9.10.2010
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 274/15
Αίτηση αναιρέσεως ασκηθείσα στις 3 Αυγούστου 2010 από τις KME Germany AG, πρώην KM Europa Metal AG, KME France SAS, πρώην Tréfimétaux SA, KME Italy SpA, πρώην Europa Metalli SpA, κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) που εκδόθηκε στις 19 Μαΐου 2010 στην υπόθεση T-25/05: KME Germany AG, πρώην KM Europa Metal AG, KME France SAS, πρώην Tréfimétaux SA, KME Italy SpA, πρώην Europa Metalli SpA, κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-389/10 P)
2010/C 274/22
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: KME Germany AG, πρώην KM Europa Metal AG, KME France SAS, πρώην Tréfimétaux SA, KME Italy SpA, πρώην Europa Metalli SpA (εκπροσωπούμενες από τους: M. Siragusa, avvocato, A. Winckler, avocat, G. Rizza, avvocato, T. Graf, Rechtsanwalt, M. Piergiovanni, avvocato, R. Elderkin, Barrister)
Αντίδικος κατ' αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα των αναιρεσειουσών
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου,
—
κατά το μέτρο του δυνατού να ακυρώσει μερικώς, βάσει των υποβαλλομένων στο Δικαστήριο πραγματικών περιστατικών, την Απόφαση της Επιτροπής και να μειώσει το ύψος του προστίμου της ΚΜΕ, και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας και της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (στο εξής: ΓΔ) διαδικασίας,
ή, επικουρικώς, αν το στάδιο της διαδικασίας δεν το επιτρέπει,
—
να αναιρέσει την απόφαση του ΓΔ, συμπεριλαμβανομένης της διατάξεως του Πρωτοδικείου που καταδικάζει την KME στα δικαστικά έξοδα, και να αναπέμψει την υπόθεση στο ΓΔ.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες βάλλουν κατά του συμπεράσματος του ΓΔ ότι η Επιτροπή δεν χρειαζόταν να αποδείξει ότι οι Συμφωνίες είχαν αντίκτυπο στην αγορά. Ανεξάρτητα από το αν μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση αποδείξεως της υπάρξεως αντικτύπου στην αγορά όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της παράβασης ως «πολύ σοβαρής», η Επιτροπή έχει βεβαίως την υποχρέωση να αποδεικνύει και να καθορίζει ποσοτικώς τον αντίκτυπο εφόσον, όπως στην Απόφαση, προτίθεται να στηριχθεί στον πραγματικό αντίκτυπο του καρτέλ κατά τον καθορισμό του αρχικού ποσού του προστίμου που επιβάλλει σε εταιρία με βάση τη σοβαρότητα της παραβάσεως. Το ΓΔ πλανήθηκε, αφενός, κρίνοντας ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμο ότι οι Συμφωνίες είχαν αντίκτυπο στην αγορά και, αφετέρου, λέγοντας ότι η Επιτροπή εδικαιούτο να αποδείξει τον αντίκτυπο στην αγορά με βάση απλές ενδείξεις. Το σφάλμα αυτό ήταν τοσούτω μάλλον σοβαρό καθόσον στην υπό κρίση υπόθεση η KME προσκόμισε αποδείξεις, και οικονομικής φύσεως, από τις οποίες προέκυπτε ότι η παράβαση συνολικά δεν είχε κανένα αντίκτυπο στην αγορά. Κρίνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο και αποφασίζοντας να απορρίψει τον πρώτο λόγο ακυρώσεως της KME, το ΓΔ παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά και τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης και διατύπωσε ένα μη λογικό και ακατάλληλο σκεπτικό.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες επικρίνουν το ΓΔ διότι ενέκρινε την αναφορά που έκανε η Επιτροπή — προκειμένου να καθορίσει το μέγεθος της αγοράς που επηρεάστηκε από την παράβαση, ώστε να καθορίσει τη σοβαρότητα της παραβάσεως για την επιμέτρηση του προστίμου της KME — σε μια αξία αγοράς που περιελάμβανε τα εισοδήματα της αγοράς για τα ημικατεργασμένα προϊόντα (χαλκοσωλήνες υδραυλικών εγκαταστάσεων). Μόνον η αξία της αγοράς την οποία αφορούσε το καρτέλ, δηλαδή της αγοράς των υπηρεσιών μετατροπής (η οποία αντιπροσώπευε μόνο το 30-40 % της τιμής των σωλήνων) θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη. Απορρίπτοντας τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε με την προσφυγή της η KME, το ΓΔ παραβίασε τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως και διατύπωσε ακατάλληλο σκεπτικό.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες επικρίνουν το ΓΔ διότι απέρριψε τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, σύμφωνα με τον οποίο η Επιτροπή εφάρμοσε εσφαλμένα τις κατευθυντήριες γραμμές για την επιβολή προστίμων του 2008 και παραβίασε τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως, επιβάλλοντας τη μέγιστη ποσοστιαία αύξηση στο αρχικό ποσό του προστίμου της KME με βάση τη διάρκεια, παρά τη διαπίστωσή της ότι επί τρία έτη το καρτέλ ήταν ανενεργό και δεν παρήγε κανένα επιζήμιο αποτέλεσμα. Κατά τις αναιρεσείουσες, το ΓΔ παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης και διατύπωσε ένα ασαφές, μη λογικό και ακατάλληλο σκεπτικό για την επικύρωση του σχετικού τμήματος της Αποφάσεως.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες επικρίνουν το ΓΔ διότι απέρριψε τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως και επικύρωσε τα σχετικά τμήματα της Αποφάσεως, με την οποία η Επιτροπή — κατά παράβαση των κατευθυντηρίων γραμμών για την επιβολή προστίμων και των αρχών της επιείκειας και της ίσης μεταχειρίσεως — αρνήθηκε να παράσχει στην KME μείωση του προστίμου λόγω της εφαρμογής διαφόρων ελαφρυντικών παραγόντων. Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, ειδικότερα, ότι το ΓΔ: 1) εφάρμοσε εσφαλμένο νομικό κριτήριο κατά την εκτίμηση του αν η KME εδικαιούτο να τύχει μειώσεως του προστίμου λόγω του ότι είχε περιορισμένα μόνο εφαρμόσει τις Συμφωνίες, 2) έσφαλε απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της KME ότι το πρόστιμό της θα έπρεπε να είχε μειωθεί λόγω της κρίσης στη βιομηχανία των χαλκοσωλήνων υδραυλικών εγκαταστάσεων και 3) δεν ακύρωσε την παράνομη άρνηση της Επιτροπής να μειώσει το πρόστιμο λόγω της συνεργασίας της KME, πέραν του πλαισίου της ανακοινώσεως του 1996 περί της συνεργασίας, σε σχέση με τις ευρύτερες ευρωπαϊκές συμφωνίες, με το αιτιολογικό ότι η Outokumpu ήταν η πρώτη εταιρία που παρέσχε στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τη συνολική διάρκεια αυτών των συμφωνιών.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες επικρίνουν το ΓΔ διότι απέρριψε τον έβδομο λόγο ακυρώσεως και επικύρωσε την άρνηση της Επιτροπής να παράσχει στην KME μείωση του προστίμου λόγω της αδυναμίας της να το πληρώσει. Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το ΓΔ πλανήθηκε περί το δίκαιο ερμηνεύοντας το κριτήριο του σημείου 5, στοιχείο β', των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τη μείωση του προστίμου που πρέπει να παρέχεται λόγω αδυναμίας πληρωμής, καθώς και γιατί παρέλειψε να ακυρώσει την παράνομη ενέχουσα διακρίσεις μεταχείριση που η Επιτροπή επεφύλαξε στην KME συγκρινόμενη με την μεταχείριση της SGL Carbon στις υποθέσεις «Ειδικός γραφίτης» και «Ηλεκτρολογικές και μηχανολογικές εφαρμογές προϊόντων γραφίτη και άνθρακα». Το ΓΔ διατύπωσε επίσης μη λογικό και ακατάλληλο σκεπτικό για την απόρριψη των ισχυρισμών της KME.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το ΓΔ παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης και προσέβαλε το θεμελιώδες δικαίωμα των αναιρεσειουσών για πλήρη και αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, παραλείποντας να εξετάσει ενδελεχώς και λεπτομερώς τα επιχειρήματα της KME και επιδεικνύοντας προκατειλημμένο σεβασμό έναντι της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής.
Full & Egal Universal Law Academy