ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 1ης Μαρτίου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-15/11
Leopold Sommer
κατά
Landesgeschäftsstelle des Arbeitsmarktservice Wien
[αίτηση του Verwaltunsgerichtshof (Αυστρία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προσχώρηση νέων κρατών μελών — Πρωτόκολλο σχετικά με τους όρους και τις λεπτομέρειες της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση — Βουλγαρία — Δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2004/114/EΚ — Προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία — Ρήτρα standstill — Αρχή προτιμήσεως των πολιτών της Ένωσης — Παραδεκτό της νομοθετικής ρυθμίσεως κράτους μέλους που εξαρτά τη χορήγηση άδειας απασχολήσεως σε Βούλγαρους υπηκόους από συστηματικό έλεγχο της καταστάσεως στην αγορά εργασίας»
I – Εισαγωγή
1.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof (Αυστρία), αφορά την ερμηνεία του Πρωτοκόλλου σχετικά με τους όρους και τις λεπτομέρειες της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ( 2 ) (στο εξής: Πρωτόκολλο), ιδίως του άρθρου 20 και της παραγράφου 14 του σημείου 1 του παραρτήματος VI αυτού, που φέρει τον τίτλο «Κατάλογος του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου: Μεταβατικά μέτρα, Βουλγαρία», καθώς και της οδηγίας 2004/114/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία ( 3 ).
2.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Leopold Sommer και του Landesgeschäftsstelle des Arbeitsmarktservice Wien (τοπικού γραφείου της Βιέννης της Υπηρεσίας Αγοράς Εργασίας, στο εξής: Arbeitsmarktservice), αναφορικά με την άρνηση του τελευταίου να δεχτεί την αίτηση του L. Sommer, Βούλγαρου υπηκόου που φοιτά στην Αυστρία, και να του χορηγήσει άδεια απασχολήσεως για να ασκεί εκεί το επάγγελμα του οδηγού οχήματος με καθεστώς μερικής απασχόλησης.
3.
Με τα υποβληθέντα ερωτήματα το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί των στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση της υποχρεώσεως «standstill» (υποχρέωση περί διατηρήσεως της ισχύουσας καταστάσεως), η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 14 του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου, καθώς και επί των συνεπειών της διατυπωθείσας στην ίδια παράγραφο αρχής της προτιμήσεως των υπηκόων της Ένωσης στη νομική κατάσταση των Βουλγάρων σπουδαστών κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VI, σημείο 1, του εν λόγω Πρωτοκόλλου. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως θα παράσχει επίσης στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να τοποθετηθεί επί του παραδεκτού των μέτρων που υιοθέτησαν τα κράτη μέλη προκειμένου να ρυθμίσουν την πρόσβαση Βουλγάρων υπηκόων στην αγορά εργασίας τους κατά την περίοδο εφαρμογής των μέτρων αυτών.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το δίκαιο της Ένωσης
1. Το Πρωτόκολλο και το παράρτημα VΙ αυτού
4.
Η Συνθήκη Προσχωρήσεως υπεγράφη στις 25 Απριλίου 2005 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2007 (στο εξής: ημερομηνία προσχωρήσεως).
5.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, της Συνθήκης Προσχωρήσεως, «[ο]ι όροι και οι ρυθμίσεις προσχώρησης καθορίζονται στο Πρωτόκολλο που προσαρτάται στην παρούσα Συνθήκη. Οι διατάξεις του Πρωτοκόλλου αυτού αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας Συνθήκης».
6.
Το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου, το οποίο αφορά προσωρινές διατάξεις, προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι τα μέτρα που απαριθμούνται στο παράρτημα VI του εν λόγω Πρωτοκόλλου εφαρμόζονται στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας υπό τους όρους που καθορίζονται στο παράρτημα αυτό.
7.
Η παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου, ορίζει ότι, κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 1 έως 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος ( 4 ), τα παρόντα κράτη μέλη θα εφαρμόζουν, μέχρι το τέλος διετούς περιόδου από την ημερομηνία προσχωρήσεως (τουτέστιν μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2009), εθνικά μέτρα ή μέτρα που απορρέουν από διμερείς συμφωνίες, με τα οποία ρυθμίζεται η πρόσβαση Βουλγάρων υπηκόων στις αγορές εργασίας τους. Τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τα μέτρα αυτά μέχρι το τέλος πενταετούς περιόδου από την ημερομηνία προσχωρήσεως.
8.
Η παράγραφος 14 του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου ορίζει τα εξής:
«Η εφαρμογή των παραγράφων 2 έως 5 και 7 έως 12 δεν οδηγεί σε συνθήκες πρόσβασης των Βουλγάρων υπηκόων στις αγορές εργασίας των παρόντων κρατών μελών, οι οποίες είναι πλέον περιοριστικές από τις συνθήκες που επικρατούν την ημερομηνία υπογραφής της Συνθήκης Προσχώρησης.
Παρά την εφαρμογή των διατάξεων που καθορίζονται στις παραγράφους 1 έως 13, κατά την περίοδο εφαρμογής εθνικών μέτρων ή μέτρων που απορρέουν από διμερείς συμφωνίες, τα παρόντα κράτη μέλη δίνουν προτίμηση στους εργαζομένους οι οποίοι είναι υπήκοοι των κρατών μελών έναντι εργαζομένων οι οποίοι είναι υπήκοοι τρίτων χωρών όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας τους.
Οι Βούλγαροι διακινούμενοι εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους που διαμένουν και εργάζονται νομίμως σε άλλο κράτος μέλος ή οι διακινούμενοι εργαζόμενοι από άλλα κράτη μέλη και οι οικογένειές τους που διαμένουν και εργάζονται νομίμως στη Βουλγαρία δεν υφίστανται πλέον περιοριστική μεταχείριση απ’ ό,τι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι τρίτων χωρών που διαμένουν και εργάζονται στο εν λόγω κράτος μέλος ή τη Βουλγαρία, αντιστοίχως. Πέραν τούτου, κατ’ εφαρμογή της αρχής της κοινοτικής προτίμησης, οι διακινούμενοι εργαζόμενοι τρίτων χωρών που διαμένουν και εργάζονται στη Βουλγαρία δεν μπορούν να τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης απ’ ό,τι οι υπήκοοι της Βουλγαρίας.»
2. Η οδηγία 2004/114
9.
Η οδηγία 2004/114 τέθηκε σε ισχύ στις 12 Ιανουαρίου 2005. Κατά το άρθρο 22 αυτής, η προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο έληξε στις 12 Ιανουαρίου 2007.
10.
Η έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής αναφέρει ότι «[έ]νας από τους στόχους της Κοινότητας στον τομέα της παιδείας είναι η προβολή της Ευρώπης στο σύνολό της, ως παγκόσμιου κέντρου αριστείας για τη γενική και την επαγγελματική εκπαίδευση. Η ενθάρρυνση της κινητικότητας στο πλαίσιο της Κοινότητας των υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές αποτελεί πρωταρχικό στοιχείο της στρατηγικής αυτής. Η προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα των προϋποθέσεων εισόδου και διαμονής αποτελεί μέρος της εν λόγω στρατηγικής».
11.
Κατά την έβδομη αιτιολογική σκέψη της ίδιας οδηγίας αυτής, «[η] μετακίνηση για τους σκοπούς που προβλέπει η παρούσα οδηγία, εξ ορισμού προσωρινή και ανεξάρτητη από την κατάσταση της αγοράς εργασίας στη χώρα υποδοχής, συνιστά μορφή αμοιβαίου εμπλουτισμού για τα πρόσωπα που μετακινούνται, για το κράτος καταγωγής τους και για το κράτος που τα υποδέχεται, συμβάλλει δε στη μεγαλύτερη εξοικείωση με άλλους πολιτισμούς».
12.
Σε ό,τι αφορά τις οικονομικές δραστηριότητες των σπουδαστών, η δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι «[π]ροκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους σπουδαστές που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών να καλύψουν μέρος του κόστους των σπουδών τους, θα πρέπει να τους επιτρέπεται η πρόσβαση στην αγορά εργασίας, υπό τις προϋποθέσεις της παρούσας οδηγίας. Η αρχή της πρόσβασης των σπουδαστών στην αγορά εργασίας, υπό τις προϋποθέσεις της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να είναι γενικός κανόνας· ωστόσο, σε εξαιρετικές περιστάσεις, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τους την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά εργασίας τους».
13.
Το άρθρο 1 της οδηγίας του 2004/114 ορίζει:
«Η παρούσα οδηγία έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό:
α)
των προϋποθέσεων εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφος των κρατών μελών για χρονική περίοδο άνω των τριών μηνών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία,
β)
των κανόνων που αφορούν τις διαδικασίες εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφος των κρατών μελών για τους σκοπούς αυτούς.»
14.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής, η έννοια «υπήκοος τρίτης χώρας» καλύπτει «κάθε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, της Συνθήκης».
15.
Υπό τον τίτλο «Οικονομικές δραστηριότητες σπουδαστών», το άρθρο 17 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο IV που φέρει τον τίτλο «Μεταχείριση των ενδιαφερομένων υπηκόων τρίτων χωρών», ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Εκτός ωραρίου σπουδών και με την επιφύλαξη των κανονισμών και προϋποθέσεων που εφαρμόζονται στη σχετική δραστηριότητα εντός του κράτους μέλους υποδοχής, επιτρέπεται στους σπουδαστές να ασκούν έμμισθη δραστηριότητα, δυνατόν δε επίσης να τους επιτρέπεται η άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας. Η κατάσταση της αγοράς εργασίας στο κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να λαμβάνεται υπ’ όψη.
Εφόσον παρίσταται ανάγκη, τα κράτη μέλη χορηγούν στους σπουδαστές ή/και στους εργοδότες άδεια εκ των προτέρων, κατά τα οριζόμενα στην εθνική νομοθεσία.
2. Κάθε κράτος μέλος καθορίζει τον ανώτατο εβδομαδιαίο αριθμό ωρών ή ετήσιο αριθμό ημερών ή μηνών κατά τις οποίες επιτρέπεται η δραστηριότητα αυτή και οι οποίες δεν υπερβαίνουν τις 10 ώρες την εβδομάδα ή το αντίστοιχό τους σε ημέρες ή μήνες κατ’ έτος.
3. Το κράτος μέλος υποδοχής δύναται να περιορίζει την πρόσβαση σε οικονομικές δραστηριότητας κατά το πρώτο έτος διαμονής.
4. Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν από τους σπουδαστές να δηλώνουν, εκ των προτέρων ή άλλως, σε αρχή που τα οικεία κράτη μέλη έχουν ορίσει, ότι ασκούν οικονομική δραστηριότητα. Η υποχρέωση δήλωσης εκ των προτέρων ή άλλως, μπορεί επίσης να επιβάλλεται και στους εργοδότες τους.»
Β – Το εθνικό δίκαιο
16.
Κατά το άρθρο 64, παράγραφος 2, του νόμου περί εγκαταστάσεως και διαμονής (Niederlassungs- und Aufenthaltsgesetz) ( 5 ), ο τίτλος διαμονής που χορηγείται σε αλλοδαπούς σπουδαστές περιλαμβάνει, επίσης, την άσκηση μισθωτής οικονομικής δραστηριότητας, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω δραστηριότητα δεν επηρεάζει το γεγονός ότι λόγο διαμονής αποτελούν οι σπουδές.
17.
Η άδεια απασχολήσεως χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί της απασχολήσεως των αλλοδαπών (Ausländerbeschätigungsgesetz, στο εξής: AuslBG) ( 6 ). Το άρθρο 4 του νόμου αυτού, που φέρει τον τίτλο «Προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδείας απασχολήσεως», ορίζει στην παράγραφο 1:
«Η άδεια απασχολήσεως αλλοδαπού, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στη συνέχεια, πρέπει να χορηγείται, όταν η κατάσταση και η εξέλιξη της αγοράς εργασίας επιτρέπει την απασχόληση και δεν υπάρχουν σημαντικοί λόγοι δημόσιου ή οικονομικού συμφέροντος που αντιτίθενται σε αυτό.»
18.
Το άρθρο 4, παράγραφος 6, του AuslBG ρυθμίζει καταστάσεις στις οποίες σημειώνεται υπέρβαση του ανώτατου αριθμού εργαζομένων αλλοδαπών που ορίζεται για τα Länder σύμφωνα με το άρθρο 13 του εν λόγω νόμου. Σε τέτοια περίπτωση, δεν επιτρέπεται η χορήγηση νέων αδειών απασχολήσεως παρά μόνον υπό ορισμένες προϋποθέσεις που αναφέρει το άρθρο αυτό.
19.
Το άρθρο 4 ter του AuslBG, που φέρει τον τίτλο «Εξέταση της καταστάσεως της αγοράς εργασίας», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:
«Η κατάσταση και η εξέλιξη της αγοράς εργασίας (άρθρο 4, παράγραφος 1) καθιστούν δυνατή τη χορήγηση αδείας απασχολήσεως, εφόσον για την προς κατάληψη από τον αιτούντα αλλοδαπό θέση δεν υπάρχει ούτε ημεδαπός, ούτε διαθέσιμος στην αγορά εργασίας αλλοδαπός ο οποίος είναι διατεθειμένος και ικανός να αναλάβει την αιτούμενη θέση απασχολήσεως υπό τις νομοθετικώς οριζόμενες προϋποθέσεις. Μεταξύ των διαθέσιμων αλλοδαπών πρέπει να προτιμώνται αυτοί που έχουν αξίωση επιδομάτων λόγω ασφαλίσεως ανεργίας, οι κάτοχοι αδείας εργασίας, γενικής αδείας εργασίας σε όλο το ομοσπονδιακό έδαφος ή αδείας διαμονής καθώς και οι πολίτες του ΕΟΧ (άρθρο 2, παράγραφος 6) και οι εργαζόμενοι που εμπίπτουν στη συμφωνία συνδέσεως με την Τουρκία […]».
III – Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
20.
Στις 30 Ιανουαρίου 2008, ο L. Sommer, προσφεύγων της κύριας δίκης, ζήτησε να χορηγηθεί άδεια απασχολήσεως σε σπουδαστή βουλγαρικής υπηκοότητας, ο οποίος διέμενε ήδη ένα και πλέον έτος στην Αυστρία, με σκοπό να τον προσλάβει ως οδηγό οχήματος προκειμένου να πραγματοποιεί, για σύντομο διάστημα, νυχτερινές παραδόσεις στη Βιέννη. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση του Arbeitsmarktservice, της 8ης Φεβρουαρίου 2008, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 6, σημείο 1, του AuslBG.
21.
O L. Sommer άσκησε διοικητική ένσταση κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως ενώπιον του Arbeitsmarktservice το οποίο, με απόφαση της 17ης Μαρτίου 2008, δεν έκανε δεκτή την ένσταση αυτή, στηριζόμενο, μεταξύ άλλων, εκ νέου στο άρθρο 4, παράγραφος 6, του AuslBG, με την αιτιολογία ότι είχε ήδη σημειωθεί υπέρβαση του ανώτατου αριθμού αλλοδαπών απασχολούμενων που είχε ορισθεί για το Land της Βιέννης και ότι δεν πληρούνταν οι προβλεπόμενες από τη διάταξη αυτή συμπληρωματικές προϋποθέσεις. O L. Sommer προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
22.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, από τη γραμματική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 1, στοιχείο αʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/114 προκύπτει ότι ένας Βούλγαρος υπήκοος δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, στο μέτρο που, κατόπιν της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Ιανουαρίου 2007, έπαυσε να αποτελεί πλέον «υπήκοο τρίτης χώρας» υπό την έννοια της οδηγίας αυτής. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, ιδίως, σχετικά με τις συνέπειες της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας Βουλγαρίας στην κατάσταση ενός Βούλγαρου σπουδαστή. Ειδικότερα, διερωτάται κατά πόσον η ανωτέρω περιγραφείσα μεταβολή του καθεστώτος θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την επιδείνωση της νομικής θέσεως ενός Βούλγαρου σπουδαστή ή τη δυσμενέστερη μεταχείρισή του σε σχέση με τους σπουδαστές από τρίτες χώρες, κάτι που θα αντέβαινε στις διατάξεις της παραγράφου 14 του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου.
23.
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, εξάλλου, ότι η χορήγηση άδειας απασχολήσεως εξαρτάται, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του AuslBG από την εξέταση, αφενός, της καταστάσεως και της εξελίξεως της αγοράς εργασίας και, αφετέρου, των λόγων δημόσιου ή οικονομικού συμφέροντος που ενδέχεται να απαγορεύσουν την πρόσληψη τέτοιου εργαζόμενου.
24.
Υπό τις συνθήκες αυτές, με απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2010, το Verwaltungsgerichtshof ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Εφαρμόζεται η [οδηγία 2004/114] στην Αυστρία, επί ενός βουλγαρικής ιθαγενείας σπουδαστή βάσει της παραγράφου 14, πρώτο ή τρίτο εδάφιο του σημείου 1 [που φέρει τον τίτλο] “Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων”, του παραρτήματος VI του Πρωτοκόλλου [που φέρει τον τίτλο] “Κατάλογος του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου: μεταβατικά μέτρα, Βουλγαρία”;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα στο άρθρο 17 της οδηγίας 2004/114, εθνική ρύθμιση η οποία, όπως οι εφαρμοστέες στο πλαίσιο της κύριας δίκης διατάξεις του [AuslBG], προβλέπει σε κάθε περίπτωση έλεγχο της καταστάσεως της αγοράς εργασίας πριν από τη χορήγηση αδείας απασχολήσεως αλλοδαπού σε εργοδότη προκειμένου να απασχολήσει σπουδαστή, ο οποίος διαμένει στο ομοσπονδιακό έδαφος ένα και πλέον έτος (άρθρο 3 της οδηγίας 2004/114), και, πέραν αυτού, σε περίπτωση υπερβάσεως ενός καθοριζόμενου ανώτατου αριθμού απασχολούμενων αλλοδαπών, εξαρτά τη χορήγηση αδείας απασχολήσεως αλλοδαπού από περαιτέρω προϋποθέσεις;»
25.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Ιανουαρίου 2011.
26.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο L. Sommer, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
IV – Ανάλυση
Α – Επί της νομικής καταστάσεως των Βουλγάρων υπηκόων κατόπιν της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στην Ένωση
27.
Δεδομένου του περίπλοκου χαρακτήρα των χρονικών πτυχών της επίμαχης στην κύρια δίκη νομικής καταστάσεως, κρίνεται σκόπιμο να συνοψισθούν σε έναν πίνακα οι κρίσιμες ημερομηνίες προκειμένου να επιλυθεί η διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο.
Ημερομηνία
Δίκαιο της Ένωσης
Κατάσταση στην παρούσα υπόθεση
12.1.2005
Έναρξη ισχύος της οδηγίας 2004/114
25.4.2005
Υπογραφή της Συνθήκης Προσχωρήσεως, η οποία καθιερώνει στο Πρωτόκολλο την υποχρέωση «standstill»
1.1.2007
Έναρξη ισχύος της Συνθήκης Προσχωρήσεως, συμπεριλαμβανομένου του Πρωτοκόλλου
12.1.2007
Λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2004/114 στο εσωτερικό δίκαιο
30.1.2008
Αίτηση εγκρίσεως απασχόλησης εκ μέρους του L. Sommer
8.2.2008
Απόφαση του Arbeitsmarktservice περί απορρίψεως της αιτήσεως
17.3.2008
Απόφαση του Arbeitsmarktservice περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως
1.1.2012
Λήξη της προβλεπόμενης στο Πρωτόκολλο μεταβατικής περιόδου
28.
Όπως προκύπτει από τον ανωτέρω πίνακα, στις 30 Ιανουαρίου 2008, ο L. Sommer υπέβαλε την επίμαχη στην κύρια δίκη αίτηση περί εγκρίσεως απασχόλησης, η οποία αφορούσε έναν σπουδαστή βουλγαρικής υπηκοότητας στην Αυστρία. Κατά το χρονικό αυτό σημείο και έως το τέλος της διετούς περιόδου από την ημερομηνία προσχωρήσεως, τα κράτη μέλη εφάρμοζαν, κατά την παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου, εθνικά μέτρα ή μέτρα απορρέοντα από διμερείς συμφωνίες προκειμένου να ρυθμίσουν την πρόσβαση των Βουλγάρων υπηκόων στην αγορά εργασίας αυτών των κρατών. Κατά την ίδια διάταξη, τα εν λόγω κράτη μέλη μπορούσαν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τα μέτρα αυτά μέχρι το τέλος πενταετούς περιόδου από την ημερομηνία προσχωρήσεως.
29.
Η παράγραφος 14, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου περιορίζει, εντούτοις, τη σχετική αρμοδιότητα των κρατών μελών διευκρινίζοντας ότι τα συγκεκριμένα μεταβατικά μέτρα δεν έπρεπε να οδηγούν σε συνθήκες πρόσβασης των Βουλγάρων υπηκόων στις αγορές εργασίας των κατά την εποχή εκείνη κρατών μελών, οι οποίες ήταν πλέον περιοριστικές από τις συνθήκες που επικρατούσαν την ημερομηνία υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως.
30.
Κατά την ημερομηνία υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως, ήτοι την 25η Απριλίου 2005, η οδηγία 2004/114 ίσχυε ήδη από τις 12 Ιανουαρίου 2005, καίτοι η προθεσμία μεταφοράς δεν είχε ακόμα παρέλθει. Κατά τον εν λόγω, επομένως, χρόνο υπογραφής, οι Βούλγαροι υπήκοοι καλύπτονταν, ως υπήκοοι τρίτων χωρών, από την οδηγία 2004/114, της οποίας η προθεσμία μεταφοράς δεν είχε, εντούτοις, ακόμα εκπνεύσει.
Β – Επί της δυνατότητας εφαρμογής της οδηγίας 2004/114 σε Βούλγαρο σπουδαστή κατόπιν της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στην Ένωση
31.
Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί κατά πόσον, αφενός, η ρήτρα standstill (ρήτρα διατηρήσεως της ισχύουσας κατάστασης) και, αφετέρου, η αρχή της προτιμήσεως των υπηκόων της Ένωσης, όπως διατυπώνονται στην παράγραφο 14 του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου, συνεπάγονται υποχρέωση εφαρμογής της οδηγίας 2004/114 σε Βούλγαρο υπήκοο ακόμα και μετά την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στην Ένωση.
32.
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξετασθεί η έκταση των υποχρεώσεων που θέτει η παράγραφος 14 του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου.
