6.11.2010
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 301/8
Αναίρεση που άσκησε στις 6 Αυγούστου 2010 η Mediaset SpA κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) στις 15 Ιουνίου 2010 στην υπόθεση T-403/10, Mediaset SpA κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-403/10 P)
2010/C 301/11
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Mediaset SpA (εκπρόσωποι: Κ. Αδαμαντόπουλος, δικηγόρος και G. Rossi, avvocato)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Sky Italia Srl
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, της 15ης Ιουνίου 2010, στην υπόθεση Τ-177/07·
—
να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς ακυρώνοντας την πρωτοδίκως προσβληθείσα απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο·
—
να καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα την καθής και την παρεμβαίνουσα στην πρωτόδικη διαδικασία.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
1)
Η νυν αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε διττή πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας ότι οι αναφορές της νυν αναιρεσείουσας στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, του ιταλικού νόμου 350/2003, όπως και τα επιχειρήματα της νυν αναιρεσείουσας ως προς τη διάφορα μεταξύ των εννοιών «επιλεκτικότητα» κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και «διάκριση», η οποία είναι διαφορετική από αυτή της τεχνολογικής ουδετερότητας, είναι απαράδεκτα. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε προδήλως σε πλάνη περί το δίκαιο προσδίδοντας στον ιταλικό νόμο τον νομικό χαρακτηρισμό του μη τεχνολογικά ουδέτερου μέτρου.
2)
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δεχόμενο ότι από τον προβαλλόμενο «μη τεχνολογικώς ουδέτερο» χαρακτήρα του ιταλικού νόμου προκύπτει αναγκαστικά επιλεκτικό οικονομικό πλεονέκτημα υπέρ της νυν αναιρεσείουσας. Επιπροσθέτως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον δέχθηκε ότι η καθής ορθώς εντόπισε την ύπαρξη οικονομικού πλεονεκτήματος υπέρ της Mediaset, ωστόσο δεν προσέδωσε τον νομικό χαρακτηρισμό του ειδικού οικονομικού πλεονεκτήματος υπέρ της Mediaset στο αφηρημένα –και μόνο βάσει εικασίας– προβαλλόμενο «διευρυμένο τηλεοπτικό κοινό» και στη «διείσδυση στην αγορά με χαμηλό κόστος». Επίσης το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του κατά παράβαση του άρθρου 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, παραποίησε προδήλως τα πραγματικά περιστατικά και υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ερμηνεύοντας εσφαλμένως και παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της προσβληθείσας αποφάσεως στις σκέψεις 62 έως 68 και 74 έως 79 της αποφάσεώς του. Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο υποκαθιστώντας με το δικό του σκεπτικό αυτό της προσβληθείσας αποφάσεως σχετικά με το προβαλλόμενο πλεονέκτημα υπέρ της Mediaset και ερμηνεύοντας τα αποδεικτικά στοιχεία κατά τρόπο που να αλλοιώνει το περιεχόμενο και την ανάλυση που περιλαμβάνεται στα σημεία 83 έως 95 της προσβληθείσας αποφάσεως, επομένως παραμορφώνοντας τα στοιχεία αυτά. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ως προς τον ορισμό της έννοιας «έμμεσος δικαιούχος», την εφαρμογή της και τη νομική της σημασία στην εκδικασθείσα υπόθεση.
3)
Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον ουδόλως εξέτασε τους λόγους που εκτίθενται, αφενός, στις παραγράφους 93 έως 96 και, αφετέρου, 121 έως 129 του δικογράφου σχετικά με τον έλεγχο του συμβατού του ιταλικού νόμου κατά το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γ', ΣΛΕΕ. Ως προς τους λόγους αυτούς, η αιτιολογία της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου δεν είναι επαρκής. Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο, κατά την εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γ'. ΣΛΕΕ, ότι ο ιταλικός νόμος δεν είναι συμβατός με την κοινή αγορά απλώς και μόνο επειδή δεν τηρήθηκε η αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας εξαιτίας του προβαλλόμενου αποκλεισμού των αποκωδικοποιητών δορυφορικού σήματος από τις ρυθμίσεις του νόμου, εκτίμηση που δεν ευσταθεί, και επίσης αποδεχόμενο το γεγονός ότι η καθής δεν αξιολόγησε από νομικής απόψεως τις στρεβλώσεις που συνεπάγεται το μέτρο στην αγορά συνδρομητικής τηλεόρασης μέσω ειδικού ελέγχου συνιστάμενου στην από νομικής και οικονομικής απόψεως στάθμιση: α) των ειδικών στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στην αγορά συνδρομητικής τηλεόρασης, και β) των προβαλλόμενων πραγματικών αποτελεσμάτων του οικονομικού πλεονεκτήματος. Το πλεονέκτημα αυτό ήταν αρχικώς απλώς εικαζόμενο, κρίθηκε δε ασύμβατο με την κοινή αγορά επειδή φέρεται ότι δεν ήταν τεχνολογικώς ουδέτερο. Επιπροσθέτως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απορρίπτοντας τον τρίτο λόγο ακυρώσεως βάσει εσφαλμένης αιτιολογίας. Το Γενικό Δικαστήριο όχι μόνο παρουσίασε και ερμήνευσε εσφαλμένως τον λόγο αυτό και τα επιχειρήματα σχετικά με την αντιφατική αιτιολογία της προσβληθείσας αποφάσεως, αλλά ουδόλως εξέτασε αυτά τα επιχειρήματα, επομένως κακώς τα απέρριψε ως αβάσιμα.
4)
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή του άρθρου 14 του κανονισμού 659/1999 (1) και παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου παραλείποντας να εξετάσει εάν τα ελαττώματα της προσβληθείσας αποφάσεως ως προς το προβαλλόμενο οικονομικό πλεονέκτημα υπέρ της νυν αναιρεσείουσας καθιστούσαν όντως αδύνατη την ανάκτηση της χορηγηθείσας κρατικής ενισχύσεως. Κατά της προσβληθείσας αποφάσεως δεν μπορούσε επομένως να ασκηθεί κανένα αποτελεσματικό και διαφανές ένδικο βοήθημα, ούτε και ακολουθήθηκε μια ορθολογική μέθοδος για την ανάκτηση της ενισχύσεως. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως τους σχετικούς λόγους ακυρώσεως της νυν αναιρεσείουσας και υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο ότι με την προσβληθείσα απόφαση κατέστη δυνατή η αναβίωση της προηγούμενης καταστάσεως.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy