ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 17ης Δεκεμβρίου 2010 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Προσφυγή ακυρώσεως – Κανονισμοί του Συμβουλίου με τους οποίους θεσπίστηκαν διατάξεις αφορώσες την εισαγωγή του ευρώ – Εθνικές νομοθετικές πράξεις με τις οποίες θεσπίστηκαν διατάξεις εφαρμογής των κανονισμών αυτών – Προδήλως απαράδεκτο της προσφυγής – Πρόδηλη αναρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου – Αίτηση αναιρέσεως εν μέρει προδήλως αβάσιμη και εν μέρει προδήλως απαράδεκτη – Άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας»
Στην υπόθεση C‑513/10 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποβληθείσα στις 14 Οκτωβρίου 2010,
Δημήτρης Πλατής, κάτοικος Βόλου (Ελλάδα), εκπροσωπούμενος από τον Π. Θεοδωρόπουλο, δικηγόρο,
αναιρεσείων,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
η Ελληνική Δημοκρατία,
καθών πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. Šváby, πρόεδρο τμήματος, Silva de Lapuerta και E. Juhász (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: A. Calot Escobar
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με την αίτησή του αναιρέσεως, ο Δ. Πλατής ζητεί να αναιρεθεί η διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, T‑311/10, Πλατής κατά Συμβουλίου και Ελλάδας (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε εν μέρει ως προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει λόγω πρόδηλης αναρμοδιότητας την προσφυγή του που είχε ως αντικείμενο, αφενός, να ακυρωθεί σειρά κανονισμών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τους οποίους θεσπίστηκαν διατάξεις αφορώσες την εισαγωγή του ευρώ και να ακυρωθούν νομοθετικές πράξεις της Ελληνικής Δημοκρατίας με τις οποίες θεσπίστηκαν διατάξεις εφαρμογής των κανονισμών αυτών στην εθνική έννομη τάξη και, αφετέρου, να κηρύξει το Γενικό Δικαστήριο παράνομη τη μη έκδοση και μη κυκλοφορία χαρτονομίσματος ευρώ με χρυσό και να διατάξει την άμεση παύση της κυκλοφορίας του ευρώ.
Τα αιτήματα της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
2 Με την προσφυγή του, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Ιουλίου 2010, ο αναιρεσείων ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει τον κανονισμό (ΕΚ) 1103/97 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1997, σχετικά με ορισμένες διατάξεις που αφορούν την εισαγωγή του ευρώ (ΕΕ L 162, σ. 1), τον κανονισμό (ΕΚ) 974/98 του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1998, για την εισαγωγή του ευρώ (ΕΕ L 139, σ. 1), τον κανονισμό (ΕΚ) 975/98 του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1998, για την ονομαστική αξία και τις τεχνικές προδιαγραφές των κερμάτων σε ευρώ που πρόκειται να κυκλοφορήσουν (ΕΕ L 139, σ. 6), τον κανονισμό (ΕΚ) 423/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Φεβρουαρίου 1999, για την τροποποίηση του κανονισμού 975/98 (ΕΕ L 52, σ. 2), τον κανονισμό (ΕΚ) 2866/98 του Συμβουλίου, της 31ης Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τις τιμές μετατροπής του ευρώ και των νομισμάτων των κρατών μελών που υιοθετούν το ευρώ (ΕΕ L 359, σ. 1), και τον κανονισμό (ΕΚ) 1478/2000 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2000, για την τροποποίηση του κανονισμού 2866/98 (ΕΕ L 167, σ. 1)·
– να ακυρώσει τους ελληνικούς νόμους 2842/2000 και 2948/2001 οι οποίοι αφορούν αντιστοίχως συμπληρωματικά μέτρα εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) 1103/97, 974/98 και 2866/98 και την κυκλοφορία τραπεζογραμματίων και κερμάτων ευρώ·
– να κηρύξει παράνομη τη μη έκδοση και μη κυκλοφορία χαρτονομίσματος ευρώ με χρυσό·
– να διατάξει την άμεση παύση της κυκλοφορίας του ευρώ και την εισαγωγή νομισματικού συστήματος με δύο νομίσματα, τον φοίνικα και το νέο ευρώ, καθώς και την κυκλοφορία χαρτονομίσματος ευρώ με χρυσό.
3 Σχετικά με το πρώτο αίτημα που αφορούσε την ακύρωση των ανωτέρω κανονισμών του Συμβουλίου, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι οι κανονισμοί αυτοί δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ του 1997 και του 2000. Πάντως, κατά το Γενικό Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά των πράξεων αυτών, η οποία κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου είναι δημοσίας τάξεως, είχε λήξει προηγουμένως και ο νυν αναιρεσείων δεν απέδειξε ούτε καν επικαλέστηκε την ύπαρξη τυχαίου γεγονότος ή ανωτέρας βίας που θα επέτρεπε να γίνει παρέκκλιση από την προθεσμία αυτή βάσει του άρθρου 45, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό ως προδήλως απαράδεκτο.
4 Σχετικά με το δεύτερο αίτημα που αφορούσε την ακύρωση των ελληνικών νόμων που εκδόθηκαν για την εφαρμογή των προαναφερθέντων κανονισμών στην εσωτερική έννομη τάξη, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 256 ΣΛΕΕ, όπως διευκρινίζεται από το άρθρο 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να εκδικάζει προσφυγές κατά εθνικών νομοθετικών πράξεων.
5 Όσον αφορά τα δύο άλλα αιτήματα, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι στο δίκαιο της Ένωσης δεν υπάρχει ένδικο βοήθημα που να παρέχει στον δικαστή τη δυνατότητα να αποφανθεί επί ενός γενικού ζητήματος ή ζητήματος αρχής, και διαπίστωσε ότι δεν είναι αρμόδιο να απευθύνει διαταγές στα θεσμικά όργανα της Ένωσης ή στα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, απέρριψε τα αιτήματα αυτά λόγω πρόδηλης αναρμοδιότητας.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
6 Με την αίτησή του αναιρέσεως, ο Δ. Πλατής ζητεί να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη και να γίνουν δεκτά τα αιτήματα της προσφυγής του. Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, ο αναιρεσείων φαίνεται να αφήνει να νοηθεί ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι όλοι οι πολίτες της ευρωζώνης έχουν υποστεί και εξακολουθούν να υφίστανται ζημίες από την αύξηση των τιμών.
7 Δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι, εν όλω ή εν μέρει, προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο δύναται οποτεδήποτε, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να απορρίψει εν όλω ή εν μέρει την αίτηση αναιρέσεως, με αιτιολογημένη διάταξη. Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει εφαρμογή της πιο πάνω διατάξεως του Κανονισμού Διαδικασίας.
8 Κατά των διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με το πρώτο αίτημα της προσφυγής, ο αναιρεσείων προβάλλει το γεγονός ότι οι βαλλόμενοι κανονισμοί είναι σε ισχύ και συνεχίζουν να παράγουν αποτελέσματα και διατείνεται ότι, ως εκ τούτου, υπάρχει συνεχής παράβαση των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ όσον αφορά τη σταθερότητα των τιμών, τον πληθωρισμό και το έλλειμμα του προϋπολογισμού. Βάσει των κανονισμών αυτών, το ευρώ συνεχίζει να εκδίδεται και να κυκλοφορεί με λανθασμένο νομισματικό σύστημα, οπότε δεν τίθεται ζήτημα προθεσμίας.
9 Όσον αφορά αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, αρκεί η υπογράμμιση ότι, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία οι προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ είναι δημοσίας τάξεως και οι διάδικοι και ο δικαστής δεν δύνανται να τις μεταβάλλουν κατά την κρίση τους, δεδομένου ότι έχουν θεσπιστεί για να διασφαλίζουν τη σαφήνεια και τη βεβαιότητα των εννόμων καταστάσεων (απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1997, C‑246/95, Coen, Συλλογή 1997, σ. I‑403, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Πάντως, τόσο το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ όσο και το άρθρο 81, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, είναι διατυπωμένα με σαφή τρόπο, είναι ανεπιφύλακτα και δεν επιτρέπουν καμία αμφιβολία όσον αφορά το χρονικό σημείο από το οποίο αρχίζει να τρέχει η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά των κανονιστικών πράξεων που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τηρουμένης όμως της προβλεπομένης από το άρθρο 45, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου εξαιρέσεως όσον αφορά τη λήξη της προθεσμίας αυτής σε περίπτωση τυχαίου γεγονότος ή ανωτέρας βίας.
10 Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν ο αναιρεσείων πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ για την άσκηση προσφυγής κατά κανονιστικών πράξεων της Ένωσης, ζητήματος που δεν εξετάστηκε από το Γενικό Δικαστήριο, διαπιστώνεται ότι το τελευταίο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η προσφυγή του αναιρεσείοντος ασκήθηκε χωρίς να τηρηθεί η ισχύουσα προθεσμία, οπότε αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
11 Όσον αφορά τη διαπίστωση πρόδηλης αναρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με το δεύτερο αίτημα της προσφυγής το οποίο αφορούσε την ακύρωση των ελληνικών νόμων με τους οποίους θεσπίστηκαν μέτρα εφαρμογής των κανονισμών των οποίων γίνεται μνεία στη σκέψη 2 της παρούσας διατάξεως, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι προβλέπεται προσφυγή όταν εθνικός νόμος έρχεται σε αντίθεση με τη Συνθήκη. Εν προκειμένω, εκθέτει ότι οι βαλλόμενοι εθνικοί νόμοι είναι σε ισχύ, όπως και οι εν λόγω κανονισμοί, και κατά συνέπεια πρέπει να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
12 Έτσι, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μέμφεται μια γενική έλλειψη ελέγχου, από τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης, των εθνικών πράξεων που αντίκεινται στο δίκαιο της Ένωσης.
