5.3.2011
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 72/17
Αναίρεση της 29ης Δεκεμβρίου 2010 ασκηθείσα από την Alliance One International, Inc., Standard Commercial Tobacco Company, Inc. κατά της αποφάσεως την οποία εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) στις 27 Οκτωβρίου 2010 στην υπόθεση T-24/05, Alliance One International, Inc., Standard Commercial Tobacco Co., Inc., Trans-Continental Leaf Tobacco Corp. Ltd κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-628/10 P)
2011/C 72/29
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: Alliance One International, Inc., Standard Commercial Tobacco Company, Inc. (εκπρόσωπος: Μ. Odriozola Alén, δικηγόρος, A. João Vide, δικηγόρος)
Έτεροι διάδικοι στη διαδικασία: Trans-Continental Leaf Tobacco Corp. Ltd, Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα των αναιρεσειουσών
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 27ης Οκτωβρίου 2010 στην υπόθεση T-24/05 καθόσον η απόφαση αυτή απορρίπτει τους λόγους που αντλούνται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στην εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 (1), από έλλειψη αιτιολογίας και προσβολή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως καθόσον έκρινε ότι η Alliance One International, Inc., πρώην Standard Commercial Corp., και η Standard Commercial Tobacco Co. ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρον·
—
να ακυρώσει την από 20 Οκτωβρίου 2004 απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση COMP/C.38.238/B.2 — Raw Tobacco Spain καθόσον αφορά τις αναιρεσείουσες και να μειώσει, κατά συνέπεια, το επιβληθέν στις αναιρεσείουσες πρόστιμο· και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι και κύρια επιχειρήματα
Πρώτον, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο παρέβησαν το άρθρο 101, παράγραφος 1, της ΣΛΕΕ και το άρθρο 23, παράγραφος 2 του κανονισμού 1/2003 θεωρώντας τη SCC και τη SCTC υπεύθυνες για την παράβαση την οποία διέπραξε η WWTE. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείουσες διατείνονται ότι ο από κοινού έλεγχος δεν αρκεί για να αποδείξει ότι μπορούσαν να ασκήσουν αποφασιστική επιρροή στη συμπεριφορά της WWTE κατά τη διάρκεια της προγενέστερης του Μαΐου του 1998 περίοδο. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν, με τον τρόπο αυτό, ήταν δυνατή η στοιχειοθέτηση της ευθύνης, αμφότερες οι μητρικές εταιρίες οι οποίες ασκούν από κοινού έλεγχο έπρεπε να ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό μιας ενιαίας οικονομικής οντότητας. Επικουρικώς, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι, μη προσκομίζοντας επαρκή αιτιολογία δικαιολογούσα τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης τους, η Επιτροπή και κατόπιν το Γενικό Δικαστήριο, παρέβησαν το άρθρο 296 ΣΛΕΕ. Επιπλέον, για τη μετά τον Μάιο του 1998 περίοδο, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στερεί από τις αναιρεσείουσες δικαιώματα που τους χορηγούν οι γενικές αρχές του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και δικαιώματα περιλαμβανόμενα στην ΕΣΔΑ και στον χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία αποτελούν στο εξής μέρος της Συνθήκης της Λισαβώνας και, συνεπώς, έχουν την ίδια νομική αξία με το πρωτογενές δίκαιο.
Δεύτερον, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού του Διαδικασίας, προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας των αναιρεσειουσών και παρέβη το άρθρο 296 ΣΛΕΕ επιτρέποντας στην Επιτροπή να προβάλλει νέο επιχείρημα και να τροποποιήσει τα γραπτά υπομνήματά της απαντώντας σε γραπτό ερώτημα. Οι αναιρεσείουσες προσθέτουν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να διευκρινίσει στην απόφαση (και επομένως εκ των υστέρων) τη συλλογιστική που υιοθέτησε στην απόφασή της η Επιτροπή.
Τέλος, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι, αντιμετωπίζοντας ευνοϊκότερα άλλες επιχειρήσεις, η Επιτροπή προσέβαλε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνεται στο άρθρο 20 του χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αφενός, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθορίζοντας τη μέθοδο στοιχειοθετήσεως της ευθύνης, ειδικότερα, θεσπίζοντας μέθοδο στηριζόμενη σε διττή βάση, η οποία χρησιμοποιήθηκε για να γίνει διάκριση μεταξύ εταιριών αναλόγως της σταθερότητας της επιχειρηματολογίας τους στο πλαίσιο της προσφυγής, χωρίς ωστόσο να καθορίσει περαιτέρω κανόνες. Αφετέρου, οι αναιρεσείουσες επισημαίνουν ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε με τρόπο δημιουργούντα διακρίσεις τη μέθοδο στοιχειοθετήσεως της ευθύνης, είτε παραλείποντας να εφαρμόσει το κριτήριο της διττής βάσης στην Universal Corporation και στην Universal Leaf, είτε παραλείποντας να εφαρμόσει στην SCC και στην SCTC την εφαρμοσθείσα στην Universal Corporation και στην Universal Leaf μέθοδο.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ L 1, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy