9.10.2010
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 274/13
Προσφυγή της 30ής Ιουλίου 2010 — Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου
(Υπόθεση C-383/10)
2010/C 274/20
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: R. Lyal και F. Dintilhac)
Καθού: Βασίλειο του Βελγίου
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ καθεστώς που προβλέπει την εισάγουσα δυσμενείς διακρίσεις φορολογία των τόκων που καταβάλλουν οι μη εγκατεστημένες στην ημεδαπή τράπεζες, καθόσον εφαρμόζει φορολογική απαλλαγή των τόκων που καταβάλλουν οι βελγικές τράπεζες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις των άρθρων 56 και 63 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρα 49 και 56 της Συνθήκης ΕΚ αντιστοίχως) και από τα άρθρα 36 και 40 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο.
—
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η Επιτροπή στρέφεται κατά των επίμαχων εθνικών διατάξεων στο μέτρο που έχουν ως αποτέλεσμα να αποτρέπουν τους διαμένοντες στο Βέλγιο να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες τραπεζών εγκατεστημένων σε άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι οι τόκοι που καταβάλλουν οι τράπεζες αυτές δεν μπορούν να τύχουν της φορολογικής απαλλαγής που ισχύει αποκλειστικά για τους τόκους που καταβάλλουν οι βελγικές τράπεζες.
Προκαταρκτικώς, η Επιτροπή απορρίπτει ειδικότερα την επιχειρηματολογία του καθού ότι η άμεση φορολογία αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών και ισχυρίζεται ότι ο τομέας αυτός, έμμεσα αλλά αναγκαστικά, εμπίπτει στην αρμοδιότητα που αφορά την εσωτερική αγορά, οπότε συνιστά συντρέχουσα αρμοδιότητα μεταξύ της Ένωσης και τωv κρατών μελών.
Προς απάντηση στις αντιρρήσεις που διατυπώνουν οι βελγικές αρχές, η Επιτροπή αντιτείνει, πρώτον, ότι η μη υποβολή σχετικής καταγγελίας εκ μέρους του χρηματοοικονομικού κλάδου στερείται λυσιτέλειας στο μέτρο που η προσφυγή κατά παραβάσεως είναι αντικειμενικής φύσεως και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εξαρτάται από την ύπαρξη καταγγελίας. Δεύτερον και τρίτον, η Επιτροπή αντικρούει, αφενός, την επιχειρηματολογία ότι τα μέτρα περί των οποίων πρόκειται δικαιολογούνται από τον επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος που έγκειται στην εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων, και, αφετέρου, τον ισχυρισμό ότι η επίμαχη νομοθεσία αποτελεί μέτρο κοινωνικοπολιτικής φύσεως που προστατεύει το δημόσιο συμφέρον. Τέταρτον, η προσφεύγουσα απορρίπτει τη δικαιολογία των βελγικών αρχών που συνδέεται με τη μειωμένη αποτελεσματικότητα που θα είχε η επέκταση της εν λόγω φορολογικής απαλλαγής και προβάλλει ότι η ομάδα των υποκειμένων στον φόρο στην οποία το μέτρο αυτό απευθύνεται θα μπορούσε επίσης να ενδιαφερθεί για τις υπηρεσίες τραπεζών εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη. Πέμπτον, η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία του καθού που αφορά τις ανισότητες που υφίστανται στην Ένωση σχετικά με την προστασία των καταναλωτών σε περίπτωση πτωχεύσεως μιας τράπεζας και υπενθυμίζει το γεγονός ότι ο τομέας αυτός αποτελεί αντικείμενο εναρμόνισης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τέλος, η Επιτροπή προβάλλει το γεγονός ότι το Βέλγιο έχει τρεις επίσημες γλώσσες (την ολλανδική, τη γαλλική και τη γερμανική) και ότι δεν είναι δικαιολογημένες οι αντιρρήσεις που εκφράζονται ως προς τον κίνδυνο ανεπαρκούς πληροφόρησης οφειλόμενης στο ότι η τράπεζα που είναι εγκατεστημένη εκτός Βελγίου χρησιμοποιεί γλώσσα μη ομιλούμενη στο Βέλγιο.
Full & Egal Universal Law Academy