ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 12ης Ιουλίου 2012 ( *1 )
«Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Άρθρο 56 ΣΛΕΕ — Γερμανική νομοθεσία περί ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως — Αποκλεισμός της χορηγήσεως εις είδος παροχών συνιστάμενων σε κατ’ οίκον περίθαλψη σε περίπτωση διαμονής σε άλλο κράτος μέλος — Υποδεέστερο επίπεδο χρηματικών παροχών που μπορούν να χορηγηθούν σε άλλο κράτος μέλος — Μη απόδοσητων εξόδων για τη μίσθωση ιατρικού εξοπλισμού σε άλλα κράτη μέλη»
Στην υπόθεση C-562/10,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 258 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 2010,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους F. Bulst και I. Rogalski, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τους T. Henze και J. Möller, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. N.Cunha Rodrigues, πρόεδρο τμήματος, U. Lõhmus, A. Rosas, A. Ó Caoimh (εισηγητή) και C. G. Fernlund, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 18ης Απριλίου 2012,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι:
—
παρέχοντας σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του βιβλίου XI του γερμανικού κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (Sozialgesetzbuch — Elftes Buch), όπως ίσχυε στην υπό κρίση διαφορά (στο εξής: SGB XI), το επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως για έξι μόνο εβδομάδες, όταν το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο διαμένει προσωρινά σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
—
μη προβλέποντας, για την παροχή περιθάλψεως από επαγγελματίες εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος προς μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο που διαμένει προσωρινά σε αυτό το άλλο κράτος μέλος, την απόδοση των σχετικών εξόδων μέχρι του ορίου που προβλέπεται για την παροχή περιθάλψεως στη Γερμανία ή ακόμη και αποκλείοντας την απόδοση των εξόδων αυτών σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI,
—
μη αποδίδοντας τα έξοδα για τη μίσθωση ιατρικού εξοπλισμού κατά τη διάρκεια προσωρινής διαμονής του μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου σε άλλο κράτος μέλος της Ένωσης, ή αποκλείοντας εντελώς την απόδοση των εξόδων αυτών σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI, παρά το γεγονός ότι τα εν λόγω έξοδα θα αποδίδονταν στη Γερμανία ή ο εν λόγω ιατρικός εξοπλισμός θα διετίθετο στο μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο στη Γερμανία, η δε απόδοση των εξόδων δεν θα συνεπαγόταν τη σώρευση ή οποιαδήποτε άλλη αύξηση του ύψους των παροχών που χορηγούνται εντός της Γερμανίας,
η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
2
Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ 73), όπως είχε μετά την τροποποίηση και την επικαιροποίησή του με τον κανονισμό (EΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EΚ) 592/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008 (ΕΕ L 177, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός 1408/71), ορίζει τα εξής:
«Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού:
[...]
θ)
ως “διαμονή” νοείται η προσωρινή διαμονή·
[...]
ιε)
ως “αρμόδιος φορέας” νοείται:
i)
ο φορέας, στον οποίο ο ενδιαφερόμενος υπάγεται κατά τον χρόνο της αιτήσεως παροχών,
ή
[...]
ιστ)
ως “φορέας του τόπου κατοικίας” και “φορέας του τόπου διαμονής” νοούνται, αντίστοιχα, ο φορέας που έχει επιφορτισθεί με την καταβολή των παροχών στον τόπο όπου κατοικεί ο ενδιαφερόμενος και ο φορέας που έχει επιφορτισθεί με την καταβολή των παροχών στον τόπο όπου διαμένει ο ενδιαφερόμενος, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός, ή, ελλείψει τέτοιου φορέα, ο φορέας που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους·
ιζ)
ως “αρμόδιο κράτος” νοείται το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο αρμόδιος φορέας·
[...]».
3
Ο τίτλος III του κανονισμού 1408/71 επιγράφεται «Ειδικές διατάξεις για τις διάφορες κατηγορίες παροχών».
4
Τα άρθρα 18 έως 36 του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο I του τίτλου III, το οποίο επιγράφεται «Ασθένεια και μητρότητα».
5
Το άρθρο 22 του κανονισμού 1408/71, όπως προκύπτει από τον τίτλο του, αφορά, μεταξύ άλλων, τη διαμονή των ασφαλισμένων εκτός του αρμοδίου κράτους υπό την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού έχει ως εξής:
«Ο μισθωτός ή μη μισθωτός, ο οποίος πληροί τις απαιτούμενες από τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους προϋποθέσεις για να έχει δικαίωμα παροχών [...] και:
[...]
γ)
ο οποίος έλαβε την έγκριση του αρμοδίου φορέα να μεταβεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, για να υποβληθεί στην κατάλληλη για την κατάστασή του θεραπεία,
έχει δικαίωμα:
i)
παροχών εις είδος που χορηγούνται, για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα από το φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν· η διάρκεια χορηγήσεως των παροχών αυτών διέπεται πάντως από τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους·
ii)
παροχών εις χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν. Πάντως, οι παροχές αυτές δύνανται, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του αρμοδίου φορέα και του φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας, να καταβάλλονται από τον τελευταίο αυτό φορέα, για λογαριασμό του πρώτου, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους.»
