Υπόθεση C-454/10
Oliver Jestel
κατά
Hauptzollamt Aachen
(αίτηση του Bundesfinanzhof για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Άρθρο 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση – Γένεση τελωνειακής οφειλής κατόπιν παράτυπης εισαγωγής εμπορευμάτων – Έννοια του “οφειλέτη” – Συμμετοχή στην παράτυπη εισαγωγή – Πρόσωπο που μεσολάβησε για τη σύναψη των συμβάσεων πωλήσεως των εμπορευμάτων που εισήχθησαν παρατύπως»
Περίληψη της αποφάσεως
Τελωνειακή ένωση – Γένεση τελωνειακής οφειλής κατόπιν παράτυπης εισαγωγής εμπορευμάτων – Έννοια του οφειλέτη
(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρο 202 § 3)
Το άρθρο 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 2913/92, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, έχει την έννοια ότι πρέπει να θεωρείται οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής που γεννάται από την παράτυπη εισαγωγή εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρόσωπο το οποίο, χωρίς να μετέχει άμεσα στην εισαγωγή αυτή, συνήργησε σε αυτήν ως ενδιάμεσος για τη σύναψη των σχετικών με τα εν λόγω εμπορεύματα συμβάσεων πωλήσεως, εφόσον το πρόσωπο αυτό γνώριζε, ή όφειλε εύλογα να γνωρίζει, ότι η εν λόγω εισαγωγή ήταν παράτυπη, πράγμα που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει.
Συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έκφραση «όφειλαν εύλογα να γνωρίζουν», που περιλαμβάνεται στο άρθρο 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, αναφέρεται στη συμπεριφορά ενημερωμένου και επιμελή επιχειρηματία. Επιπλέον, έχει σημασία αν το πρόσωπο που μεσολάβησε προέβη σε όλες τις ενέργειες που ευλόγως μπορεί να αναμένονται από αυτό προκειμένου να βεβαιωθεί ότι τα επίμαχα εμπορεύματα δεν θα εισαχθούν παρατύπως, ιδίως αν πληροφόρησε τον προμηθευτή για την υποχρέωσή του να τα διασαφήσει. Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη οι πληροφορίες που ήταν στη διάθεση του προσώπου που μεσολάβησε ή τις οποίες θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει, ιδίως βάσει των συμβατικών του υποχρεώσεων. Στο πλαίσιο αυτό, σημασία έχει επίσης αν οι καταβλητέοι εισαγωγικοί δασμοί αναφέρονταν στις συμβάσεις πωλήσεως ή σε άλλα έγγραφα που είχε στη διάθεσή του το πρόσωπο που μεσολάβησε, στοιχείο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένδειξη της κανονικής εισαγωγής των εμπορευμάτων στο έδαφος της Ένωσης. Τέλος, μπορεί να ληφθεί υπόψη η περίοδος κατά την οποία το πρόσωπο που μεσολάβησε παρείχε τις υπηρεσίες του στον πωλητή των επίμαχων εμπορευμάτων.
(βλ. σκέψεις 22, 24-27 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 17ης Νοεμβρίου 2011 (*)
«Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Άρθρο 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση – Γένεση τελωνειακής οφειλής κατόπιν παράτυπης εισαγωγής εμπορευμάτων – Έννοια του “οφειλέτη” – Συμμετοχή στην παράτυπη εισαγωγή – Πρόσωπο που μεσολάβησε για τη σύναψη των συμβάσεων πωλήσεως των εμπορευμάτων που εισήχθησαν παρατύπως»
Στην υπόθεση C‑454/10,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesfinanzhof (Γερμανία) με απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, στο πλαίσιο της δίκης
Oliver Jestel
κατά
Hauptzollamt Aachen,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues, πρόεδρο τμήματος, U. Lõhmus (εισηγητή), A. Rosas, A. Ó Caoimh και A. Arabadjiev, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek και K. Havlíčková,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους B.-R. Killmann και L. Bouyon,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουλίου 2011,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του O. Jestel και του Hauptzollamt Aachen (τελωνειακής αρχής του Άαχεν, στο εξής: Hauptzollamt) σχετικά με την καταβολή τελωνειακής οφειλής η οποία γεννήθηκε από την παράτυπη εισαγωγή εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 202 του τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
α) από την παράτυπη εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς
[…]
Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, θεωρείται ως “παράτυπη εισαγωγή” κάθε εισαγωγή κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 38 έως 41 και του άρθρου 177, δεύτερη περίπτωση.
2. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή της παράτυπης εισαγωγής.
3. Οφειλέτες είναι:
– το πρόσωπο που ενήργησε την παράτυπη εισαγωγή,
– τα πρόσωπα τα οποία συνήργησαν σ’ αυτήν, ενώ γνώριζαν ή όφειλαν εύλογα να γνωρίζουν ότι ήταν παράτυπη, καθώς και
– τα πρόσωπα που απέκτησαν ή κατείχαν το εν λόγω εμπόρευμα και γνώριζαν ή λογικά όφειλαν να γνωρίζουν, τη στιγμή της απόκτησης ή παραλαβής του, ότι επρόκειτο για εμπόρευμα που έχει εισαχθεί αντικανονικά.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
4 Από την απόφαση περί παραπομπής καθώς και από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι, μεταξύ Απριλίου 2004 και Μαΐου 2006, ο O. Jestel έθεσε σε δημοπρασία αντικείμενα με προέλευση την Κίνα στον ιστότοπο eBay, στον οποίο διατηρούσε δύο διαδικτυακά «καταστήματα». Διαμεσολάβησε για τη σύναψη των συμβάσεων πωλήσεως των εμπορευμάτων αυτών και εισέπραξε την αντιπαροχή της πωλήσεως. Για τον καθορισμό της τιμής και την παροχή των εν λόγω εμπορευμάτων υπεύθυνος ήταν ο Κινέζος προμηθευτής τους. Αυτός τα απέστελλε, μέσω ταχυδρομείου, απευθείας στους εγκατεστημένους στη Γερμανία αγοραστές.
5 Τα επίμαχα εμπορεύματα στην κύρια δίκη παραδόθηκαν στους αγοραστές χωρίς να έχουν προσκομιστεί στο τελωνείο και χωρίς να έχουν εισπραχθεί εισαγωγικοί δασμοί, λόγω, προφανώς, των ψευδών στοιχείων που παρέσχε ο Κινέζος προμηθευτής όσον αφορά το περιεχόμενο και την αξία της αποστολής.
6 Το Hauptzollamt εξέδωσε εις βάρος του O. Jestel πράξη καταλογισμού ποσού περίπου 10 000 ευρώ για τελωνειακούς δασμούς καθώς και περίπου 21 000 ευρώ για φόρο προστιθέμενης αξίας κατά την εισαγωγή. Εκτίμησε, μεταξύ άλλων, ότι ο O. Jestel συνήργησε στην παράτυπη εισαγωγή εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα. Η διοικητική ένσταση κατά της εν λόγω πράξεως απορρίφθηκε.
7 Το Finanzgericht Düsseldorf απέρριψε την προσφυγή που άσκησε ο O. Jestel κατά της αποφάσεως του Hauptzollamt. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το δικαστήριο αυτό έκρινε, πρώτον, ότι η εισαγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων ήταν παράτυπη κατά την έννοια του άρθρου 202 του τελωνειακού κώδικα, καθόσον, αφενός, είχε πραγματοποιηθεί κατά παράβαση ορισμένων από τις διατάξεις των άρθρων 38 έως 41 του κώδικα αυτού και, αφετέρου, ότι η απαλλαγή από την υποχρέωση προσκομίσεως στο τελωνείο των ταχυδρομικών αποστολών δεν ίσχυε για τα εν λόγω εμπορεύματα εφόσον η πραγματική τους αξία υπερέβαινε το καθορισμένο όριο των 22 ευρώ. Δεύτερον, ο O. Jestel ήταν οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής, ιδίως βάσει του άρθρου 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του ίδιου κώδικα.
8 Το αιτούν δικαστήριο, επιληφθέν αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, επισημαίνει ότι, κατά τον O. Jestel, η σύναψη των συμβάσεων πωλήσεως στο eBay καθώς και η διαβίβαση του ονόματος και της διευθύνσεως των αγοραστών στον Κινέζο προμηθευτή, οι οποίες ήταν πράξεις κατά πολύ προγενέστερες της αποστολής των εν λόγω εμπορευμάτων και αφορούσαν αποκλειστικώς την αιτία της συναλλαγής, δεν συνιστούσαν συμμετοχή στην εισαγωγή αυτή κατά την έννοια του άρθρου 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα.
9 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν έχει ακόμα κριθεί το ζήτημα εάν ο O. Jestel ανέμενε ότι οι επίμαχες εισαγωγές στην κύρια δίκη θα ήταν παράτυπες ή, όπως υποστηρίζει, πίστευε ότι θα πραγματοποιούνταν κανονικώς, παρά ορισμένες αμφιβολίες που του δημιουργήθηκαν σχετικώς. Εντούτοις, το δικαστήριο αυτό εκτιμά ότι είναι αμφίβολο εάν, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, ένα πρόσωπο μπορεί να καταστεί οφειλέτης τελωνειακής οφειλής κατά την εν λόγω διάταξη, ακόμα και στην περίπτωση που έχει επίγνωση του ενδεχομένου, ή ακόμη αναμένει, ότι ο πωλητής θα προβεί σε παράτυπη εισαγωγή του επίμαχου εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
10 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesfinanzhof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Γεννάται τελωνειακή οφειλή λόγω “συνέργειας” στην παράτυπη εισαγωγή εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του [τελωνειακού κώδικα], στο πρόσωπο εκείνου που, χωρίς να μετέχει άμεσα στην εισαγωγή αυτή, μεσολαβεί για τη σύναψη των σχετικών με τα επίμαχα εμπορεύματα συμβάσεων πωλήσεως έχοντας επίγνωση του ενδεχομένου, στο πλαίσιο αυτό, να παραδώσει ο πωλητής τα εμπορεύματα ή ένα μέρος από αυτά κατά τρόπο που να έχει ως αποτέλεσμα την αποφυγή καταβολής των εισαγωγικών δασμών;
2) Αρκεί προς τούτο το ότι το θεωρεί απλώς ως ενδεχόμενο να συμβεί ή καθίσταται οφειλέτης μόνο αν αναμένει ότι αυτό πράγματι θα συμβεί;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
11 Με τα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν το άρθρο 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι συνήργησε στην παράτυπη εισαγωγή εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης πρόσωπο το οποίο, χωρίς να μετέχει άμεσα στην εισαγωγή αυτή, μεσολάβησε για τη σύναψη των σχετικών με τα εν λόγω εμπορεύματα συμβάσεων πωλήσεως. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το εν λόγω δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί εάν το πρόσωπο αυτό καθίσταται οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής δυνάμει της διατάξεως αυτής μόνο στην περίπτωση που αναμένει την παράτυπη εισαγωγή των οικείων εμπορευμάτων ή αρκεί, για τον χαρακτηρισμό αυτό, να θεωρεί απλώς ενδεχόμενη την εισαγωγή τους με τέτοιο τρόπο.
12 Πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, από την έναρξη ισχύος του τελωνειακού κώδικα, θέλησε να καθορίσει κατά τρόπο ολοκληρωμένο τις προϋποθέσεις προσδιορισμού των οφειλετών της τελωνειακής οφειλής (βλ. αποφάσεις της 23ης Σεπτεμβρίου 2004, C-414/02, Spedition Ulustrans, Συλλογή 2004, σ. I‑8633, σκέψη 39· της 3ης Μαρτίου 2005, C-195/03, Papismedov κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I‑1667, σκέψη 38, καθώς και της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑140/04, United Antwerp Maritime Agencies και Seaport Terminals, Συλλογή 2005, σ. I‑8245, σκέψη 30). Σε περίπτωση τελωνειακής οφειλής που γεννάται από την παράτυπη εισαγωγή εμπορευμάτων στο έδαφος της Ένωσης, την οποία προβλέπει το άρθρο 202 του εν λόγω κώδικα, τα πρόσωπα που ενδέχεται να είναι οφειλέτες απαριθμούνται στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού.
13 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, από το γράμμα της παραγράφου αυτής προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να προσδιορίσει κατά τρόπο ευρύ τα πρόσωπα που ενδέχεται να θεωρηθούν οφειλέτες της τελωνειακής οφειλής, σε περίπτωση παράτυπης εισαγωγής εμπορεύματος υποκειμένου σε εισαγωγικούς δασμούς (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Spedition Ulustrans, σκέψη 25, καθώς και Papismedov κ.λπ., σκέψη 38).
