26.2.2011
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 63/21
Αναίρεση που άσκησε στις 2 Δεκεμβρίου 2010 η Ιταλική Δημοκρατία κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα) στις 13 Σεπτεμβρίου 2010 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-166/07 και Τ-285/07, Ιταλική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-566/10 P)
2011/C 63/38
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ιταλική Δημοκρατία (εκπρόσωποι: G. Palmieri, και P. Gentili, avvocato dello Stato)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Δημοκρατία της Λιθουανίας και Ελληνική Δημοκρατία
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει, δυνάμει των άρθρων 56, 58 και 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την απόφαση που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο στις 13 Σεπτεμβρίου 2010 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-166/07 και Τ-285/07 επί προσφυγών που άσκησε η Ιταλική Δημοκρατία ζητώντας την ακύρωση:
1)
της προκηρύξεως του γενικού διαγωνισμού EPSO/AD/94/07, για την κατάρτιση πίνακα προσλήψεως 125 υπαλλήλων διοικήσεως (AD 5) στον τομέα της πληροφόρησης, της επικοινωνίας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης
2)
της προκηρύξεως του γενικού διαγωνισμού EPSO/AST/37/07, για την κατάρτιση πίνακα προσλήψεως 110 βοηθών διοικήσεως (AST 3) στον τομέα της επικοινωνίας και της πληροφόρησης,
αμφοτέρων δημοσιευθέντων στην αγγλική, γαλλική και γερμανική έκδοση της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στις 28 Φεβρουαρίου 2007, αριθμός C 45A
3)
της προκηρύξεως του γενικού διαγωνισμού EPSO/AD/95/07, για την κατάρτιση πίνακα προσλήψεως 20 υπαλλήλων διοικήσεως (AD5) στον τομέα της πληροφόρησης (βιβλιοθήκη/τεκμηρίωση),
δημοσιευθέντος μόνο στην αγγλική, γαλλική και γερμανική έκδοση της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 8 Μαΐου 2007, αριθμός C 103,
—
να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, ακυρώνοντας τις ανωτέρω προκηρύξεις,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει επτά λόγους.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συνεπάγεται παράβαση του συστήματος αρμοδιοτήτων στον τομέα καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 342 ΣΛΕΕ και 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος (1). Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 του κανονισμού 1/58 του Συμβουλίου αναγνώρισε στα θεσμικά όργανα την αρμοδιότητα να καθορίζουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής του γλωσσικού καθεστώτος στους αντίστοιχους εσωτερικούς κανονισμούς τους. Παρά ταύτα, το Γενικό Δικαστήριο δέχτηκε, κατά παράβαση των σχετικών κανόνων, ότι η Επιτροπή μπορεί να ρυθμίζει πτυχές του γλωσσικού της καθεστώτος ακόμα και σε απλές προκηρύξεις διαγωνισμών.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στρέφεται κατά της επιχειρηματολογίας με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει το επιχείρημα περί παραβάσεως των άρθρων 1, 4 και 5 του κανονισμού 1/58. Η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη διάφορες νομικές βάσεις, αμφισβητεί τη διαπίστωση ότι οι προκηρύξεις των διαγωνισμών δεν αποτελούν κείμενα γενικής ισχύος κατά την έννοια του άρθρου 4 και ότι, ως εκ τούτου, εξαιρούνται από το γενικό καθεστώς που καθιερώνει ο προαναφερθείς κανονισμός. Κατά την αναιρεσείουσα, η διαπίστωση αυτή του Γενικού Δικαστηρίου αποδυναμώνεται εμμέσως και από διάφορα στοιχεία περιλαμβανόμενα στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεων των υπάλληλων.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικρίνει το κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως με το οποίο το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει το επιχείρημα ότι η πλήρης δημοσίευση των επίμαχων προκηρύξεων διαγωνισμών μόνο σε τρεις γλώσσες συνιστά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνει το άρθρο 12 ΕΚ (νυν άρθρο 18 ΣΛΕΕ) καθώς και της αρχής της πολυγλωσσίας κατά την έννοια του άρθρου 22 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, του άρθρου 6, παράγραφος 2, Συνθήκης ΕΕ, του άρθρου 5 του κανονισμού 1/58 καθώς και των παραγράφων 2 και 3 του Παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ. Κατά την αναιρεσείουσα, η μεταγενέστερη δημοσίευση σε όλες τις γλώσσες συνοπτικών ανακοινώσεων που παραπέμπουν στην πλήρη δημοσίευση της γαλλικής, γερμανικής και αγγλικής προκηρύξεως δεν ήταν κατάλληλη να αποτρέψει τη δημιουργία καταστάσεως συνεπαγόμενης δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος υποψηφίων των οποίων η μητρική γλώσσα είναι διαφορετική των ανωτέρω, όπως, κατ’ αντιδιαστολή, διαπιστώνει το Γενικό Δικαστήριο. Λαμβανομένης υπόψη της εν λόγω μεταγενέστερης δημοσιεύσεως των ανακοινώσεων, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη επίσης, κατά την αναιρεσείουσα, το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, στο μέτρο που η εξέταση της νομιμότητας πράξεως που υποβάλλεται στην κρίση του πρέπει να πραγματοποιείται αποκλειστικά σε σχέση με το περιεχόμενο της πράξεως κατά τον χρόνο εκδόσεώς της, χωρίς να μπορούν να ασκήσουν συναφώς επιρροή στοιχεία που επέρχονται εκ των υστέρων.
Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα αφορά τη νομιμότητα της επιλογής τριών μόνο γλωσσών ως «δεύτερων γλωσσών» για τον διαγωνισμό. Οι εκτιμήσεις στις οποίες κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο προκειμένου να απορρίψει τον συνεπαγόμενο δυσμενείς διακρίσεις χαρακτήρα αλλά και την ανακολουθία της επιλογής στην οποία προέβη η Επιτροπή έχουν ως επακόλουθο, ιδίως, την παράβαση σειράς κανόνων (των άρθρων 1 και 6 του κανονισμού 1/58 και των άρθρων 1δ, παράγραφοι 1 και 6, 27, παράγραφος 2, και 28, στοιχείο στ', του ΚΥΚ) που καθιερώνουν την αρχή της πολυγλωσσίας ακόμα και στο εσωτερικό των θεσμικών οργάνων. Δεν απόκειται στην αναιρεσείουσα, όπως διαπιστώνει το Γενικό Δικαστήριο, να αποδείξει ότι δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω διατάξεις που εισάγουν ενδεχομένως παρεκκλίσεις αλλά, αντιθέτως, απόκειται στην Επιτροπή να αιτιολογήσει σχετικά την επιλογή της.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη στο μέτρο που απέρριψε το επιχείρημα περί υπάρξεως παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μη δεχόμενο ότι η πολυετής πρακτική της Επιτροπής στον τομέα των διαγωνισμών ήταν ικανή να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στους πιθανούς υποψηφίους όσον αφορά ορισμένες λεπτομέρειες του διαγωνισμού.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, διαπιστώνοντας ότι η διοίκηση δεν όφειλε να δικαιολογήσει, στις επίμαχες προκηρύξεις διαγωνισμών, την επιλογή των τριών γλωσσών που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, παρέβη το άρθρο 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ κατά το οποίο όλες οι νομικές πράξεις πρέπει να αιτιολογούνται.
Τέλος, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως αφορά παράβαση των ουσιαστικών κανόνων που είναι εγγενείς στη φύση και στον σκοπό των προκηρύξεων διαγωνισμών, και ειδικότερα των άρθρων 1δ, παράγραφοι 1 και 6, και 28, στοιχείο στ', του ΚΥΚ. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι δεν απόκειται μόνο στην εξεταστική επιτροπή να αξιολογεί τις γλωσσικές ικανότητες των υποψηφίων, καθόσον η αρχή που εκδίδει την προκήρυξη θα μπορούσε προληπτικώς να πραγματοποιεί προεπιλογή των ενδιαφερομένων με αμιγώς γλωσσικά κριτήρια.
(1) Κανονισμός (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, αριθ. 1, περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (Ελληνική ειδ. έκδ., Κεφάλαιο 01, τόμος 1, σ. 0014).
Full & Egal Universal Law Academy