4.12.2010
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 328/17
Αναίρεση που άσκησε στις 27 Σεπτεμβρίου 2010 η Deutsche Post AG κατά της διατάξεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) στις 14 Ιουλίου 2010 στην υπόθεση T-570/08, Deutsche Post AG κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-463/10 P)
2010/C 328/32
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Deutsche Post AG (εκπρόσωποι: J. Sedemund και T. Lübbig, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να ακυρώσει εξ ολοκλήρου την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 14ης Ιουλίου 2010 στην υπόθεση T-570/08,
2)
να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου,
3)
να ακυρώσει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 30ής Οκτωβρίου 2008, σχετικά με τη «διαταγή παροχής πληροφοριών» κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999, στο πλαίσιο της διαδικασίας «Κρατική ενίσχυση C 36/2007 — Γερμανία, κρατική ενίσχυση υπέρ της Deutsche Post AG».
4)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Αντικείμενο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως είναι η διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της διαταγής παροχής πληροφοριών της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 2008, η οποία απευθύνθηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στο πλαίσιο της διαδικασίας κρατικής ενισχύσεως υπέρ της αναιρεσείουσας.
Κύριο ζητούμενο στην παρούσα αίτηση αναιρέσεως είναι το εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προσβληθεί διαταγή παροχής πληροφοριών της Επιτροπής, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999. Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, προσφυγή κατά αποφάσεως, με την οποία διατάχθηκε η παροχή πληροφοριών, τις οποίες μόνον αυτή διαθέτει, είναι παραδεκτή εφόσον με αυτήν τίθενται υπό αμφισβήτηση η τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999 και η αναγκαιότητα των ζητούμενων πληροφοριών.
Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ουσιαστικώς απαράδεκτη μία τέτοια προσφυγή προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η διαταγή παροχής πληροφοριών δεν παράγει έννομες συνέπειες. Πρόκειται για ένα απλό μεταβατικό μέτρο, το οποίο χρησιμεύει μόνον στην προετοιμασία μίας οριστικής αποφάσεως.
Η αναιρεσείουσα προβάλλει πέντε λόγους αναιρέσεως:
1)
Το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη ότι, ως δεσμευτική νομική πράξη της Ένωσης, η διαταγή παροχής πληροφοριών υπόκειται σε έλεγχο των ευρωπαϊκών δικαστηρίων. Το κράτος μέλος έχει αναλάβει την υποχρέωση, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 288, παράγραφος 4 ΣΛΕΕ, καθώς και βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, να παρέχει τις ζητούμενες πληροφορίες. Δεδομένου ότι το κράτος μέλος πρέπει να εκτελέσει αμελλητί άμεσα την απόφαση, η υποχρέωση παροχής πληροφοριών μετατίθεται άμεσα στην αναιρεσείουσα, η οποία διαθέτει (αποκλειστικώς) τις ζητούμενες πληροφορίες.
2)
Το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε επίσης το γεγονός ότι δεν συμβιβάζεται προς την ισχύουσα κατά το δίκαιο της Ένωσης εγγύηση νομικής προστασίας τυχόν υποχρέωση κράτους μέλους και της άμεσα ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως να παρέχουν οιαδήποτε πληροφορία ζητεί η Επιτροπή κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, και δη δίχως να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσον τηρήθηκαν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999 και κατά πόσον οι ζητούμενες πληροφορίες σχετίζονται καθ’οιονδήποτε τρόπο με τον σκοπό της διαδικασίας ελέγχου κρατικής ενισχύσεως.
3)
Το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 10, παράγραφος 3, και το άρθρο 13, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 659/1999, καθότι παρέβλεψε ότι η απόφαση για την παροχή πληροφοριών έχει άμεσες συνέπειες στη νομική κατάσταση του κράτους μέλους και της ενδιαφερόμενης επιχείρησης για τον λόγο, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού 659/1999 παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα, σε περίπτωση μη συμμορφώσεως προς τη διαταγή παροχής πληροφοριών, να εκδίδει απόφαση σχετικά με την εκάστοτε ενίσχυση με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες. Η συνεπαγόμενη διευκόλυνση για την Επιτροπή ως προς το βάρος αποδείξεως έχει ως αποτέλεσμα μία σημαντική επιδείνωση της διαδικαστικής θέσεως της ενδιαφερόμενης επιχείρησης, η οποία, προκειμένου να προασπίσει τα δικαιώματά της, αναγκάζεται εκ των πραγμάτων να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες.
4)
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε εξάλλου σε πλάνη περί το δίκαιο, καθότι απέκλεισε ότι διαταγή για την παροχή πληροφοριών παράγει έννομες συνέπειες, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι πρόκειται περί ενός απλού μεταβατικού μέτρου για την προετοιμασία της οριστικής αποφάσεως. Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε ότι τούτο δεν αποκλείει τη δυνατότητα προσβολής, εφόσον το υποτιθέμενο μεταβατικό μέτρο –όπως η απόφαση κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999– παράγει δυσμενείς έννομες συνέπειες.
5)
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε το γεγονός ότι παραβάσεις της Επιτροπής κατά την έκδοση αποφάσεων για παροχή πληροφοριών δεν μπορούν να λαμβάνονται καταλλήλως υπόψη στο πλαίσιο προσφυγής κατά της αποφάσεως περί περατώσεως της διαδικασίας, κυρίως διότι στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να προβληθεί ο ελλιπής χαρακτήρας της πραγματικής βάσης. Ταυτόχρονα, η προσωρινή συμμόρφωση προς μία παράνομη διαταγή παροχής πληροφοριών ενδέχεται, εντούτοις, να αποβαίνει για την ενδιαφερόμενη επιχείρηση –όπως στην προκειμένη περίπτωση– ιδιαιτέρως δαπανηρή από άποψη χρόνου και κόστους.
Full & Egal Universal Law Academy