6
Το άρθρο 31 του κανονισμού 1408/71, το οποίο επιγράφεται «Διαμονή του δικαιούχου της σύνταξης ή/και των μελών της οικογένειάς του σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος της κατοικίας τους», περιλαμβάνεται στο τμήμα 5 του προαναφερθέντος κεφαλαίου I το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαιούχοι συντάξεων και μέλη της οικογένειάς τους». Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού:
«Ο δικαιούχος σύνταξης ή συντάξεων βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους ή συντάξεων βάσει της νομοθεσίας δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, ο οποίος δικαιούται παροχών κατά τη νομοθεσία ενός των εν λόγω κρατών μελών, καθώς και τα μέλη της οικογενείας του, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το κράτος κατοικίας τους, δικαιούνται:
α)
παροχές σε είδος που καθίστανται ιατρικά αναγκαίες κατά τη διάρκεια της διαμονής στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το κράτος κατοικίας, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των παροχών και την προβλεπόμενη διάρκεια της διαμονής. Οι εν λόγω παροχές σε είδος χορηγούνται από τον φορέα του τόπου διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που εφαρμόζεται από αυτόν, για λογαριασμό του φορέα του τόπου κατοικίας του δικαιούχου σύνταξης ή των μελών της οικογενείας του·
β)
παροχές σε χρήμα που χορηγούνται, κατά περίπτωση, από τον αρμόδιο φορέα […], σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που αυτός εφαρμόζει. Εντούτοις, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του αρμόδιου φορέα και του φορέα του τόπου διαμονής, οι παροχές αυτές δύνανται να καταβάλλονται από τον τελευταίο αυτόν φορέα για λογαριασμό του πρώτου, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του αρμοδίου κράτους.»
7
Κατά το άρθρο 36 του κανονισμού 1408/71, οι παροχές εις είδος που χορηγούνται ιδίως δυνάμει των άρθρων 22 ή 31 του εν λόγω κανονισμού από τον φορέα κράτους μέλους για λογαριασμό του φορέα άλλου κράτους μέλους αποδίδονται πλήρως. Οι σχετικές με την απόδοση πράξεις αποφασίζονται και διενεργούνται σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 93 έως 95 του κανονισμού (EΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EΚ) 120/2009 της Επιτροπής, της 9ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ L 39, σ. 29).
Το γερμανικό δίκαιο
8
Ο SGB XI προβλέπει σύστημα ασφαλίσεως κατά του κινδύνου της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως (στο εξής: ασφάλιση αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως). Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του SGB XI, «όποιος υπάγεται στο σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας καλύπτεται αυτοδικαίως από την ασφάλιση αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως».
9
Σε περίπτωση κατ’ οίκον περιθάλψεως, οι παροχές τις οποίες δικαιούνται οι ασφαλισμένοι στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως συνίστανται σε παροχές εις είδος («Pflegesachleistung»), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 36 του SGB XI, και/ή στο «επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως» («Pflegegeld»), κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 37 ή 38 του SGB XI. Το ύψος των παροχών αυτών, τόσο των εις είδος όσο και των χρηματικών, είναι συνάρτηση του βαθμού της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, με βάση τον οποίο ο ασφαλισμένος κατατάσσεται σε μία από τις κατηγορίες I έως III. Οι παροχές που συνίστανται στη διάθεση ιατρικού εξοπλισμού χορηγούνται κατά το άρθρο 40 του SGB XI.
10
Κατά το άρθρο 36 του SGB XI, τα μη αυτοεξυπηρετούμενα πρόσωπα δικαιούνται, στην περίπτωση κατ’ οίκον περιθάλψεως, παροχές εις είδος συνιστάμενες στην παροχή γενικής περιθάλψεως («Grundpflege») και βοήθειας στο σπίτι για τις οικιακές ανάγκες («häusliche Pflegehilfe»). Οι παροχές αυτές εκπληρώνονται είτε από νοσηλευτές τους οποίους απασχολούν τα ταμεία ασφαλίσεως που καλύπτουν τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως είτε από επαγγελματίες που παρέχουν υπηρεσίες κατ’ οίκον περιθάλψεως, με καθέναν από τους οποίους τα ταμεία ασφαλίσεως έχουν συνάψει σύμβαση παροχής υπηρεσιών φροντίδας («Versorgungsvertrag»). Το αρμόδιο ταμείο αναλαμβάνει τα έξοδα για τις παροχές εις είδος μέχρις ενός ανωτάτου ποσού μηνιαίως το οποίο ποικίλλει αναλόγως του βαθμού αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως του δικαιούχου. Κατά τον χρόνο της εκπνοής της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, το ανώτατο όριο ήταν, εν προκειμένω, 440 ευρώ, 1040 ευρώ ή 1510 ευρώ αναλόγως του βαθμού αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Για τις περιπτώσεις στις οποίες ο βαθμός της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως είναι πολύ υψηλός, γνωστές ως «Härtefälle» (ιδιαιτέρως δύσκολες περιπτώσεις), το ποσό αυτό μπορεί να ανέρχεται μέχρι τα 1918 ευρώ.
11
Το άρθρο 37 του SGB XI προβλέπει τη δυνατότητα να ζητηθεί επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, δηλαδή χρηματική παροχή, αντί των εις είδος παροχών, υπό την προϋπόθεση ότι το μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο δύναται το ίδιο να λαμβάνει επαρκή μέριμνα τόσο για την παροχή της αναγκαίας γενικής περιθάλψεως όσο και για την κάλυψη των οικιακών αναγκών. Εν προκειμένω, το ύψος του επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, το οποίο υπολογίζεται κατ’ αποκοπή και δεν εξαρτάται από τα πραγματοποιούμενα έξοδα, ανερχόταν, κατά τον χρόνο της εκπνοής της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, σε 225 ευρώ, 430 ευρώ ή 685 ευρώ μηνιαίως αναλόγως του βαθμού αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Δεν προβλέπεται ιδιαίτερο ποσό για τις «Härtefälle».
12
Το άρθρο 38 του SGB XI ρυθμίζει τις μικτές παροχές («Kombinationsleistung»), ήτοι τον συνδυασμό των εις είδος παροχών υπό την έννοια του άρθρου 36 του SGB XI με το επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως του άρθρου 37 του SGB XI. Κατά το εν λόγω άρθρο 38, όποιος ασφαλισμένος δεν κάνει χρήση του συνόλου των εις είδος παροχών τις οποίες δικαιούται βάσει του άρθρου 36 μπορεί να λαμβάνει παραλλήλως και το επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως του άρθρου 37, μειωμένο κατά το ποσοστό που αντιστοιχεί σε αυτό της αξιοποιήσεως των εις είδος παροχών του άρθρου 36. Στον δικαιούχο εναπόκειται να αποφασίσει σε ποια έκταση προτίθεται να κάνει χρήση του δεύτερου είδους παροχών. Η απόφαση του ασφαλισμένου ως προς την έκταση στην οποία προτίθεται να κάνει χρήση των παροχών εις είδος και εις χρήμα τον δεσμεύει για χρονικό διάστημα έξι μηνών.
13
Το άρθρο 40 του SGB XI ορίζει ότι τα μη αυτοεξυπηρετούμενα πρόσωπα δικαιούνται την παροχή ιατρικού εξοπλισμού που συμβάλλει στην ευχερέστερη εκτέλεση της θεραπείας, στην ανακούφιση του άλγους ή στην ενίσχυση της αυτονομίας, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι δεν υφίσταται υποχρέωση άλλου φορέα να παρέχει ιατρικό εξοπλισμό. Εάν, κατ’ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ο ασφαλισμένος δικαιούται την παροχή ιατρικού εξοπλισμού, ο εξοπλισμός αυτός πρέπει να διατίθεται κατά προτίμηση υπό τη μορφή χρησιδανείου από τα ταμεία ασφαλίσεως της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό λαμβανομένης υπόψη της φύσεως του εξοπλισμού. Σε διαφορετική περίπτωση, τα έξοδα για ιατρικό εξοπλισμό αποδίδονται με την εξαίρεση ενός μέρους το οποίο βαρύνει τον ασφαλισμένο.
14
Το άρθρο 34, παράγραφος 1, του SGB XI, επιγραφόμενο «Αναστολή των δικαιωμάτων στη χορήγηση παροχών», είχε ως εξής:
«Το δικαίωμα στις παροχές αναστέλλεται:
1. καθ’ όσον χρόνο ο ασφαλισμένος διαμένει στην αλλοδαπή. Σε περίπτωση προσωρινής διαμονής στην αλλοδαπή διάρκειας έως και έξι εβδομάδων ανά ημερολογιακό έτος, συνεχίζεται η καταβολή του επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως κατά το άρθρο 37 ή τμήματος του επιδόματος αυτού, υπολογιζόμενου κατ’ αναλογία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38. Όσον αφορά την παροχή περιθάλψεως, απόδοση των εξόδων προβλέπεται μόνον εφόσον το πρόσωπο που είθισται να παρέχει την περίθαλψη συνοδεύει τον ασφαλισμένο κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην αλλοδαπή,
[...]».
15
Κατά το άρθρο 7 του νόμου της 22ας Ιουνίου 2011, περί συντονισμού των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στην Ευρώπη και περί της τροποποιήσεως διαφόρων νόμων (Gesetz zur Koordinierung der Systeme der sozialen Sicherheit in Europa und zur Änderung anderer Gesetze), το άρθρο 34 του SGB XI τροποποιήθηκε με την προσθήκη της ακόλουθης διατάξεως:
«(1a)
Το δικαίωμα στη χορήγηση επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως κατά το άρθρο 37 ή επιδόματος υπολογιζόμενου κατ’ αναλογία σύμφωνα με το άρθρο 38 δεν αναστέλλεται στην περίπτωση μη αυτοεξυπηρετούμενων ασφαλισμένων οι οποίοι διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συμβαλλόμενο κράτος της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο ή στην Ελβετία.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
16
Κατόπιν καταγγελίας την οποία υπέβαλε το 2006 κατά της γερμανικής διοικήσεως ένα ζεύγος Γερμανών κατοίκων που είχε διαμείνει επί δύο μήνες στην Ισπανία και η οποία αφορούσε την απόδοση των εξόδων για την παροχή περιθάλψεως και για τη μίσθωση ιατρικού εξοπλισμού, η προσοχή της Επιτροπής επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι, στην περίπτωση που οι υπαγόμενοι στην ασφάλιση της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως διαμείνουν προσωρινά σε κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας, τα άρθρα 36, 37 και 40 του SGB XI προβλέπουν, κατά παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, παροχές σαφώς υποδεέστερες εκείνων που χορηγούνται όταν η περίθαλψη παρέχεται στη Γερμανία.
17
Η Επιτροπή ζήτησε από τις γερμανικές αρχές να της παράσχουν εξηγήσεις για την επίμαχη εθνική νομοθεσία και, αφού εξέτασε τις εξηγήσεις αυτές, απηύθυνε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το από 17 Οκτωβρίου 2008 έγγραφο οχλήσεως.
18
Η Επιτροπή, επειδή δεν πείσθηκε από τις απαντήσεις που έλαβε, απηύθυνε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αιτιολογημένη γνώμη στις 23 Νοεμβρίου 2009, καλώντας τη να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός δίμηνης προθεσμίας από την παραλαβή της.