13 Εν προκειμένω, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι πράξεις των εθνικών αρχών που φέρεται ότι παραβιάζουν τις Συνθήκες δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, ο οποίος έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο των διαδικασιών που προβλέπονται στα άρθρα 258 ΣΛΕΕ και 259 ΣΛΕΕ, με σκοπό να διαπιστωθεί παράβαση των υποχρεώσεων των οικείων κρατών μελών. Οι διαδικασίες αυτές δύνανται να κινηθούν είτε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είτε από κράτος μέλος. Μολονότι οι διαδικασίες αυτές δεν δύνανται να καταλήξουν στην ακύρωση της βαλλόμενης εθνικής πράξεως, επισημαίνεται ότι, στην περίπτωση που διαπιστωθεί η παράβαση που προσάπτεται στο οικείο κράτος μέλος λόγω της πράξεως αυτής, το εν λόγω κράτος μέλος δεν θα δύναται πλέον να την εφαρμόζει.
14 Πρέπει να προστεθεί ότι ο εθνικός δικαστής επιτελεί, σε συνεργασία με το Δικαστήριο στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ, μια λειτουργία που τους έχει ανατεθεί από κοινού για να διασφαλιστεί η τήρηση του δικαίου κατά την εφαρμογή και την ερμηνεία της Συνθήκης (απόφαση της 15ης Ιουνίου 1995, C‑422/93 έως C‑424/93, Zabala Erasun κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. I‑1567, σκέψη 15) και ότι ο εν λόγω δικαστής έχει την υποχρέωση να διασφαλίσει, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων του δικαίου της Ένωσης αφήνοντας, αυτεξουσίως, ανεφάρμοστη, αν παρίσταται ανάγκη, κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας (απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, C‑119/05, Lucchini, Συλλογή 2007, σ. I‑6199, σκέψη 61).
15 Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της οργανώσεως των ενδίκων βοηθημάτων, όπως αυτή προβλέπεται από τη Συνθήκη, παραβίαση του δικαίου της Ένωσης με εθνικές πράξεις δύναται να προβληθεί είτε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Επιτροπή ή από άλλο κράτος μέλος είτε ενώπιον των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στα οποία εθνικά δικαστήρια απόκειται, στην περίπτωση αυτή, να διασφαλίσουν την προστασία των κανόνων του δικαίου της Ένωσης, απευθυνόμενα, εν ανάγκη, στο Δικαστήριο με αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (βλ., στο ίδιο πνεύμα, διάταξη της 3ης Ιουνίου 2005, C‑396/03 P, Killinger κατά Γερμανίας κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I‑4967, σκέψη 28). Πάντως, τέτοιος έλεγχος των εθνικών πράξεων εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να γίνει από το Δικαστήριο βάσει ενδίκου βοηθήματος ασκηθέντος ενώπιόν του ευθέως από ιδιώτη.
16 Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να ασκήσει τέτοιον έλεγχο, οπότε ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
17 Όσον αφορά τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με το τρίτο αίτημα της προσφυγής, ο αναιρεσείων περιορίζεται να αντιτάξει ότι «το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον κύριο και τον παρεμπίπτοντα έλεγχο για την παράλειψη έκδοσης του Ευρώ σε χαρτονόμισμα με χρυσό για την σταθερότητα των τιμών αφού η προσφυγή της παράλειψης απορροφάται από την προσφυγή ακύρωσης».
18 Εν προκειμένω, αρκεί η επισήμανση ότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει επακριβώς τα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως που επικρίνονται στο πλαίσιο αυτού του λόγου αναιρέσεως ούτε τα νομικά επιχειρήματα που υποστηρίζουν με συγκεκριμένο τρόπο το αναιρετικό αίτημά του, και δεν έχει ειδικά ως σκοπό να προσδιορίσει την πλάνη περί το δίκαιο που διατείνεται ότι εμφιλοχώρησε στη διάταξη αυτή (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, C‑352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑5291, σκέψεις 34 και 35). Επομένως, αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
19 Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως προδήλως αβάσιμη και εν μέρει ως προδήλως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, απόφαση για τα δικαστικά έξοδα λαμβάνεται με τη διάταξη που περατώνει τη δίκη.
21 Δεδομένου ότι η παρούσα διάταξη εκδίδεται πριν από την κοινοποίηση της αιτήσεως αναιρέσεως στους αναιρεσίβλητους και, επομένως, πριν αυτοί υποβληθούν σε δικαστικά έξοδα, είναι αρκετό να οριστεί ότι ο αναιρεσείων θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Ο Δ. Πλατής φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy