8.12.2012
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 379/8
Απόφαση του Δικαστηρίου (έβδομο τμήμα) της 18ης Οκτωβρίου 2012 [αίτηση του Fővárosi ítélőtábla (Ουγγαρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] — Észak-dunántúli Környezetvédelmi és Vízügyi Igazgatóság (Édukövízig), Hochtief Solutions AG Magyarországi Fióktelepe, anciennement Hochtief Construction AG Magyarországi Fióktelepe κατά Közbeszerzések Tanácsa Közbeszerzési Döntőbizottság
(Υπόθεση C-218/11) (1)
(Οδηγία 2004/18/ΕΚ - Δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών - Άρθρα 44, παράγραφος 2, και 47, παράγραφοι 1, στοιχείο β', 2 και 5 - Οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια των υποψηφίων και των προσφερόντων - Ελάχιστο επίπεδο ικανοτήτων που έχει καθοριστεί με βάση συγκεκριμένο στοιχείο του ισολογισμού - Λογιστικό στοιχείο στο οποίο μπορούν να ασκήσουν επιρροή οι διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών περί των ετησίων λογαριασμών των εταιριών)
2012/C 379/13
Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική
Αιτούν δικαστήριο
Fővárosi ítélőtábla
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Észak-dunántúli Környezetvédelmi és Vízügyi Igazgatóság (Édukövízig), Hochtief Solutions AG Magyarországi Fióktelepe, anciennement Hochtief Construction AG Magyarországi Fióktelepe
κατά
Közbeszerzések Tanácsa Közbeszerzési Döntőbizottság
παρισταμένων των: Vegyépszer Építő és Szerelő Zrt, MÁVÉPCELL Kft
Αντικείμενο
Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως — Fővárosi Ítélőtábla — Ερμηνεία των άρθρων 44, παράγραφος 2, 47, παράγραφος 1, στοιχείο β', και 47, παράγραφοι 3 και 5, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134., σ. 114) — Εξέταση της οικονομικής και χρηματοοικονομικής ικανότητας των υποψηφίων με βάση λογιστικό στοιχείο που έχει διαφορετικό περιεχόμενο στα κράτη μέλη λόγω των διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με τους λογιστικούς κανόνες — Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων
Διατακτικό
1)
Τα άρθρα 44, παράγραφος 2, και 47, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, έχουν την έννοια ότι η αναθέτουσα αρχή μπορεί να απαιτεί ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας καθορισμένο με γνώμονα ορισμένο στοιχείο ή ορισμένα στοιχεία του ισολογισμού, εφόσον από το ή τα στοιχεία αυτά μπορεί αντικειμενικά να προκύπτει η ικανότητα του οικονομικού φορέα και εφόσον το επίπεδο αυτό είναι προσαρμοσμένο στη σημασία της οικείας συμβάσεως, υπό την έννοια ότι αποτελεί αντικειμενική ένδειξη ως προς την ύπαρξη επαρκούς οικονομικής και χρηματοοικονομικής βάσεως για την καλή εκτέλεση της συμβάσεως, χωρίς ωστόσο να βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο προς τον σκοπό αυτό. Ο καθορισμός απαιτήσεως περί ορισμένου ελαχίστου επιπέδου οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας δεν μπορεί καταρχήν να αποκλείεται για τον λόγο και μόνο ότι το επίπεδο αυτό αφορά συγκεκριμένο στοιχείο του ισολογισμού σε σχέση με το οποίο ενδέχεται να υφίστανται διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών.
2)
Το άρθρο 47 της οδηγίας 2004/18 έχει την έννοια ότι, στην περίπτωση που ορισμένος οικονομικός φορέας αδυνατεί να τηρήσει ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας, το οποίο συνίσταται στην απαίτηση να μην έχει υπάρξει αρνητικό για περισσότερες από μία από τις τρεις τελευταίες οικονομικές χρήσεις το εμφαινόμενο στον ισολογισμό των υποψηφίων ή προσφερόντων αποτέλεσμα χρήσεως, η αδυναμία δε αυτή οφείλεται σε συμφωνία δυνάμει της οποίας ο φορέας αυτός μεταβιβάζει συστηματικώς τα κέρδη του στη μητρική του εταιρία, ο εν λόγω οικονομικός φορέας, προκειμένου να ανταποκριθεί στο προαναφερθέν ελάχιστο επίπεδο ικανότητας, έχει μόνο τη δυνατότητα να βασιστεί στις ικανότητες άλλου φορέα, σύμφωνα με όσα ορίζει η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού. Άνευ σημασίας είναι, στο πλαίσιο αυτό, κατά πόσον η εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους εγκαταστάσεως του οικονομικού φορέα και η νομοθεσία του κράτους μέλους εγκαταστάσεως της αναθέτουσας αρχής διαφέρουν ως προς το ότι η πρώτη επιτρέπει χωρίς περιορισμούς τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας ενώ η δεύτερη την επιτρέπει μόνον εφόσον η μεταβίβαση των κερδών δεν έχει ως συνέπεια να καταστεί αρνητικό το εμφαινόμενο στον ισολογισμό αποτέλεσμα.
(1) ΕΕ C 232 σ. 6.8.2011.
Full & Egal Universal Law Academy