐου 2007, στον CWI και, στις 20 Μαΐου 2007, ζήτησε αποζημίωση λόγω ανεργίας. Ενεγράφη ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία μόλις στις 29 Μαΐου 2007.
15 Στις 7 Ιουνίου 2007, ο J. C. van Ardennen ζήτησε από τον UWV αποζημίωση λόγω αφερεγγυότητας.
16 Με απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, ο UWV χορήγησε στον J. C. van Ardennen αποζημίωση λόγω αφερεγγυότητας για ανεξόφλητες απαιτήσεις της περιόδου από τις 29 Νοεμβρίου 2006 μέχρι τις 12 Φεβρουαρίου 2007. Κατά τις εξηγήσεις που παρέσχε ο UWV, η περίοδος αυτή αντιστοιχεί στην προθεσμία προειδοποιήσεως κατά το άρθρο 64, παράγραφος 1, στοιχείο b, του WW. Η αποζημίωση αυτή περιελάμβανε τα ακόλουθα ποσά, μικτή αποζημίωση 26 505,15 ευρώ αντιπροσωπεύουσα τους δεδουλευμένους μισθούς, τα έξοδα αυτοκινήτου, τον μισθό για τις ληφθείσες ημέρες αδείας και το επίδομα αδείας, καθώς και καθαρή αποζημίωση 1 200 ευρώ για απόδοση των επαγγελματικών εξόδων.
17 Παρά ταύτα, ο UWV μείωσε το ποσό αυτό κατά 20 %, κατ’ εφαρμογήν του κεφαλαίου IV του WW, επιβάλλοντας κύρωση για το ότι ο J. C. van Ardennen δεν είχε εμπροθέσμως εγγραφεί ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία.
18 Η διοικητική ένσταση του J. C. van Ardennen απορρίφθηκε από τον UWV με απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, πάλι με την αιτιολογία ότι ο WW επέβαλλε υποχρέωση εγγραφής του ενδιαφερομένου στον CWI ως προσώπου που αναζητεί εργασία και παρατάσεως της εγγραφής αυτής.
19 Δεδομένου ότι επίσης η προσφυγή που ο J. C. van Ardennen άσκησε ενώπιον του Rechtbank κατά της αποφάσεως αυτής κρίθηκε αβάσιμη με την ίδια αιτιολογία, ο τελευταίος άσκησε έφεση ενώπιον του Centrale Raad van Beroep.
20 Κατά τις εξηγήσεις του UWV, σύμφωνα με το άρθρο 65 του WV από την αποζημίωση του άρθρου 64 αφαιρούνται εξ ολοκλήρου τα εισοδήματα από εργασία που παρασχέθηκε κατά την περίοδο αναφοράς. Ο UWV διατείνεται ότι η υποχρέωση εγγραφής του ενδιαφερομένου ως προσώπου που αναζητεί εργασία σκοπό έχει να αυξήσει τις πιθανότητες ο περί ου πρόκειται εργαζόμενος να αποκτήσει εργασία κατά την περίοδο αυτή, και επομένως να ελαχιστοποιήσει τα βάρη του ταμείου εγγυήσεως.
21 Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι αυτή η ratio της υποχρεώσεως εγγραφής θέτει το ζήτημα αν τα εισοδήματα από εργασία που ένα πρόσωπο έχει κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία δικαιούται αποζημιώσεως λόγω αφερεγγυότητας δύνανται να αφαιρεθούν από την αποζημίωση αυτή. Παραπέμπει στην απόφαση της 10ης Ιουλίου 1997, C-373/95, Maso κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I‑4051), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι κράτος μέλος δεν δύναται να απαγορεύσει τη σώρευση ποσών που εγγυάται η οδηγία 80/987 με μια αποζημίωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση εκείνη αποζημίωση για εξεύρεση νέας εργασίας, επειδή η αποζημίωση αυτή δεν απορρέει από σύμβαση ή σχέση εργασίας εφόσον καταβάλλεται στον εργαζόμενο μόνο μετά την απόλυσή του και επομένως δεν έχει ως σκοπό να αμείψει δραστηριότητες που ασκήθηκαν στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας.
22 Κατά το αιτούν δικαστήριο, από την εν λόγω απόφαση δύναται να συναχθεί έμμεσα ότι μια τέτοια σώρευση μπορεί να απαγορευθεί αν πρόκειται να αμειφθούν δραστηριότητες που ασκήθηκαν κατά την περίοδο αναφοράς.
23 Το ίδιο δικαστήριο εκτιμά ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 80/987 δεν απαγορεύει τη θέσπιση κανόνα έχοντος ως σκοπό μια τέτοια απαγόρευση σωρεύσεως. Λαμβανομένου υπόψη του στόχου της οδηγίας αυτής, φαίνεται δικαιολογημένο να αφαιρούνται από το ποσό της αποζημιώσεως λόγω αφερεγγυότητας τα εισοδήματα που ο εργαζόμενος όντως είχε κατά την προθεσμία προειδοποιήσεως από εργασίες που άσκησε, επειδή η αφαίρεση αυτή δεν θίγει την ελάχιστη προστασία που εγγυάται η εν λόγω οδηγία.
24 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι τα άρθρα 4, 5 και 10 της οδηγίας 80/987 παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα όχι μόνο να καθορίζουν τα της οργανώσεως, χρηματοδοτήσεως και λειτουργίας των οργανισμών εγγυήσεως, αλλά και, υπό ορισμένες περιστάσεις, να περιορίζουν την προστασία που η οδηγία αυτή σκοπεύει να εγγυηθεί στους εργαζόμενους (βλ., στο πλαίσιο της εφαρμογής ορισμένων προθεσμιών παραγραφής, αποφάσεις της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, C-125/01, Pflücke, Συλλογή 2003, σ. I‑9375, και της 16ης Ιουλίου 2009, C-69/08, Visciano, Συλλογή 2009, σ. I‑6741). Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι δεν είναι σε θέση να καθορίσει με σαφήνεια αν η υποχρέωση εγγραφής του ενδιαφερομένου ως προσώπου που αναζητεί εργασία είναι διάταξη την οποία κράτος μέλος δύναται να θεσπίσει εν γένει βάσει των διατάξεων αυτών της οδηγίας 80/987.
25 Έχοντας αμφιβολίες ως προς το αν είναι συμβατές με τις διατάξεις της οδηγίας 80/987 η υποχρέωση εγγραφής του ενδιαφερομένου ως προσώπου που αναζητεί εργασία, προκειμένου να λάβει την αποζημίωση λόγω αφερεγγυότητας, και η μείωση του ποσού αυτού σε περίπτωση εκπρόθεσμης εγγραφής, το Centrale Raad van Beroep αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει η οδηγία [80/987], και ειδικότερα τα άρθρα της 4, 5 και 10, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι είναι εν γένει ασύμβατη με αυτήν εθνική ρύθμιση η οποία υποχρεώνει τους μισθωτούς, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη τους και για να ισχύσει (πλήρως) το δικαίωμά τους να αναλάβει ο οργανισμός εγγυήσεως ανεξόφλητες μισθολογικές απαιτήσεις, να εγγραφούν, ως πρόσωπα που αναζητούν εργασία, το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την ημέρα κατά την οποία η σχέση εργασίας λύθηκε ή εύλογα έπρεπε να λυθεί;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:
2) Πρέπει η οδηγία [80/987], και ειδικότερα τα άρθρα της 4, 5 και 10, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι είναι ασύμβατη με αυτήν εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει αυτή την υποχρέωση εγγραφής επίσης στους μισθωτούς που κατά την προθεσμία προειδοποιήσεως άσκησαν δραστηριότητες ως αυτοαπασχολούμενοι;
3) Πρέπει η οδηγία [80/987], και ειδικότερα τα άρθρα της 4, 5 και 10, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι είναι ασύμβατη με αυτήν εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας η μη (εμπρόθεσμη) τήρηση αυτής της υποχρεώσεως εγγραφής δύναται να οδηγήσει στη μερική μη καταβολή της αποζημιώσεως λόγω αφερεγγυότητας, όταν επίσης το χρονικό σημείο στο οποίο τηρήθηκε η υποχρέωση αυτή είναι καθοριστικό για το ύψος και τη διάρκεια αυτού του μέτρου μερικής μη καταβολής;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
26 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, στην ουσία, να διευκρινιστεί αν οι διατάξεις της οδηγίας 80/987 αποκλείουν εθνική ρύθμιση κατά την οποία η δυνατότητα των εργαζομένων, των οποίων ο εργοδότης βρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας, να επικαλεστούν στο ακέραιο το δικαίωμά τους να τους εξοφληθούν απλήρωτες μισθολογικές απαιτήσεις, όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, εξαρτάται από υποχρέωση εγγραφής τους ως προσώπων που αναζητούν εργασία.
27 Εν προκειμένω, πρέπει ευθύς εξαρχής να υπομνησθεί ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κοινωνικός σκοπός της οδηγίας 80/987 συνίσταται στη διασφάλιση σε όλους τους μισθωτούς ενός ελάχιστου σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίου προστασίας σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, με την εξόφληση απλήρωτων απαιτήσεων που απορρέουν από συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας και αφορούν αμοιβή για συγκεκριμένη περίοδο (βλ. απόφαση της 4ης Μαρτίου 2004, C‑19/01, C‑50/01 και C‑84/01, Barsotti κ.λπ., Συλλογή 2004, σ. I-2005, σκέψη 35, και προαναφερθείσα απόφαση Visciano, σκέψη 27).
28 Ακριβώς προς τούτο, το άρθρο 3 της οδηγίας 80/987 επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι οργανισμοί εγγυήσεως να διασφαλίζουν, τηρουμένου του άρθρου 4 της εν λόγω οδηγίας, την εξόφληση των απλήρωτων αυτών απαιτήσεων των μισθωτών.
29 Όσον αφορά τη διαφορά της κύριας δίκης, από τη δικογραφία προκύπτει ότι στον J. C. van Ardennen αντιτάχθηκε άρνηση να καταβληθεί ολόκληρος ο μισθός για την προβλεπόμενη από το άρθρο 64, παράγραφος 1, στοιχείο b, του WW προθεσμία προειδοποιήσεως λόγω του ότι ενεγράφη εκπρόθεσμα ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία.
30 Υπογραμμίζεται ότι από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η αίτηση του J. C. van Ardennen προς το ταμείο εγγυήσεως όντως στηρίχθηκε στην ύπαρξη μη αμφισβητούμενης απαιτήσεως που αναγνωρίζεται από την ολλανδική εθνική ρύθμιση, δηλαδή από το άρθρο 64, παράγραφος 1, στοιχείο b, του WW. Η εξόφληση μιας τέτοιας απαιτήσεως, η οποία αντικειμενικά οφείλεται από τον εργοδότη που πτώχευσε, εμπίπτει στο άρθρο 3 της οδηγίας 80/987 και διασφαλίζεται από αυτήν.
31 Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι μόνον ως εξαίρεση τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια, βάσει του άρθρου 4 της οδηγίας 80/987, να περιορίσουν την κατά το άρθρο της 3 υποχρέωση πληρωμής. Ένας τέτοιος περιορισμός είναι νοητός τόσο ως προς τη διάρκεια της περιόδου για την οποία προβλέπεται πληρωμή, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, όσο και ως προς το ανώτατο όριο της πληρωμής αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας.
32 Η οδηγία 80/987 απαιτεί, με το ίδιο άρθρο 4, παράγραφος 3, όταν κράτος μέλος ασκεί την ευχέρεια να καθορίσει το εν λόγω ανώτατο όριο, να το ανακοινώσει στην Επιτροπή.
33 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη νομοθεσία δεν προβλέπει ανώτατο όριο για την απόδοση μισθών και επομένως δεν εμπίπτει στην ευχέρεια που προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 80/987.
34 Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 4 της οδηγίας 80/987 πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο στενό και σύμφωνο με τον κοινωνικό σκοπό του, ο οποίος είναι να διασφαλίσει ένα ελάχιστο όριο προστασίας σε όλους τους εργαζόμενους (βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 1998, C‑125/97, Regeling, Συλλογή 1998, σ. I-4493, σκέψη 20). Προς τούτο, οι περιπτώσεις όπου επιτρέπεται να περιοριστεί η υποχρέωση πληρωμής που έχουν οι οργανισμοί εγγυήσεως απαριθμούνται περιοριστικά από την οδηγία 80/987, οι δε σχετικές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται με αυστηρό τρόπο, λαμβανομένων υπόψη του χαρακτήρα τους που εισάγει παρέκκλιση και του σκοπού της οδηγίας αυτής.
35 Από τη σκοπιά αυτή, διαπιστώνεται ότι θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό της οδηγίας 80/987 να ερμηνευθεί αυτή, και ιδίως τα άρθρα της 3 και 4, κατά τέτοιον τρόπο ώστε ένας εργαζόμενος, στην κατάσταση του εφεσείοντος της κύριας δίκης, να υπόκειται, λόγω μη τηρήσεως της προβλεπομένης από τον επίμαχο στην κύρια δίκη εθνικό κανόνα υποχρεώσεως εγγραφής του, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ως προσώπου που αναζητεί εργασία, σε κατ’ αποκοπήν και αυτόματη μείωση των δυναμένων να του αποδοθούν μισθολογικών του απαιτήσεων και επομένως να μη μπορέσει να τύχει της εγγυήσεως για τις μισθολογικές απώλειες που όντως είχε κατά την περίοδο αναφοράς.
36 Επιπλέον, όσον αφορά τη νομολογία στην οποία παρέπεμψε το αιτούν δικαστήριο και η οποία παρατίθεται στη σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως, επισημαίνεται, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, ότι υποχρέωση εγγραφής, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, του ενδιαφερομένου ως προσώπου που αναζητεί εργασία, όπως η επίμαχη υποχρέωση στην κύρια δίκη, της οποίας η μη τήρηση συνεπάγεται μείωση της αποζημιώσεως λόγω αφερεγγυότητας, δεν μπορεί να συγκριθεί με αποκλειστική προθεσμία ή προθεσμία παραγραφής για το δικαίωμα να ζητηθεί αποζημίωση λόγω αφερεγγυότητας.
37 Πρέπει ακόμη να διευκρινιστεί ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν πρόκειται για καταβολή ποσών που υπερακοντίζουν τον κοινωνικό σκοπό της οδηγίας. 80/987, καταβολή που το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής επιτρέπει στα κράτη μέλη να περιορίσουν (βλ., στο ίδιο πνεύμα, προαναφερθείσα απόφαση Barsotti κ.λπ., σκέψη 34). Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν η οδηγία 80/987 αποκλείει κανόνα που ορίζει ότι τα εισοδήματα, που ο ενδιαφερόμενος όντως είχε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προειδοποιήσεως, αφαιρούνται από το ποσό της αποζημιώσεως, εθνικός κανόνας ο οποίος, όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη, μειώνει κατ’ αποκοπήν και αυτομάτως το ποσό των δυναμένων να αποδοθούν μισθολογικών απαιτήσεων θίγει ευθέως το ελάχιστο όριο προστασίας που η οδηγία 80/987 επιδιώκει σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη.
38 Εξάλλου, καίτοι το άρθρο 10 της οδηγίας 80/987 επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να αποφύγουν καταχρήσεις, παρά ταύτα η απόφαση περί παραπομπής δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να τείνει να αποδείξει την ύπαρξη οποιασδήποτε καταχρήσεως που η επίμαχη στην κύρια δίκη υποχρέωση εγγραφής σκοπεύει να αποτρέψει. Επιπλέον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο UWV ρητώς επιβεβαίωσε ότι η δικαιολόγηση της υποχρεώσεως αυτής ουδόλως στηρίζεται στο εν λόγω άρθρο 10.
39 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 80/987 αποκλείουν εθνική ρύθμιση κατά την οποία η δυνατότητα των εργαζομένων, των οποίων ο εργοδότης βρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας, να επικαλεστούν στο ακέραιο το δικαίωμά τους να τους εξοφληθούν απλήρωτες μισθολογικές απαιτήσεις, όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, εξαρτάται από υποχρέωση εγγραφής τους ως προσώπων που αναζητούν εργασία.
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
40 Λαμβανομένης υπόψη της καταφατικής απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
41 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, αποκλείουν εθνική ρύθμιση κατά την οποία η δυνατότητα των εργαζομένων, των οποίων ο εργοδότης βρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας, να επικαλεστούν στο ακέραιο το δικαίωμά τους να τους εξοφληθούν απλήρωτες μισθολογικές απαιτήσεις, όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, εξαρτάται από υποχρέωση εγγραφής τους ως προσώπων που αναζητούν εργασία.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy