ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
YVES BOT
της 8ης Δεκεμβρίου 2011 ( 1 )
Υπόθεση C-1/11
Interseroh Scrap and Metal Trading GmbH
κατά
Sonderabfall-Management-Gesellschaft Rheinland-Pfalz mbH (SAM)
[αίτηση του Verwaltungsgericht Mainz (Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προστασία του περιβάλλοντος — Μεταφορές αποβλήτων — Κανονισμός (ΕΚ) 1013/2006 — Πληροφορίες που πρέπει να συνοδεύουν τις μεταφορές αποβλήτων τα οποία περιέχονται στον πράσινο κατάλογο — Εμπιστευτική μεταχείριση — Περιεχόμενο και έκταση»
1.
Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων ( 2 ), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 ( 3 ).
2.
Το Verwaltungsgericht Mainz (Γερμανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα ερωτήματα τα οποία αφορούν, κατ’ ουσίαν, το αν η υποχρέωση παροχής πληροφοριών που προβλέπεται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού μπορεί να περιορίζεται από το δικαίωμα για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου.
3.
Επομένως, το Δικαστήριο καλείται στο πλαίσιο της παρούσης υποθέσεως να εξετάσει το περιεχόμενο και την έκταση της παραπομπής του άρθρου 18, παράγραφος 4, του κανονισμού στις διατάξεις που απαιτούν εμπιστευτική μεταχείριση των πληροφοριών και να αναλύσει την υιοθέτηση, από το δίκαιο της Ένωσης, δικαιώματος για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου, πριν αντιπαραβάλει, ενδεχομένως, το δικαίωμα αυτό προς τις υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών που επιβάλλει η νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος.
4.
Στις παρούσες προτάσεις, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ, πρώτον, ότι οι διατάξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού δεν μπορούν να εφαρμοστούν στις σχέσεις μεταξύ των μετεχόντων στη διαδικασία μεταφοράς, κατόπιν, ότι το άρθρο 18, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού αντιτίθεται στη ρύθμιση κράτους μέλους η οποία περιορίζει, για λόγους συνδεόμενους με το δικαίωμα για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου, την πρόσβαση του παραλήπτη των αποβλήτων στις πληροφορίες σχετικά με τον παραγωγό των αποβλήτων που προβλέπονται στο σημείο 6 του εγγράφου που περιέχεται στο παράρτημα VII του εν λόγω κανονισμού και, τέλος, ότι οι ως άνω διατάξεις είναι σύμφωνες με το πρωτογενές δίκαιο.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α — Το δίκαιο της Ένωσης
5.
Σκοπός του κανονισμού, ο οποίος εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 175, παράγραφος 1, ΕΚ, είναι η εγκαθίδρυση ενός εναρμονισμένου συστήματος διαδικασιών διά των οποίων μπορεί να περιοριστεί η κυκλοφορία των αποβλήτων, με σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος.
6.
Καταργεί και αντικαθιστά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993 ( 4 ), ο οποίος είχε καταργήσει την οδηγία 84/631/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 6ης Δεκεμβρίου 1984 ( 5 ).
7.
Σκοπός των νέων αυτών ρυθμίσεων είναι, ιδίως, να ενσωματώσουν τις τροποποιήσεις των καταλόγων αποβλήτων που έχουν προσαρτηθεί στη σύμβαση για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακινήσεως των επικίνδυνων αποβλήτων και της διαθέσεώς τους, που υπεγράφη στη Βασιλεία στις 22 Μαρτίου 1989 και συνήφθη επ’ ονόματι της Κοινότητας με την απόφαση 93/89/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 1ης Φεβρουαρίου 1993 ( 6 ), καθώς και το περιεχόμενο της απόφασης C(2001) 107 τελικό του Συμβουλίου του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ) σχετικά με την αναθεώρηση της αποφάσεως C(1992) 39 τελικό, για τον έλεγχο των διασυνοριακών διακινήσεων αποβλήτων προοριζομένων για εργασίες αξιοποίησης.
8.
Για τον σκοπό αυτόν, ο κανονισμός προβλέπει τις διαδικασίες και τα συστήματα ελέγχου που πρέπει να εφαρμόζονται στις μεταφορές αποβλήτων, υιοθετώντας κριτήρια τα οποία συνδέονται κυρίως με το είδος των μεταφερομένων αποβλήτων, το κράτος εξαγωγής και τον προορισμό των αποβλήτων, που μπορεί να είναι διάθεση ή αξιοποίηση.
9.
Ειδικότερα, ο κανονισμός κατατάσσει τα απόβλητα σε τρεις κατηγορίες με βάση την επικινδυνότητά τους και, κατά συνέπεια, με βάση την ακολουθητέα ως προς αυτά διαδικασία ελέγχου. Συγκεκριμένα, το παράρτημα III του κανονισμού καθιερώνει τον πράσινο κατάλογο, ο οποίος περιέχει τα απόβλητα που θεωρείται ότι παρουσιάζουν αμελητέους μόνο κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον κατά τη μεταφορά τους. Τα απόβλητα αυτά υποβάλλονται, κατ’ αρχήν, μόνο σε διαδικασία παροχής πληροφοριών. Το παράρτημα IV του εν λόγω κανονισμού, με το όνομα «πορτοκαλί κατάλογος», απαριθμεί τα απόβλητα τα οποία, επειδή παρουσιάζουν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία και για το περιβάλλον, υπόκεινται σε μια αυστηρότερη διαδικασία προηγούμενης έγγραφης κοινοποίησης και συγκατάθεσης. Τέλος, το παράρτημα V του εν λόγω κανονισμού περιλαμβάνει μη φέροντα ιδιαίτερο όνομα κατάλογο των πλέον επικίνδυνων αποβλήτων, για τα οποία ισχύει απαγόρευση εξαγωγής.
10.
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού προβλέπει ότι οι μεταφορές εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ή χωρίς διαμετακόμιση μέσω τρίτων χωρών, αποβλήτων που περιέχονται στον πράσινο κατάλογο και προορίζονται για αξιοποίηση ( 7 ) υπόκεινται στις γενικές απαιτήσεις ενημέρωσης του άρθρου 18 του εν λόγω κανονισμού.
11.
Κατά το άρθρο 18 του κανονισμού:
«1. Τα απόβλητα που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 4, τα οποία προορίζονται να μεταφερθούν, υπόκεινται στις ακόλουθες διαδικαστικές απαιτήσεις:
α)
Για να διευκολύνεται η παρακολούθηση των μεταφορών των εν λόγω αποβλήτων, το πρόσωπο υπό τη δικαιοδοσία της χώρας αποστολής, το οποίο οργανώνει τη μεταφορά, διασφαλίζει ότι τα απόβλητα θα συνοδεύονται από το έγγραφο που περιέχεται στο παράρτημα VII.
β)
Το έγγραφο που περιέχεται στο παράρτημα VII υπογράφεται από το πρόσωπο το οποίο οργανώνει τη μεταφορά, πριν πραγματοποιηθεί η μεταφορά, και υπογράφεται από την εγκατάσταση αξιοποίησης ή το εργαστήριο και τον παραλήπτη όταν παραλαμβάνονται τα συγκεκριμένα απόβλητα.
[…]
3. Για σκοπούς επιθεώρησης, επιβολής της εφαρμογής, προγραμματισμού και στατιστικής, τα κράτη μέλη μπορούν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να απαιτούν τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 πληροφορίες για τις μεταφορές που καλύπτονται από το παρόν άρθρο.
4. Η μεταχείριση των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι εμπιστευτική, όπου αυτό απαιτείται από την κοινοτική και την εθνική νομοθεσία.»
12.
Το παράρτημα VII του κανονισμού, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 18 αυτού, απαριθμεί τις πληροφορίες που πρέπει να συνοδεύουν τις μεταφορές αποβλήτων, προβλέποντας, ιδίως, στο σημείο 6, ότι, προκειμένου για τον παραγωγό των αποβλήτων (αρχικό παραγωγό, νέο παραγωγό ή συλλέκτη), πρέπει να αναφέρονται το όνομά του, η διεύθυνσή του, το αρμόδιο για επικοινωνία πρόσωπο, ο αριθμός τηλεφώνου του, ο αριθμός τηλεομοιοτυπίας, καθώς και η ηλεκτρονική του διεύθυνση.
Β — Το εθνικό δίκαιο
13.
Το Σύνταγμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Grundgesetz für die Bundesrepublik Deutschland) επιβάλλει την εμπιστευτική μεταχείριση των πληροφοριών που αφορούν τα επιχειρηματικά μυστικά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων του 12, που αφορά την ελεύθερη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, και 14, που αφορά το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Κατά τη νομολογία, οι πηγές εφοδιασμού μιας επιχείρησης συνιστούν επιχειρηματικό μυστικό που χαίρει της προστασίας που ισχύει για τα θεμελιώδη δικαιώματα.
14.
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του νόμου για τη θέση σε εφαρμογή του κανονισμού 1013/2006 και της Σύμβασης της Βασιλείας, της 22ας Μαρτίου 1989, σχετικά με τον έλεγχο των διασυνοριακών διακινήσεων επικίνδυνων αποβλήτων και της διάθεσής τους ( 8 ), της 19ης Ιουλίου 2007 ( 9 ), ορίζει ότι, προκειμένου για τις μεταφορές που εμπίπτουν στο άρθρο 18 του κανονισμού, σε συνδυασμό και με το άρθρο 37, παράγραφος 3, με το άρθρο 38, παράγραφος 1, με το άρθρο 40, παράγραφος 3, με το άρθρο 42, παράγραφος 1, με το άρθρο 44, παράγραφος 1, με το άρθρο 45, με το άρθρο 46, παράγραφος 1, με το άρθρο 47 ή 48 του κανονισμού, το πρόσωπο που οργανώνει τη μεταφορά πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να συμπληρώνει το έντυπο που περιέχεται στο παράρτημα VII αυτού.
II – Η κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα
15.
Στο πλαίσιο της κυρίας δίκης αντιπαρατίθενται η Interseroh Scrap and Metal Trading GmbH (στο εξής: Interseroh), η οποία ειδικεύεται στην εμπορία αποβλήτων χάλυβα και άλλων μετάλλων, και η Sonderabfall-Management-Gesellschaft Rheinland-Pfalz mbH (SAM), στην οποία έχει ανατεθεί από το κρατίδιο της Ρηνανίας-Παλατινάτου η επιτήρηση των διακινήσεων ειδικών αποβλήτων.
16.
Η Interseroh, ενεργούσα ως μεσάζων χονδρέμπορος, αγοράζει απόβλητα υπαγόμενα στον πράσινο κατάλογο από παραγωγούς ή συλλέκτες και κατόπιν τα μεταπωλεί σε χαλυβουργεία, σε χυτήρια και σε μεταλλουργεία. Το εμπόρευμα παραδίδεται απευθείας στον παραλήπτη από την παραγωγό ή από τον συλλέκτη.
17.
Η εμπορική αυτή πρακτική λειτουργεί μέσω συνάψεως δύο χωριστών συμβάσεων μεταξύ, αφενός, του μεσάζοντος εμπόρου και του παραγωγού των αποβλήτων και, αφετέρου, του ιδίου αυτού μεσάζοντος και του παραλήπτη.
18.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 18, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού, η Interseroh υποχρεούται να αναγράφει στο έγγραφο που προβλέπεται στο παράρτημα VII αυτού διάφορες πληροφορίες οι οποίες επιτρέπουν τη διαπίστωση της ταυτότητας του παραγωγού των αποβλήτων.
19.
Η Interseroh θεωρεί ότι η υποχρέωση αυτή την αναγκάζει να γνωστοποιήσει πληροφορίες σχετικές με τις πηγές εφοδιασμού της, οι οποίες καλύπτονται από το επιχειρηματικό απόρρητο, γεγονός που, κατά τη γνώμη της, έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά δυνατό στους πελάτες της να επικοινωνήσουν απευθείας με τον παραγωγό, αποκλείοντάς την έτσι από τις αγορές αξιοποίησης των αποβλήτων.
20.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η εταιρεία αυτή αποφάσισε να εμφανίζεται η ίδια ως παραγωγός ή συλλέκτης στο σημείο 6 του εγγράφου που προβλέπεται στο παράρτημα VII του κανονισμού ή να αφήνει κενό το πεδίο αυτό, αφού η ταυτότητα του πραγματικού παραγωγού ή συλλέκτη προκύπτει, σε κάθε περίπτωση, όπως υποστηρίζει, από τις φορτωτικές και τα παραστατικά ζύγισης τα οποία πρέπει επίσης να συνοδεύουν τα εμπορεύματα κατά τη μεταφορά τους.
21.
Μετά από έλεγχο διενεργηθέντα στις 7 Μαΐου 2009 και την επιβολή εις βάρος της προστίμου από την SAM, η Interseroh άσκησε ενώπιον του Verwaltungsgericht Mainz προσφυγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι, ως μεσάζων έμπορος, δεν υποχρεούται να γνωστοποιεί στον πελάτη της την ταυτότητα του παραγωγού των αποβλήτων.
22.
Το Verwaltungsgericht Mainz αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Εφαρμόζεται το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού [...] και στα εμπλεκόμενα στη μεταφορά πρόσωπα;
2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, υπόκειται το άρθρο 18, παράγραφος 1, του ως άνω κανονισμού σε περιορισμούς δυνάμει του κοινοτικού πρωτογενούς δικαίου για λόγους προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, περιορίζεται από το άρθρο 18, παράγραφος 4 του προαναφερθέντος κανονισμού, για λόγους προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου, η υποχρέωση των προσώπων που οργανώνουν τη μεταφορά κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, [του κανονισμού] να δηλώνουν και στον παραλήπτη των αποβλήτων την ταυτότητα του παραγωγού ή του συλλέκτη των αποβλήτων μέσω του εγγράφου που περιέχεται στο παράρτημα VII [του εν λόγω κανονισμού];
4)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, επηρεάζεται ο βαθμός του περιορισμού από την κατά περίπτωση στάθμιση συμφερόντων (εμπορικών συμφερόντων αφενός και προστασίας του περιβάλλοντος αφετέρου);»
III – Ανάλυση
Α — Οι προκαταρκτικές παρατηρήσεις
23.
Πριν προτείνει απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα, θεωρώ χρήσιμο να παρουσιάσω τα νομικά δεδομένα που παρέχει το αιτούν δικαστήριο καθώς και τη φύση των νομικών ζητημάτων επί των οποίων ζητεί καθοδήγηση.
1. Τα νομικά δεδομένα που παρέχει το αιτούν δικαστήριο
24.
Το εθνικό δικαστήριο επισημαίνει ότι, καίτοι η εμπιστευτική μεταχείριση των πληροφοριών που αφορούν τον παραγωγό ή τον συλλέκτη των αποβλήτων δεν επιβάλλεται από τις διατάξεις της γερμανικής νομοθεσίας που διέπουν τη μεταφορά των αποβλήτων, η εμπιστευτική αυτή μεταχείριση επιβάλλεται, αντίθετα, από το Σύνταγμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στα άρθρα του 12 και 14, αφού γίνεται γενικά δεκτό ότι οι πηγές εφοδιασμού μιας επιχείρησης συνιστούν επιχειρηματικό μυστικό το οποίο χαίρει της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρουσίαση αυτή του εθνικού δικαίου από το εθνικό δικαστήριο θα αποτελέσει σταθερό σημείο αναφοράς στην ανάλυση που θα ακολουθήσει.
2. Το αντικείμενο και το πεδίο των ερωτημάτων
25.
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι θα πρέπει να ληφθεί ως βάση η υπόθεση ότι το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού επιτρέπει την εμπιστευτική μεταχείριση των πληροφοριών που προβλέπονται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού μόνον εφόσον αυτή επιβάλλεται σωρευτικά από τη νομοθεσία της Ένωσης και από την εθνική νομοθεσία. Την άποψη αυτή στηρίζει στην παραβολή του εν λόγω άρθρου 18, παράγραφος 4, όπως διατυπώνεται στο αγγλικό και στο γερμανικό κείμενο, προς το άρθρο 21 του κανονισμού, το οποίο παραπέμπει στην «εθνική ή κοινοτική» νομοθεσία.
26.
Θεωρώντας δεδομένο ότι η γερμανική νομοθεσία απαιτεί την εμπιστευτική μεταχείριση των πληροφοριών που αφορούν τις πηγές εφοδιασμού, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να εξεταστεί αν και η νομοθεσία της Ένωσης επιβάλλει τέτοια εμπιστευτική μεταχείριση.
27.
Κατά συνέπεια, διερωτάται ποια είναι η έκταση της προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου που επιτρέπει το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού και ποιο είναι το περιεχόμενο των κανόνων του πρωτογενούς δικαίου και πώς θα πρέπει αυτοί να εφαρμοστούν ενδεχομένως για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του.
28.
Το Verwaltungsgericht Mainz διερωτάται, δηλαδή, αν το ίδιο το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού περιέχει περιορισμό της υποχρέωσης γνωστοποίησης στον παραλήπτη των αποβλήτων των πληροφοριών που προβλέπονται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, αυτού και, αν όχι, αν συνάγεται τέτοιος περιορισμός από το πρωτογενές δίκαιο και από τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης.
29.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εναπόκειται αποκλειστικώς στο αιτούν δικαστήριο να καθορίσει το αντικείμενο των ερωτημάτων που προτίθεται να θέσει. Πράγματι, τα εθνικά δικαστήρια και μόνον, τα οποία έχουν επιληφθεί της διαφοράς και φέρουν την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, μπορούν να εκτιμήσουν, σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, τόσο την αναγκαιότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής τους αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλουν στο Δικαστήριο ( 10 ).
30.
Θεωρώ ότι από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι, ενώ τα ερωτήματα έχουν ως δεδηλωμένο αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 18, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού, το Verwaltungsgericht Mainz, θέτοντας με το δεύτερο ερώτημά του το ζήτημα της επίδρασης του πρωτογενούς δικαίου στο περιεχόμενο της υποχρέωσης που προβλέπεται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, εκφράζει κατ’ ανάγκην αμφιβολίες σχετικά με το κύρος της διατάξεως αυτής, οπότε το αντικείμενο του ερωτήματος επιβάλλει εκτίμηση του κύρους της εν λόγω διάταξης.
31.
Προτείνω στο Δικαστήριο να εξετάσει στην αρχή το πρώτο, το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα, αφού και τα τρία αυτά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 18, παράγραφος 4, του κανονισμού, και προτείνω να δοθεί και στα τρία ενιαία απάντηση. Στην συνέχεια, θα εξετάσω το δεύτερο ερώτημα, το οποίο αφορά το αν συμβιβάζεται το άρθρο 18, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού με το δικαίωμα για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου και το οποίο, κατά συνέπεια, επιβάλλει, έμμεσα, εκτίμηση του κύρους της εν λόγω διατάξεως. Η εξέταση των ερωτημάτων με τη σειρά αυτή δικαιολογείται, κατά τη γνώμη μου, από το γεγονός ότι η εκτίμηση του κύρους μιας πράξης προϋποθέτει αναγκαστικά προηγούμενη ερμηνεία αυτής.
Β — Επί του πρώτου, του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος
32.
Το αιτούν δικαστήριο, με το πρώτο, το τρίτο και το τέταρτο από τα ερωτήματά του, ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του περιεχομένου και της εκτάσεως του άρθρου 18, παράγραφος 4, του κανονισμού, το οποίο προβλέπει την εμπιστευτική μεταχείριση των πληροφοριών στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 του ιδίου άρθρου, «όπου αυτό απαιτείται από την κοινοτική και εθνική νομοθεσία» ( 11 ).
33.
Επομένως, υποθέτει ότι το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού πρέπει να αντιμετωπιστεί ως διάταξη γεννώσα υποχρεώσεις, της οποίας το πεδίο εφαρμογής πρέπει να οριοθετηθεί, προκειμένου να προσδιοριστεί αν αφορά μόνο τους τρίτους ή αν αφορά επίσης τα μέρη που εμπλέκονται στη διενέργεια της μεταφοράς αποβλήτων.
34.
Υιοθετώντας τη λογική αυτή, η Βελγική, η Αυστριακή και η Πορτογαλική Κυβέρνηση συνδέουν την εν λόγω παράγραφο 4 με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου και θεωρούν, κατά συνέπεια, ότι οι ρυθμίσεις στις οποίες παραπέμπει η παράγραφος 4 είναι μόνον εκείνες που ισχύουν για τις αρχές οι οποίες ζητούν πληροφορίες για σκοπούς επιθεώρησης, ελέγχου εφαρμογής, σχεδιασμού και κατάρτισης στατιστικών. Επομένως, η παραπομπή στις ρυθμίσεις αυτές, κατά τη γνώμη τους, αναφέρεται μόνο στις διατάξεις που αφορούν την εμπιστευτική μεταχείριση των πληροφοριών από τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.
35.
Η Interseroh υποστηρίζει, αντίθετα, στηριζόμενη στο γράμμα της παραγράφου 4 του άρθρου 18 του κανονισμού, στη θέση του κειμένου της στο πλαίσιο του εν λόγω άρθρου, όπου αποτελεί χωριστή παράγραφο, καθώς και στον σκοπό της, που είναι να εξασφαλίσει το επιχειρηματικό απόρρητο, ότι η υποχρέωση εμπιστευτικής μεταχείρισης των πληροφοριών ισχύει και για τα πρόσωπα που μετέχουν στην πραγματοποίηση της μεταφοράς.
36.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υιοθετώντας ενδιάμεση άποψη, εκτιμά ότι η υποχρέωση εχεμύθειας ισχύει όχι μόνο για τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, αλλά και για τις επιχειρήσεις που μετέχουν στη μεταφορά των αποβλήτων, μόνον, όμως στις σχέσεις τους με τους τρίτους, αφού οι εν λόγω επιχειρήσεις μπορούν, μεταξύ τους, να πλαισιώσουν συμβατικά τα αποτελέσματα μιας μη επιτρεπόμενης κοινοποίησης πληροφοριών.
37.
Πριν προτείνει απαντήσεις, θεωρώ χρήσιμο να προβώ, προκαταρκτικά, σε δύο διευκρινίσεις σχετικά με την έννοια που προσήκει να προσδοθεί στο άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού.
38.
Θα σημειώσω, κατ’ αρχάς, ότι η εν λόγω διάταξη αυτή καθαυτή δεν εισάγει καμία υποχρέωση εχεμύθειας της οποίας θα έπρεπε να προσδιοριστεί το πεδίο εφαρμογής.
39.
Περιεχόταν ήδη κατά το παρελθόν, καίτοι με κάπως διαφορετική διατύπωση, αφού αναφερόταν μόνο στην εθνική νομοθεσία, στον κανονισμό 259/93, το άρθρο 11, παράγραφος 2, του οποίου προέβλεπε ότι οι πληροφορίες που συνοδεύουν τις μεταφορές αποβλήτων έπρεπε να τυγχάνουν «εμπιστευτικής μεταχείρισης σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία».
40.
Επισημαίνεται ότι το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού, όπως και το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 259/93 το οποίο αντικαταστάθηκε από αυτό, δεν γεννά, αυτό καθαυτό, οποιαδήποτε υποχρέωση εχεμύθειας, αλλά απλώς παραπέμπει, όσον αφορά την εμπιστευτική μεταχείριση των πληροφοριών που συλλέγονται δυνάμει της παραγράφου 1, στην εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και των ισχυουσών σχετικών εθνικών διατάξεων. Επομένως, η εμπιστευτική μεταχείριση των πληροφοριών αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση που εξαρτάται από την ύπαρξη μιας ειδικής ρύθμισης.
41.
Δεύτερον, δεν νομίζω ότι θα πρέπει να συναχθεί από τη χρησιμοποίηση του συμπλεκτικού συνδέσμου «και» ότι η εμπιστευτική μεταχείριση πρέπει να προβλέπεται σωρευτικά από τη νομοθεσία της Ένωσης και από την εθνική νομοθεσία.
42.
Βεβαίως, μπορεί να είναι διαφωτιστική η ερμηνεία του άρθρου 18, παράγραφος 4, του κανονισμού σε συνδυασμό με το άρθρο 21 αυτού, που αφορά την πρόσβαση του κοινού στις κοινοποιήσεις, το οποίο προβλέπει ότι οι αρμόδιες αρχές αποστολής ή προορισμού μπορούν να δημοσιεύουν, διά καταλλήλων μέσων, όπως το διαδίκτυο, τις πληροφορίες που έχουν σχέση με τις κοινοποιήσεις μεταφορών στις οποίες έχουν συναινέσει, «εφόσον, οι πληροφορίες αυτές δεν είναι εμπιστευτικές κατά την εθνική ή [ ( 12 )] την κοινοτική νομοθεσία». Επομένως, το άρθρο αυτό αναφέρεται στα δύο αυτά στοιχεία θεωρώντας ότι λειτουργούν διαζευκτικά, πράγμα που υποδηλώνει η χρήση του συνδέσμου «ή», ενώ στο άρθρο 18, παράγραφος 4, χρησιμοποιείται ο σύνδεσμος «και».
43.
Ωστόσο, ο σύνδεσμος «και» μπορεί, από γλωσσικής απόψεως, να δηλώνει είτε σώρευση είτε διαχωρισμό και πρέπει να ερμηνεύεται εντασσόμενος στο πλαίσιο εντός του οποίου χρησιμοποιείται ( 13 ). Το άρθρο 19, παράγραφος 6, της πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις μεταφορές αποβλήτων ( 14 ) ήταν διατυπωμένο διαφορετικά, καθότι προέβλεπε ότι οι πληροφορίες στις οποίες αναφερόταν η παράγραφος 1 έπρεπε να τυγχάνουν εμπιστευτικής μεταχείρισης «σύμφωνα με την κοινοτική και την εθνική νομοθεσία». Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού που επιδιώκει το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού, φρονώ ότι ο σύνδεσμος «και» δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι επιβάλλει διττή προϋπόθεση. Κατά τη γνώμη μου, αρκεί να επιβάλλεται η εμπιστευτική μεταχείριση από την εθνική νομοθεσία αλλά είναι, βεβαίως, απαραίτητο η εθνική αυτή νομοθεσία να είναι σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης και, επομένως, να εμπίπτει στο πεδίο της παραπομπής του άρθρου 18, παράγραφος 4.
44.
Επομένως, το ζήτημα που χρήζει προσεκτικότερης έρευνας είναι ποιο είναι το εύρος της επιφύλαξης που διατυπώνει το άρθρο αυτό ως προς την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας της Ένωσης.
45.
Η έρευνα αυτή πρέπει να χωρήσει έχοντας υπόψη το γεγονός ότι το δικαίωμα για εχεμύθεια δεν εξαγγέλλεται ως αρχή αλλά, αντίθετα, ως εξαίρεση, η οποία, κατά συνέπεια, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά.
46.
Ο ερμηνευτικός κανόνας που προτείνω να εφαρμοστεί είναι σύμφωνος με τη νομολογία του Δικαστηρίου το οποίο, στην απόφασή του της 26ης Ιουνίου 2003, Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 15 ), έκρινε ότι ο γαλλικός νόμος που επέτρεπε την άρνηση κοινοποίησης μιας πληροφορίας επειδή η κοινοποίηση αυτή θα έθιγε «γενικώς το απόρρητο πληροφοριών που προστατεύεται από το νόμο» ήταν υπερβολικά γενικός. Επιβάλλει τη στάθμιση, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, του δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετείται από τη γνωστοποίηση έναντι του συμφέροντος που εξυπηρετείται από την άρνηση γνωστοποίησης ( 16 ).
47.
Το ζήτημα του περιεχομένου και του εύρους του άρθρου 18, παράγραφος 4, του κανονισμού υποδιαιρείται σε δύο επιμέρους ερωτήματα.
48.
Το πρώτο είναι αν οι διατάξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού μπορούν να περιορίσουν την υποχρέωση αναγραφής του ονόματος του παραγωγού των αποβλήτων στο σημείο 6 του εγγράφου που περιέχεται στο παράρτημα VII του εν λόγω κανονισμού.
49.
Το δεύτερο είναι αν, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, οι διατάξεις αυτές μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη κοινοποίηση στον παραλήπτη των αποβλήτων των πληροφοριών σχετικά με τον παραγωγό που παρατίθενται στο έγγραφο το οποίο περιέχεται στο παράρτημα VII του κανονισμού.
1. Όσον αφορά την υποχρέωση του μεσάζοντος εμπόρου να συμπληρώσει το πεδίο 6 του εγγράφου που περιέχεται στο παράρτημα VII του κανονισμού
50.
Θεωρώ ότι προκύπτει σαφώς από τις διατάξεις του άρθρου 18 του κανονισμού ότι η παράγραφος 4 του άρθρου αυτού δεν εισάγει οιαδήποτε παρέκκλιση από την υποχρέωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Πράγματι, οι δύο αυτές διατάξεις δεν έχουν το ίδιο αντικείμενο, αφού η μια επιβάλλει παροχή πληροφοριών, ενώ η άλλη σκοπεί να διευκρινίσει τις λεπτομέρειες μεταχείρισης των πληροφοριών αυτών. Επομένως, το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού μπορεί να εφαρμοστεί μόνον εφόσον οι πληροφορίες έχουν προηγουμένως αναγραφεί στο έγγραφο του παραρτήματος VII του κανονισμού, σύμφωνα με τις επιταγές της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου.
51.
Η ερμηνεία αυτή απορρέει από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 18, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού.
52.
Συνάδει επίσης με την εν γένει οικονομία του συστήματος που καθιερώνει ο κανονισμός, το οποίο αποκλείει κάθε εξαίρεση από την υποχρέωση παροχής πληροφοριών σχετικά με τον παραγωγό ή τον συλλέκτη αποβλήτων στην περίπτωση που το πρόσωπο που οργανώνει τη μεταφορά είναι μεσάζων έμπορος. Συγκεκριμένα, η υποσημείωση 3 του παραρτήματος VII του κανονισμού αναφέρει ρητώς ότι, στην περίπτωση που το πρόσωπο που οργανώνει τη μεταφορά δεν είναι ο παραγωγός ή ο συλλέκτης, πρέπει να δίδονται επίσης πληροφορίες σχετικά με τον παραγωγό ή τον συλλέκτη. Η διευκρίνιση αυτή δεν θα είχε κανένα νόημα αν εθεωρείτο ότι η έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 4, του κανονισμού ήταν ότι επιτρέπει στον μεσάζοντα έμπορο να μην γνωστοποιήσει τα στοιχεία του παραγωγού ή του συλλέκτη. Επομένως, καθόσον αναφέρεται ρητά στο εμπορικό πρότυπο σύμφωνα με το οποίο ασκεί τη δραστηριότητά της η Interseroh, ο κανονισμός δεν επιτρέπει καμία παρέκκλιση στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση.
53.
Με βάση τα προεκτεθέντα, προτείνω, επομένως, να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού δεν επιτρέπει καμία παρέκκλιση από την προβλεπόμενη στο άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού υποχρέωση που επιβάλλει στο πρόσωπο το οποίο οργανώνει τη μεταφορά να μεριμνά ώστε τα απόβλητα να συνοδεύονται από το έγγραφο που περιέχεται στο παράρτημα VII του κανονισμού.
54.
Εκτιμώ, συνεπώς, ότι ένας έμπορος όπως, εν προκειμένω, η Interseroh, δεν μπορεί να απαλλάξει τον εαυτό του της υποχρεώσεως να αναγράψει στο σημείο 6 του εν λόγω εγγράφου το όνομα και τα λοιπά στοιχεία του παραγωγού ή του συλλέκτη αποβλήτων προφασιζόμενος, ιδίως, ότι οι ίδιες πληροφορίες εμφανίζονται σε άλλα έγγραφα, όπως οι φορτωτικές ή τα παραστατικά ζύγισης.
55.
Απομένει, συνεπώς, να εξεταστεί αν το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού περιέχει επιφύλαξη υπέρ διατάξεων οι οποίες, ενώ δεν απαλλάσσουν το πρόσωπο που οργανώνει τη μεταφορά της υποχρεώσεως να συμπληρώσει το σημείο 6 του εν λόγω εγγράφου, επιβάλλουν περιορισμούς, ιδίως για λόγους αναγόμενους στην προστασία του απορρήτου των πηγών εφοδιασμού, ως προς την κοινοποίηση των πληροφοριών αυτών στον παραλήπτη των αποβλήτων.
2. Όσον αφορά την υποχρέωση κοινοποιήσεως στον παραλήπτη των αποβλήτων της ταυτότητας του παραγωγού ή του συλλέκτη των αποβλήτων
56.
Κατά τη γνώμη μου, στο άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού δεν αρμόζει ούτε η συσταλτική ερμηνεία υπέρ της οποίας τάσσονται η Βελγική, η Αυστριακή και η Πορτογαλική Κυβέρνηση ούτε η διασταλτική ερμηνεία που προτείνει η Interseroh. Φρονώ ότι ενδείκνυται να υιοθετηθεί η ενδιάμεση ερμηνεία την οποία προτείνει η Επιτροπή και τούτο για τους κάτωθι εκτιθέμενους λόγους.
57.
Είναι αλήθεια ότι η διάταξη αυτή φαίνεται να παραπέμπει κυρίως στις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης ή στις εθνικές διατάξεις που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από την αρχή της ελεύθερης πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, την οποία καθιερώνει η οδηγία 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2003 ( 17 ).
58.
Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από την εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, η οποία διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεωθούν να εξασφαλίσουν ότι, σύμφωνα με τη σύμβαση για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε περιβαλλοντικά θέματα, που υπεγράφη στις 25ης Ιουνίου 1998 και συνήφθη εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου της 17ης Φεβρουαρίου 2005 ( 18 ), οι οικείες αρμόδιες αρχές καθιστούν δημοσίως διαθέσιμες, με κατάλληλα μέσα, τις πληροφορίες που αφορούν κοινοποιήσεις μεταφορών, «εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν είναι εμπιστευτικές δυνάμει της εθνικής ή της κοινοτικής νομοθεσίας».
59.
Η οδηγία 2003/4, η οποία σκοπεί ακριβώς να καταστήσει συμβατές με την εν λόγω σύμβαση τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, ορίζει, στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν την απόρριψη αιτήσεων περιβαλλοντικών πληροφοριών εάν η δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά «τον εμπιστευτικό χαρακτήρα εμπορικών ή βιομηχανικών πληροφοριών όταν η εθνική ή κοινοτική νομοθεσία προβλέπει αυτόν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα προκειμένου να προστατευθεί θεμιτό οικονομικό συμφέρον, συμπεριλαμβανομένου του δημόσιου συμφέροντος για την τήρηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα των στατιστικών στοιχείων και του φορολογικού απορρήτου».
60.
Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των διαφόρων αυτών διατάξεων συνάγω, όπως και η Βελγική, η Αυστριακή και η Πορτογαλική Κυβέρνηση, ότι το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού παραπέμπει στις διατάξεις που εισάγουν εξαιρέσεις από την αρχή του δικαιώματος πρόσβασης του κοινού στις περιβαλλοντικές πληροφορίες που έχουν στην κατοχή τους οι δημόσιες αρχές.
61.
Αυτή είναι, άλλωστε, κατά την έκθεση της Επιτροπής της 12ης Απριλίου 2011 ( 19 ), όσον αφορά, ιδίως, την εφαρμογή του άρθρου 18 και του παραρτήματος VII του κανονισμού, η άποψη που φαίνεται να γίνεται συχνότερα δεκτή από τις αρχές στις οποίες έχει ανατεθεί από τα κράτη μέλη η θέση σε εφαρμογή του κανονισμού.
62.
Ωστόσο, εκτιμώ ότι το εύρος της παραπομπής που περιέχεται στο άρθρο αυτό είναι κατ’ ανάγκην μεγαλύτερο. Πράγματι, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η παράγραφος 4 του εν λόγω άρθρου είναι διατυπωμένη με γενικό τρόπο και ότι είναι αυτοτελής και χωριστή από την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, η οποία αφορά την κοινοποίηση των πληροφοριών στις αρχές των κρατών μελών. Οι δύο αυτές επισημάνσεις, που στηρίζονται τόσο στη διατύπωση της παραγράφου 4 του άρθρου 18 του κανονισμού όσο και στη θέση αυτής στο πλαίσιο του εν λόγω άρθρου, δικαιολογούν κατά τη γνώμη μου τον αποκλεισμό οποιασδήποτε υπερβολικά συσταλτικής ερμηνείας.
63.
Φρονώ, επομένως, ότι οι διατάξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού μπορούν να εφαρμοσθούν σε όλα τα πρόσωπα που ενδέχεται να έχουν στην κατοχή τους τις πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 18, παράγραφος 1, αυτού, ήτοι, όχι μόνο στις αρχές της χώρας αποστολής ή προορισμού αλλά και σε όλα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που μετέχουν στη μεταφορά των αποβλήτων.
64.
Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμόζεται στην περίπτωση των προσώπων που μετέχουν στη μεταφορά αποκλειστικά όσον αφορά τις σχέσεις τους με τους τρίτους και όχι στις σχέσεις τους μεταξύ τους, οπότε η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να παρέχει σε έναν έμπορο τη δυνατότητα να αποκρύψει πληροφορίες στον παραλήπτη των αποβλήτων. Δύο σειρές επιχειρημάτων συνηγορούν υπέρ της απόψεως αυτής.
65.
Η πρώτη βασίζεται στην εν γένει οικονομία του κανονισμού, πλείονες διατάξεις του οποίου δεν συμβιβάζονται, κατά τη γνώμη μου, με τη δυνατότητα του εμπόρου να αποκρύπτει στον παραλήπτη των αποβλήτων τις πληροφορίες που έχουν σχέση με την ταυτότητα του παραγωγού.
66.
Ο κανονισμός προβλέπει τη χρήση ενός και μόνο εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου ορίζει στο παράρτημα VII, και δεν περιέχει καμία εναλλακτική ρύθμιση επιτρέπουσα τη χρήση δύο χωριστών εντύπων, ενός προοριζομένου για την ελεγκτική αρχή και ενός προοριζομένου για τον παραλήπτη ( 20 ), ή τη χρήση κωδικού τον οποίο να μπορεί να αποκρυπτογραφήσει μόνο η ελεγκτική αρχή. Επ’ αυτού επιθυμώ να διευκρινίσω ότι, σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από τη Βελγική Κυβέρνηση, το άρθρο 26, παράγραφος 3, του κανονισμού, το οποίο απλώς προβλέπει τη δυνατότητα υποβολής του εγγράφου του παραρτήματος VII σε ηλεκτρονική μορφή, υπό τον όρο ότι θα είναι αναγνώσιμο ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, δεν νομίζω ότι επιτρέπει σε καμία περίπτωση την απόκρυψη των στοιχείων που αφορούν τον παραγωγό των αποβλήτων. Ούτε πιστεύω, εξάλλου, ότι η αποστολή του Δικαστηρίου είναι να υποκαταστήσει το νομοθέτη της Ένωσης προβλέποντας το ίδιο μηχανισμούς που θα επέτρεπαν τη μη γνωστοποίηση της ταυτότητας του παραγωγού των αποβλήτων στον παραλήπτη αυτών.
67.
Εξάλλου, το άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού ορίζει ότι το έγγραφο που περιέχεται στο παράρτημα VII υπογράφεται από την εγκατάσταση αξιοποίησης ή το εργαστήριο και τον παραλήπτη όταν παραλαμβάνονται τα συγκεκριμένα απόβλητα, ενώ το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού διευκρινίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 1, φυλάσσονται στην Κοινότητα επί τρία τουλάχιστον έτη, υπολογιζόμενα από την ημερομηνία έναρξης της μεταφοράς, ιδίως από τον παραλήπτη και την εγκατάσταση που παραλαμβάνει τα απόβλητα. Ο παραλήπτης, ο οποίος υπογράφει και φυλάσσει το έγγραφο, δεν μπορεί να λαμβάνει εκδοχή του εγγράφου που δεν είναι πλήρης.
68.
Η δεύτερη σειρά σκέψεων αφορά την πρακτική αποτελεσματικότητα του κανονισμού.
69.
Πρώτον, ο κανονισμός καθιστά τα κράτη μέλη υπεύθυνα για την εφαρμογή των μέτρων ελέγχου που αφορούν τις μεταφορές αποβλήτων και διευκρινίζει ότι τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν αιφνίδιους ελέγχους που μπορεί να πραγματοποιούνται όχι μόνο στο σημείο προέλευσης, με τον παραγωγό, τον κάτοχο ή τον κοινοποιούντα, κατά τη μεταφορά, αλλά και στον προορισμό, με τον παραλήπτη ή με τον υπεύθυνο της εγκατάστασης. Οι εν λόγω έλεγχοι περιλαμβάνουν, εκτός του υλικού ελέγχου των αποβλήτων, την επιθεώρηση των εγγράφων και την επιβεβαίωση της ταυτότητας των μετεχόντων.
70.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι αρχές του κράτους προορισμού πρέπει να είναι σε θέση να διενεργούν ελέγχους στον τόπο άφιξης των αποβλήτων. Για να είναι αποτελεσματικοί οι έλεγχοι αυτοί, πρέπει οι εν λόγω αρχές να μπορούν να έχουν πρόσβαση στο χώρο του παραλήπτη σε ένα μοναδικό έγγραφο, στο οποίο πρέπει να είναι εξ ολοκλήρου συμπληρωμένα όλα τα πεδία με τις αντίστοιχες πληροφορίες.
71.
Περαιτέρω, πρέπει να επισημάνω ότι ο κανονισμός, όπως και το σύνολο των περιβαλλοντικών ρυθμίσεων, καθιστά ιδιαίτερα υπεύθυνο τον παραγωγό αποβλήτων, η γνώση της ταυτότητας του οποίου είναι, κατά συνέπεια, εξαιρετικά σημαντική.
72.
Το άρθρο 49, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει ότι ο παραγωγός προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες ώστε να διασφαλίζει ότι τα απόβλητα που μεταφέρει τυγχάνουν διαχείρισης έτσι ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και με περιβαλλοντικά ορθό τρόπο, καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταφοράς και κατά την αξιοποίηση και τη διάθεση. Επομένως, η ευθύνη του παραγωγού δεν παύει παρά μόνον αφού ολοκληρωθούν οι φάσεις αυτές.
73.
Σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από την Interseroh, η ευθύνη του προσώπου που οργανώνει τη μεταφορά των αποβλήτων δεν αποκλείει την ευθύνη του παραγωγού αυτών. Καίτοι, σε περίπτωση παράνομης μεταφοράς, την ευθύνη της επιστροφής έχει πρωτίστως το πρόσωπο που οργανώνει τη μεταφορά ( 21 ), εντούτοις ο κανονισμός, ο οποίος επιβάλλει την υποχρέωση επιστροφής και τα σχετικά έξοδα με βάση έναν μηχανισμό μετακύλισης, που ξεκινώντας από τον κοινοποιούντα φθάνει στην αρμόδια αρχή του κράτους αποστολής, περνώντας από «άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα», επιτρέπει την αναζήτηση της ευθύνης του παραγωγού σε περίπτωση αδυναμίας θεμελίωσης της ευθύνης του προσώπου που οργανώνει τη μεταφορά ( 22 ). Επομένως, ανταποκρινόμενη στην ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι κανένα απόβλητο δεν θα εγκαταλειφθεί και ότι θα υπάρχει κάποιος που θα συνεισφέρει οικονομικά σε περίπτωση που ο κάτοχος των αποβλήτων είναι αφερέγγυος, η κοινοτική νομοθεσία δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, την ευθύνη του αρχικού παραγωγού, ακόμη και όταν αυτός δεν έχει πλέον στην κατοχή του τα απόβλητα ( 23 ).
74.
Συνεπώς, οσάκις ανακαλύπτεται μια παράνομη μεταφορά η οποία δεν είναι έργο του παραλήπτη και δεν είναι δυνατό να λειτουργήσει η ευθύνη του προσώπου το οποίο οργάνωσε τη μεταφορά, επειδή, παραδείγματος χάριν, το πρόσωπο αυτό είναι αφερέγγυο ή δεν υπάρχει πλέον λόγω διαλύσεως, οι αρμόδιες υπηρεσίες πρέπει να μπορούν να απευθυνθούν στον παραλήπτη ή στην εγκατάσταση αξιοποίησης για να λάβουν γνώση της ταυτότητας του παραγωγού ώστε να στραφούν, ενδεχομένως, κατ’ αυτού ή να του καταλογίσουν το κόστος της επανεισαγωγής.
75.
Για τους λόγους αυτούς θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι:
—
αφενός, το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού έχει την έννοια ότι παραπέμπει μόνο στις διατάξεις που επιβάλλουν την εμπιστευτική μεταχείριση των πληροφοριών στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 18, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού έναντι των τρίτων σε σχέση με τη μεταφορά των αποβλήτων και,
—
αφετέρου, το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία περιορίζει, για λόγους αναγόμενους στην προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου, την πρόσβαση του παραλήπτη των αποβλήτων στις πληροφορίες σχετικά με τον παραγωγό των αποβλήτων που αντιστοιχούν στο σημείο 6 του εγγράφου που περιέχεται στο παράρτημα VII του εν λόγω κανονισμού.
Γ — Επί του δευτέρου ερωτήματος
76.
Με το δεύτερο ερώτημά του, που αφορά τα αποτελέσματα του πρωτογενούς δικαίου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εμμέσως αν η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού συμβιβάζεται με τις επιταγές για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου, οι οποίες απορρέουν από το δίκαιο αυτό και από τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης.
77.
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί αν ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων αντιτίθεται στην ερμηνεία του κανονισμού που εκτίθεται στο σημείο 75 των παρουσών προτάσεων.
78.
Το ερώτημα αυτό επιβάλλει να εξεταστεί αν το επιχειρηματικό απόρρητο χαίρει προστασίας στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης και, αν ναι, ποιο είναι το επίπεδο αυτής της προστασίας.
79.
Η απάντηση είναι ότι το δικαίωμα για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου χαίρει κατ’ αρχήν αναγνώρισης στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης.
80.
Το εν λόγω δικαίωμα περιλαμβάνεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως συστατικό του δικαιώματος χρηστής διοίκησης. Κατά το άρθρο 41, παράγραφος 2, του Χάρτη αυτού, το δικαίωμα χρηστής διοίκησης περιλαμβάνει, ιδίως, «το δικαίωμα κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στον φάκελό του, τηρουμένων των νομίμων συμφερόντων της εμπιστευτικότητας και του επαγγελματικού και επιχειρηματικού απορρήτου». Στο δικαίωμα αυτό αναφέρεται επίσης το άρθρο 339 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) το οποίο επιβάλλει στα μέλη των οργάνων της Ένωσης να μην μεταδίδουν πληροφορίες που αποτελούν εκ φύσεως επαγγελματικά απόρρητα «και ιδίως πληροφορίες σχετικές με επιχειρήσεις, που αφορούν τις εμπορικές τους σχέσεις και τα κοστολογικά τους στοιχεία».
81.
Στη νομολογία του, το Δικαστήριο έχει αναφερθεί επανειλημμένως στο δικαίωμα για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου, το οποίο έχει αναγάγει σε γενική αρχή.
82.
Στην απόφασή του της 24ης Ιουνίου 1986, AKZO Chemie και AKZO Chemie UK κατά Επιτροπής ( 24 ), το Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι οι εφαρμοστέες στην υπόθεση εκείνη διατάξεις αφορούσαν ειδικές περιστάσεις, δέχθηκε εντούτοις ότι οι διατάξεις αυτές αποτελούσαν έκφραση μιας γενικής αρχής η οποία εφαρμόζεται ενόσω εξελίσσεται η διοικητική διαδικασία ( 25 ). Επιβεβαίωσε, στην απόφασή του της 19ης Μαΐου 1994, SEP κατά Επιτροπής ( 26 ), την ύπαρξη μιας «γενικής αρχής που παρέχει στις επιχειρήσεις το δικαίωμα για προστασία των επιχειρηματικών τους μυστικών» ( 27 ).
83.
Δεδομένου ότι η προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου έχει καθιερωθεί ως γενική αρχή, δεν είναι ανάγκη να εξεταστεί αν πρέπει να προστατεύεται ως συστατικό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας ή του δικαιώματος για ελεύθερη άσκηση οικονομικής δραστηριότητας.
84.
Σε κάθε περίπτωση, η αρχή αυτή δεν έχει τη μορφή απολύτου προνομίου, αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία της εντός της κοινωνίας. Κατά συνέπεια, μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς, υπό τον όρο ότι αυτοί δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, ότι είναι ικανοί να διασφαλίσουν την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και ότι δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο.
85.
Έτσι, στην προπαρατεθείσα απόφασή του Varec, για παράδειγμα, το Δικαστήριο χρειάστηκε να σταθμίσει το δικαίωμα των επιχειρηματιών για προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών τους και των επιχειρηματικών τους μυστικών έναντι του δικαιώματος για πρόσβαση στις πληροφορίες που αφορούν τις διαδικασίας ανάθεσης δημοσίων έργων ( 28 ).
86.
Το έργο στάθμισης των εκατέρωθεν δικαιωμάτων πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να χωρεί λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά το άρθρο 191, παράγραφος 2, της ΣΛΕΕ, η πολιτική της Ένωσης στον περιβαλλοντικό τομέα αποσκοπεί σε υψηλού επιπέδου προστασία. Η πολιτική αυτή στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή ότι ο ρυπαίνων πληρώνει. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 11 της ΣΛΕΕ, «[ο]ι απαιτήσεις περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να ενταχθούν στον καθορισμό και την εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών και δράσεων, ιδίως προκειμένου να προωθηθεί η αειφόρος ανάπτυξη».
87.
Τα καθοριστικά στοιχεία κατά τη στάθμιση της προστασίας του περιβάλλοντος και του δικαιώματος για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου πρέπει να είναι, κατά τη γνώμη μου, αφενός, η συμβολή της επίμαχης πληροφορίας στην προστασία του περιβάλλοντος και, αφετέρου, η βαρύτητα της προσβολής του επιχειρηματικού απορρήτου την οποία προκαλεί η γνωστοποίηση της πληροφορίας αυτής.
88.
Η υποχρέωση του μεσάζοντος εμπόρου να αποκαλύψει την ταυτότητα του παραγωγού εξυπηρετεί τον αναγόμενο στο γενικό συμφέρον σκοπό της προστασίας του περιβάλλοντος.
89.
Γενικότερα, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ( 29 ), ο κανονισμός επιδιώκει κυρίως, τόσο με τον σκοπό του όσο και με το περιεχόμενό του, την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος από τις ενδεχομένως βλαβερές συνέπειες των διασυνοριακών μεταφορών αποβλήτων ( 30 ).
90.
Ενώ η διαδικασία της προηγούμενης έγγραφης κοινοποίησης και συγκατάθεσης που προβλέπει ο κανονισμός για τα επικίνδυνα απόβλητα συνιστά το σύνηθες εργαλείο της περιβαλλοντικής πολιτικής ( 31 ), η διαδικασία πληροφόρησης που προβλέπεται για τα απόβλητα που υπάγονται στον πράσινο κατάλογο εξυπηρετεί επίσης τον σκοπό αυτόν. Το Δικαστήριο επισήμανε σχετικώς ότι «το γεγονός ότι ο [...] κανονισμός έχει επίσης εφαρμογή σε μη επικίνδυνα απόβλητα και σε απόβλητα προοριζόμενα για αξιοποίηση δεν μπορεί να του προσδώσει εμπορικό χαρακτήρα και να εξασθενίσει την περιβαλλοντική του διάσταση, δεδομένου ότι ο βλαπτικός για το περιβάλλον χαρακτήρας είναι εγγενής στην ίδια τη φύση των αποβλήτων, όποια κι αν είναι αυτά [ ( 32 )]» ( 33 ).
91.
Ανεξάρτητα από τον βαθμό επικινδυνότητάς τους, τα απόβλητα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν ένα κοινό εμπόρευμα. Κυκλοφορούν μόνον «υπό καθεστώς επιτηρούμενης ελευθερίας» ( 34 ), αφού οι μετακινήσεις τους παρεμποδίζονται αναγκαστικά από τις επιτακτικές απαιτήσεις που συνδέονται με την προστασία του περιβάλλοντος.
92.
Η υποχρέωση αναγραφής των στοιχείων στο έγγραφο που παραδίδεται στον παραλήπτη των αποβλήτων φαίνεται να είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
93.
Αποτελεί διπλή εγγύηση αποτελεσματικότητας για τις αρχές ελέγχου και ασφαλείας για τους παραλήπτες που έχουν την ευθύνη της αξιοποίησης των αποβλήτων.
94.
Η αποτελεσματικότητα των ελέγχων των αποβλήτων κατά τη μεταφορά τους ή κατά την άφιξή τους στον τόπο προορισμού προϋποθέτει, πράγματι, ότι οι αρχές του κράτους διαμετακόμισης ή του κράτους προορισμού μπορούν, συμβουλευόμενες το έγγραφο που συνοδεύει τα απόβλητα, να λάβουν άμεσα γνώση της ταυτότητας του παραγωγού, χωρίς να χρειάζεται να απευθυνθούν στο πρόσωπο που οργανώνει το μεταφορά και το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού, βρίσκεται στο κράτος αποστολής. Όπως επισημαίνει η Βελγική Κυβέρνηση, το πληροφοριακό αυτό στοιχείο αποτελεί κριτήριο με βάση το οποίο μπορεί να εκτιμηθεί αν είναι ανάγκη να πραγματοποιηθεί υλικός έλεγχος, ο οποίος είναι οπωσδήποτε χρονοβόρος και οικονομικά επαχθής, αφού επιβάλλει την ακινητοποίηση του εμπορεύματος. Επομένως, η ανάγκη επικοινωνίας με τον μεσάζοντα έμπορο προκειμένου αυτός να γνωστοποιήσει την ταυτότητα του παραγωγού επιβραδύνει τις διαδικασίες ελέγχου και συνεπάγεται, ως εκ τούτου, σοβαρά μειονεκτήματα για τους τομείς δραστηριότητας, όπως οι θαλάσσιες μεταφορές, που λειτουργούν σύμφωνα με την αρχή της ελαχιστοποίησης των προθεσμιών και των πόρων.
95.
Πρέπει να τονίσω ότι, καίτοι τα απόβλητα που υπάγονται στον πράσινο κατάλογο θεωρούνται ως ελάχιστα επικίνδυνα για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία, η υποχρέωση παροχής πληροφοριών που καθιερώνει το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού έχει ως σκοπό να αποτρέπει τον κίνδυνο καταστρατήγησης της διαδικασίας προηγούμενης έγγραφης κοινοποίησης και συγκατάθεσης που προβλέπεται για τα επικίνδυνα απόβλητα. Είναι, επομένως, σημαντικό να μπορούν οι αρχές των κρατών μελών να επιτηρούν αδιαλείπτως την πορεία των αποβλήτων, από την παραγωγή τους μέχρι την τελική αξιοποίησή τους, ώστε να είναι σε θέση να εξακριβώνουν ότι υπάγονται πράγματι στον πράσινο κατάλογο ή, όταν όντως υπάγονται στον κατάλογο αυτό, ότι δεν έχουν αναμιχθεί με άλλα υλικά σε βαθμό που να διακυβεύεται η αξιοποίησή τους με ασφαλή για το περιβάλλον τρόπο.
96.
Όσον αφορά την ασφάλεια της επεξεργασίας, η Αυστριακή Κυβέρνηση τονίζει, ορθώς, ότι η γνώση της φύσης και της σύνθεσης των αποβλήτων είναι το στοιχείο που επιτρέπει στον παραλήπτη και στις ελεγκτικές αρχές να έχουν τη βεβαιότητα ότι τα απόβλητα θα τύχουν διαχείρισης που είναι οικολογικά λελογισμένη. Η δήλωση της ταυτότητας του παραγωγού αποβλήτων μπορεί να συνιστά αυτή καθαυτή μια σημαντική ένδειξη, όταν, για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι ο παραγωγός αυτός παράγει κατά κανόνα επικίνδυνα απόβλητα. Εξάλλου, αν η εγκατάσταση αξιοποίησης ή οι ελεγκτικές αρχές του κράτους προορισμού θεωρούν ότι έχουν ελλιπή πληροφόρηση, θα μπορούν να ζητήσουν από τον εν λόγω παραγωγό συμπληρωματικές διευκρινίσεις.
97.
Επομένως, η γνώση της ταυτότητας του παραγωγού συνιστά απαραίτητη πληροφορία για τον παραλήπτη των αποβλήτων, ο οποίος δεν πρέπει να στερείται της πληροφορίας αυτής στις περιπτώσεις που ζητείται η παρέμβαση μεσάζοντος εμπόρου για την οργάνωση της μεταφοράς.
98.
Η προσβολή του δικαιώματος για προστασία των δεδομένων που καλύπτονται από το επιχειρηματικό απόρρητο η οποία μπορεί να προκληθεί από τη γνωστοποίηση αυτή είναι κατά τη γνώμη μου περιορισμένη.
99.
Συμφωνώ με την ανάλυση της Επιτροπής η οποία υποστηρίζει ότι, στις μεταξύ τους σχέσεις, οι μετέχοντες στη διαδικασία της μεταφοράς μπορούν, με ορισμένες επιφυλάξεις, να προβλέψουν συμβατικές ρυθμίσεις προκειμένου να αμβλύνουν τα μειονεκτήματα που μπορούν να ανακύψουν συνεπεία της χρησιμοποιήσεως από τον παραλήπτη, για σκοπούς εκτός αυτών που προβλέπονται στον κανονισμό, των πληροφοριών που αφορούν την ταυτότητα του παραγωγού.
100.
Διερωτώμαι, άλλωστε, πόσο πραγματική και σοβαρή είναι η ζημία που θα συνεπαγόταν για τους μεσολαβούντες εμπόρους η γνωστοποίηση της ταυτότητας των παραγωγών. Τα στοιχεία που παρεσχέθησαν στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν επιτρέπουν τη διαμόρφωση σαφούς αντιλήψεως επί του ζητήματος αυτού.
101.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το σύστημα πληροφόρησης που θεσπίζει ο κανονισμός όσον αφορά τα απόβλητα που υπάγονται στον πράσινο κατάλογο δεν είναι δυσανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
102.
Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, από την εξέταση του δευτέρου ερωτήματος, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 18, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού, όπως προτείνεται να ερμηνευθεί.
IV – Συμπέρασμα
103.
Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του Verwaltungsgericht Mainz ως εξής:
«1)
Το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, έχει την έννοια ότι παραπέμπει μόνο στις διατάξεις που επιβάλλουν την εμπιστευτική μεταχείριση των πληροφοριών στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 18, παράγραφος 1, του ιδίου αυτού κανονισμού όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/31, έναντι των τρίτων ως προς τη μεταφορά των αποβλήτων.
2)
Το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1013/2006, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/31, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία περιορίζει, για λόγους αναγόμενους στην προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου, την πρόσβαση του παραλήπτη των αποβλήτων στις πληροφορίες σχετικά με τον παραγωγό των αποβλήτων που αναγράφονται στο σημείο 6 του εγγράφου που περιέχεται στο παράρτημα VII του εν λόγω κανονισμού.
3)
Από την εξέταση του δευτέρου ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να θίγει την ισχύ του άρθρου 18, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού 1013/2006, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/31.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 190, σ. 1.
( 3 ) ΕΕ L 140, σ. 114, στο εξής: ο κανονισμός.
( 4 ) Κανονισμός σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων κατά την είσοδο και έξοδό τους από την Κοινότητα (ΕΕ L 30, σ. 1).
( 5 ) Οδηγία για την επιτήρηση και τον έλεγχο εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας των διασυνοριακών μεταφορών επικίνδυνων αποβλήτων (ΕΕ L 326, σ. 31).
( 6 ) ΕΕ L 39, σ. 1.
( 7 ) Όλα τα απόβλητα που προορίζονται για διάθεση υπόκεινται στην αυστηρότερη διαδικασία της προηγούμενης έγγραφης κοινοποίησης και συγκατάθεσης που προβλέπεται στο κεφάλαιο 1 του κανονισμού.
( 8 ) Gesetz zur Ausführung der Verordnung (EG) Nr. 1013/2006 des Europäischen Parlaments und des Rates vom 14. Juni 2006 über die Verbringung von Abfällen und des Basler Übereinkommens vom 22. März 1989 über die Kontrolle der grenzüberschreitenden Verbringung gefährlicher Abfälle und ihrer Entsorgung.
( 9 ) BGBl. 2007 I, σ. 1462.
( 10 ) Βλ. απόφαση της 5ης Μαΐου 2011, C-316/09, MSD Sharp & Dohme ( Συλλογή 2011, σ. Ι-3249, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 11 ) Στο γαλλικό κείμενο, το ρήμα χρησιμοποιείται στον πληθυντικό ενώ το υποκείμενο είναι στον ενικό. Η φράση έχει ως εξής στο αγγλικό κείμενο: «where this is required by Community and national legislation».
( 12 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 13 ) Βλ., για την εκτίμηση, από το Δικαστήριο, της εννοίας που αρμόζει στη χρήση του συνδέσμου «ή», την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2005, C-304/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2005, σ. I-6263, σκέψη 83).
( 14 ) Πρόταση που υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 30 Ιουνίου 2003 [COM(2003) 379 τελικό].
( 15 ) C-233/00 (Συλλογή 2003, σ. I-6625).
( 16 ) Βλ. την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, C-266/09, Stichting Natuur en Milieu κ.λπ. ( Συλλογή 2010, σ. Ι-13119).
( 17 ) Οδηγία για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 41, σ. 26).
( 18 ) ΕΕ L 124, σ. 1.
( 19 ) Έκθεση διαθέσιμη στα αγγλικά στον ιστοτόπο της Επιτροπής. «Assessment and guidance for the implemention of EU waste legislation in Member States». Στη σελίδα 23 της έκθεσης αυτής αναφέρεται ότι:
«In the majority of cases “confidentiality” pursuant to Article 18(4) is interpreted as compliant with data protection law requirements throughout data management by [Competent Authorities].
Ireland is the only Member State which interprets the legislation in a way that “persons who arrange the shipment” (box 1) may omit the information on consignee and recovery facility by referring to the exporter. Box 2 and 7 in this case will be filled with “Confidential - please refer to box 1”.»
( 20 ) Στην έκθεση της Επιτροπής στην οποία αναφέρεται η υποσημείωση 14, μόνο η σλοβενική αρμόδια αρχή δήλωσε ότι δέχεται τη χρησιμοποίηση δύο εντύπων [«Slovenia declares that it can also accept if there are two Annex VII documents for the same shipment. In the first could be the data about the producer and in the second the data about recovery, so that you can get all required data» (σ. 25)].
( 21 ) Βλ. άρθρο 24, παράγραφος 9, του κανονισμού.
( 22 ) Το άρθρο 24, παράγραφος 9, και το άρθρο 25, παράγραφος 4, του κανονισμού δεν απαλλάσσουν τον κοινοποιούντα πάσης ευθύνης, αφού προβλέπουν απλώς ότι το πρόσωπο που οργανώνει τη μεταφορά υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις με τον κοινοποιούντα. Κατά δε την κατά σειρά απαρίθμηση που παρατίθεται στο άρθρο 2, σημείο 15, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού, ο κοινοποιών είναι, σε πρώτη φάση, ο αρχικός παραγωγός [i)].
( 23 ) Το άρθρο 24, παράγραφος 10, και το άρθρο 25, παράγραφος 5, του κανονισμού αναφέρουν ρητώς ότι τα οικεία άρθρα ισχύουν υπό την επιφύλαξη των κοινοτικών και εθνικών διατάξεων περί ευθύνης. Το άρθρο 15, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ L 312, σ. 3), ορίζει ότι ο αρχικός παραγωγός ή ο κάτοχος εξακολουθούν να έχουν ευθύνη για το σύνολο της διαδικασίας αξιοποίησης ή διάθεσης, ακόμη και αν τα απόβλητα μεταβιβάζονται σε άλλα πρόσωπα προκειμένου να υποβληθούν σε προκαταρκτική επεξεργασία. Εξάλλου, με την επιφύλαξη εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού, η διάταξη αυτή επιτρέπει στα κράτη μέλη να προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της ευθύνης και να αποφασίζουν σε ποιες περιπτώσεις ο αρχικός παραγωγός διατηρεί την ευθύνη για το σύνολο της αλληλουχίας επεξεργασίας ή σε ποιες περιπτώσεις η ευθύνη του παραγωγού και του κατόχου μπορεί να κατανεμηθεί ή να εκχωρηθεί μεταξύ των εμπλεκομένων στην αλληλουχία της επεξεργασίας.
( 24 ) Υπόθεση 53/85 (Συλλογή 1986, σ. 1965).
( 25 ) Σκέψη 28.
( 26 ) Υπόθεση C-36/92 P (Συλλογή 1994, σ. I-1911).
( 27 ) Σκέψεις 36 και 37. Βλ., επίσης, την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2008, C-450/06, Varec (Συλλογή 2008, σ. I-581, σκέψη 49).
( 28 ) Σκέψεις 51 και 52.
( 29 ) C-411/06 (Συλλογή 2009, σ. I-7585).
( 30 ) Σκέψη 62.
( 31 ) Σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 32 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 33 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (προπαρατεθείσα, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 34 ) Βλ. Gillardin, J., «Les déchets: des marchandises en liberté surveillée», L’entreprise et la gestion des déchets, Bruylant, Βρυξέλλες, 1993, σ. 63.
Full & Egal Universal Law Academy