14 Επιβάλλεται εν συνεχεία η διαπίστωση ότι πρόσωπο όπως ο O. Jestel δεν μπορεί να είναι οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής δυνάμει της πρώτης και της τρίτης περιπτώσεως της εν λόγω παραγράφου 3, εφόσον η δραστηριότητά του περιορίστηκε στην παρέμβαση κατά τη σύναψη των συμβάσεων πωλήσεως των εμπορευμάτων, στην είσπραξη της αντιπαροχής της πωλήσεως καθώς και στη διαβίβαση του ονόματος και της διευθύνσεως των αγοραστών στον προμηθευτή των εν λόγω εμπορευμάτων. Πράγματι, οι περιπτώσεις αυτές αφορούν, αντιστοίχως, το πρόσωπο που προέβη στην υλική εισαγωγή των εμπορευμάτων χωρίς να τα διασαφήσει (βλ. αποφάσεις της 4ης Μαρτίου 2004, C‑238/02 και C‑246/02, Viluckas και Jonusas, Συλλογή 2004, σ. I‑2141, σκέψη 29, καθώς και Papismedov κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 39) και τα πρόσωπα τα οποία τα απέκτησαν ή τα κατείχαν κατόπιν της εισαγωγής τους.
15 Κατά το άρθρο 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, οφειλέτες της τελωνειακής οφειλής είναι τα πρόσωπα τα οποία συνήργησαν στην παράτυπη εισαγωγή εμπορευμάτων στο έδαφος της Ένωσης, ενώ γνώριζαν, ή όφειλαν εύλογα να γνωρίζουν, ότι αυτή η εισαγωγή ήταν παράτυπη. Εξ αυτού προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός ως οφειλέτη, δυνάμει της διατάξεως αυτής, εξαρτάται από δύο προϋποθέσεις, εκ των οποίων η πρώτη είναι αντικειμενική, ήτοι η συμμετοχή στην εν λόγω εισαγωγή, και η δεύτερη υποκειμενική, ήτοι ότι τα πρόσωπα συνήργησαν εκ προθέσεως στις πράξεις της παράτυπης εισαγωγής (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Papismedov κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 40).
16 Όσον αφορά, πρώτον, την τιθέμενη στην εν λόγω διάταξη υποκειμενική προϋπόθεση, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι συνεργούν στην παράτυπη εισαγωγή τα πρόσωπα που μετέσχον καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην εισαγωγή αυτή (απόφαση Spedition Ulustrans, προπαρατεθείσα, σκέψη 27).
17 Συναφώς, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 39 των προτάσεών του, ο νομοθέτης δεν έχει διευκρινίσει ότι από τη διάταξη αυτή καλύπτονται μόνο τα πρόσωπα που έχουν συμβάλει άμεσα στην παράτυπη εισαγωγή. Ενδέχεται, επομένως, να πρόκειται επίσης για εκείνα που έχουν εμπλακεί σε πράξεις συνδεόμενες με την εισαγωγή αυτή.
18 Όσον αφορά τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, πρέπει να επισημανθεί ότι τόσο η σύναψη των επίμαχων συμβάσεων πωλήσεως όσο και η παράδοση των εμπορευμάτων τα οποία αφορούσαν οι συμβάσεις αυτές συνιστούν στοιχεία μιας πράξεως, ήτοι της πωλήσεως των εμπορευμάτων αυτών. Κατά συνέπεια, πρόσωπο, όπως ο O. Jestel στην υπόθεση της κύριας δίκης, το οποίο, χωρίς να μετέχει άμεσα στην παράτυπη εισαγωγή εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, μεσολάβησε για τη σύναψη των σχετικών με τα εν λόγω εμπορεύματα συμβάσεων πωλήσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι συνήργησε στην εισαγωγή αυτή κατά την έννοια του άρθρου 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα.
19 Δεύτερον, όσον αφορά την τιθέμενη στην εν λόγω διάταξη υποκειμενική προϋπόθεση, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, για να πληρούται αυτή η προϋπόθεση, είναι αναγκαίο οι συμμέτοχοι στους οποίους αναφέρεται η διάταξη αυτή να αναμένουν ότι τα οικεία εμπορεύματα θα εισαχθούν παρατύπως ή αρκεί να το θεωρούν απλώς ενδεχόμενο. Το ερώτημα αυτό προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης όπου η παράτυπη εισαγωγή συνέβη μετά από την πράξη συμμετοχής.
20 Η τιθέμενη στο άρθρο 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα υποκειμενική προϋπόθεση βασίζεται στο γεγονός ότι τα πρόσωπα που συνήργησαν στην εισαγωγή αυτή γνώριζαν ή όφειλαν εύλογα να γνωρίζουν ότι ήταν παράτυπη, το οποίο προϋποθέτει ότι γνώριζαν, ή όφειλαν εύλογα να γνωρίζουν, την ύπαρξη μιας ή περισσοτέρων παρατυπιών.
