Υπόθεση C-339/10
Krasimir Asparuhov Estov κ.λπ.
κατά
Ministerski savet na Republika Bulgaria
(αίτηση του Varhoven administrativen sad για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρα 47 και 51, παράγραφος 1 – Απόφαση περί κοινών χωροταξικών σχεδίων – Έλλειψη συνάφειας με το κοινοτικό δίκαιο – Πρόδηλη έλλειψη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου »
Περίληψη της διατάξεως
Προδικαστικά ερωτήματα – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Όρια – Αίτηση ερμηνείας του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(Άρθρο 6 § 1 ΣΕΕ· άρθρο 267 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 51 § 1)
Επιληφθέν μιας υποθέσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και επί της εγκυρότητας και της ερμηνείας των πράξεων που εκδίδουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση μόνο των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης.
Κατά το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι διατάξεις του εν λόγω Χάρτη απευθύνονται στα κράτη μέλη μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης.
Επιπλέον, όπως προκύπτει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, βάσει του οποίου ο Χάρτης αποκτά δεσμευτική ισχύ, καθώς και από τη δήλωση σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, που προσαρτάται στην τελική πράξη της Διακυβερνητικής Διάσκεψης η οποία υιοθέτησε τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, ο χάρτης αυτός δεν θεσπίζει νέες αρμοδιότητες για την Ένωση ούτε τροποποιεί τις υπάρχουσες.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν με την με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία των διατάξεων του Χάρτη οσάκις η απόφαση περί παραπομπής δεν περιέχει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι η επίμαχη εθνική απόφαση συνιστά μέτρο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ούτε παρουσιάζει άλλα στοιχεία συνάφειας με το δίκαιο αυτό.
(βλ. σκέψεις 11-12, 14-15 και διατακτ.)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 12ης Νοεμβρίου 2010 (*)
«Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρα 47 και 51, παράγραφος 1 – Απόφαση περί κοινών χωροταξικών σχεδίων – Έλλειψη συνάφειας με το κοινοτικό δίκαιο – Πρόδηλη έλλειψη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου »
Στην υπόθεση C‑339/10,
Με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Varhoven administrativen sad (Βουλγαρία) με απόφαση της 14ης Ιουνίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Ιουλίου 2010, στο πλαίσιο της δίκης
Krasimir Asparuhov Estov,
Monika Lyusien Ivanova,
Kemko International EAD
κατά
Ministerski savet na Republika Bulgaria,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Schiemann, πρόεδρο τμήματος, L. Bay Larsen και C. Toader (εισηγήτρια), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: A. Calot Escobar
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Κ. Estov, της Μ. Ivanova και της Kemko International EAD και, αφετέρου, του Ministerski savet na Republika Bulgaria (Υπουργικού Συμβουλίου της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας).
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Η υπ’ αριθ. 1 δήλωση σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που προσαρτάται στην τελική πράξη της Διακυβερνητικής Διάσκεψης η οποία υιοθέτησε τη Συνθήκη που υπογράφηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2007 στη Λισσαβώνα (ΕΕ 2010, C 83, σ. 335), έχει ως ακολούθως:
«Ο χάρτης […], που έχει νομικά δεσμευτική ισχύ, επιβεβαιώνει τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία διασφαλίζει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και όπως προκύπτουν από τις συνταγματικές παραδόσεις που είναι κοινές για τα κράτη μέλη.
Ο χάρτης δεν διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πέραν των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και δεν θεσπίζει νέες αρμοδιότητες και καθήκοντα για την Ένωση, ούτε τροποποιεί τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα όπως ορίζονται από τις Συνθήκες.»
Το εθνικό δίκαιο
4 Το άρθρο 103 του χωροταξικού νόμου (Zakon za ustroystvo na teritoriata) προβλέπει τα εξής:
«[…]
2. Τα γενικά χωροταξικά σχέδια καθορίζουν την πρωταρχική χρήση καθώς και το είδος οικιστικής ανάπτυξης των διαρθρωτικών τμημάτων των εδαφών που εμπίπτουν στο σχέδιο.
3. Τα λεπτομερή χωροταξικά σχέδια καθορίζουν την πρωταρχική χρήση και το είδος οικιστικής ανάπτυξης των διαφόρων αγροτεμαχίων που εμπίπτουν στο σχέδιο.
[…]»
5 Το άρθρο 127 του νόμου αυτού ορίζει τα ακόλουθα:
«[…]
6. Το γενικό χωροταξικό σχέδιο εγκρίνεται από το δημοτικό συμβούλιο κατόπιν εισηγήσεως του δημάρχου. Η απόφαση εγκρίσεως δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα και δεν υπόκειται σε προσφυγή.
7. […] Οι κανόνες και οι ρυθμίσεις που αφορούν συγκεκριμένα τη χωροταξία της περιοχής της πρωτεύουσας περιλαμβάνονται σε εδικό νόμο.
8. […] Το νέο γενικό χωροταξικό σχέδιο της περιοχής της πρωτεύουσας, καθώς και οι τροποποιήσεις του ισχύοντος χωροταξικού σχεδίου εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τηρουμένων των χωροταξικών και κατασκευαστικών κανόνων και ρυθμίσεων που προβλέπονται από τον νόμο περί χωροταξίας και οικιστικής ανάπτυξης της περιοχής της πρωτεύουσας.
[…]
10. […] Το γενικό χωροταξικό σχέδιο οικιστικής περιοχής εθνικής σημασίας εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιφερειακής Ανάπτυξης και Δημοσίων Έργων, η οποία εκδίδεται κατόπιν διαβουλεύσεως με το δημοτικό συμβούλιο και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα. Η απόφαση είναι οριστική και δεν υπόκειται σε προσφυγή.
[…]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
6 Με απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2009 (στο εξής: προβαλλόμενη απόφαση), το Ministerski savet na Republika Bulgaria τροποποίησε το γενικό χωροταξικό σχέδιο της πόλης της Σόφιας όσον αφορά δύο εδαφικές εκτάσεις ο σκοπός χρήσεως των οποίων οριζόταν στον νόμο. Σύμφωνα με το σχέδιο αυτό, οι δύο αυτές εδαφικές εκτάσεις υπάγονταν σε μια ζώνη «δραστηριοτήτων προς εξυπηρέτηση της κοινότητας» και, κατά το λεπτομερές χωροταξικό σχέδιο, προορίζονταν για την ανέγερση καταστημάτων και γραφείων. Δυνάμει της αποφάσεως αυτής, οι εν λόγω εδαφικές εκτάσεις εντάσσονται πλέον σε μια ζώνη «χώρων πρασίνου», στην οποία δεν επιτρέπεται η κατασκευή κτιρίων με σκοπό την οικονομική δραστηριότητα.
7 Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης προσέβαλαν την απόφαση αυτή ενώπιον του Varhoven administrativen sad. Με διάταξη της 20ής Απριλίου 2010 που εξέδωσε σε τριμελή σύνθεση, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή κρίνοντας ότι, κατά το άρθρο 127, παράγραφοι 6 και 10, του χωροταξικού νόμου, τα γενικά χωροταξικά σχέδια εγκρίνονται από το δημοτικό συμβούλιο και από τον Υπουργό Περιφερειακής Ανάπτυξης και Δημοσίων Έργων, και δεν υπόκειται σε προσφυγή.
8 Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης προσέφυγαν κατά της διατάξεως αυτής ενώπιον πενταμελούς συνθέσεως του ίδιου δικαστηρίου, το οποίο διερωτάται αν η μη αναγνώριση, από το εθνικό δίκαιο, δικαιώματος άσκησης προσφυγής κατά αποφάσεως σχετικής με το γενικό χωροταξικό σχέδιο της περιοχής της πρωτεύουσας προσβάλλει το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 47 του Χάρτη.
9 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Varhoven administrativen sad αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Επιτρέπεται να εξαιρούνται του δικαστικού ελέγχου που προβλέπει το άρθρο 47 του Χάρτη […] διοικητικές πράξεις που θίγουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνει το δίκαιο της Ένωσης;
2) Αν γίνει δεκτή η δυνατότητα αυτή, υπάρχουν κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζονται τα είδη των διοικητικών πράξεων, κατά το άρθρο 47 του Χάρτη […], που μπορούν να εξαιρούνται του δικαστικού ελέγχου και ποια είναι τα κριτήρια αυτά;
3) Τα γενικά χωροταξικά σχέδια που θίγουν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας μπορούν να εξαιρούνται του δικαστικού ελέγχου;»
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
10 Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του, το Δικαστήριο, όταν είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
11 Επιληφθέν μιας υποθέσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και επί της εγκυρότητας και της ερμηνείας των πράξεων που εκδίδουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση μόνο των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης (βλ. διάταξη της 16ης Ιανουαρίου 2008, C‑361/07, Polier, σκέψη 9 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
12 Εντούτοις, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, οι διατάξεις του εν λόγω Χάρτη απευθύνονται «στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης» και ότι, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, βάσει του οποίου ο Χάρτης αποκτά δεσμευτική ισχύ, καθώς και όπως προκύπτει από τη δήλωση σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που προσαρτάται στην τελική πράξη της Διακυβερνητικής Διάσκεψης η οποία υιοθέτησε τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, ο χάρτης αυτός δεν θεσπίζει νέες αρμοδιότητες για την Ένωση ούτε τροποποιεί τις υπάρχουσες.
13 Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, οι επιταγές που απορρέουν από την προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεσμεύουν τα κράτη μέλη σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτά καλούνται να εφαρμόσουν το δίκαιο της Ένωσης, οπότε τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά το μέτρο του δυνατού, να ανταποκρίνονται στις εν λόγω επιταγές (βλ., συναφώς, απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2007, C‑117/06, Möllendorf και Möllendorf-Niehuus, Συλλογή 2007, σ. I‑8361, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
14 Δεδομένου ότι η απόφαση περί παραπομπής δεν περιέχει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι η απόφαση του Ministerski savet na Republika Bulgaria, της 16ης Δεκεμβρίου 2009, συνιστά μέτρο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ούτε παρουσιάζει άλλα στοιχεία συνάφειας με το δίκαιο αυτό, δεν θεμελιώνεται αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να απαντήσει στο παρόν προδικαστικό ερώτημα που του υποβάλλεται με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
15 Υπό τις περιστάσεις αυτές, διαπιστώνεται, βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του, ότι το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Varhoven administrativen sad.
Επί των δικαστικών εξόδων
16 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) διατάσσει:
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι προδήλως αναρμόδιο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Varhoven administrativen sad (Βουλγαρία), με απόφαση της 14ης Ιουνίου 2010.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική.
Full & Egal Universal Law Academy