26.2.2011
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 63/22
Προσφυγή της 17ης Δεκεμβρίου 2010 — Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας
(Υπόθεση C-601/10)
2011/C 63/41
Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: Μ. Πατακιά και D. Kukovec)
Καθής: Ελληνική Δημοκρατία
Αιτήματα
—
να αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ότι η Ελληνική Δημοκρατία δια της σύναψης δημοσίων συμβάσεων μέσω διαδικασίας με διαπραγμάτευση και χωρίς να προηγηθεί δημοσίευση σχετικής προκήρυξης, με αντικείμενο συμπληρωματικές υπηρεσίες κτηματογράφησης και πολεοδομικού σχεδιασμού οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική σύμβαση των Δήμων Βασιλικών, Κασσάνδρας, Εγνατίας και Αρέθουσας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των άρθρων 8 και 11 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ (1), καθώς και δυνάμει των άρθρων 20 και 31 παράγραφος 4, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (2),
—
να καταδικάσει Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η Επιτροπή φρονεί ότι δεδομένου ότι 1) οι ανωτέρω Δήμοι, ως οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης εμπίπτουν στην έννοια της αναθέτουσας αρχής κατά το άρθρο 1 στοιχείο β της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ και το άρθρο 1 παράγραφος 9 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, 2) πρόκειται περί συμβάσεων εξ επαχθούς αιτίας με αντικείμενο υπηρεσίες πολεοδομικού σχεδιασμού (άρθρο 8 σε συνδυασμό με Παράρτημα ΙΑ, περίπτωση 12 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ και άρθρο 20 σε συνδυασμό με Παράρτημα ΙΙΑ, περίπτωση 12 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ) και 3) η προϋπολογιζόμενη αξία κάθε καταγγελλόμενης σύμβασης όλων των ανωτέρω συμβάσεων υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ και στο άρθρο 7 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, οι επίδικες συμβάσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω οδηγιών.
i) Παραβίαση των άρθρων 8 και 11 παράγραφος 3 της Οδηγίας 92/50/ΕΟΚ
Αναφορικά με τις επίδικες συμβάσεις συμπληρωματικών υπηρεσιών που συνάφθηκαν από το Δήμο Κασσάνδρας, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αναθέτουσα αρχή επέλεξε τη διαδικασία της απευθείας αναθέσεως χωρίς προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης ενώ δεν πληρούνταν οι προβλεπόμενες στα άρθρα 8 και 11 παράγραφος 3 περίπτωση ε' της Οδηγίας 92/50/ΕΟΚ προϋποθέσεις που επιτρέπουν την προσφυγή σε αυτή την εξαιρετική διαδικασία και εφαρμόζονται αναφορικά με τις εν λόγω συμβάσεις. Ειδικότερα, για καμία από τις επίδικες συμβάσεις συμπληρωματικών υπηρεσιών δεν πληρούται η απαιτούμενη προϋπόθεση της ύπαρξης απρόβλεπτων περιστάσεων.
Επικουρικά η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ακόμη και αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 11 παράγραφος 3 περίπτωση ε της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ, το ποσό των συναπτόμενων συμβάσεων συμπληρωματικών υπηρεσιών υπερβαίνει το τιθέμενο από την οδηγία όριο του 50 % επί του ποσού της αρχικής σύμβασης.
ii) Παραβίαση των άρθρων 20 και 31 παράγραφος 4 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ
Αναφορικά με τις επίδικες συμβάσεις συμπληρωματικών υπηρεσιών που συνάφθηκαν από τους Δήμους Βασιλικών, Εγνατίας και Αρέθουσας η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι αναθέτουσες αρχές επέλεξαν τη διαδικασία της απευθείας αναθέσεως χωρίς προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης ενώ δεν πληρούνταν οι προβλεπόμενες στα άρθρα 20 και 31 παράγραφος 4 περίπτωση α' της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ προϋποθέσεις που επιτρέπουν την προσφυγή σε αυτή την εξαιρετική διαδικασία και εφαρμόζονται αναφορικά με τις εν λόγω συμβάσεις. Ειδικότερα, για καμία από τις επίδικες συμβάσεις συμπληρωματικών υπηρεσιών δεν πληρούται η απαιτούμενη προϋπόθεση της ύπαρξης απρόβλεπτων περιστάσεων. Επικουρικά η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ακόμη και αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 31 παράγραφος 4 περίπτωση α της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, το ποσό των συναπτόμενων συμβάσεων συμπληρωματικών υπηρεσιών υπερβαίνει το τιθέμενο από την οδηγία όριο του 50 % επί του ποσού της αρχικής σύμβασης.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε για τη σύναψη των καταγγελλόμενων συμβάσεων ήταν σύμφωνη με το τότε ισχύον εθνικό νομικό πλαίσιο, η Επιτροπή σημειώνει ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν αντίθετη με την οδηγία 92/50/ΕΟΚ η οποία είχε ήδη ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο κατά το χρόνο σύναψης των ως άνω συμβάσεων (καθώς και με τη μετέπειτα εισαχθείσα οδηγία 2004/18/ΕΚ). Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η εν λόγω διαδικασία δεν ήταν συμβατή ούτε με το επικαλούμενο εθνικό νομικό πλαίσιο.
Δεδομένου ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν εσωτερικές καταστάσεις προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, η Επιτροπή εκτιμά ότι η Ελληνική Δημοκρατία παραλείποντας να εξασφαλίσει τη λήψη και αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει των άρθρων 8 και 11 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ, καθώς και δυνάμει των άρθρων 20 και 31 παράγραφος 4, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ
(1) ΕΕ L 209 της 24.7.1992, σ. 1
(2) ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114
Full & Egal Universal Law Academy