1. Επί της υποχρεώσεως standstill (διατήρηση της ισχύουσας καταστάσεως)
33.
Η υποχρέωση που συνδέεται με τη ρήτρα standstill της παραγράφου 14, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου, αποσκοπεί στην αποτροπή του ενδεχομένου να έχει ως αποτέλεσμα η εφαρμογή μεταβατικών μέτρων στα κράτη μέλη συνθήκες πρόσβασης των Βουλγάρων υπηκόων στις αγορές εργασίας των κρατών μελών, οι οποίες είναι πλέον περιοριστικές από τις συνθήκες που επικρατούσαν την ημερομηνία υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως.
34.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο σκοπός των ρητρών standstill συνίσταται στο να παρεμποδίζεται ένα κράτος μέλος να υιοθετεί νέα μέτρα που θα είχαν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη δημιουργία όρων περισσότερο περιοριστικών από εκείνους που ίσχυαν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των ρητρών αυτών ( 7 ). Η μετάβαση από το καθεστώς υπηκόου τρίτης χώρας σε εκείνο του υπηκόου της Ένωσης, μετά την προσχώρηση της εν λόγω χώρας στην Ένωση, δεν πρέπει, επομένως, να συνεπάγεται για τους ενδιαφερόμενους επιδείνωση των όρων προσβάσεως στην αγορά εργασίας.
35.
Από την άποψη αυτή, η υποχρέωση που υπέχει κάθε κράτος μέλος δυνάμει της προβλεπόμενης στην παράγραφο 14, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου, ρήτρας standstill έχει στατικό χαρακτήρα. Σκοπός της ρήτρας αυτής είναι να αποτραπεί η υποβάθμιση της νομικής καταστάσεως των ενδιαφερομένων σε σχέση με εκείνη στην οποία τελούσαν κατά την ημερομηνία υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως, ήτοι στις 25 Απριλίου 2005.
36.
Όπως σαφώς προκύπτει από τον ανωτέρω συνοπτικό πίνακα, η οδηγία 2004/114 ίσχυε ήδη κατά την ημερομηνία υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως, εντούτοις, η προθεσμία μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο δεν είχε ακόμα εκπνεύσει. Κατά πάγια, όμως, νομολογία, οι οδηγίες δεν παράγουν, κατά το στάδιο αυτό, άμεσο αποτέλεσμα ( 8 ), η δε υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο σύμφωνα με τις διατάξεις των εν λόγω οδηγιών αφορά μόνον περιπτώσεις, στις οποίες μια «μη σύμφωνη» ερμηνεία θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο, μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει η συγκεκριμένη οδηγία, και δεν αποβλέπει στην εκ των προτέρων εξασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των κανόνων που αυτή περιέχει ( 9 ).
37.
Συναφώς, πρέπει να υπογραμμίσω ότι δεν συμμερίζομαι τη θέση της Αυστριακής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά την οποία το κανονιστικό περιεχόμενο της οδηγίας 2004/114 καθορίζει το περιεχόμενο της τασσόμενης στην παράγραφο 14 του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου, υποχρεώσεως standstill. Κατά την ημερομηνία υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως, ήτοι στις 25 Απριλίου 2005, η Αυστριακή Δημοκρατία δεν υπείχε την υποχρέωση να εφαρμόσει την εν λόγω οδηγία ούτε σε υπήκοο τρίτης χώρας, ούτε σε Βούλγαρο υπήκοο, δεδομένου ότι η προθεσμία μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο δεν είχε ακόμα εκπνεύσει. Κάθε αντίθετη ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει άνευ αντικειμένου την προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκιο και ενδέχεται να προκαλέσει σύγχυση ως προς την ίδια τη νομική φύση των οδηγιών που αποτελούν νομοθετικές πράξεις, ορισμένα δεσμευτικά αποτελέσματα των οποίων παράγονται μόνον μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς τους στο εσωτερικό δίκαιο.
38.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την ημερομηνία υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως, η οδηγία 2004/114 απαγόρευε μόνον την εκ μέρους της Αυστριακής Δημοκρατίας θέσπιση διατάξεων που θα μπορούσαν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επεδιώκετο με την εν λόγω οδηγία. Η απαγόρευση αυτή, η οποία απορρέει από τη νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Inter-Environnement Wallonie ( 10 ), αποσκοπεί στη διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των οδηγιών μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο.
39.
Για τον λόγο αυτόν, πέραν των περιπτώσεων που εμπίπτουν στην προπαρατεθείσα νομολογία Inter-Environnement Wallonie, το περιεχόμενο της υποχρεώσεως standstill πρέπει, στην υπό κρίση υπόθεση, να καθοριστεί αποκλειστικώς σε συνάρτηση με τα εθνικά μέτρα ή τα μέτρα που απορρέουν από διμερείς συμφωνίες, και όχι σε συνάρτηση με την οδηγία 2004/114. Συνεπώς, η εν λόγω υποχρέωση standstill ενδέχεται να είναι λυσιτελής για την εκτίμηση της νομικής καταστάσεως στην υπόθεση της κύριας δίκης μόνον εφόσον η αυστριακή νομοθεσία τροποποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε να έχει καταστεί δυσχερέστερη η πρόσβαση των Βουλγάρων σπουδαστών στην αυστριακή αγορά εργασίας μετά τις 25 Απριλίου 2005, σε σχέση με την πρόσβαση που τους εξασφάλιζε η σχετική νομοθεσία που ίσχυε προ της ανωτέρω ημερομηνίας ( 11 ). Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει κατά πόσον δεν υπήρξε τέτοια υποβάθμιση.
2. Επί της αρχής προτιμήσεως των υπηκόων της Ένωσης
40.
Η παράγραφος 14, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου, καθιερώνει την αρχή προτιμήσεως των υπηκόων της Ένωσης, δυνάμει της οποίας τα κράτη μέλη οφείλουν, ανεξαρτήτως των μέτρων που ελήφθησαν κατά τη μεταβατική περίοδο, να δίνουν προτεραιότητα, όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας τους, στους υπηκόους κράτους μέλους έναντι των εργαζομένων που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών ( 12 ).
41.
Ενώ η απορρέουσα από τη ρήτρα «standstill» υποχρέωση έχει στατικό χαρακτήρα, η αρχή προτιμήσεως των υπηκόων της Ένωσης, η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη να προτιμούν τους υπηκόους της Ένωσης στο πλαίσιο της προσβάσεως στην αγορά εργασίας τους, έχει -από χρονικής απόψεως- δυναμικό χαρακτήρα. Τουτέστιν, οι Βούλγαροι υπήκοοι πρέπει, κατά την παράγραφο 14, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου, να είναι σε θέση να χαίρουν, όχι μόνον των ίδιων βελτιώσεων στη μεταχείρισή τους με τους τελούντες σε συγκρίσιμη κατάσταση υπηκόους τρίτων χωρών, αλλά, επίσης, προνομιακής μεταχειρίσεως έναντι των τελευταίων. Το περιεχόμενο της τελευταίας αυτής υποχρεώσεως είναι δυνατόν, επομένως, να μεταβάλλεται με τον χρόνο.
42.
Στην υπό κρίση περίπτωση, κρίσιμη ημερομηνία για την εκτίμηση της πριν ένα έτος και πλέον καταστάσεως από την άποψη της αρχής προτιμήσεως των υπηκόων της Ένωσης είναι η 30ή Ιανουαρίου 2008, ημερομηνία που αντιστοιχεί στην υποβολή της αιτήσεως περί εγκρίσεως απασχόλησης. Την ημερομηνία αυτή, η προθεσμία για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 2004/114 είχε ήδη εκπνεύσει προ ενός και πλέον έτους.
43.
Οι προβλεπόμενοι στην εν λόγω οδηγία όροι προσβάσεως στην αγορά εργασίας, καίτοι δεν έχουν άμεση εφαρμογή σε έναν σπουδαστή βουλγαρικής υπηκοότητας, όπως αυτόν που προτίθεται να προσλάβει ο L. Sommer στην υπόθεση της κύριας δίκης, αποτελούν εντούτοις το ελάχιστο προβλεπόμενο από το Πρωτόκολλο όριο που ισχύει επίσης ως προς έναν τέτοιο σπουδαστή κατά την περίοδο εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων. Εξ αυτού συνάγεται ότι τα νομικά αποτελέσματα της οδηγίας 2004/114 σε σχέση με την κατάσταση σπουδαστών που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών εφαρμόζονται εξίσου στους Βούλγαρους σπουδαστές βάσει της προαναφερθείσας υποχρεώσεως, η οποία απορρέει από τη Συνθήκη Προσχωρήσεως και, επομένως, από πράξη του πρωτογενούς δικαίου.
44.
Φρονώ, μολοταύτα, ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, τα νομικά αποτελέσματα μιας οδηγίας πρέπει να εξομοιούνται με εκείνα μιας οδηγίας της Ένωσης, και όχι με εκείνα μιας πράξεως του πρωτογενούς δικαίου. Σε διαφορετική περίπτωση, οι οδηγίες, η εφαρμογή των οποίων απορρέει από τη Συνθήκη Προσχωρήσεως, θα είχαν μεγαλύτερη κανονιστική ισχύ από εκείνη που διαθέτουν άλλες οδηγίες ( 13 ).
45.
Επομένως, οι προβλεπόμενοι στην οδηγία 2004/114 όροι συνιστούν, παράλληλα, το ελάχιστο όριο όσον αφορά την εφαρμογή της αρχής προτιμήσεως των υπηκόων της Ένωσης. Κατά συνέπεια, εφόσον η πρόσβαση στην αυστριακή αγορά εργασίας πρέπει να παρέχεται σε σπουδαστή, υπήκοο τρίτης χώρας, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 2004/114, ένας Βούλγαρος σπουδαστής πρέπει να είναι σε θέση να έχει τέτοια πρόσβαση υπό συνθήκες τουλάχιστον εξίσου ευνοϊκές και, επιπλέον, με προτεραιότητα έναντι άλλου σπουδαστή, υπηκόου τρίτης χώρας ( 14 ).
46.
Τουτέστιν, η προσχώρηση της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στην Ένωση είχε ως συνέπεια να υπαχθούν οι Βούλγαροι υπήκοοι από το καθεστώς υπηκόων τρίτης χώρας σε εκείνο των υπηκόων της Ένωσης. Η μεταβολή αυτή του καθεστώτος των Βουλγάρων υπηκόων δεν συνεπάγεται ότι η οδηγία 2004/114 έχει εφαρμογή ως προς αυτούς. Εντούτοις, από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 14, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου, αρχή προτιμήσεως των υπηκόων της Ένωσης προκύπτει ότι πρέπει απαραιτήτως να ληφθούν υπόψη οι όροι προσβάσεως στην αγορά εργασίας που θέτει η οδηγία 2004/114 ως ελάχιστο όριο που εφαρμόζεται επίσης σε έναν Βούλγαρο σπουδαστή κατά την περίοδο ισχύος των μεταβατικών μέτρων ( 15 ).
47.
Κατά συνέπεια, κατ’ εφαρμογή της αρχής προτιμήσεως των υπηκόων της Ένωσης, ένας Βούλγαρος υπήκοος, όπως αυτός στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν μπορεί να τυγχάνει λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως (αρχή που διατυπώνεται στην παράγραφο 14, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου) από ό,τι ένας υπήκοος τρίτης χώρας που βρίσκεται σε συγκρίσιμη κατάσταση. Επιπλέον, όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, πρέπει να είναι σε θέση να έχει τέτοια πρόσβαση όχι μόνον υπό όρους εξίσου ευνοϊκούς με τους εφαρμοζόμενους σε υπήκοο τρίτης χώρας, αλλά επίσης με προτεραιότητα έναντι του τελευταίου.
48.
Μολοταύτα, πρέπει να επισημανθεί ότι η έννοια «υπήκοος τρίτης χώρας» δεν μπορεί να αφορά πρόσωπα τα οποία, βάσει διεθνών συνθηκών που συνήφθησαν μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών, απολαύουν ίσης μεταχειρίσεως με τους υπηκόους της Ένωσης, όπως οι υπήκοοι των χωρών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ). Πράγματι, τυχόν αντίθετη ερμηνεία θα καθιστούσε ανενεργό το καθεστώς που προβλέπει το Πρωτόκολλο κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου και θα εγκυμονούσε τον κίνδυνο να στερηθεί σε μεγάλο βαθμό της πρακτικής της αποτελεσματικότητας η παράγραφος 14, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου, η οποία προβλέπει την εφαρμογή εθνικών μέτρων ή μέτρων που προκύπτουν από διμερείς συμφωνίες κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου ( 16 ).
49.
Στο πλαίσιο αυτό, κρίνω επίσης σκόπιμο να προσθέσω, αφενός, ότι κατ’ εφαρμογή της αρχής προτιμήσεως των υπηκόων της Ένωσης, είναι δυνατόν για τους ιδιώτες που τελούν σε παρόμοια κατάσταση με εκείνη της υποθέσεως της κύριας δίκης να επικαλεσθούν τις διατάξεις της οδηγίας 2004/114, οι οποίες, από απόψεως περιεχομένου, είναι απαλλαγμένες αιρέσεων και αρκούντως ακριβείς, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων στρεφόμενοι κατά του κράτους μέλους υποδοχής, στο μέτρο που πληρούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες καθορίζει η σχετική με το άμεσο αποτέλεσμα νομολογία του Δικαστηρίου ( 17 ).
50.
Αφετέρου, κατά πάγια νομολογία, τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο κατά το μέτρο του δυνατού υπό το φως του γράμματος και του σκοπού της εκάστοτε επίμαχης οδηγίας προς επίτευξη του αποτελέσματος που αυτή επιδιώκει. Επομένως, από την υποχρέωση αυτή σύμφωνης ερμηνείας απορρέει ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να ερμηνεύουν τις κρίσιμες διατάξεις του εθνικού δικαίου κατά τρόπο που πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας ( 18 ).
Γ – Επί της συμβατότητας εθνικής ρυθμίσεως όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη προς την οδηγία 2004/114
51.
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί κατά πόσον, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί του πρώτου ερωτήματος, το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως το άρθρο 17 της οδηγίας 2004/114, απαγορεύει ρύθμιση κράτους μέλους η οποία, όπως οι εφαρμοστέες στην υπόθεση της κύριας δίκης διατάξεις του AuslBG, προβλέπει συστηματικό έλεγχο της καταστάσεως της αγοράς εργασίας πριν από τη χορήγηση σε εργοδότη αδείας απασχολήσεως ενόψει της προσλήψεως σπουδαστή, ο οποίος διαμένει στο ομοσπονδιακό έδαφος ένα και πλέον έτος και η οποία, σε περίπτωση υπερβάσεως του ανώτατου αριθμού απασχολούμενων αλλοδαπών που ορίζεται για το συγκεκριμένο Land, εξαρτά, επιπλέον, τη χορήγηση αδείας απασχολήσεως αλλοδαπού από περαιτέρω προϋποθέσεις.
1. Επί της σχέσεως μεταξύ των σκοπών που επιδιώκει η οδηγία 2004/114 και των περιοριστικών μέτρων που προβλέπει η αυστριακή ρύθμιση
52.
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει, κατ’ αρχάς, να παρουσιασθούν οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει η οδηγία 2004/114.
53.
Κατά την έκτη και την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2004/114, αυτή αποσκοπεί στην ενθάρρυνση της κινητικότητας στο πλαίσιο της Ένωσης των υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές. Στόχος της κινητικότητας αυτής είναι η προβολή της Ευρώπης ως παγκόσμιου κέντρου αριστείας για τη γενική και την επαγγελματική εκπαίδευση. Στον τομέα αυτόν, πρόκειται περί μιας επιδιωκόμενης εκ μέρους της Ένωσης μετανάστευσης, η οποία είναι προσωρινή και ανεξάρτητη από την κατάσταση της αγοράς εργασίας.
54.
Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/114, επιτρέπεται στους σπουδαστές που εμπίπτουν στην οδηγία αυτή να ασκούν μισθωτή ή ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα εκτός ωραρίου σπουδών και με την επιφύλαξη των κανονισμών και προϋποθέσεων που εφαρμόζονται στη σχετική δραστηριότητα εντός του κράτους μέλους υποδοχής. Εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας παρέχει στους ενδιαφερόμενους υποκειμενικό δικαίωμα προσβάσεως στην απασχόληση, τουλάχιστον οσάκις δεν πρόκειται περί ασκήσεως ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας. Εντούτοις, η δεύτερη φράση της διατάξεως αυτής επιτρέπει στα οικεία κράτη μέλη, παρά τον κανόνα που τίθεται με την πρώτη φράση, να λαμβάνουν υπόψη την κατάσταση στην αγορά εργασίας τους. Το άρθρο 17, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει, επίσης, τη δυνατότητα να χορηγείται, ενδεχομένως, άδεια εκ των προτέρων στους σπουδαστές ή/και στους εργοδότες.
55.
Επιπλέον, οι παράγραφοι 2 έως 4 του άρθρου 17 της οδηγίας 2004/114 απαριθμούν τα μέτρα που επιτρέπεται να λαμβάνουν τα κράτη μέλη προκειμένου να ρυθμίσουν την πρόσβαση στην απασχόληση των σπουδαστών που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών. Φρονώ ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να τα εφαρμόσουν, κυρίως, ούτως ώστε να μην δημιουργήσουν οι σπουδαστές αυτοί δυσκολίες στην αγορά εργασίας τους ως πηγή πρόσθετου εργατικού δυναμικού.
56.
Μόνον αφού εξαντλήσει τις ανωτέρω δυνατότητες μπορεί το κράτος μέλος υποδοχής να επικαλεσθεί το άρθρο 17, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη φράση, της οδηγίας 2004/114, προκειμένου να λάβει υπόψη την κατάσταση στην αγορά εργασίας. Ως προς τούτο, φρονώ ότι η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί μόνον οσάκις πρόκειται περί εξαιρετικής περιπτώσεως, όπως προκύπτει από την δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας, και οσάκις τα σκοπούμενα μέτρα δικαιολογούνται και είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
57.
Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται όχι μόνον από την εν γένει οικονομία της οδηγίας 2004/114, αλλά, επίσης, από τον σκοπό που μνημονεύεται στην προαναφερθείσα δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη, κατά την οποία η πρόσβαση στην αγορά εργασίας θα πρέπει να είναι γενικός κανόνας στο πλαίσιο του συστήματος που καθιερώνει η οδηγία αυτή. Πράγματι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζεται η επίτευξη του κύριου σκοπού της εν λόγω οδηγίας, ο οποίος έγκειται στην ενθάρρυνση της κινητικότητας στο πλαίσιο της Ένωσης των υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές και στην προβολή της Ευρώπης ως παγκόσμιου κέντρου αριστείας για τη γενική και την επαγγελματική εκπαίδευση.
58.
Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη του γράμματος του άρθρου 17, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο,, της οδηγίας 2004/114, και των σκοπών που αυτή επιδιώκει, η εν λόγω διάταξη έχει την έννοια ότι η πρόσβαση στην αγορά εργασίας συνιστά τον εφαρμοστέο κανόνα σε σπουδαστές που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών μετά το πρώτο έτος διαμονής και ότι οι περιορισμοί στην πρόσβαση αυτή συνιστούν την εξαίρεση. Εξ αυτού συνάγεται ότι η συνεκτίμηση της καταστάσεως της αγοράς εργασίας είναι δυνατή μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις, που ανάγονται, παραδείγματος χάρη, στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας τομέας της αγοράς εργασίας ή μια περιφέρεια του κράτους μέλους υποδοχής, ή ακόμα σε μια άκρως εξαιρετική επιδείνωση της καταστάσεως της απασχόλησης σε εθνικό επίπεδο ( 19 ).
59.
Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρώ ότι το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επί της αντιφάσεως, που, κατά την κρίση του, υπάρχει μεταξύ του άρθρου 17, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη πρόταση, της οδηγίας 2004/114 και του άρθρου 17, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας.
60.
Προς επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων, πρέπει να ανατρέξουμε σε μια ερμηνεία που λαμβάνει υπόψη την εν γένει οικονομία και τους σκοπούς της οδηγίας 2004/114. Το άρθρο 17, παράγραφος 3, αυτής επιτρέπει τον περιορισμό της προσβάσεως στην αγορά εργασίας κατά τον πρώτο χρόνο της διαμονής που συνδέεται με σπουδές, χωρίς να απαιτείται ουδεμία άλλη δικαιολογία. Κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια δυνατότητα είναι απαραίτητη προκειμένου να αποτρέπονται οι καταχρήσεις της οδηγίας αυτής και να εξασφαλίζεται ότι οι σπουδές συνιστούν πράγματι τον κύριο λόγο διαμονής των ενδιαφερομένων στην εθνική επικράτεια. Ως προς τούτο, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας, η μετακίνηση για τους σκοπούς που αυτή προβλέπει, είναι εξ ορισμού προσωρινή και ανεξάρτητη από την κατάσταση της αγοράς εργασίας στο κράτος μέλος υποδοχής. Για αυτόν τον λόγο, μέχρι το τέλος του πρώτου έτους διαμονής, οι οικείοι σπουδαστές έχουν πρόσβαση σε οικονομικές δραστηριότητες μόνον υπό τους όρους και τους περιορισμούς που προβλέπει η εθνική νομοθεσία.
61.
Εντούτοις, ένα τέτοιο μέτρο, ορισμένης χρονικής ισχύος, είναι λιγότερο περιοριστικό από εκείνο που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη φράση, της ίδιας οδηγίας. Η συνεκτίμηση της καταστάσεως της αγοράς εργασίας στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, την οποία επιτρέπει η διάταξη αυτή, συνιστά πράγματι μια κατά παρέκκλιση διάταξη γενικού χαρακτήρα, μη περιοριζόμενη στο πρώτο έτος διαμονής που, όπως ήδη αναφέρθηκε, απαιτεί τη συνδρομή μιας εξαιρετικής καταστάσεως.
62.
Σε ό,τι αφορά την επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η εν λόγω ρύθμιση απαιτεί συστηματικό έλεγχο της αγοράς εργασίας ( 20 ). Ειδικότερα, δυνάμει της κρίσιμης εθνικής νομοθεσίας και, ιδίως, του άρθρου 4, παράγραφος 1, του ΑuslBG, πριν από τη χορήγηση άδειας απασχολήσεως, η αρμόδια αρχή υποχρεούται να εξακριβώσει, με συστηματικό τρόπο, κατά πόσον η κατάσταση και η εξέλιξη της αγοράς εργασίας απαγορεύουν την πλήρωση θέσεων απασχόλησης από σπουδαστές που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών.
63.
Αντιθέτως, κρίνω ότι η διάταξη του άρθρου 4ter, παράγραφος 1, του AuslBG, δυνάμει της οποίας η προαναφερθείσα έγκριση μπορεί να χορηγηθεί σε τέτοιον σπουδαστή μόνον εφόσον η κρίσιμη κενή θέση δεν δύναται να καλυφθεί από Αυστριακό υπήκοο ή αλλοδαπό που εξομοιούται προς Αυστριακό υπήκοο, όπως ο υπήκοος της Ένωσης, είναι δικαιολογημένη υπό το πρίσμα της αρχής προτιμήσεως των υπηκόων της Ένωσης, η οποία κατοχυρώνεται στο δίκαιο της Ένωσης και προβλέπεται, μεταξύ άλλων, στην παράγραφο 14, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου.
64.
Κατά συνέπεια, εθνική ρύθμιση έχουσα ως συνέπεια ότι οι εμπίπτοντες στην οδηγία 2004/114 σπουδαστές που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών δεν αποκτούν, ακόμα και κατά το τέλος του πρώτου τους έτους διαμονής, γενική πρόσβαση στην αγορά εργασίας, παρά μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις, δεν είναι συμβατή προς το άρθρο 17, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας.
2. Επί της δικαιολογήσεως των περιοριστικών μέτρων
65.
Δεν κρίνω επαρκή την προβολή γενικών εκτιμήσεων περί των χαρακτηριστικών της αγοράς εργασίας του οικείου κράτους μέλους, η οποία γίνεται με σκοπό να καταδειχθεί ότι υφίσταται εξαιρετική περίσταση, δικαιολογούσα τον συστηματικό έλεγχο της καταστάσεως της αγοράς εργασίας προκειμένου να χορηγηθεί άδεια απασχολήσεως σε σπουδαστή που είναι υπήκοος τρίτης χώρας.
66.
Ως προς τούτο, διευκρινίζω ότι τέτοια σφαιρική προσέγγιση δεν μπορεί να δικαιολογείται επαρκώς βάσει της ύπαρξης ενός —έστω υψηλού— επιπέδου ανεργίας στην εθνική αγορά εργασίας, εκτός αν πρόκειται περί εξαιρετικής καταστάσεως ( 21 ). Συγκεκριμένα, επισημαίνω ότι η οδηγία 2004/114 θεσπίσθηκε παρά το όχι αμελητέο επίπεδο ανεργίας που υπήρχε στο σύνολο των κρατών μελών της Ένωσης. Τέτοιες γενικές εκτιμήσεις δεν μπορούν, επομένως, να δικαιολογήσουν τα προβλεπόμενα στην επίμαχη εθνική ρύθμιση μέτρα.
67.
Όσον αφορά ειδικότερα το παραδεκτό του επίμαχου στην κύρια δίκη αυστριακού καθεστώτος, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, σε περίπτωση υπερβάσεως του ορισθέντος ανώτατου αριθμού αλλοδαπών εργαζομένων, η χορήγηση άδειας απασχολήσεως σε υπηκόους τρίτων χωρών εξαρτάται, πέραν του συστηματικού ελέγχου της καταστάσεως και της εξελίξεως της αγοράς εργασίας, από την εφαρμογή περαιτέρω όρων. Δεδομένου ότι η οδηγία 2004/114 απαγορεύει τον συστηματικό έλεγχο της καταστάσεως της αγοράς εργασίας, εκτιμώ ότι αποκλείει επίσης, κατά μείζονα λόγο, εθνικά μέτρα που υπερβαίνουν τον συστηματικό αυτόν έλεγχο και απαιτούν, επιπλέον, περαιτέρω όρους παρόμοιας φύσεως προς εκείνους που προβλέπει η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση για τη χορήγηση άδειας απασχολήσεως.
68.
Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, οσάκις τα κράτη μέλη υιοθετούν μέτρα εφαρμογής μιας κανονιστικής ρυθμίσεως της Ένωσης, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να ασκούν τη διακριτική τους ευχέρεια τηρώντας τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η αρχή της αναλογικότητας ( 22 ). Κατά την αρχή αυτή, τα μέτρα που τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να λαμβάνουν πρέπει να είναι πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξή του ( 23 ).
69.
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει εξάλλου να τονισθεί ότι δεν πρέπει να γίνεται χρήση της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών κατά τρόπο θίγοντα τους βασικούς σκοπούς της οδηγίας 2004/114, όπως αυτοί υπομνήσθηκαν ανωτέρω ( 24 ).
70.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων στοιχείων, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει κατά πόσον η εθνική κανονιστική ρύθμιση πληροί τις απαιτήσεις αυτές, ούτως ώστε να δικαιολογεί τα προβλεπόμενα από την εθνική ρύθμιση περιοριστικά μέτρα σχετικά με την πρόσβαση στην αυστριακή αγορά εργασίας των σπουδαστών που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών.
V – Πρόταση
71.
Υπό το πρίσμα των προεκτεθεισών σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof ως εξής:
«1)
H οδηγία 2004/114/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία δεν έχει εφαρμογή ως προς έναν Βούλγαρο φοιτητή προ της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εντούτοις, κατ’ εφαρμογή της αρχής προτιμήσεως των υπηκόων της Ένωσης, η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 14, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου σχετικά με τους όρους και τις λεπτομέρειες της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι διατάξεις της οδηγίας 2004/114 συνιστούν, κατά την προβλεπόμενη στην παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VI, σημείο 1, του εν λόγω Πρωτοκόλλου μεταβατική περίοδο, το ελάχιστο όριο για τον καθορισμό των όρων προσβάσεως των Βουλγάρων σπουδαστών στην αυστριακή αγορά εργασίας. Η εν λόγω αρχή επιτάσσει, ιδίως, να είναι σε θέση ο Βούλγαρος σπουδαστής να έχει τέτοια πρόσβαση, όχι μόνον υπό όρους εξίσου ευνοϊκούς με τους εφαρμοζόμενους σε υπήκοο τρίτης χώρας, αλλά, επιπλέον, με προτεραιότητα έναντι του τελευταίου.
2)
Το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, το άρθρο 17 της οδηγίας 2004/114 απαγορεύει εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει συστηματικό έλεγχο της καταστάσεως της αγοράς εργασίας πριν από τη χορήγηση σε εργοδότη αδείας απασχολήσεως ενόψει της προσλήψεως σπουδαστή που διαμένει στην εθνική επικράτεια ένα και πλέον έτος και η οποία, σε περίπτωση υπερβάσεως του ανώτατου ορίου απασχολούμενων αλλοδαπών που ορίζεται για τη συγκεκριμένη επικράτεια, εξαρτά, επιπλέον, τη χορήγηση τέτοιας αδείας απασχολήσεως από περαιτέρω προϋποθέσεις.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 2005, L 157, σ. 29. Το Πρωτόκολλο αυτό αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα Συνθήκης μεταξύ του Βασιλείου του Βελγίου, της Τσεχικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Δανίας, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ιρλανδίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, της Σλοβακικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας, του Βασιλείου της Σουηδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας (κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας για την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2005, L 157, σ. 11, στο εξής: Συνθήκη Προσχωρήσεως).
( 3 ) ΕΕ L 375, σ. 12.
( 4 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33.
( 5 ) BGBl. Ι, 100/2005.
( 6 ) Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το Arbeitsmarktservice έπρεπε, εν προκειμένω, να εφαρμόσει τον εν λόγω νόμο, όπως αυτός ίσχυε στις 30 Ιανουαρίου 2008, ημερομηνία κατά την οποία κινήθηκε η εθνική διοικητική διαδικασία συνεπεία της υποβολής της επίμαχης αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας απασχολήσεως. Σε ό,τι αφορά το άρθρο 4 του AuslBG, πρόκειται για τη μορφή που δημοσιεύθηκε στο BGBl. I, αριθ. 78/2007. Ως προς το άρθρο 4 ter του AuslBG, δημοσιεύθηκε στο BGBl. I, 28/2004.
( 7 ) Απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2010, C-546/07, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2010, σ. I-439, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, κατ’ αναλογία και αναφορικά με την ερμηνεία των ρητρών «standstill» στο πλαίσιο της συμφωνίας συνδέσεως ΕΟΚ/Τουρκίας, απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2011, C-256/11, Dereci κ.λπ. (Συλλογή 2011, σ. Ι-11315, σκέψη 88 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 8 ) Τουτέστιν, οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται τις διατάξεις οδηγίας έναντι κράτους μέλους μόνον μετά την παρέλευση της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-157/02, Rieser Internationale Transporte (Συλλογή 2004, σ. I-1477, σκέψη 69).
( 9 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, C-261/07 και C-299/07, VTB-VAB και Galatea (Συλλογή 2009, σ. I-2949, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και της 14ης Ιανουαρίου 2010, C-304/08, Plus Warenhandelsgesellschaft (Συλλογή 2010, σ. I-217, σκέψη 29).
( 10 ) Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-129/96 (Συλλογή 1997, σ. I-7411, σκέψη 45). Βλ., επίσης, απόφαση της 26ης Μαΐου 2011, C-165/09 έως C-167/09, Stichting Natuur en Milieu κ.λπ. (Συλλογή 2011, σ. Ι-4599, σκέψεις 78 και 79, καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 11 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 23ης Μαρτίου 1983, 77/82, Πεσκέλογλου (Συλλογή 1983, σ. 1085, σκέψεις 11 έως 14).
( 12 ) Αν δεν απατώμαι, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα περιέχει, προφανώς, μια μικρή ασάφεια, διότι, αντιθέτως προς ό,τι αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, η αρχή προτιμήσεως των υπηκόων της Ένωσης διατυπώνεται στην παράγραφο 14, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VI, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου περί προσχωρήσεως. Αντιθέτως, η παράγραφος 14, τρίτο εδάφιο, του εν λόγω παραρτήματος, στην οποία αναφέρεται το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, προβλέπει ότι οι Βούλγαροι διακινούμενοι εργαζόμενοι, οι οποίοι διαμένουν και εργάζονται νομίμως σε άλλο κράτος μέλος δεν πρέπει να υφίστανται πιο περιοριστική μεταχείριση από ό,τι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι τρίτων χωρών.
( 13 ) Η αρχή αυτή, κατά την οποία οι πράξεις του παράγωγου δικαίου διατηρούν τη νομική τους φύση κατά την προσχώρηση κρατών στην Ένωση, είναι καλά εδραιωμένη στο δίκαιο της Ένωσης. Διατυπώνεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του Πρωτοκόλλου, το οποίο προβλέπει ότι οι πράξεις που εξεδόθησαν από τα θεσμικά όργανα, στις οποίες αναφέρονται οι μεταβατικές διατάξεις που θεσπίζονται στο παρόν Πρωτόκολλο, διατηρούν τη νομική τους φύση. Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 4563, σκέψη 5).
( 14 ) Συναφώς, πρέπει να υπογραμμίσω ότι μια τέτοια προνομιακή μεταχείριση δεν συνιστά δυσμενή μεταχείριση εις βάρος των υπηκόων τρίτων χωρών, απαγορευμένη από το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ίδιο ισχύει όταν διατάξεις του παράγωγου δικαίου εφαρμόζονται στους υπηκόους τρίτων χωρών.
( 15 ) Στο πλαίσιο αυτό, σημειωτέον επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι διατάξεις Πράξεως Προσχωρήσεως οι οποίες επιτρέπουν παρέκκλιση από τους κανόνες της Συνθήκης πρέπει να ερμηνεύονται στενά υπό το πρίσμα των οικείων διατάξεων της Συνθήκης και να περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του στόχου της. Βλ., σχετικώς, απόφαση της 28ης Απριλίου 2009, C-420/07, Αποστολίδης (Συλλογή 2009, σ. I-3571, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Στην υπό κρίση υπόθεση, τούτο σημαίνει ότι το καθεστώς ενός Βούλγαρου υπηκόου δεν πρέπει να αποκλίνει από εκείνο των υπηκόων άλλων κρατών μελών παρά κατά το ελάχιστο δυνατόν.
( 16 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, C-307/09 έως C-309/09, Vicoplus κ.λπ. (Συλλογή 2011, σ. Ι-453, σκέψη 35).
( 17 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 3ης Μαρτίου 2011, C-203/10, Auto Nikolovi (Συλλογή 2011, σ. Ι-1083, σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και της 24ης Νοεμβρίου 2011, C-468/10 και C-469/10, ASNEF και FECEMD (Συλλογή 2011, σ. Ι-12181, σκέψη 51).
( 18 ) Βλ., μεταξύ άλλων, όσον αφορά την υποχρέωση σύμφωνης ερμηνείας, απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, C-378/07 έως C-380/07, Αγγελιδάκη κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. I-3071, σκέψεις 197 έως 207 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 19 ) Τουτέστιν, μια κατάσταση μπορεί να χαρακτηριστεί ως εξαιρετική σε τρεις τουλάχιστον υποθέσεις. Πρώτον, ενδέχεται να πρόκειται για περιφερειακό πρόβλημα, όταν το ποσοστό ανεργίας μιας περιφέρειας είναι αισθητώς υψηλότερο από το μέσο εθνικό ποσοστό. Δεύτερον, η εξαιρετική κατάσταση ενδέχεται να συνδέεται με τομεακή ανισορροπία, όταν ένας συγκεκριμένος τομέας της αγοράς εργασίας αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες. Τρίτον, τέλος, σε εθνικό επίπεδο, η κατάσταση της απασχόλησης ενδέχεται να επιδεινωθεί κατά εξαιρετικό τρόπο. Η επί του παρόντος επιδείνωση της καταστάσεως της απασχόλησης στην Ισπανία συνιστά χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση.
( 20 ) Σημειωτέον, επίσης, ότι με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 22ας Νοεμβρίου 2011, η υπόθεση C-568/10, Επιτροπή κατά Αυστρίας, διεγράφη από το πρωτόκολλο του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση αυτή, η Επιτροπή προσήψε στην Αυστριακή Δημοκρατία ότι, διατηρώντας σε ισχύ εθνικό της δίκαιο, όπως εξετέθη ανωτέρω, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε δυνάμει του άρθρου 17 της οδηγίας 2004/114. Εντούτοις, η Επιτροπή παραιτήθηκε από τη διαδικασία αυτή στις 4 Οκτωβρίου 2010, λόγω του ότι το άρθρο 4 του AuslBG τροποποιήθηκε και η διάταξη αυτή περιέχει πλέον κανόνα κατά τον οποίο η χορήγηση άδειας απασχολήσεως για σπουδαστές που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών δεν υπόκειται σε συστηματικό έλεγχο της αγοράς εργασίας.
( 21 ) Βλ. υποσημείωση στη σελίδα 19 των παρουσών προτάσεων.
( 22 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2011, C-145/10, Painer (Συλλογή 2011, σ. Ι-12533, σκέψη 105 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 23 ) Όπ.π. (σκέψη 106 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 24 ) Βλ., κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσα απόφαση Painer (σκέψη 107).
Full & Egal Universal Law Academy