6.11.2010
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 301/7
Αναίρεση που άσκησε στις 2 Αυγούστου 2010 ο Félix Muñoz Arraiza κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) στις 9 Ιουνίου 2010 στην υπόθεση T-138/09, Félix Muñoz Arraiza κατά ΓΕΕΑ και Consejo Regulador de la Denominación de Origen Calificada Rioja
(Υπόθεση C-388/10 P)
2010/C 301/09
Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική
Διάδικοι
Αναιρεσείων: Félix Muñoz Arraiza (εκπρόσωποι: J. Grimau Muñoz και J. Villamor Muguerza, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) και Consejo Regulador de la Denominación de Origen Calificada Rioja
Αιτήματα του αναιρεσείοντος
Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση που εξέδωσε στις 9 Ιουνίου 2010 το πέμπτο τμήμα του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Τ-138/09, με την οποία κρίθηκε ότι τα αντιπαρατιθέμενα σήματα ουδόλως προσκρούουν προς την υπ’ αριθ. 4.121.621 αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος «Riojavina».
—
να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
A.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009 (1) για το κοινοτικό σήμα (στο εξής: ΚΚΣ). Επιπλέον, η παράβαση του άρθρου αυτού χωρίζεται σε δύο σκέλη:
—
Παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών, παραποίηση του καταλόγου των προϊόντων και υπηρεσιών που πραγματικά αφορά η αίτηση καταχωρίσεως σήματος και παράβαση της αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 29 Σεπτεμβρίου 1998 στην υπόθεση C-39/97 (2), Canon (σκέψη 23), σε συνδυασμό με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 9ης Δεκεμβρίου 1981 (C-193/80) και της 15ης Οκτωβρίου 1985 (281/83).
Με το σκέλος αυτό του πρώτου λόγου αναιρέσεως, υποστηρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε περιορισμό του καταλόγου των προϊόντων που πραγματικά αφορά η αίτηση καταχωρίσεως σήματος καθόσον συρρίκνωσε τη γενική κατηγορία «ξίδι» στην κατηγορία «ξίδι οίνου», προβάλλοντας ως δικαιολογητικό λόγο δύο επιχειρήματα: σύμφωνα με το πρώτο επιχείρημα, ο ορισμός της έννοιας «ξίδι» που πρέπει εν προκειμένω να χρησιμοποιηθεί είναι ένας έμμεσος ορισμός που απορρέει από κανονιστικό κείμενο του εθνικού δικαίου και έχει τη μορφή παραπομπής, όπως ισχύει στην περίπτωση της πρώτης πρόσθετης διατάξεως του ισπανικού Ley 24/2003 de la Viña y el Vino (νόμου 24/2003 περί αμπέλου και οίνου), και όχι ο άμεσος ορισμός που απορρέει από κανονιστικό κείμενο του κοινοτικού δικαίου και τον οποίο καθιέρωσαν οι αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 9 Δεκεμβρίου 1981 (193/80), και στις 15 Οκτωβρίου 1985 (281/83). Με τις εν λόγω αποφάσεις, ορίζεται σαφώς ότι το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεύει το ξίδι ως γενική έννοια, αποσυνδέοντάς το πλήρως από το ζήτημα της οινικής του προελεύσεως. Το δεύτερο επιχείρημα στο οποίο στηρίζεται το Γενικό Δικαστήριο για να εξομοιώσει το ξίδι και το ξίδι οίνου συνίσταται στη διαπίστωση ότι οι οινοπαραγωγοί παράγουν συνήθως ξίδι οίνου, πράγμα που οδηγεί στο λογικό σφάλμα του «αιτείσθαι το εν αρχή», δεδομένου ότι η διαπίστωση αυτή θεμελιώνεται με τη σειρά της στην υπόθεση ότι η κατηγορία «ξίδι οίνου» εξομοιώνεται με την κατηγορία «ξίδι». Επιπλέον, οι αποφάσεις 193/80 και 281/83 εξαρτούν τον γενικό χαρακτήρα του ξιδιού από το οικείο έδαφος, προκειμένου να πραγματοποιήσουν σύγκριση στο πλαίσιο αναλύσεως του κινδύνου συγχύσεως. Το Γενικό Δικαστήριο, αντιθέτως, μεταβάλλει, ως μη όφειλε, τα όρια του οικείου εδάφους καθόσον αποφαίνεται ότι το ξίδι που παρασκευάζεται και καταναλώνεται περισσότερο «παγκοσμίως» είναι το ξίδι οίνου, χρησιμοποιώντας ως οικείο έδαφος το σύνολο του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
—
Παράβαση των δικονομικών κανόνων που διέπουν την αξιολόγηση και το βάρος αποδείξεως και απορρέουν από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 1999 (C-375/97 (3)), και της 4ης Μαΐου 1999 (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-108/97 και C-109/97 (4)).
Με το σκέλος αυτό του πρώτου λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο ότι προέβη σε σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημάτων στηριζόμενο στην υπόθεση ότι το σήμα «Rioja» διαθέτει φήμη και/η αυξημένο διακριτικό χαρακτήρα, υπόθεση μη αποδειχθείσα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
B.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αντλείται από παράβαση, κατ’ αναλογία, του άρθρου 43 ΚΚΣ 40/94 (5) (νυν άρθρου 42 ΚΚΣ 207/2009).
Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο ότι προέβη σε περιορισμό του καταλόγου των προϊόντων και υπηρεσιών που πραγματικά αφορά η αίτηση καταχωρίσεως σήματος λόγω της δηλώσεως μελλοντικής χρήσεως του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, πράγμα το οποίο επιτρέπεται μόνο για τα σήματα που είναι καταχωρισμένα τουλάχιστον από πενταετίας και υπό τον όρο ότι αποδεικνύεται η χρήση τους, κατόπιν σχετικής αιτήσεως υποβαλλόμενης από τον δικαιούχο του προσβαλλόμενου σήματος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42, παράγραφος 2, του ΚΚΣ.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1)
(2) Συλλογή 1998, σ. I-5507.
(3) Συλλογή 1999, σ I-5421.
(4) Συλλογή 1999, σ. I-2779.
(5) ΕΕ 1994 L 11, σ. 1
Full & Egal Universal Law Academy