21 Επειδή η εν λόγω προϋπόθεση αφορά εκτιμήσεις πραγματικού χαρακτήρα, απόκειται, λαμβανομένης υπόψη της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των δικαστηρίων της Ένωσης και των εθνικών δικαστηρίων, στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν αυτή πληρούται στην υπόθεση της κύριας δίκης (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Papismedov κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 41). Εντούτοις, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, μπορεί, ενδεχομένως, να παράσχει διευκρινίσεις προκειμένου να καθοδηγήσει το δικαστήριο αυτό στην εκτίμησή του (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑446/07, Severi, Συλλογή 2009, σ. I‑8041, σκέψη 60, και της 11ης Νοεμβρίου 2010, C‑232/09, Danosa, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 34).
22 Συναφώς, αφενός, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έκφραση «όφειλαν εύλογα να γνωρίζουν», που περιλαμβάνεται στο άρθρο 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, αναφέρεται στη συμπεριφορά ενημερωμένου και επιμελή επιχειρηματία.
23 Αφετέρου, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να προβεί σε συνολική εκτίμηση των περιστάσεων της υποθέσεως της κύριας δίκης.
24 Επομένως, μεταξύ άλλων, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι πρόσωπο το οποίο μεσολαβεί για τη σύναψη συμβάσεων πωλήσεως πρέπει να γνωρίζει ότι από την παράδοση εμπορευμάτων που προέρχονται από τρίτη χώρα και έχουν προορισμό την Ένωση γεννάται υποχρέωση καταβολής εισαγωγικών δασμών. Έχει επομένως σημασία αν το πρόσωπο που μεσολάβησε προέβη σε όλες τις ενέργειες που ευλόγως μπορεί να αναμένονται από αυτό προκειμένου να βεβαιωθεί ότι τα επίμαχα εμπορεύματα δεν θα εισαχθούν παρατύπως, ιδίως αν πληροφόρησε τον προμηθευτή για την υποχρέωσή του να τα διασαφήσει.
25 Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη οι πληροφορίες που ήταν στη διάθεση του προσώπου που μεσολάβησε ή τις οποίες θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει, ιδίως βάσει των συμβατικών του υποχρεώσεων. Στο πλαίσιο αυτό, σημασία έχει επίσης αν οι καταβλητέοι εισαγωγικοί δασμοί αναφέρονταν στις συμβάσεις πωλήσεως ή σε άλλα έγγραφα που είχε στη διάθεσή του το πρόσωπο που μεσολάβησε, στοιχείο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένδειξη της κανονικής εισαγωγής των εμπορευμάτων στο έδαφος της Ένωσης.
26 Εξάλλου, μπορεί να ληφθεί υπόψη η περίοδος κατά την οποία το πρόσωπο που μεσολάβησε παρείχε τις υπηρεσίες του στον πωλητή των επίμαχων εμπορευμάτων. Πράγματι, αν το πρόσωπο αυτό παρείχε τις υπηρεσίες του κατά τη διάρκεια μακράς περιόδου, θα φαινόταν ενδεχομένως ελάχιστα πιθανό να μην του έχει δοθεί η ευκαιρία να λάβει γνώση των πρακτικών του πωλητή αυτού όσον αφορά την παράδοση των εν λόγω εμπορευμάτων.
27 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι πρέπει να θεωρείται οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής που γεννάται από την παράτυπη εισαγωγή εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης πρόσωπο το οποίο, χωρίς να μετέχει άμεσα στην εισαγωγή αυτή, συνήργησε σε αυτήν ως ενδιάμεσος για τη σύναψη των σχετικών με τα εν λόγω εμπορεύματα συμβάσεων πωλήσεως, εφόσον το πρόσωπο αυτό γνώριζε, ή όφειλε εύλογα να γνωρίζει, ότι η εν λόγω εισαγωγή ήταν παράτυπη, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει.
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 202, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, έχει την έννοια ότι πρέπει να θεωρείται οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής που γεννάται από την παράτυπη εισαγωγή εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης πρόσωπο το οποίο, χωρίς να μετέχει άμεσα στην εισαγωγή αυτή, συνήργησε σε αυτήν ως ενδιάμεσος για τη σύναψη των σχετικών με τα εν λόγω εμπορεύματα συμβάσεων πωλήσεως, εφόσον το πρόσωπο αυτό γνώριζε, ή όφειλε εύλογα να γνωρίζει, ότι η εν λόγω εισαγωγή ήταν παράτυπη, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy