4.12.2010
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 328/21
Αναίρεση που άσκησε την 1η Οκτωβρίου 2010 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά της διατάξεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) στις 14 Ιουλίου 2010 στην υπόθεση T-571/08, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-475/10 P)
2010/C 328/37
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (εκπρόσωποι: T. Henze, J. Möller και N. Graf Vitzthum,)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 14ης Ιουλίου 2010 στην υπόθεση T-570/08, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
—
να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Αντικείμενο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως είναι η διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου, με την οποία, στο πλαίσιο παρεμπίπτοντος ζητήματος, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της διαταγής παροχής πληροφοριών της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 2008, στο πλαίσιο της διαδικασίας κρατικής ενισχύσεως υπέρ της Deutsche Post AG (στο εξής: DPAG).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή διέταξε την αναιρεσείουσα να παράσχει πληροφορίες σχετικά με το σύνολο των δαπανών και των εσόδων της DPAG κατά το διάστημα 1989 έως 2007, μολονότι η ιδιωτικοποίηση της DPAG, στο πλαίσιο της οποίας πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικά οι επίμαχες μεταφορές ποσών, είχε ήδη ολοκληρωθεί το 1994. Αντί να διευκρινίσει το προκαταρκτικό ερώτημα περί των χρονικών διαστημάτων που έπρεπε ουσιαστικά να ληφθούν υπόψη, η Επιτροπή ζήτησε καταρχάς πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των δαπανών και των εσόδων της DPAG για το συνολικό διάστημα από την ιδιωτικοποίησή της έως σήμερα, χωρίς να αναλογιστεί το κόστος που συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Πράττοντας τούτο, η Επιτροπή επιβάρυνε κατά δυσανάλογο τρόπο την αναιρεσείουσα και την ενδιαφερόμενη επιχείρηση.
Είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί καταρχήν από το Δικαστήριο κατά πόσον, στο πλαίσιο των σχετικών με τις κρατικές ενισχύσεις διαδικασιών, η Επιτροπή δύναται πράγματι να υποχρεώσει κράτος μέλος να παράσχει οιεσδήποτε πληροφορίες, χωρίς να υπόκειται σε άμεσο δικαστικό έλεγχο. Εάν ήταν ορθή η νομική εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, ότι τέτοιου είδους αποφάσεις δεν μπορούν να προσβληθούν, τα κράτη μέλη και οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις θα έπρεπε πάντα να επωμίζονται καταρχάς ένα σημαντικό βάρος –οικονομικής μεταξύ άλλων φύσεως– προκειμένου να συμμορφώνονται προς αντίστοιχες διαταγές, ακόμα και εάν τις θεωρούν παράνομες. Εξάλλου, ελλοχεύει ο κίνδυνος διαδόσεως επαγγελματικών απορρήτων, η γνώση των οποίων ουδόλως άπτεται, ενδεχομένως, της διαδικασίας κρατικών ενισχύσεων.
Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου πάσχει λόγω πολλών νομικών σφαλμάτων.
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά την ερμηνεία της προσβαλλόμενης πράξεως και παρέβλεψε τη σχετική νομολογία, καθότι εξέτασε την προσβαλλόμενη πράξη «με γνώμονα το περιεχόμενό της». Ειδικότερα, εκτίμηση μίας πράξεως βάσει των υλικών της εννόμων συνεπειών χωρεί μόνον εφόσον δεν υπάρχει κάποια απόφαση, η οποία να έχει δεσμευτικό χαρακτήρα δυνάμει της νομικής της μορφής. Δεδομένου όμως ότι ο δεσμευτικός χαρακτήρας της επίμαχης, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999 εκδοθείσας αποφάσεως της Επιτροπής προκύπτει ήδη από τη νομική της μορφή, δεν χρειάζεται πλέον να εξετασθεί περαιτέρω κατά πόσον βούληση του εκδότη της πράξεως ήταν να παράγει πράγματι αυτή έννομες συνέπειες για την αναιρεσείουσα.
Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση του προσωρινού χαρακτήρα της διαταγής παροχής πληροφοριών, καθότι, λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία σχετικά με το παραδεκτό προσφυγής κατά της ενάρξεως διαδικασίας ελέγχου του δικαίου ανταγωνισμού, έκρινε εσφαλμένως ότι ο οριστικός χαρακτήρας της αποφάσεως είναι επίσης καθοριστικής σημασίας για το παραδεκτό της προσφυγής κατά της επίμαχης διαταγής παροχής πληροφοριών της Επιτροπής.
Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση των εννόμων συνεπειών διαταγής παροχής πληροφοριών, καθότι παρέβλεψε το γεγονός ότι μία πράξη παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, όταν, επεμβαίνοντας στη νομική κατάσταση του αποδέκτη της, θίγει τα συμφέροντά του. Τούτο συντρέχει στη διαταγή για την παροχή πληροφοριών, δεδομένου ότι η μη συμμόρφωση προς αυτή επισύρει κυρώσεις. Οι κυρώσεις αυτές συνίστανται, αφενός, στο ότι το κράτος μέλος δεν μπορεί να προβάλει τον ελλιπή χαρακτήρα της πραγματικής βάσης και παρέχεται στην Επιτροπή η δυνατότητα να εκδώσει απόφαση βάσει των διαθεσίμων στοιχείων. Αφετέρου, τούτο συνεπάγεται μία μείωση του βαθμού της αποδείξεως, βάσει του οποίου η Επιτροπή μπορεί να συνάγει ότι οι συνθήκες που προβάλλει αποδεικνύονται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διευκολύνεται η διαδικαστική θέση της Επιτροπής και, κατά συνέπεια, επιδεινώνεται η θέση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους κατά την κύρια διαδικασία ελέγχου. Η διαταγή παροχής πληροφοριών έθεσε την αναιρεσείουσα προ της επιλογής, είτε να παραβεί τις υποχρεώσεις της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί εντούτοις να προβάλει τον ελλιπή χαρακτήρα της πραγματικής βάσης και να μειώνεται το βάρος αποδείξεως εκ μέρους της Επιτροπής, είτε να αναγκασθεί να παράσχει πράγματι τις δυσανάλογου χαρακτήρα πληροφορίες προκειμένου να προασπίσει τα δικαιώματα άμυνάς της. Το παραπάνω, πέραν του νομικού μειονεκτήματος, συνεπάγεται πάντοτε σημαντικότατη δαπάνη από άποψη χρόνου και κόστους, η οποία δεν αποζημιώνεται. Πέραν της προκειμένης περιπτώσεως, η διαταγή παροχής πληροφοριών ενδέχεται εξάλλου να επισύρει έννομες συνέπειες για το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, καθότι η μη τήρησή της μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μια διαδικασία επί παραβάσει κατά το άρθρο 258 ΣΛΕΕ και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, διαδικασία επιβολής χρηματικής ποινής κατά το άρθρο 260 ΣΛΕΕ.
Τέταρτον, η διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου παραβιάζει την αρχή του κράτους δικαίου και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, καθόσον προβάλλει ως μοναδική προστασία έναντι μίας δυσανάλογου χαρακτήρα διαταγής παροχής πληροφοριών τη μη συμμόρφωση προς αυτή. Μία τέτοια προσέγγιση δεν είναι ευλόγως δυνατή και προσκρούει στις προαναφερθείσες αρχές. Η νομική προστασία έναντι παρανόμων διαταγών παροχής πληροφοριών δεν μπορεί να εξαρτάται από τη μη συμμόρφωση του κράτους μέλους προς αυτές. Η δυνατότητα προσβολής μίας διαταγής παροχής πληροφοριών συνιστά το μοναδικό μέσο προκειμένου να μην υπόκειται το καθήκον πίστεως του κράτους μέλους στην ανεξέλεγκτη εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής, επιτρέπει δε στην Επιτροπή να τηρεί, από την πλευρά της, το καθήκον της για καλόπιστη συνεργασία με τα κράτη μέλη.
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά την εκτίμηση των αρμοδιοτήτων σε υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων, καθόσον έκρινε ότι η προστασία έναντι δυσανάλογων διαταγών παροχής πληροφοριών έγκειται στην άρνηση εκ μέρους των κρατών μελών να παράσχουν τις πληροφορίες εκείνες, τις οποίες δεν θεωρούν αναγκαίες για την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών. Τούτο συνεπάγεται μία μετατόπιση της υποχρέωσης αποδείξεως των πραγματικών περιστατικών και προσδιορισμού του αντικειμένου της διαδικασίας στα κράτη μέλη, η οποία δεν συνάδει προς την κατανομή αρμοδιοτήτων κατά το δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων. Η εν λόγω προβλεπόμενη από το Γενικό Δικαστήριο μετατόπιση αρμοδιοτήτων αντιβαίνει στην κατανομή αρμοδιοτήτων των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ, μετατοπίζει στα κράτη μέλη τον κίνδυνο εσφαλμένης εκτιμήσεως και απαλλάσσει, ως εκ τούτου, την Επιτροπή από την υποχρέωση επισταμένης διερευνήσεως των πραγματικών περιστατικών στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας.
Full & Egal Universal Law Academy