19
Με την από 25 Ιανουαρίου 2010 απάντησή της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ενέμεινε στην άποψή της και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
20
Η Επιτροπή, αφού έλαβε γνώση, διά του υπομνήματος απαντήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της τροποποιήσεως του άρθρου 34 του SGB XI με τον νόμο της 22ας Ιουνίου 2011, παραιτήθηκε μερικώς, με την από 2 Δεκεμβρίου 2001 πράξη, από την προσφυγή της και, ειδικότερα, από το αίτημά της να διαπιστωθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ καθόσον προέβλεψε, με το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI, ότι η χορήγηση του επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως περιορίζεται σε έξι εβδομάδες σε περίπτωση προσωρινής διαμονής του μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου σε κράτος μέλος εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Επί της προσφυγής
21
Μετά την αναφερθείσα στην προηγούμενη σκέψη μερική παραίτησή της, η Επιτροπή υποστηρίζει, κατά βάση, με την πρώτη αιτίαση, ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ καθόσον δεν έχει προβλέψει, σε ό,τι αφορά τις παροχές κατ’ οίκον περιθάλψεως τις οποίες έχει παράσχει επαγγελματίας εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος προς μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο το οποίο διέμενε προσωρινά στο κράτος αυτό, ότι το ποσό των αποδιδόμενων εξόδων είναι το ίδιο με το ποσό των εξόδων που αποδίδεται για την παροχή περιθάλψεως στη Γερμανία.
22
Με τη δεύτερη αιτίαση, η Επιτροπή προσάπτει στο εν λόγω κράτος μέλος ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ καθόσον δεν έχει προβλέψει την απόδοση των εξόδων για τη μίσθωση ιατρικού εξοπλισμού σε περίπτωση προσωρινής διαμονής μη αυτοεξυπηρετούμενου προσώπου σε κράτος μέλος εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, παρά το γεγονός ότι στη Γερμανία τα έξοδα αυτά αποδίδονται ή ο ιατρικός εξοπλισμός διατίθεται απευθείας και παρά το γεγονός ότι η απόδοση των εξόδων αυτών δεν συνεπάγεται τη σώρευση ή την αύξηση των παροχών που χορηγούνται στη Γερμανία.
23
Δεδομένου ότι τα επιχειρήματα προς στήριξη των δύο αιτιάσεων ομοιάζουν μεταξύ τους, επιβάλλεται εν προκειμένω η από κοινού εξέταση των αιτιάσεων αυτών.
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επί της επιβολής περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών
24
Η Επιτροπή έχει την άποψη ότι η νομολογία σχετικά με την απόδοση των εξόδων ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως που παρασχέθηκε σε άλλα κράτη μέλη μπορεί να ισχύσει στην υπό κρίση περίπτωση. Κάνει συναφώς μνεία των αποφάσεων της 28ης Απριλίου 1998, C-158/96, Kohll (Συλλογή 1998, σ. I-1931), της 12ης Ιουλίου 2001, C-157/99, Smits και Peerbooms (Συλλογή 2001, σ. I-5473), C-368/98, Vanbraekel κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-5363), της 13ης Μαΐου 2003, C-385/99, Müller-Fauré και van Riet (Συλλογή 2003, σ. I-4509), της 23ης Οκτωβρίου 2003, C-56/01, Inizan (Συλλογή 2003, σ. I-12403), καθώς και της 16ης Μαΐου 2006, C-372/04, Watts (Συλλογή 2006, σ. I-4325).
25
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή, με την πρώτη της αιτίαση, υποστηρίζει ότι η γερμανική νομοθεσία περί παροχών εις είδος, ήτοι το άρθρο 36 του SGB XI, εισάγει δυσμενή διάκριση συνεπαγόμενη περιορισμό, καθόσον δεν προβλέπει την απόδοση των εξόδων για την παροχή περιθάλψεως από επαγγελματίες εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος σε περίπτωση προσωρινής διαμονής στο κράτος αυτό. Επιπλέον, το ύψος του επιδόματος λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως υπολείπεται του ποσού των αποδιδόμενων εξόδων.
26
Κατά την Επιτροπή, στο πλαίσιο του γερμανικού συστήματος συμβάσεων παροχής φροντίδας, δεν επιφυλάσσεται ισότιμη μεταχείριση στους παρέχοντες υπηρεσίες περιθάλψεως στην αλλοδαπή και στους παρέχοντες υπηρεσίες περιθάλψεως στη Γερμανία. Ειδικότερα, ενώ στη Γερμανία πολλοί από τους εν λόγω επαγγελματίες είναι συμβεβλημένοι, αντιθέτως, εξ όσων γνωρίζει η Επιτροπή, δεν υπάρχουν συμβεβλημένοι επαγγελματίες στα άλλα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, τα ασφαλισμένα στη Γερμανία μη αυτοεξυπηρετούμενα πρόσωπα δεν έχουν τη δυνατότητα να λάβουν, σε άλλα κράτη, παροχές εις είδος στο πλαίσιο της ασφαλίσεως της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, παρά το γεγονός ότι μπορούν να τύχουν των παροχών αυτών στη Γερμανία από συμβεβλημένους επαγγελματίες.
27
Με τη δεύτερη αιτίαση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι διατάξεις της γερμανικής νομοθεσίας που αφορούν την περίθαλψη με χρήση ιατρικού εξοπλισμού κατά το άρθρο 40 του SGB XI εισάγουν δυσμενή διάκριση συνεπαγόμενη περιορισμό καθόσον δεν προβλέπουν την απόδοση των εξόδων για τη μίσθωση και τη χρήση του εξοπλισμού αυτού στα λοιπά κράτη μέλη σε αντίθεση με ό,τι ισχύει, τουλάχιστον μέχρις ενός ορισμένου ανώτατου ορίου, για την περίθαλψη που παρέχεται στη Γερμανία.
28
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η απόδοση των εξόδων για την παροχή περιθάλψεως από κινητές μονάδες κατά το άρθρο 36 του SGB XI δεν συνιστά περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Το εν λόγω κράτος μέλος διευκρινίζει ότι στην περίπτωση που τα μη αυτοεξυπηρετούμενα πρόσωπα κάνουν χρήση παροχών εις είδος προσφερομένων από επαγγελματίες μη συμβεβλημένους με κάποιο ταμείο ασφαλίσεως της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, το ταμείο αυτό δεν αποδίδει τα αντίστοιχα έξοδα είτε αυτά πραγματοποιήθηκαν στην αλλοδαπή είτε στη Γερμανία. Επομένως, όλοι οι επαγγελματίες οι οποίοι δεν είναι συμβεβλημένοι με κάποιο ταμείο ασφαλίσεως ασθενείας τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως.
29
Επιπροσθέτως, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της προσωρινής διαμονής, η απώλεια της δυνατότητας να γίνει χρήση των παροχών εις είδος που χορηγούνται από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αντισταθμίζεται από τη δυνατότητα που προβλέπει το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης να γίνει χρήση των χορηγούμενων παροχών μέσω των αρμόδιων φορέων του κράτους της προσωρινής διαμονής. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, αποκλείεται η ύπαρξη περιορισμού στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
30
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δέχεται ότι εκ μόνου του γεγονότος ότι ορισμένη εθνική ρύθμιση είναι σύμφωνη με τον κανονισμό 1408/71 δεν προκύπτει απαλλαγή των κρατών μελών από την υποχρέωση τηρήσεως του πρωτογενούς δικαίου περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Εντούτοις, το εν λόγω κράτος μέλος εκτιμά ότι από τη διαπίστωση αυτή ουδόλως προκύπτει ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από το παράγωγο δίκαιο και έχουν ακριβώς ως σκοπό την προστασία των ασφαλισμένων δεν χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη όταν τίθεται ζήτημα διαπιστώσεως ενδεχόμενου περιορισμού στην ως άνω θεμελιώδη ελευθερία. Ειδικότερα, σε διαφορετική περίπτωση, θα διακυβεύονταν το πνεύμα και ο σκοπός τόσο του κανονισμού 1408/71 όσο και του διάδοχου κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166, σ. 1).
31
Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν έχει σημασία εάν το ύψος των παροχών που προβλέπονται στα υπόλοιπα κράτη μέλη σε σχέση με τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως δεν είναι το ίδιο με αυτό των παροχών που χορηγούνται στο πλαίσιο της γερμανικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Ειδικότερα, το δίκαιο της Ένωσης βασίζεται στην παραδοχή ότι οι διαφορές στο ύψος των παροχών που προβλέπονται από τα κοινωνικοασφαλιστικά συστήματα των κρατών μελών μπορούν και πρέπει να γίνονται αποδεκτές. Σε διαφορετική περίπτωση, θα παρέμενε ατελής ο συντονισμός των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως, ιδίως δε η οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων καθενός από αυτούς, για τον λόγο ότι, από απόψεως ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, οποιαδήποτε συνεργασία με κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα που χορηγεί λιγότερες παροχές θα καθίστατο αδύνατη. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκτιμά ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, μέσω της αλληλεπιδράσεως μεταξύ του παράγωγου και του πρωτογενούς δικαίου, το δίκαιο της Ένωσης ανέχεται εν τέλει την ύπαρξη διαφοροποιήσεων ως προς το ύψος των παροχών που χορηγούνται από τα κοινωνικοασφαλιστικά συστήματα των κρατών μελών.
32
Ομοίως, όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, η οποία σχετίζεται με τη μη απόδοση των εξόδων για τη μίσθωση ιατρικού εξοπλισμού σε κράτος μέλος εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το εν λόγω κράτος υποστηρίζει ότι η δυνατότητα σωρεύσεως των παροχών αποκλείει την ύπαρξη περιορισμού στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επισημαίνει ότι η Επιτροπή, στο δικόγραφο της προσφυγής της, απέκλεισε το ενδεχόμενο περιορισμού στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στην περίπτωση που η μίσθωση ιατρικού εξοπλισμού σε κράτος μέλος εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας συνεπάγεται πρόσθετη επιβάρυνση για τα γερμανικά ταμεία ασφαλίσεως της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, πέραν της επιβαρύνσεως που συνεπάγεται η χρηματοδότηση του ιατρικού εξοπλισμού στη Γερμανία.
Επί της δικαιολογητικής βάσεως
33
Στην περίπτωση που κριθεί ότι υφίσταται περιορισμός στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει καταρχάς ότι, στη Γερμανία, η ποιότητα των υπηρεσιών περιθάλψεως διασφαλίζεται μέσω των αυστηρών προδιαγραφών που ισχύουν για τη χορήγηση άδειας παροχής των εν λόγω υπηρεσιών καθώς και μέσω συχνών ελέγχων. Το εν λόγω κράτος μέλος διατείνεται ότι, δεδομένου ότι οι προδιαγραφές ποιότητας αφορούν τόσο τη φύση των δραστηριοτήτων όσο και τα μεμονωμένα μέτρα για τη διασφάλιση της ποιότητας, δεν μπορεί ευχερώς να ελεγχθεί κατά πόσον η περίθαλψη που παρέχεται σε άλλο κράτος μέλος πληροί τις προδιαγραφές αυτές.
34
Στη συνέχεια, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η διατήρηση του συστήματος της περιθάλψεως από κινητές μονάδες απαιτεί εκτεταμένα οργανωτικά και οικονομικά μέσα, οπότε πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να αποφεύγεται η υποαπασχόληση του νοσηλευτικού προσωπικού κατά τη διάρκεια των διακοπών.
35
Τέλος, κατά το εν λόγω κράτος μέλος, η οικονομική ισορροπία του γερμανικού κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος θα απειλούνταν εάν προβλεπόταν η κάλυψη των χορηγούμενων στην αλλοδαπή παροχών εις είδος. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρατηρεί συναφώς ότι, στον τομέα της ασφαλίσεως της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, σε αντίθεση με τον τομέα της ασφαλίσεως ασθενείας, υφίσταται μια χωριστή παροχή που μπορεί να χορηγηθεί εκτός της εθνικής επικράτειας, και, συγκεκριμένα, το επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, το οποίο παρέχει σε όλα τα μη αυτοεξυπηρετούμενα πρόσωπα τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν την οικονομική κάλυψη, τόσο στη Γερμανία όσο και στην αλλοδαπή, των υπηρεσιών περιθάλψεως που παρέχουν μη συμβεβλημένοι επαγγελματίες. Εάν οι μη αυτοεξυπηρετούμενοι ασφαλισμένοι είχαν το δικαίωμα να ζητούν, πέραν των χρηματικών παροχών, όπως το επίδομα λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, τη χορήγηση εις είδος παροχών και εκτός της εθνικής επικράτειας, θα αναιρούνταν η βούληση του Γερμανού νομοθέτη να προτρέψει τα μη αυτοεξυπηρετούμενα πρόσωπα να προτιμούν την περίθαλψη από τη δική τους οικογένεια.
36
Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η υποχρεωτική χορήγηση παροχών εις είδος και στην αλλοδαπή θα συνεπαγόταν συνολική οικονομική επιβάρυνση σαφώς μεγαλύτερη εκείνης την οποία συνεπάγεται η ασφάλιση κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, με αποτέλεσμα να τεθεί σε κίνδυνο η βασιζόμενη στην αρχή της αλληλεγγύης χρηματοδότηση του συστήματος ασφαλίσεως της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Ειδικότερα, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την πρόσθετη επιβάρυνση του συστήματος ασφαλίσεως της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως έως και κατά 100 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
37
Επιπλέον, οι προδιαγραφές ποιότητας που ισχύουν ως προς την απόδοση των εξόδων για την περίθαλψη που παρέχεται από επαγγελματίες βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις και είναι εκ των προτέρων γνωστά, με συνέπεια να τίθενται όρια στη διακριτική ευχέρεια των εθνικών αρχών.
38
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα περί προστασίας της δημόσιας υγείας και, ιδίως, περί τηρήσεως των προδιαγραφών ποιότητας δεν μπορούν να γίνουν δεκτά, καθόσον η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν απέδειξε ότι όσες παροχές περιθάλψεως δεν πληρούν τις ως άνω προδιαγραφές εγκυμονούν κινδύνους για τη δημόσια υγεία ούτε ότι η συστηματική απόρριψη των αιτημάτων για την απόδοση εξόδων συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας.
39
Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατά βάση, ότι, σε αντίθεση με όσα προβάλλει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι εκτιμήσεις περί επαρκούς, ορθολογικής και διαρκούς προσφοράς υπηρεσιών νοσοκομειακής περιθάλψεως υψηλής ποιότητας καθώς και περί της ανάγκης να διασφαλιστεί η οικονομική σταθερότητα του συστήματος ασφαλίσεως ασθενείας, εκτιμήσεις οι οποίες συνάγονται από τη σχετική με τη νοσοκομειακή περίθαλψη νομολογία, δεν ισχύουν σε σχέση με τις επίμαχες παροχές περιθάλψεως από κινητές μονάδες.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
40
Καταρχάς υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 21 και 22 της παρούσας αποφάσεως και όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 48 των προτάσεών της, η υπό κρίση προσφυγή δεν βάλλει κατά του γερμανικού συστήματος συμβεβλημένων επαγγελματιών οι οποίοι παρέχουν κατ’ οίκον περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενα πρόσωπα.
41
Όπως έχει κατ’ επανάληψη κρίνει το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλόμενης παραβάσεως προσκομίζοντας στο Δικαστήριο τα σστοιχεία εκείνα που είναι αναγκαία προκειμένου αυτό να διαπιστώσει την εν λόγω παράβαση (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1982, 96/81, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1982, σ. 1791, σκέψη 6, και της 5ης Οκτωβρίου 2010, C-512/08, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2010, σ. I-8833, σκέψη 56).
42
Υπ’ αυτό το πρίσμα, πρέπει εν προκειμένω να εξεταστεί εάν, στο πλαίσιο των δύο αιτιάσεων της Επιτροπής οι οποίες εκτίθενται στις σκέψεις 21 και 22 της παρούσας αποφάσεως και επιβάλλεται να εξεταστούν από κοινού, αυτή προσκόμισε, ως όφειλε, τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.
43
Όπως προκύπτει από τη σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή εκτιμά ότι η νομολογία σχετικά με την απόδοση των εξόδων ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως τα οποία πραγματοποιήθηκαν σε άλλα κράτη μέλη μπορεί να ισχύσει και σε σχέση με τη γερμανική νομοθεσία περί του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως προκειμένου να ελεγχθεί εάν υφίσταται περιορισμός στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
44
Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ευθύς εξαρχής ότι ως αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεως νοείται, κατά βάση, η κατάσταση στην οποία το άτομο, λόγω περιορισμένης αυτονομίας, τελεί σε εξάρτηση από τρίτους για την κάλυψη βασικών αναγκών της καθημερινής ζωής (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, C-388/09, da Silva Martins, Συλλογή 2011, σ. I-5737, σκέψεις 39 και 40).
45
Επίσης, όπως προκύπτει από τη νομολογία που διαμορφώθηκε βάσει της αποφάσεως της 5ης Μαρτίου 1998, C-160/96, Molenaar (Συλλογή 1998, σ. I-843), ελλείψει διατάξεων στον κανονισμό 1408/71 που να αφορούν ειδικά τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, το Δικαστήριο έχει εξομοιώσει ορισμένες παροχές που αφορούν την κάλυψη του εν λόγω κινδύνου, όπως οι χορηγούμενες στο πλαίσιο του γερμανικού συστήματος ασφαλίσεως της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, προς τις «παροχές ασθενείας» υπό την έννοια του εν λόγω κανονισμού (βλ., επ’ αυτού, προαναφερθείσα απόφαση da Silva Martins, σκέψεις 39 έως 48).
46
Από την ίδια νομολογία προκύπτει ότι οι παροχές στο πλαίσιο της ασφαλίσεως της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, οι οποίες συνίστανται στην ανάληψη ή στην απόδοση των εξόδων που συνεπάγεται η απώλεια αυτονομίας του ασφαλισμένου, ιδίως δε των εξόδων για κατ’ οίκον περίθαλψη από τρίτους καθώς και για την προμήθεια και την εγκατάσταση του απαραίτητου για τον ασφαλισμένο εξοπλισμού, εμπίπτουν στην έννοια των παροχών «εις είδος» υπό την έννοια του τίτλου III του κανονισμού 1408/71 (βλ., επ’ αυτού, προαναφερθείσα απόφαση Molenaar, σκέψεις 5, 6, 23 και 32, καθώς και απόφαση της 8ης Ιουλίου 2004, C-502/01 και C-31/02, Gaumain-Cerri και Barth, Συλλογή 2004, σ. I-6483, σκέψη 26).
47
Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, οι ιατρικές υπηρεσίες που παρέχονται έναντι αμοιβής εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, χωρίς να πρέπει να γίνεται διάκριση αναλόγως του αν η περίθαλψη παρέχεται εντός ή εκτός νοσοκομείου (βλ., ιδίως, προαναφερθείσες αποφάσεις Smits και Peerbooms, σκέψη 53, καθώς και Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 30).
48
Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι η επίμαχη νομοθεσία εμπίπτει στον τομέα της κοινωνικής ασφάλειας ή προβλέπει παροχές εις είδος δεν μπορεί να αποκλείσει την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη από το πεδίο εφαρμογής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών την οποία κατοχυρώνει η Συνθήκη ΛΕΕ (βλ., επ’ αυτού, προαναφερθείσα απόφαση Müller-Fauré και van Riet, σκέψη 39).
49
Επίσης κατά πάγια νομολογία, μολονότι το δίκαιο της Ένωσης δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να διαρρυθμίζουν τα εθνικά συστήματα κοινωνικών ασφαλίσεων και ότι, ελλείψει εναρμονίσεως σε επίπεδο της Ένωσης, εναπόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίζει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών στον τομέα των κοινωνικών ασφαλίσεων, εντούτοις, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως τις διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (βλ., επ’ αυτού, ιδίως προαναφερθείσα απόφαση Kohll, σκέψεις 17 έως 21· αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2009, C-208/07, von Chamier-Glisczinski, Συλλογή 2009, σ. I-6095, σκέψη 63, και της 27ης Ιανουαρίου 2011, C-490/09, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2011, σ. I-247, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
50
Εντούτοις, σε αντίθεση με όσα υποθέτει προφανώς η Επιτροπή στο δικόγραφό της, εκ μόνης της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως και αφορά την απόδοση των εξόδων ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως σε άλλα κράτη μέλη δεν θα μπορούσε να συναχθεί ότι η επίμαχη εν προκειμένω γερμανική νομοθεσία συνιστά περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
51
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, μολονότι, ελλείψει ρητών ρυθμίσεων στον κανονισμό 1408/71 που να αφορούν ειδικά τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. ορισμένες από τις παροχές που χορηγούνται σε σχέση με τον εν λόγω κίνδυνο εξομοιώνονται προς «παροχές ασθενείας» υπό την έννοια του κανονισμού αυτού, γεγονός πάντως είναι ότι υφίστανται διαφορές μεταξύ των παροχών που αφορούν τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως και τις παροχές που αφορούν την αμιγώς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (βλ., επ’ αυτού, ιδίως προαναφερθείσα απόφαση da Silva Martins, σκέψεις 47 και 48). Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τις παροχές ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, οι παροχές που αφορούν την αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεως, δεδομένου ότι καλύπτουν γενικώς μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν χορηγούνται καταρχήν για σύντομη διάρκεια (βλ., επ’ αυτού, προαναφερθείσα απόφαση da Silva Martins, σκέψη 48).
52
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, προκειμένου να διακριβωθεί εάν, εν προκειμένω, υφίσταται περιορισμός που να απορρέει από την επίμαχη νομοθεσία, δεν αρκεί η απλή αναφορά, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις και εξειδικεύσεις, στη μνημονευόμενη στη σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως νομολογία.
53
Επιπροσθέτως, μολονότι η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το παράγωγο δίκαιο δεν απαλλάσσει το κράτος μέλος στο σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων του οποίου υπάγεται ο ενδιαφερόμενος από την τήρηση του πρωτογενούς δικαίου, πράγμα το οποίο, όπως προκύπτει από τη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, δεν αμφισβητεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εντούτοις, το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν απάντησε στα επιχειρήματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, τα οποία εκτίθενται στις σκέψεις 29 έως 32 της παρούσας αποφάσεως και στηρίζονται στην δυνατότητα που παρέχει ο κανονισμός 1408/71 στους υπαγόμενους στην ασφάλιση της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως να τυγχάνουν, σε περίπτωση προσωρινής διαμονής σε κράτος μέλος εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, των παροχών εις είδος τις οποίες χορηγεί το κράτος μέλος της διαμονής για λογαριασμό του εδρεύοντος στη Γερμανία αρμόδιου φορέα.
54
Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι, κατά τον κανονισμό 1408/71 —το κύρος των κρίσιμων διατάξεων του οποίου δεν αμφισβητείται εν προκειμένω και ο οποίος εφαρμοζόταν στα κράτη μέλη της Ένωσης κατά τον χρόνο της εκπνοής της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας—, ο μη αυτοεξυπηρετούμενος ασφαλισμένος θα μπορούσε να τύχει σωρευτικώς των χρηματικών παροχών και των παροχών εις είδος των οποίων το συνολικό ύψος υπερβαίνει το ύψος των αντίστοιχων παροχών που χορηγούνται στο έδαφος του αρμόδιου κράτους.
55
Ειδικότερα, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, οι διατάξεις του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού και, όσον αφορά τους «δικαιούχους σύνταξης ή συντάξεων», οι διατάξεις του άρθρου 31 αυτού έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν, μεταξύ άλλων, αφενός, τη χορήγηση, σε κράτος μέλος διαφορετικό του κράτους του αρμόδιου φορέα, παροχών εις είδος από τον φορέα του τόπου διαμονής για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα στο πλαίσιο της νομοθεσίας που ισχύει για τον πρώτο φορέα και, αφετέρου, τη χορήγηση παροχών εις είδος στο πλαίσιο της νομοθεσίας που ισχύει για τον αρμόδιο φορέα είτε απευθείας από τον ίδιο τον αρμόδιο φορέα είτε για λογαριασμό του.
56
Πρέπει να προστεθεί ότι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, στον τομέα της ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, η χορήγηση παροχών εις είδος κατά το άρθρο 31 του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί να υπόκειται σε οποιαδήποτε διαδικασία εγκρίσεως ούτε στην απαίτηση η πάθηση για την οποία κατέστη αναγκαία η παροχή περιθάλψεως να έχει εκδηλωθεί αιφνιδίως κατά τη διάρκεια της προσωρινής διαμονής με συνέπεια να δημιουργηθεί άμεση ανάγκη για την παροχή περιθάλψεως (βλ. απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2003, C-326/00, IKA, Συλλογή 2003, σ. I-1703, σκέψη 43).
57
Επιπλέον, δεδομένου ότι το άρθρο 48 ΣΛΕΕ προβλέπει τον συντονισμό και όχι την εναρμόνιση των κοινωνικοασφαλιστικών νομοθεσιών των κρατών μελών, οι κανόνες της Συνθήκης ΛΕΕ περί ελεύθερης κυκλοφορίας δεν εγγυώνται στον ασφαλισμένο ότι η μετακίνησή του σε άλλο κράτος μέλος δεν θα έχει συνέπειες ιδίως σε επίπεδο παροχών λόγω ασθενείας ή λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Ειδικότερα, λαμβανομένων υπόψη των διαφορών μεταξύ των σχετικών συστημάτων και νομοθεσιών των κρατών μελών, η μετακίνηση αυτή μπορεί, κατά περίπτωση, να είναι λιγότερο ή περισσότερο ευνοϊκή από οικονομικής απόψεως για τον ασφαλισμένο (βλ. επ’ αυτού, ιδίως, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2002, C-393/99 και C-394/99, Hervein κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I-2829, σκέψεις 50 έως 52· προαναφερθείσα απόφαση von Chamier-Glisczinski, σκέψεις 84 και 85, καθώς και απόφαση της 15ης Ιουνίου 2010, C-211/08, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2010, σ. I-5267, σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
58
Κατά συνέπεια, σε περίπτωση προσωρινής διαμονής σε κράτος μέλος, η εφαρμογή, δυνάμει ενδεχομένως των διατάξεων του κανονισμού 1408/71, της εθνικής νομοθεσίας του κράτους αυτού, η οποία είναι λιγότερο ευνοϊκή όσον αφορά τις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές από αυτή του αρμόδιου κράτους υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιζʹ, του εν λόγω κανονισμού, μπορεί καταρχήν να είναι σύμφωνη προς τις απαιτήσεις που καθορίζει το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων (βλ. μεταξύ άλλων, κατ’ αναλογία, προαναφερθείσες αποφάσεις von Chamier-Glisczinski, σκέψεις 85 και 87, καθώς και da Silva Martins, σκέψη 72).
59
Επιπλέον, στο πλαίσιο της δεύτερης αιτιάσεως, η οποία εκτίθεται στη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή απέκλεισε η ίδια το ενδεχόμενο περιορισμού στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στην περίπτωση που η μίσθωση ιατρικού εξοπλισμού σε κράτος μέλος εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας συνεπάγεται πρόσθετη επιβάρυνση για τα γερμανικά ταμεία ασφαλίσεως της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, πέραν της επιβαρύνσεως που συνεπάγεται η χρηματοδότηση του ιατρικού εξοπλισμού ο οποίος έχει ήδη διατεθεί στη Γερμανία.
60
Πάντως, υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά το άρθρο 36 του κανονισμού 1408/71, οι παροχές εις είδος που χορηγούνται δυνάμει των διατάξεων του τίτλου ΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού από τον φορέα κράτους μέλους για λογαριασμό του φορέα άλλου κράτους μέλους αποδίδονται πλήρως.
61
Εξ αυτού έπεται ότι η Επιτροπή δεν απάντησε επαρκώς στα επιχειρήματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι ο τίτλος III του κανονισμού 1408/71 παρέχει στον μη αυτοεξυπηρετούμενο ασφαλισμένο τη δυνατότητα να ζητήσει, σε κράτος μέλος εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ιατρικό εξοπλισμό πέραν του παρόμοιου εξοπλισμού που καλύπτεται οικονομικά στη Γερμανία.
62
Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω εκτιμήσεων, συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον την ύπαρξη περιορισμού στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που να απορρέει από την επίμαχη νομοθεσία.
63
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, καμία από τις αιτιάσεις που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της προσφυγής της δεν είναι βάσιμη, οπότε η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
64
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
65
Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy