ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JULIANE KOKOTT
της 19ης Ιουλίου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-26/11
Belgische Petroleum Unie VZW κ.λπ.
κατά
Belgische Staat
[αίτηση του Grondwettelijk Hof (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Καύσιμα — Υποχρέωση πωλήσεως βιοαιθανόλης — Οδηγία 98/70/EΚ — Ποιότητα βενζίνης και ντίζελ — Οδηγία 2003/30/EΚ — Βιοκαύσιμα — Κριτήρια αειφορίας — Οδηγία 98/34/EΚ — Διαδικασία γνωστοποιήσεως στον τομέα των κανόνων και των τεχνικών προτύπων και των κανονισμών σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών»
I – Εισαγωγή
1.
Καύσιμα, τα οποία παράγονται από πρώτες ύλες γεωργικής προελεύσεως, ήτοι τα λεγόμενα βιοκαύσιμα, μπορούν να προστατεύσουν το κλίμα, δεδομένου ότι κατά την καύση τους απελευθερώνεται μόνο διοξείδιο του άνθρακα το οποίο απορρόφησαν προηγουμένως από την ατμόσφαιρα τα χρησιμοποιούμενα για την παραγωγή τους φυτά. Δεδομένου ότι οι πρώτες ύλες μπορούν να παραχθούν σε ευρωπαϊκά εδάφη, η χρήση τους παρέχει στους Ευρωπαίους γεωργούς μια πρόσθετη πηγή εισοδήματος ενώ μειώνεται η εξάρτηση από το ορυκτό πετρέλαιο. Ως εκ τούτου, σκοπός της οδηγίας 2003/30/ΕΚ ( 2 ) (στο εξής: οδηγία περί βιοκαυσίμων) ήταν να προωθήσει την ενισχυμένη χρήση βιοκαυσίμων.
2.
Εντούτοις, ο Ευρωπαίος νομοθέτης αναγνώρισε εν τω μεταξύ ότι η χρήση βιοκαυσίμων έχει και ορισμένα μειονεκτήματα. Ως εκ τούτου, έδωσε μεν με την οδηγία 2009/28/ΕΚ ( 3 ) (στο εξής: οδηγία περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές) και την οδηγία 2009/30/EΚ ( 4 ) ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στον σκοπό της χρήσεως των βιοκαυσίμων, ωστόσο επέβαλε ταυτοχρόνως τα λεγόμενα κριτήρια αειφορίας. Σκοπός των κριτηρίων αυτών είναι να αποτρέψουν ορισμένες περιβαλλοντικές βλάβες στο πλαίσιο της παραγωγής βιοκαυσίμων, ιδίως όσον αφορά εδάφη με μεγάλη βιοποικιλότητα ή με μεγάλες ποσότητες αποθηκευμένου άνθρακα.
3.
Ολίγον μετά από την έκδοση των δυο τελευταίων οδηγιών, το Βέλγιο εισήγαγε τη λεγόμενη ποσόστωση σε βιοκαύσιμα. Βάσει της ρυθμίσεως αυτής, υποχρεώνονται οι επιχειρήσεις καυσίμων να διαθέτουν στην αγορά μια συγκεκριμένη ποσότητα βιοκαυσίμων ίση προς το 4 % της συνολικώς πωλούμενης ποσότητας των παραδοσιακών καυσίμων. Το ζήτημα που πλέον τίθεται είναι να διευκρινιστεί εάν η ρύθμιση αυτή συνάδει προς την οδηγία 98/70/EΚ ( 5 ) περί της ποιότητας των καυσίμων (στο εξής: οδηγία περί καυσίμων). Το ζήτημα αυτό παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι μόνο για το Βέλγιο, που είναι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, αλλά και για πολλά άλλα κράτη μέλη στα οποία ισχύει ένα παρεμφερές καθεστώς ( 6 ).
4.
Πέραν αυτού, λόγω της ημερομηνίας εισαγωγής της ποσοστώσεως σε βιοκαύσιμα στο Βέλγιο τίθενται ζητήματα σχετικά με τη διαχρονική ισχύ των οδηγιών. Επίσης, πρέπει να διευκρινιστεί αν το Βέλγιο διαβουλεύθηκε αρκούντως με την Επιτροπή, όπως επιτάσσει η οδηγία 98/34/ΕΚ ( 7 ), πριν θεσπίσει τις επίμαχες εν προκειμένω διατάξεις.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το δίκαιο της Ένωσης
1. Επί της οδηγίας περί καυσίμων
5.
Το πρώτο ερώτημα αφορά μεταξύ άλλων την οδηγία περί καυσίμων η οποία τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/30. Η τελευταία αυτή οδηγία άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο της 5, την εικοστή ημέρα από της δημοσιεύσεώς της στην Επίσημη Εφημερίδα Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ήτοι στις 25 Ιουνίου 2002, και έπρεπε, κατά το άρθρο της 4, να μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010.
6.
Το άρθρο 3 της τροποποιημένης οδηγίας περί καυσίμων ρυθμίζει τα της ποιότητας της βενζίνης. Η επιτρεπόμενη περιεκτικότητα σε αιθανόλη αποτελεί αντικείμενο της παραγράφου 3:
«Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους προμηθευτές να εξασφαλίζουν τη διάθεση στην αγορά βενζίνης με [...] μέγιστη περιεκτικότητα σε αιθανόλη 5 % έως το 2013 […] Εξασφαλίζουν την παροχή της δέουσας πληροφόρησης στους καταναλωτές όσον αφορά την περιεκτικότητα της βενζίνης σε βιοκαύσιμα και, ειδικότερα, την ενδεδειγμένη χρήση των διαφόρων μειγμάτων βενζίνης.»
7.
Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, και του παραρτήματος Ι της προϊσχύσασας οδηγίας περί καυσίμων ( 8 ) επιτρεπόταν επίσης η περιεκτικότητα σε αιθανόλη να ανέρχεται έως 5 %.
8.
Η ποιότητα του ντίζελ ρυθμίζεται στο άρθρο 4 της τροποποιημένης οδηγίας περί καυσίμων:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το καύσιμο ντίζελ να μπορεί να διατίθεται στην αγορά στο έδαφός τους, μόνο αν πληροί τις προδιαγραφές που καθορίζονται στο παράρτημα II.
Παρά τις απαιτήσεις του παραρτήματος ΙΙ, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τη διάθεση στην αγορά ντίζελ με περιεκτικότητα σε μεθυλεστέρες λιπαρών οξέων (FAME) μεγαλύτερη από 7 %.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την παροχή της δέουσας πληροφόρησης στους καταναλωτές όσον αφορά την περιεκτικότητα του καυσίμου ντίζελ σε βιοκαύσιμα, ιδίως σε FAME.
2. […]»
9.
Η οδηγία περί καυσίμων, ως είχε μέχρι τις 25 Ιουνίου 2009, δεν περιείχε κάποια ρύθμιση ως προς την περιεκτικότητα σε μεθυλεστέρες λιπαρών οξέων στο καύσιμο ντίζελ.
10.
Το μη τροποποιηθέν από την οδηγία 2009/30 άρθρο 5 της οδηγίας περί καυσίμων προβλέπει τη διάθεση στην αγορά καυσίμων:
«Κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύσει, να περιορίσει ή να αποτρέψει τη διάθεση στην αγορά των καυσίμων που πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.»
11.
Το επίσης μη τροποποιηθέν άρθρο 6 της οδηγίας περί καυσίμων παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν αυστηρότερες περιβαλλοντικές προδιαγραφές σε συγκεκριμένες περιοχές της επικράτειάς τους, εάν η ατμοσφαιρική ρύπανση ή η ρύπανση των υπόγειων υδάτων αποτελεί, ή ευλόγως μπορεί να αναμένεται ότι θα αποτελέσει, σοβαρό και επαναλαμβανόμενο πρόβλημα για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον. Η λήψη τέτοιων μέτρων χρήζει της εγκρίσεως της Επιτροπής. Κατά την εικοστή αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί καυσίμων, η διαδικασία αυτή διαφέρει από τη διαδικασία ενημερώσεως της οδηγίας 98/34.
12.
Στο πλαίσιο των επενεχθεισών διά της οδηγίας 2009/30 τροποποιήσεων της οδηγίας περί καυσίμων εισήχθησαν περαιτέρω διατάξεις ως προς τη χρήση βιοκαυσίμων. Το άρθρο 7α, παράγραφος 2, της οδηγίας περί καυσίμων υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μειώνουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που προέρχονται από καύσιμα:
«Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους προμηθευτές να μειώσουν όσο το δυνατόν πιο σταδιακά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κύκλου ζωής ανά μονάδα ενέργειας από το παρεχόμενο καύσιμο ή ενέργεια κατά 10 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020, σε σύγκριση με το βασικό πρότυπο καυσίμου που εμφαίνεται στην παράγραφο 5, στοιχείο βʹ. Η μείωση αυτή συνίσταται σε:
α)
6 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τους προμηθευτές όσον αφορά αυτή τη μείωση να συμμορφωθούν προς τους ακόλουθους ενδιάμεσους στόχους: 2 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2014 και 4 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017·
β)
επιπρόσθετο ενδεικτικό στόχο 2 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020, με την επιφύλαξη του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο ηʹ, που θα επιτευχθεί μέσω μιας ή αμφοτέρων των κάτωθι μεθόδων:
i)
παροχή ενέργειας για μεταφορές προς χρήση σε οιονδήποτε τύπο οδικού οχήματος ή μη οδικού κινητού μηχανήματος (περιλαμβανομένων των πλοίων εσωτερικής ναυσιπλοΐας), σε γεωργικούς και δασικούς ελκυστήρες και σκάφη αναψυχής·
ii)
χρήση οιασδήποτε τεχνολογίας (περιλαμβανομένης της τεχνολογίας δέσμευσης και αποθήκευσης του άνθρακα) ικανής να μειώσει τις ανά μονάδα ενέργειας εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής του καυσίμου ή της παρεχόμενης ενέργεια·
γ)
επιπρόσθετο ενδεικτικό στόχο 2 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020, με την επιφύλαξη του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, που θα επιτευχθεί μέσω των πιστωτικών μορίων τα οποία αγοράζονται διά του μηχανισμού καθαρής ανάπτυξης του πρωτοκόλλου του Κιότο, δυνάμει των όρων που τίθενται στην οδηγία 2003/87/ΕΚ […] για μειώσεις στον τομέα της προμήθειας καυσίμων.»
13.
Το άρθρο 7β της οδηγίας περί καυσίμων ρυθμίζει τα της χρήσεως βιοκαυσίμων προς επίτευξη των ανωτέρω σκοπών:
«1. Ασχέτως εάν οι πρώτες ύλες καλλιεργήθηκαν εντός ή εκτός του εδάφους της Κοινότητας, η ενέργεια από βιοκαύσιμα λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 7α μόνον εφόσον πληρούν τα κριτήρια αειφορίας των παραγράφων 2 έως 6 του παρόντος άρθρου.
[…]
(2) Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι τουλάχιστον 35 %.
[…]»
14.
Το άρθρο 7β, παράγραφοι 3 έως 5, της οδηγίας περί καυσίμων αποκλείει να λαμβάνονται υπόψη βιοκαύσιμα στηριζόμενα σε πρώτες ύλες προερχόμενες από εδάφη με υψηλή αξία βιοποικιλότητας ή από εδάφη υψηλών αποθεμάτων άνθρακα ή από αποστραγγισμένους για τον σκοπό αυτόν τυρφώνες. Κατά το άρθρο 7β, παράγραφος 6, πρέπει να τηρούνται συγκεκριμένες ρυθμίσεις της γεωργικής νομοθεσίας της Ένωσης.
2. Επί της οδηγίας περί βιοκαυσίμων
15.
Η οδηγία περί βιοκαυσίμων του 2003 ήταν η πρώτη ρύθμιση για την προώθηση των βιοκαυσίμων. Το άρθρο 3 καθορίζει τους σκοπούς που επιδιώκει η χρήση βιοκαυσίμων στον τομέα των μεταφορών:
α)
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι μια ελάχιστη αναλογία βιοκαυσίμων και άλλων ανανεώσιμων καυσίμων διατίθεται στις αγορές τους και καθορίζουν, προς τούτο, εθνικούς ενδεικτικούς στόχους.
β)
i)
Μια τιμή αναφοράς για τους στόχους αυτούς είναι 2 %, υπολογιζόμενη βάσει του ενεργειακού περιεχομένου, επί του συνόλου της βενζίνης και του πετρελαίου ντίζελ που διατίθεται στις αγορές τους προς χρήση στις μεταφορές έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005.
ii)
Μια τιμή αναφοράς για τους στόχους αυτούς είναι 5,75 % υπολογιζόμενη βάσει του ενεργειακού περιεχομένου, επί του συνόλου της βενζίνης και του πετρελαίου ντίζελ, προς χρήση στις μεταφορές, που διατίθενται στις αγορές τους μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010.»
3. Επί της οδηγίας περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές
16.
Η οδηγία περί βιοκαυσίμων αντικαταστάθηκε το 2009 από την οδηγία περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ( 9 ). Η οδηγία περιλαμβάνει αναλυτικούς κανόνες για την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και για τη συνεκτίμηση της ενέργειας από τις πηγές αυτές στο πλαίσιο της προστασίας του κλίματος. Οι κανόνες αυτοί αντιστοιχούν στις επενεχθείσες κατά την ίδια ημερομηνία τροποποιήσεις της οδηγίας περί καυσίμων.
17.
Το άρθρο 3, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, της οδηγίας περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές επιβάλλει συγκεκριμένη ποσόστωση όσον αφορά τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών:
«Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε όλες τις μορφές μεταφορών να αντιπροσωπεύει, το 2020, ποσοστό τουλάχιστον 10 % της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στις μεταφορές στο εν λόγω κράτος μέλος.»
18.
Το άρθρο 17 της οδηγίας περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές περιλαμβάνει τα αυτά κριτήρια αειφορίας με αυτά του άρθρου 7β της οδηγίας περί καυσίμων.
19.
Κατά τα λοιπά, το άρθρο 26, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές προβλέπει την κατάργηση της οδηγίας περί βιοκαυσίμων σε δύο στάδια:
«2. Στην οδηγία 2003/30/ΕΚ, το άρθρο 2, το άρθρο 3, παράγραφοι 2, 3 και 5, και τα άρθρα 5 και 6 διαγράφονται με ισχύ από την 1η Απριλίου 2010.
3. Οι οδηγίες 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ καταργούνται από την 1η Ιανουαρίου 2012.»
20.
Η οδηγία περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ετέθη σε ισχύ, δυνάμει του άρθρου 28, στις 25 Ιουνίου 2009, όπως ακριβώς και η οδηγία 2009/30, και έπρεπε, δυνάμει του άρθρου της 27, παράγραφος 1, να μεταφερθεί ως προς το ουσιαστικό περιεχόμενό της μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου 2010.
4. Επί της οδηγίας 98/34
21.
Βάσει της οδηγίας 98/34, τα κράτη μέλη πρέπει να διαβουλευθούν με την Επιτροπή προτού προβούν σε συγκεκριμένες ρυθμίσεις οι οποίες ενδέχεται να βλάψουν την εσωτερική αγορά.
22.
Το άρθρο 1 της οδηγίας 98/34 περιέχει τους βασικούς εννοιολογικούς ορισμούς:
«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
1.
“Προϊόν”: κάθε προϊόν βιομηχανικής κατασκευής, και κάθε γεωργικό προϊόν, συμπεριλαμβανομένων και των αλιευτικών προϊόντων·
[…]
3.
“Τεχνική προδιαγραφή”: η προδιαγραφή που περιέχεται σε έγγραφο στο οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως τα επίπεδα ποιότητας ή ιδιότητες χρήσης, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που ισχύουν για το προϊόν όσον αφορά την ονομασία πώλησης, την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και τις μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, τη σήμανση και το ετικετάρισμα, καθώς και τις διαδικασίες αξιολόγησης της πιστότητας.
[…]
4.
“Άλλη απαίτηση”: απαίτηση, εκτός των τεχνικών προδιαγραφών, επιβαλλόμενη σε ένα προϊόν, ιδίως για λόγους προστασίας των καταναλωτών ή του περιβάλλοντος, η οποία αφορά τον κύκλο ζωής του προϊόντος μετά τη διάθεσή του στην αγορά, όπως οι συνθήκες χρησιμοποίησης, ανακύκλωσης, επαναχρησιμοποίησης ή εξάλειψής του, εφόσον οι συνθήκες αυτές μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη σύνθεση ή τη φύση του προϊόντος, ή την εμπορία του.
[…]
11.
“Τεχνικός κανόνας”: τεχνική προδιαγραφή ή άλλη απαίτηση […] όπως επίσης, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 10, οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία ή χρήση ενός προϊόντος [...]
[…]».
23.
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/34 ρυθμίζει την υποχρέωση γνωστοποιήσεως:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 10, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν πάραυτα στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα, εκτός εάν πρόκειται απλώς για αυτούσια μεταφορά ενός διεθνούς ή ευρωπαϊκού προτύπου, οπότε αρκεί μια απλή πληροφόρηση ως προς το συγκεκριμένο πρότυπο. Επίσης, απευθύνουν στην Επιτροπή κοινοποίηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η θέσπιση ενός τέτοιου τεχνικού κανόνα, εκτός εάν οι λόγοι αυτοί συνάγονται ήδη από το ίδιο το σχέδιο.»
24.
Το άρθρο 10 της οδηγίας 98/34 περιλαμβάνει ορισμένες εξαιρέσεις από την υποχρέωση ενημερώσεως. Ιδιαίτερης μνείας χρήζει η εξαίρεση της παραγράφου 1, πρώτη περίπτωση:
«1. Τα άρθρα 8 και 9 δεν εφαρμόζονται στις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών ή στις εκούσιες συμφωνίες με τις οποίες τα κράτη μέλη:
—
συμμορφώνονται προς τις πράξεις δεσμευτικού χαρακτήρα της Ένωσης που έχουν ως αποτέλεσμα την έκδοση τεχνικών προδιαγραφών ή κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες.»
Β – Το βελγικό δίκαιο
25.
Η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης ποσόστωση σε βιοκαύσιμα καθορίζεται στον νόμο της 22ας Ιουλίου 2009 περί υποχρεωτικής αναμείξεως βιοκαυσίμου στα ορυκτά καύσιμα που τίθενται σε κατανάλωση ( 10 ).
26.
Το άρθρο 2, σημεία 5 έως 8, του ανωτέρω νόμου ορίζει τα διάφορα βιοκαύσιμα:
«5.
“FAME”: μεθυλεστέρες λιπαρών οξέων του κωδικού ΣΟ 3824 90 99, που πληρούν τις προδιαγραφές του κανόνα NBN-EN 14214,
6.
“βιοαιθανόλη”: αιθανόλη η οποία έχει παραχθεί από βιομάζα και/ή από βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα αποβλήτων του κωδικού ΣΟ 2207 10 00 με περιεκτικότητα αλκοόλης τουλάχιστον 99 % vol και η οποία πληροί τις προδιαγραφές του κανόνα NBN-EN 15376,
7.
“Bio-ETBE”: αιθυλο-τριτοταγής-βουτυλαιθέρας του κωδικού ΣΟ 2909 19 00, ο οποίος δεν είναι συνθετικής προελεύσεως και περιέχει 47 % vol βιοαιθανόλης,
8.
“αειφόρα βιοκαύσιμα”: βιοκαύσιμα τα οποία έχουν παραχθεί εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΚ) και πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια αειφορίας:
—
οι πρώτες ύλες πρέπει να προέρχονται από γεωργικές καλλιέργειες στις οποίες η χρήση λιπασμάτων και εντομοκτόνων έχει περιοριστεί στο ελάχιστο· η παραγωγή πρέπει να πληροί τουλάχιστον τις βασικές απαιτήσεις διαχειρίσεως, όπως αυτές καθορίζονται στον τίτλο «Περιβάλλον, υπό σημείο Α, και υπό σημείο 9 του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) 73/2009 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) 1290/2005, (ΕΚ) 247/2006, (ΕΚ) 378/2007 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003, καθώς και τις βασικές απαιτήσεις της καλής γεωργικής και περιβαλλοντικής καταστάσεως του παραρτήματος ΙΙΙ του ιδίου κανονισμού·
—
οι πρώτες ύλες δεν πρέπει να προέρχονται από γεωργικές εκτάσεις κείμενες εκτός της ΕΚ οι οποίες υπήρξαν αντικείμενο πρόσφατης αποψιλώσεως των δασών·
—
τα παραγόμενα βιοκαύσιμα πρέπει να έχουν ως συνέπεια τη σημαντική μείωση των εκπομπών CO2·
—
η παραγωγή βιοκαυσίμων πρέπει να πληροί τις επιβαλλόμενες από την ΕΕ τεχνικές προδιαγραφές όσον αφορά την τήρηση διατάξεων κοινωνικού και οικολογικού χαρακτήρα.
Με βασιλικό διάταγμα εκδιδόμενο κατόπιν προτάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου καθορίζονται τα αποδεικτικά μέσα και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, το χρονοδιάγραμμα και η διαδικασία υπολογισμού για τα προαναφερθέντα κριτήρια.»
27.
Τα άρθρα 4 και 5 περιλαμβάνουν τις ποσοστώσεις σε βιοκαύσιμα οι οποίες πρέπει να επιτυγχάνονται διά της προσμίξεώς τους με τα παραδοσιακά καύσιμα:
«Άρθρο 4. § 1. Κάθε καταχωρισμένη πετρελαϊκή εταιρία που θέτει σε κατανάλωση προϊόντα βενζίνης και/ή προϊόντα ντίζελ υποχρεούται να θέσει κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος σε κατανάλωση και μια ποσότητα αειφόρων βιοκαυσίμων ως εξής:
—
FAME μέχρι τουλάχιστον το 4 % vol της ποσότητας των προϊόντων ντίζελ που τέθηκαν σε κατανάλωση,
—
βιοαιθανόλης, καθαρής ή υπό τη μορφή bio-ETBE, μέχρι τουλάχιστον το 4 % vol της ποσότητας των προϊόντων βενζίνης που τέθηκαν σε κατανάλωση.
§ 2. […]
Άρθρο 5. Η κατά το άρθρο 4 θέση αειφόρων βιοκαυσίμων σε κατανάλωση γίνεται με πρόσμειξη με τα τιθέμενα σε κατανάλωση προϊόντα βενζίνης και/ή προϊόντα ντίζελ, τηρουμένων των προτύπων ΝΒΝ ΕΝ 590 για τα προϊόντα ντίζελ και ΝΒΝ ΕΝ 228 για τα προϊόντα βενζίνης.»
28.
Κατά το άρθρο 13, ο νόμος ίσχυσε κατ’ αρχάς από 1ης Ιουλίου 2009 έως 30 Ιουνίου 2011, ωστόσο η ισχύς του παρατάθηκε με βασιλικό διάταγμα της 23ης Ιουνίου 2011 ( 11 ) μέχρι τις 30 Ιουνίου 2013.
III – Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως
29.
Διάφορες βελγικές επιχειρήσεις στον τομέα των καυσίμων (στο εξής: Belgische Petroleum Unie κ.λπ.) αμφισβήτησαν ενώπιον του Grondwettelijk Hof (βελγικού Συνταγματικού Δικαστηρίου) τη νομιμότητα της ποσοστώσεως σε βιοκαύσιμα. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, το Grondwettelijk Hof υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1.
Πρέπει τα άρθρα 3, 4 και 5 της [οδηγίας περί καυσίμων], καθώς και, εν ανάγκη, το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και τα άρθρα 26, παράγραφος 2, 28 και 34 έως 36 ΣΛΕΕ, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αποκλείουν νομοθετική διάταξη βάσει της οποίας κάθε καταχωρισμένη πετρελαϊκή εταιρία που θέτει σε κατανάλωση προϊόντα βενζίνης και/ή προϊόντα ντίζελ υποχρεούται να θέσει κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος σε κατανάλωση και μια ποσότητα αειφόρων βιοκαυσίμων, δηλαδή βιοαιθανόλης, καθαρής ή υπό τη μορφή bio-ΕΤΒΕ, μέχρι τουλάχιστον το 4 % vol της ποσότητας των προϊόντων βενζίνης που τέθηκαν σε κατανάλωση, και FAME μέχρι τουλάχιστον το 4 % vol της ποσότητας των προϊόντων ντίζελ που τέθηκαν σε κατανάλωση;
2.
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει το άρθρο 8 της οδηγίας [98/34] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, παρά το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της ίδιας οδηγίας, επιβάλλει υποχρέωση γνωστοποιήσεως στην Επιτροπή του σχεδιαζόμενου κανόνα, βάσει του οποίου κάθε καταχωρισμένη πετρελαϊκή εταιρία που θέτει σε κατανάλωση προϊόντα βενζίνης και/ή προϊόντα ντίζελ υποχρεούται να θέσει κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος σε κατανάλωση και μια ποσότητα αειφόρων βιοκαυσίμων, δηλαδή βιοαιθανόλης, καθαρής ή υπό τη μορφή bio-ΕΤΒΕ, μέχρι τουλάχιστον το 4 % vol της ποσότητας των προϊόντων βενζίνης που τέθηκαν σε κατανάλωση, και FAME μέχρι τουλάχιστον το 4 % vol της ποσότητας των προϊόντων ντίζελ που τέθηκαν σε κατανάλωση;»
30.
Οι Belgische Petroleum Unie κ.λπ., οι Belgian Bioethanol Association VZW κ.λπ. (στο εξής: Belgian Bioethanol κ.λπ.), το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν υπομνήματα. Πλην των Κάτω Χωρών οι ως άνω μετέχοντες στη διαδικασία διατύπωσαν τις απόψεις τους και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Ιουνίου 2012.
IV – Νομική εκτίμηση
Α– Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
31.
Οι Belgian Bioethanol κ.λπ. έχουν επιφυλάξεις ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως, δεδομένου ότι ουδεμία σχέση έχει προς την ένδικη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον του Grondwettelijk Hof. Αντικείμενο της κύριας δίκης είναι η αιτίαση ότι συντρέχει προσβολή της εμπορικής και επιχειρηματικής ελευθερίας που κατοχυρώνει το βελγικό δίκαιο. Δεν προβλήθηκε ότι συντρέχει προσβολή των παρατεθεισών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης.
32.
Εντούτοις, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου που αυτό προσδιόρισε με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, απολαύουν τεκμηρίου λυσιτελείας. Το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο ουδόλως σχετίζεται με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή επίσης όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα σε αυτό ερωτήματα ( 12 ).
33.
Το Grondwettelijk Hof εκτιμά ότι θα συνέτρεχε προσβολή της εμπορικής και της επιχειρηματικής ελευθερίας, εάν η βελγική ποσόστωση σε βιοκαύσιμα αντέβαινε στις προπαρατεθείσες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, δεν θα ευσταθούσε η διαπίστωση ότι η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι προδήλως άσχετη προς το αντικείμενο της κύριας δίκης. Συνεπώς, είναι παραδεκτή.
Β – Επί της οδηγίας περί καυσίμων
34.
Με το πρώτο ερώτημά του, το Grondwettelijk Hof ερωτά μεταξύ άλλων εάν η ποσόστωση σε βιοκαύσιμα συνάδει προς τα άρθρα 3, 4 και 5 της οδηγίας περί καυσίμων. Το ερώτημα μνημονεύει μεν μόνον την υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 4 του επίμαχου βελγικού νόμου να διατίθεται στην αγορά μια συγκεκριμένη ποσόστωση σε βιοκαύσιμα, ωστόσο πρέπει ταυτοχρόνως να συνεκτιμάται ότι τούτο συμβαίνει δυνάμει του άρθρου 5 του νόμου μέσω προσμείξεως με τα παραδοσιακά καύσιμα.
1. Επί των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας περί καυσίμων
35.
Η βελγική ποσόστωση σε βιοκαύσιμα δεν θα ήταν σε κάθε περίπτωση νόμιμη, εάν τα μείγματα καυσίμων που προκύπτουν δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές για τη βενζίνη και το ντίζελ των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας περί καυσίμων.
36.
Βάσει της τροποποιηθείσας οδηγίας περί καυσίμων τούτο δεν παρουσιάζει προβλήματα. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, και το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ορίζουν αντιστοίχως τη μέγιστη περιεκτικότητα της αιθανόλης στη βενζίνη (5 %) και των μεθυλεστέρων λιπαρών οξέων στο ντίζελ (7 %). Η βελγική ρύθμιση που επιβάλλει να διατίθενται στην αγορά αντιστοίχως βιοκαύσιμα κατά ποσοστό 4 % διά της προσμείξεώς τους στα παραδοσιακά καύσιμα, δεν οδηγεί σε υπέρβαση των ορίων αυτών. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει αντίθεση.
37.
Βάσει της προϊσχύσασας οδηγίας περί καυσίμων, η κατάσταση θα ήταν διαφορετική. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, και το παράρτημα Ι επέτρεπαν μεν και στην περίπτωση της βενζίνης περιεκτικότητα σε αιθανόλη έως 5 %, εντούτοις δεν προβλεπόταν η πρόσμειξη μεθυλεστέρων λιπαρών οξέων με ντίζελ.
38.
Ωστόσο, δεδομένου ότι η βελγική ποσόστωση σε βιοκαύσιμα άρχισε να ισχύει από 1ης Ιουλίου 2009, η οδηγία 2009/30 περί τροποποιήσεως της οδηγίας περί καυσίμων είχε ήδη τροποποιήσει την οδηγία περί καυσίμων και, μεταξύ άλλων, τα κρίσιμα εν προκειμένω άρθρα 3 και 4. Οι τροποποιήσεις αυτές ετέθησαν σε ισχύ, ανεξαρτήτως της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, ευθύς αμέσως με τη νέα οδηγία ( 13 ). Ιδιαίτερες μεταβατικές διατάξεις, οι οποίες θα προέβλεπαν την παράταση της ισχύος των παλαιών διατάξεων για συγκεκριμένες περιπτώσεις, δεν υφίστανται. Ως εκ τούτου, τα προϊσχύσαντα άρθρα 3 και 4 δεν μπορούν πλέον να ληφθούν υπόψη ως κριτήριο της βελγικής ποσοστώσεως σε βιοκαύσιμα.
39.
Συνεπώς, βάσει της τροποποιηθείσας οδηγίας περί καυσίμων επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ποσόστωση σε βιοκαύσιμα συνάδει προς τα άρθρα της 3 και 4.
2. Επί του άρθρου 5 της οδηγίας περί καυσίμων
40.
Ωστόσο, οι μετέχοντες στη διαδικασία επικεντρώνονται στο άρθρο 5 της οδηγίας περί καυσίμων το οποίο δεν θίγεται από τις επενεχθείσες τροποποιήσεις στην οδηγία περί καυσίμων. Βάσει του άρθρου αυτού, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύσουν, να περιορίσουν ή να αποτρέψουν τη διάθεση στην αγορά καυσίμων που πληρούν τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας. Οι Belgische Petroleum Unie κ.λπ. υποστηρίζουν την άποψη ότι η υποχρέωση προσμείξεως βιοκαυσίμων περιορίζει τη διάθεση καυσίμων στην αγορά. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι τούτο συνιστά πρόσθετη προϋπόθεση για τη διάθεση στην αγορά καυσίμων τα οποία ήδη πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας.
α) Επί της ερμηνείας του άρθρου 5 της οδηγίας περί καυσίμων
41.
Η άποψη αυτή στηρίζεται στην απαγόρευση του περιορισμού των θεμελιωδών ελευθεριών που επέρχεται όταν το μέτρο δύναται να παρακωλύσει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το εμπόριο εντός της Ένωσης ( 14 ), ήτοι να εμποδίσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών ( 15 ). Πράγματι, εκ πρώτης όψεως δεν είναι άστοχο να θεωρηθεί ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν, με την εισαγωγή της απαγορεύσεως των περιορισμών στο άρθρο 5 της οδηγίας περί καυσίμων, να ευθυγραμμιστεί προς αυτές τις γνωστές απαγορεύσεις των περιορισμών. Επίσης, είναι σαφές ότι αυτή η διάταξη –ακριβώς όπως και το λοιπό παράγωγο δίκαιο– εν αμφιβολία πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο προς τα θεμελιώδη δικαιώματα.
42.
Εντούτοις, εντεύθεν δεν συνάγεται ότι το άρθρο 5 της οδηγίας περί καυσίμων πρέπει να νοηθεί ως μια θεμελιώδης ελευθερία και ότι, ως εκ τούτου, εμποδίζει οποιονδήποτε περιορισμό της διαθέσεως στην αγορά καυσίμων που πληρούν τις τεχνικές προδιαγραφές, πράγμα το οποίο βάσει του γράμματος της ρυθμίσεως θα ίσχυε και για αμιγώς εθνικές καταστάσεις. Πράγματι, οι θεμελιώδεις ελευθερίες του δικαίου της Ένωσης ( 16 ) έχουν έναν όλως διαφορετικό σκοπό από αυτόν της απαγορεύσεως των περιορισμών του άρθρου 5. Ο σκοπός αυτός συνάγεται, μεταξύ άλλων, από τη ρυθμιστική συνάφεια και τους σκοπούς της οδηγίας περί καυσίμων.
43.
Με την οδηγία περί καυσίμων δεν επιχειρείται η πλήρης εναρμόνιση του τομέα των καυσίμων. Αντιθέτως, βάσει της πρώτης αιτιολογικής σκέψεώς της επιχειρείται η εξίσωση των προδιαγραφών που ισχύουν για τα καύσιμα, ήτοι των ρυθμίσεων περί της συστάσεως και των ιδιοτήτων των καυσίμων προκειμένου να αποφευχθούν οι εμπορικοί περιορισμοί λόγω της εφαρμογής διαφορετικών κριτηρίων. Συνεπώς, είναι εύλογο η απαγόρευση των περιορισμών να αφορά μόνο ρυθμίσεις που έχουν ως αντικείμενο τις προδιαγραφές των καυσίμων.
44.
Περαιτέρω, υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί η μόνη ρητώς προβλεπόμενη εξαίρεση του άρθρου 6 της οδηγίας περί καυσίμων που αφορά μόνον τη θέσπιση αυστηρότερων περιβαλλοντικών προδιαγραφών. Εάν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να θεσπίσει με το άρθρο 5 μια γενική απαγόρευση των περιορισμών, τότε θα είχε προβλέψει αντιστοίχως μια γενική εξαίρεση. Η εξαίρεση αυτή θα περιελάμβανε και δυνητικούς περιορισμούς που δεν εμπίπτουν στο άρθρο 6, όπως π.χ. τιμολογιακές ρυθμίσεις, ρυθμίσεις για την ασφάλεια της διαθέσεως καυσίμων ή διατάξεις σχετικά με τη διαφήμιση των καυσίμων.
45.
Άλλες ρυθμίσεις του παράγωγου δικαίου, όπως είναι αυτές που αφορούν τη φορολόγηση των πετρελαιοειδών ( 17 ), επιβεβαιώνουν την περιορισμένη εμβέλεια της απαγορεύσεως των περιορισμών που επιβάλλει η οδηγία περί καυσίμων. Ακόμη και ένας τέτοιος φόρος θα έχρηζε αιτιολογήσεως στο πλαίσιο μιας ευρέως νοούμενης απαγορεύσεως των περιορισμών, ωστόσο ουδαμού θίγεται το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ φόρου και απαγορεύσεως των περιορισμών.
46.
Εν συνόψει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στο άρθρο 5 της οδηγίας περί καυσίμων αντίκεινται αποκλειστικώς ρυθμίσεις οι οποίες συνδέονται άμεσα με τις προδιαγραφές των καυσίμων.
β) Επί της εφαρμογής της απαγορεύσεως των περιορισμών βάσει του άρθρου 5 της οδηγίας περί καυσίμων
47.
Η επίμαχη βελγική ποσόστωση σε βιοκαύσιμα δεν περιλαμβάνει τύποις καμία πρόσθετη προδιαγραφή σε σχέση με τα καύσιμα. Το Βέλγιο, η Belgian Bioethanol Association και η Επιτροπή επισημαίνουν ορθώς ότι η υποχρέωση πωλήσεως βιοκαυσίμων μέσω προσμείξεως δεν αφορά ένα έκαστο λίτρο καυσίμου. Οι ίδιοι παραγωγοί μπορούν να αποφασίσουν εάν θα αναμείξουν κάθε λίτρο με 4 % βιοκαύσιμα ή εάν θα πωλούν ορισμένα μέρη χωρίς πρόσμειξη και εάν θα προσθέτουν σε ορισμένα άλλα μέρη αντιστοίχως μεγαλύτερη αναλογία βιοκαυσίμων.
48.
Εντούτοις, κατ’ αποτέλεσμα η βελγική ρύθμιση ισοδυναμεί με πρόσθετη προδιαγραφή για τα καύσιμα, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις καυσίμων πρέπει εν πάση περιπτώσει να αναμειγνύουν σε σημαντικές αναλογίες τις ποσότητες καυσίμων που διαθέτουν στην αγορά με βιοκαύσιμα. Το γεγονός ότι μπορούν να αναμειγνύουν συγκεκριμένες ποσότητες καυσίμων με διαφορετικές αναλογίες βιοκαυσίμων, μόνον εφόσον πωλούν εν συνόλω επαρκείς ποσότητες βιοκαυσίμων, χωρίς να υπερβαίνουν τα ανώτατα ποσοστά βάσει της οδηγίας περί καυσίμων, ουδόλως μεταβάλλει τη φύση της υποχρεώσεως: σημαντικές ποσότητες των πωλούμενων καυσίμων πρέπει να αναμειγνύονται με βιοκαύσιμα.
49.
Βεβαίως, οι Κάτω Χώρες επισημαίνουν ορισμένους άλλους τρόπους για τη διάθεση στην αγορά αντίστοιχων ποσοτήτων βιοκαυσίμων, πλην όμως αυτοί οι τρόποι δεν αποτελούν το αντικείμενο της κύριας δίκης. Πράγματι, βάσει του άρθρου 5 του βελγικού νόμου τα βιοκαύσιμα διατίθενται στην αγορά διά της προσμείξεώς τους με βενζίνη ή ντίζελ.
50.
Κατά τα λοιπά, σε παρεμφερές αποτέλεσμα κατέληξε και το Grondwettelijk Hof με τη διαπίστωσή του –που είναι ακριβώς ταυτόσημη με αυτήν που είχε καταλήξει κατά το παρελθόν στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας και το βελγικό Raad van State ( 18 )– ότι η βελγική ρύθμιση αποτελεί «πρότυπο που αφορά προϊόν» κατά την έννοια των διατάξεων περί της εσωτερικής κατανομής αρμοδιοτήτων ( 19 ).
51.
Αυτή η πρόσθετη προδιαγραφή για τα καύσιμα περιορίζει τη διάθεση στην αγορά καυσίμων που πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας περί καυσίμων. Καθίσταται λιγότερο ελκυστική η διάθεση των καυσίμων αυτών στην αγορά, όταν η επιχείρηση καυσίμων υποχρεούται να πωλεί βιοκαύσιμα σε ποσοστό 4 %. Η συμμόρφωση προς την ανωτέρω υποχρέωση θα μπορούσε να συνδέεται με αυξημένες δαπάνες ή επιπλέον κινδύνους.
52.
Συνεπώς, η ποσόστωση σε βιοκαύσιμα περιορίζει κατ’ αρχήν, κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας περί καυσίμων, τη διάθεση καυσίμων στην αγορά.
γ) Επί των πιθανών εξαιρέσεων από την απαγόρευση των περιορισμών του άρθρου 5 της οδηγίας περί καυσίμων
53.
Εντούτοις, απομένει να εξεταστεί αν η ποσόστωση σε βιοκαύσιμα εμπίπτει σε κάποια εξαίρεση από την απαγόρευση των περιορισμών του άρθρου 5 της οδηγίας περί καυσίμων. Εξαιρέσεις μπορούν να προκύπτουν από τις διατάξεις της οδηγίας αυτής ή από άλλες οδηγίες.
i) Επί των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας περί καυσίμων
54.
Τα άρθρα 3, παράγραφος 3, και 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας περί καυσίμων δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εισάγουν εξαίρεση στο άρθρο 5. Βάσει των διατάξεων αυτών, τα κράτη μέλη υποχρεούνται μεν να επιτρέπουν τέτοιου είδους προσμείξεις, εντούτοις δεν συνάγεται με σαφήνεια εντεύθεν ότι εξουσιοδοτούνται να απαιτούν την πρόσμειξη με βιοκαύσιμα.
ii) Επί του άρθρου 6 της οδηγίας περί καυσίμων
55.
Επίσης δεν είναι προφανές ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί η εξαίρεση που εισάγει το άρθρο 6 της οδηγίας περί καυσίμων ως προς την τήρηση αυστηρότερων περιβαλλοντικών προδιαγραφών για τα καύσιμα. Πράγματι, δεν υφίσταται η αναγκαία προς τούτο έγκριση της Επιτροπής. Η πολλάκις αναφερθείσα στο πλαίσιο της διαδικασίας γνώμη της Επιτροπής της 15ης Αυγούστου 2007 επί προγενέστερου βελγικού νομοσχεδίου ( 20 ) δεν εξεδόθη βάσει του άρθρου 6, αλλά βάσει της διαδικασίας της οδηγίας 98/34. Ούτε η γνώμη αυτή περιελάμβανε έγκριση της βελγικής ποσοστώσεως σε βιοκαύσιμα από την Επιτροπή.
iii) Επί των άρθρων 7α και 7β της οδηγίας περί καυσίμων
56.
Ωστόσο, η ποσόστωση σε βιοκαύσιμα δεν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 7α, παράγραφος 2, της οδηγίας περί καυσίμων. Βάσει της διατάξεως αυτής, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να απαιτούν από τους προμηθευτές ενέργειας να μειώσουν κατά συγκεκριμένα ποσοστά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ανά μονάδα ενέργειας από το παρεχόμενο καύσιμο. Η ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2009/30, η οποία περιέλαβε τον σκοπό αυτό μεταξύ των σκοπών που επιδιώκονται με την οδηγία, υπογραμμίζει ότι η επίτευξή του είναι εφικτή, τουλάχιστον εν μέρει, διά της χρήσεως βιοκαυσίμων. Ως εκ τούτου, το άρθρο 7β, παράγραφος 2, της οδηγίας περί καυσίμων απαιτεί όπως η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων είναι, κατ’ αρχάς, τουλάχιστον 35 %, εν συνεχεία 50 και, τέλος, 60 %. Επομένως, δεν αντιβαίνει στην οδηγία περί καυσίμων και, ειδικότερα, στο άρθρο της 5 η υποχρεωτική χρήση βιοκαυσίμων από τις εταιρίες εμπορίας καυσίμων.
57.
Η προθεσμία για τη μεταφορά των διατάξεων αυτών δεν είχε μεν εισέτι παρέλθει κατά την έκδοση της βελγικής διατάξεως για την ποσόστωση σε βιοκαύσιμα. Ωστόσο, η οδηγία παράγει έννομες συνέπειες έναντι των κρατών μελών από της θέσεώς της σε ισχύ ( 21 ) και μπορεί φυσικά να μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη και πριν από την ημερομηνία αυτή ( 22 ). Ως εκ τούτου, το Βέλγιο μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 7α, παράγραφος 2, και πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
58.
Εξάλλου, όπως ορθώς επισημαίνουν οι Belgische Petroleum Unie κ.λπ., είναι δυνατό να λαμβάνονται επίσης υπόψη τα βιοκαύσιμα προς εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, βάσει του άρθρου 7β, παράγραφος 1, της οδηγίας περί καυσίμων, μόνο στο μέτρο που τα βιοκαύσιμα αυτά έχουν παραχθεί βάσει των κριτηρίων αειφορίας που ορίζει το άρθρο 7β, παράγραφοι 3 έως 6. Τα κριτήρια αυτά απαγορεύουν, μεταξύ άλλων, να χρησιμοποιούνται ορισμένα εδάφη υψηλής αξίας για το περιβάλλον, και απαιτούν –κατά την παραγωγή βιοκαυσίμων ή αντίστοιχων πρώτων υλών εντός της Ένωσης– να τηρείται η γεωργική και περιβαλλοντική νομοθεσία της Ένωσης.
59.
Συνεπώς, η βελγική ποσόστωση σε βιοκαύσιμα δεν εμπίπτει μόνο στο άρθρο 7α, παράγραφος 2, της οδηγίας περί καυσίμων, όταν διασφαλίζεται ότι τα βιοκαύσιμα ή οι χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες έχουν παραχθεί κατ’ εφαρμογήν των κριτηρίων αειφορίας του άρθρου 7β, παράγραφοι 3 έως 6.
60.
Το εάν τούτο διασφαλίζεται από τις βελγικές διατάξεις δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και δεν μπορεί ούτε να εξεταστεί βάσει των στοιχείων που παρατίθενται στη διάταξη περί παραπομπής. Συνεπώς, το ερώτημα αυτό πρέπει να ερευνηθεί από το Grondwettelijk Hof. Ωστόσο, δεν είναι προφανές ότι ο ορισμός των αειφόρων βιοκαυσίμων του άρθρου 2, σημείο 8, του βελγικού νόμου της 22ας Ιουλίου 2009 επαρκεί προς τούτο.
iv) Επί της οδηγίας περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές
61.
Για την οδηγία περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ισχύει κατ’ αρχήν το αυτό που ισχύει για τα άρθρα 7α και 7β της οδηγίας περί καυσίμων. Η ποσόστωση σε βιοκαύσιμα αποτελεί ένα μέσο το οποίο συμβάλλει στην επίτευξη της ποσοστώσεως στη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον τομέα των μεταφορών βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας. Ωστόσο, συναφώς λαμβάνονται υπόψη μόνο βιοκαύσιμα τα οποία έχουν παραχθεί κατ’ εφαρμογήν των κριτηρίων αειφορίας. Συνεπώς, τυχόν εφαρμογή της οδηγίας αυτής ουδόλως θα μπορούσε να μεταβάλει το αποτέλεσμα του διενεργηθέντος βάσει της οδηγίας περί καυσίμων ελέγχου.
v) Επί του άρθρου 3 της οδηγίας περί βιοκαυσίμων
62.
Εάν θεωρηθεί ότι δεν διασφαλίζεται η τήρηση των κριτηρίων αειφορίας, τότε θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να εξεταστεί το ενδεχόμενο να στηριχθεί η ποσόστωση σε βιοκαύσιμα στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί βιοκαυσίμων του 2003. Βάσει της διατάξεως αυτής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν, στον τομέα των μεταφορών διά του καθορισμού ορισμένων εθνικών τιμών αναφοράς, ότι μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010 έχει επιτευχθεί μια ελάχιστη αναλογία βιοκαυσίμων της τάξεως του 5,75 % επί του συνόλου της βενζίνης και του πετρελαίου ντίζελ που διατίθενται στις εθνικές αγορές.
63.
Όπως απεφάνθη το Δικαστήριο, η οδηγία περί καυσίμων δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη τα μέσα για την επίτευξη των ενδεικτικών αυτών τιμών, αλλά τους παρέχει συναφώς τη δυνατότητα να επιλέξουν ελεύθερα το είδος των μέτρων που θα λάβουν, αναγνωρίζοντάς τους κατ’ αυτόν τον τρόπο ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο καθορισμός μιας υποχρεωτικής ποσοστώσεως σε βιοκαύσιμα όσον αφορά τις επιχειρήσεις πετρελαιοειδών αποτελεί πρόσφορο μέσο ( 23 ). Ως εκ τούτου, μια τέτοια ποσόστωση δεν αντιβαίνει κατ’ αρχήν στην απαγόρευση των περιορισμών του άρθρου 5 της οδηγίας περί καυσίμων.
64.
Η εικοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί καυσίμων υπενθυμίζει ότι οι πολιτικές των κρατών μελών για την προώθηση της χρήσεως των βιοκαυσίμων δεν θα πρέπει να οδηγούν στην απαγόρευση της ελεύθερης διακινήσεως των καυσίμων τα οποία πληρούν τις εναρμονισμένες περιβαλλοντικές προδιαγραφές όπως καθορίζονται στην κοινοτική νομοθεσία. Η οδηγία περί βιοκαυσίμων πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα μέτρα για την εφαρμογή της συνάδουν προς την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων που κατοχυρώνει το άρθρο 34 ΣΛΕΕ ( 24 ). Συνεπώς, δεν πρέπει να εισάγουν παράνομους περιορισμούς στο εμπόριο καυσίμων.
65.
Όπως προελέχθη, η ποσόστωση σε βιοκαύσιμα καθιστά λιγότερο ελκυστικό το εμπόριο των παραδοσιακών καυσίμων τα οποία πληρούν τις προδιαγραφές της οδηγίας περί καυσίμων ( 25 ). Ως εκ τούτου, η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως εκκινεί προφανώς από την παραδοχή ότι οι επίμαχες βελγικές διατάξεις περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών ( 26 ), ήτοι ότι η ποσόστωση εκτείνεται εξίσου στα εισαγόμενα καύσιμα όπως ακριβώς και σε αυτά που διατίθενται στην αγορά της ημεδαπής. Ωστόσο, έστω και αν η ποσόστωση σε βιοκαύσιμα κάλυπτε μόνον την ημεδαπή παραγωγή καυσίμων, θα μπορούσε τουλάχιστον εμμέσως να περιορίσει την εισαγωγή αργού πετρελαίου ή άλλων πρόδρομων προϊόντων για την παραγωγή καυσίμων. Πράγματι, θα ήταν λιγότερο ελκυστική η παραγωγή καυσίμων για την κατανάλωση στην ημεδαπή από τα εν λόγω προϊόντα.
66.
Εθνικά μέτρα δυνάμενα να παρακωλύσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο μπορούν να δικαιολογηθούν για επιτακτικούς λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, εφόσον τα μέτρα αυτά είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό ( 27 ).
67.
Εάν ο νομοθέτης της Ένωσης έχει ήδη προβεί στην έκδοση σχετικών ρυθμίσεων, τότε αυτές στηρίζουν μια τέτοια δικαιολόγηση, ωστόσο, πρέπει και να τηρούνται ( 28 ).
68.
Όπως συνάγεται από την απόφαση Plantanol ( 29 ) επί της οδηγίας περί καυσίμων, τα κράτη μέλη μπορούσαν κατ’ αρχάς να δεχθούν ότι μια ποσόστωση σε βιοκαύσιμα, στο πλαίσιο των προβλεπόμενων ανώτατων ορίων χωρίς περαιτέρω περιορισμούς, ήταν δικαιολογημένη από την επιτακτική ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος.
69.
Το εισαχθέν εν τω μεταξύ άρθρο 7β, παράγραφοι 3 έως 6, της οδηγίας περί καυσίμων και το άρθρο 17 της οδηγίας περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία αντικατέστησε την οδηγία περί βιοκαυσίμων καταδεικνύουν ωστόσο ότι στο μεσοδιάστημα η Ένωση είχε παύσει πλέον να αναγνωρίζει άνευ ετέρου τη χρήση βιοκαυσίμων ως επιτακτική ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος. Κατά την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2009/30 και την εξηκοστή ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, πρέπει τα εδάφη με βιοποικιλότητα να προστατεύονται ώστε να μην καταστραφούν από την παραγωγή πρώτων υλών για την παρασκευή βιοκαυσίμων. Το αυτό ισχύει βάσει της δωδέκατης και της δέκατης τέταρτης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας 2009/30 και της εβδομηκοστής και εβδομηκοστής δεύτερης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε σχέση με εδάφη για εκτάσεις με μεγάλα αποθέματα γαιάνθρακα ή άνθρακα στη βλάστηση, δεδομένου ότι οι αρνητικές συνέπειες της απελευθερώσεως στην ατμόσφαιρα αυτού του άνθρακα ενδέχεται να υπερβαίνουν τα πλεονεκτήματα που έχει η χρήση βιοκαυσίμων.
70.
Αυτές οι προσφάτως τονισθείσες διαπιστώσεις περί των κινδύνων της προωθήσεως των βιοκαυσίμων είχαν μεν βαρύτητα και πριν από την έκδοση των δύο οδηγιών του 2009, ωστόσο έπρεπε να έχουν περιέλθει σε γνώση των κρατών μελών το αργότερο από της ημερομηνίας αυτής. Ως εκ τούτου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση της δικαιολογήσεως των περιορισμών της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος.
71.
Ωστόσο, οι προθεσμίες για τη μεταφορά των οδηγιών αναγνωρίζουν ότι απαιτείται χρόνος για την προσαρμογή του εσωτερικού δικαίου. Συνεπώς, για την εκτίμηση υφιστάμενων ρυθμίσεων είναι σημαντικά τα κριτήρια αειφορίας από της λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς των οδηγιών αυτών, ήτοι από της 30ής Δεκεμβρίου 2010 που είναι η καταληκτική ημερομηνία για τη μεταφορά των τροποποιήσεων επί της οδηγίας περί καυσίμων.
72.
Εντούτοις, τούτο δεν ισχύει για τους νέους περιορισμούς, όπως είναι η βελγική ποσόστωση σε βιοκαύσιμα, η οποία εξεδόθη μετά από τη θέση σε ισχύ της οδηγίας περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και της οδηγίας 2009/30.
73.
Κατά την ανωτέρω ημερομηνία, τα κράτη μέλη δεν ήσαν μεν υποχρεωμένα να θεσπίσουν τα μέτρα για τη μεταφορά των οδηγιών πριν από τη λήξη της προβλεπόμενης προς τούτο προθεσμίας. Ωστόσο, από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 288, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και από τις ίδιες τις οδηγίες συναγόταν ότι ήσαν υποχρεωμένα κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να διακυβεύσουν σοβαρά το επιδιωκόμενο από την οδηγία αυτή αποτέλεσμα ( 30 ).
74.
Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι αυτή η «απαγόρευση της ματαιώσεως των σκοπών μιας οδηγίας» ( 31 ) εμπόδιζε την εκ νέου εισαγωγή μιας ποσοστώσεως σε βιοκαύσιμα άνευ τηρήσεως των κριτηρίων αειφορίας. Πράγματι, ενδεχομένως η αυξημένη ζήτηση σε βιοκαύσιμα είχε ως αποτέλεσμα να προκληθούν μη αναστρέψιμες καταστροφές των οποίων την αποτροπή σκοπούσε η εφαρμογή των κριτηρίων αειφορίας.
75.
Ωστόσο, το κατά πόσον έχει εφαρμογή η απαγόρευση της ματαιώσεως των σκοπών μιας οδηγίας, δεν είναι ανάγκη να αποτελέσει αντικείμενο μιας τελικής κρίσεως. Πράγματι, εν προκειμένω δεν εξετάζεται το κατά πόσον αντιβαίνει στην οδηγία περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και στην οδηγία 2009/30 η βελγική ποσόστωση σε βιοκαύσιμα, αλλά κατά πόσον ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών μέσω της βελγικής ποσοστώσεως σε καύσιμα μπορεί να δικαιολογηθεί από την επιτακτική ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος και, ως εκ τούτου, κατά πόσον η οδηγία περί βιοκαυσίμων επιτρέπει την απόκλιση από την απαγόρευση των περιορισμών του άρθρου 5 της οδηγίας περί καυσίμων. Στο πλαίσιο της ερμηνείας αυτού του δικαιολογητικού λόγου πρέπει να συνεκτιμηθούν άνευ ετέρου οι περιλαμβανόμενες σε ισχύοντα νομοθετήματα αξιολογήσεις του νομοθέτη της Ένωσης. Συναφώς, δεν απαιτείται ούτε η προσφυγή στην απαγόρευση της ματαιώσεως των σκοπών μιας οδηγίας ούτε πρέπει να αναμένεται η λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της ( 32 ).
76.
Εντεύθεν συνάγεται ότι το Βέλγιο μπορεί να επικαλεστεί τον αιτιολογικό λόγο της οδηγίας περί βιοκαυσίμων μόνον εάν η ποσόστωση σε βιοκαύσιμα τηρεί τα κριτήρια αειφορίας.
77.
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν δεχτεί την άποψή μου ότι στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί βιοκαυσίμων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια αειφορίας, πρέπει να τονιστεί ότι οποιαδήποτε δικαιολόγηση στηριζόμενη στην εν λόγω οδηγία δεν μπορεί να προβληθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 2012, δεδομένου ότι καταργήθηκε κατά την ανωτέρω ημερομηνία με το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
vi) Επί του άρθρου 193 ΣΛΕΕ
78.
Το Βέλγιο επικαλείται μεν και το άρθρο 193 ΣΛΕΕ, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν ενισχυμένα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος. Εντούτοις, μια ποσόστωση σε βιοκαύσιμα που δεν πληροί τα κριτήρια αειφορίας δεν αποτελεί αυστηρότερο προστατευτικό μέτρο, αλλά αποδυναμώνει την προστασία του περιβάλλοντος έναντι του επιπέδου προστασίας που πρέπει να υφίσταται εντός της Ένωσης.
79.
Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 193 ΣΛΕΕ ισχύει μόνο σε σχέση προς τα περιβαλλοντικά μέτρα της Ένωσης τα οποία ερείδονται επί του άρθρου 192 ΣΛΕΕ. Ωστόσο, τα κριτήρια αειφορίας στηρίχθηκαν, βάσει της ενενηκοστής πέμπτης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας περί προωθήσεως της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και της εικοστής τρίτης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας 2009/30, στο άρθρο 114 ΣΛΕΕ που παρέχει την απαιτούμενη αρμοδιότητα για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Στην περίπτωση αυτή, η λήψη αυστηρότερων προστατευτικών μέτρων επιτρέπεται μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 114, παράγραφοι 5 έως 7, ΣΛΕΕ. Εντούτοις, οι προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών δεν συντρέχουν εν προκειμένω και για τον λόγο ότι το Βέλγιο δεν υπέβαλε ανάλογο αίτημα προς την Επιτροπή.
vii) Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα
80.
Συνεπώς, η βελγική ποσόστωση σε καύσιμα συνάδει προς την οδηγία περί καυσίμων μόνον εάν τηρούνται τα κριτήρια αειφορίας του άρθρου 7β, παράγραφοι 3 έως 6.
3. Επί των παρατεθεισών διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου
81.
Δεν είναι αναγκαία η χωριστή εξέταση των επικουρικώς παρατιθέμενων από το Grondwettelijk Hof διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου, ήτοι του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και των άρθρων 26, παράγραφος 2, 28, καθώς και 34 έως 36 ΣΛΕΕ. Εάν η βελγική ποσόστωση σε βιοκαύσιμα πληροί τα κριτήρια αειφορίας, είναι σύμφωνη και προς την εσωτερική αγορά, δεδομένου ότι σκοπεί στη μεταφορά μιας μη αμφισβητηθείσας υποχρεώσεως του παράγωγου δικαίου. Αντιθέτως, εάν δεν πληροί τα κριτήρια αειφορίας, τότε δεν είναι σύννομη ήδη βάσει του παράγωγου δικαίου.
4. Επί της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα
82.
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι τα άρθρα 3, 4, 5, 7α και 7β της οδηγίας περί καυσίμων πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν αντιβαίνει σε αυτά διάταξη νόμου θεσπισθείσα μετά την 25η Ιουνίου 2009 βάσει της οποίας οι καταχωρισμένες εταιρίες πετρελαιοειδών που θέτουν σε κατανάλωση προϊόντα βενζίνης και/ή προϊόντα ντίζελ υποχρεούνται να θέσουν κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος σε κατανάλωση και μια συγκεκριμένη ποσότητα αειφόρων βιοκαυσίμων, και δη βιοαιθανόλης, καθαρής ή υπό τη μορφή bio-ΕΤΒΕ, μέχρι τουλάχιστον το 4 % vol της ποσότητας των προϊόντων βενζίνης που τέθηκαν σε κατανάλωση, καθώς και μεθυλεστέρων λιπαρών οξέων μέχρι τουλάχιστον το 4 % vol της ποσότητας των προϊόντων ντίζελ που τέθηκαν σε κατανάλωση μέσω προσμείξεως με βενζίνη ή ντίζελ, εφόσον κατά την παρασκευή αυτών των βιοκαυσίμων τηρούνται τα κριτήρια αειφορίας του άρθρου 7β της εν λόγω οδηγίας.
Γ – Επί της διαβουλεύσεως με την Επιτροπή
83.
Με το δεύτερο ερώτημά του, το Grondwettelijk Hof ζητεί να διευκρινιστεί εάν το Βέλγιο έπρεπε να διαβουλευθεί με την Επιτροπή βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/34 επί των επίμαχων ρυθμίσεων περί της εισαγωγής της ποσοστώσεως σε βιοκαύσιμα, προτού τεθούν σε ισχύ οι εν λόγω ρυθμίσεις.
84.
Το άρθρο 8 της οδηγίας 98/34 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να γνωστοποιούν πάραυτα στην Επιτροπή οποιοδήποτε σχέδιο τεχνικού κανόνα.
85.
Κατά πάγια νομολογία γίνεται δεκτό ότι η οδηγία 98/34 αποσκοπεί στη μέσω προληπτικού ελέγχου προστασία της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Ένωσης. Ο έλεγχος αυτός είναι σκόπιμος, καθόσον οι τεχνικοί κανόνες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας μπορεί να αποτελούν εμπόδια στο μεταξύ κρατών μελών εμπόριο, τα οποία δεν μπορούν να επιτραπούν παρά μόνον εάν είναι αναγκαία για την ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών προς εξυπηρέτηση ενός σκοπού γενικού συμφέροντος ( 33 ).
86.
Δεδομένου ότι η κατ’ άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/34 υποχρέωση γνωστοποιήσεως συνιστά ουσιώδες μέσο για την πραγματοποίηση αυτού του κοινοτικού ελέγχου, η αποτελεσματικότητα του εν λόγω ελέγχου ενισχύεται ακόμη περισσότερο εφόσον η οδηγία ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε η παράβαση της υποχρεώσεως γνωστοποιήσεως να συνιστά ουσιώδη διαδικαστική πλημμέλεια, ικανή να επιφέρει τη μη εφαρμογή των οικείων τεχνικών κανόνων, ώστε αυτοί να μην είναι αντιτάξιμοι έναντι των ιδιωτών ( 34 ).
87.
Ως εκ τούτου, το Grondwettelijk Hof ερωτά εάν η βελγική ποσόστωση σε βιοκαύσιμα αποτελεί τεχνικό κανόνα που χρήζει γνωστοποιήσεως κατά την έννοια της οδηγίας 98/34.
88.
Συναφώς, από το άρθρο 1, σημείο 11, της οδηγίας 98/34 προκύπτει, κατά τη νομολογία, ότι η έννοια του «τεχνικού κανόνα» υποδιαιρείται σε τρεις κατηγορίες, ήτοι, πρώτον, στην «τεχνική προδιαγραφή», κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 3, της εν λόγω οδηγίας, δεύτερον στην «άλλη απαίτηση», όπως ορίζεται στο άρθρο 1, σημείο 4, της οδηγίας αυτής, και, τρίτον, στην απαγόρευση της κατασκευής, εισαγωγής, εμπορίας ή χρήσεως ενός προϊόντος, κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 11, της οδηγίας ( 35 ).
89.
Η ποσόστωση σε βιοκαύσιμα δεν περιέχει κάποια απαγόρευση και μπορεί εν προκειμένω να μείνει ανεξέταστο το ζήτημα εάν το γεγονός ότι δεν είναι υποχρεωτική η πρόσμειξη κάθε λίτρου καυσίμου με βιοκαύσιμα αποκλείει την ύπαρξη τεχνικής προδιαγραφής. Και τούτο διότι, εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για «άλλ[η] απαίτησ[η]» κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 4, της οδηγίας 98/34.
90.
Κατά τη νομολογία, τούτο συμβαίνει όταν οι επίμαχες διατάξεις μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη σύνθεση, τη φύση ή την εμπορία του οικείου προϊόντος ( 36 ). Δεδομένου ότι η ποσόστωση σε βιοκαύσιμα πληρούται διά της προσμείξεως βιοκαυσίμων με βενζίνη και πετρέλαιο ντίζελ, επηρεάζει τη σύνθεση και την εμπορία των προϊόντων αυτών.
91.
Το παρατιθέμενο από το Grondwettelijk Hof άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 98/34 διατηρεί την υποχρέωση διαβουλεύσεως. Πράγματι, η εξαίρεση που προβλέπει ισχύει μόνο για μέτρα με τα οποία τα κράτη μέλη συμμορφώνονται προς τις αναγκαστικού χαρακτήρα πράξεις της Ένωσης με τις οποίες τίθενται σε ισχύ τεχνικές προδιαγραφές ή κανόνες που αφορούν υπηρεσίες.
92.
Εντούτοις, η ποσόστωση σε βιοκαύσιμα δεν αφορά κάποια προδιαγραφή της Ένωσης, αλλά συνιστά μεταφορά μιας απορρέουσας από το δίκαιο της Ένωσης υποχρεώσεως η οποία αφήνει στα κράτη μέλη σημαντικό περιθώριο χειρισμών. Προκειμένου να αποφευχθούν λάθη κατά την άσκηση αυτού του περιθωρίου, η διαβούλευση με την Επιτροπή είναι κατ’ αρχήν αναγκαία.
93.
Ωστόσο, ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή ότι στο πλαίσιο της κύριας δίκης δεν ήταν εντούτοις αναγκαία η διαβούλευση.
94.
Πράγματι, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι οι τροποποιήσεις οι οποίες επήλθαν σε σχέδιο τεχνικού κανόνα ήδη γνωστοποιηθέν στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/34, οι οποίες συνίστανται, σε σχέση με το γνωστοποιηθέν σχέδιο, απλώς και μόνο στη θέσπιση ελαστικότερων προϋποθέσεων χρήσεως του οικείου προϊόντος και οι οποίες, επομένως, μειώνουν τον ενδεχόμενο αντίκτυπο του τεχνικού κανόνα στο εμπόριο, όσον αφορά τον διαπιστωθέντα ανωτέρω στο σημείο 85 σκοπό της οδηγίας 98/34, δεν αποτελούν σημαντική τροποποίηση. Συνεπώς, για τις τροποποιήσεις αυτές δεν ισχύει η υποχρέωση προηγούμενης γνωστοποιήσεως ( 37 ).
95.
Βάσει της διατάξεως περί παραπομπής, το Βέλγιο διαβουλεύθηκε με την Επιτροπή για ένα προγενέστερο σχέδιο ρυθμίσεων βάσει του οποίου η βενζίνη θα έπρεπε να περιέχει 7 % αιθανόλη και το πετρέλαιο ντίζελ 5 % μεθυλεστέρες λιπαρών οξέων ( 38 ). Η Επιτροπή διατύπωσε συναφώς την άποψη ότι το άρθρο 3 της οδηγίας περί καυσίμων επιτρέπει στην περίπτωση της βενζίνης μέγιστη περιεκτικότητα αιθανόλης μόνον 5 %, το δε άρθρο 4 δεν προβλέπει για το πετρέλαιο ντίζελ κανένα ποσοστό περιεκτικότητας σε μεθυλεστέρες λιπαρών οξέων, ενώ αντιβαίνουν στο άρθρο 5 ρυθμίσεις οι οποίες προβλέπουν μια συγκεκριμένη περιεκτικότητα σε βιοκαύσιμα ανά έκαστο λίτρο καυσίμου.
96.
Η επίμαχη βελγική ποσόστωση σε βιοκαύσιμα ενσωμάτωσε αυτές τις παρατηρήσεις και την επενεχθείσα εν τω μεταξύ τροποποίηση των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας περί βιοκαυσίμων. Οι ποσοστώσεις υπολείπονται των ανώτατων τιμών που ισχύουν για τη βενζίνη και το πετρέλαιο ντίζελ. Επίσης, δεν αφορούν υποχρεωτικά έκαστο λίτρο καυσίμου.
97.
Ως εκ τούτου, πρόκειται απλώς για θέσπιση ελαστικότερων προϋποθέσεων σε σχέση με αυτές που προέβλεπε η προηγούμενη ρύθμιση που δεν απαιτούν την εκ νέου διαβούλευση με την Επιτροπή.
98.
Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το σχέδιο ενός προτύπου βάσει του οποίου οι καταχωρισμένες εταιρίες πετρελαιοειδών που θέτουν σε κατανάλωση προϊόντα βενζίνης και/ή προϊόντα ντίζελ υποχρεούνται να θέσουν κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος σε κατανάλωση και μια συγκεκριμένη ποσότητα αειφόρων βιοκαυσίμων μέσω προσμείξεως με βενζίνη ή ντίζελ πρέπει κατ’ αρχήν να γνωστοποιείται στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 8 της οδηγίας 98/34 ως άλλη απαίτηση. Εντούτοις, αυτή η υποχρέωση γνωστοποιήσεως εκλείπει, όταν το σχέδιο αυτό αφορά απλώς τη θέσπιση ελαστικότερων προϋποθέσεων σε σχέση με αυτές που περιλαμβάνονται σε σχέδιο το οποίο έχει ήδη γνωστοποιηθεί.
V – Πρόταση
99.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ως εξής:
«1.
Τα άρθρα 3, 4, 5, 7α και 7β της οδηγίας 98/70/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/30/ΕΚ, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν αντιβαίνει σε αυτά διάταξη νόμου εκδοθείσα μετά την 25η Ιουνίου 2009 δυνάμει της οποίας οι καταχωρισμένες εταιρίες πετρελαιοειδών που θέτουν σε κατανάλωση προϊόντα βενζίνης και/ή προϊόντα ντίζελ υποχρεούνται να θέσουν κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος σε κατανάλωση και μια συγκεκριμένη ποσότητα αειφόρων βιοκαυσίμων, και δη βιοαιθανόλης, καθαρής ή υπό τη μορφή bio-ΕΤΒΕ, μέχρι τουλάχιστον το 4 % vol της ποσότητας των προϊόντων βενζίνης που τέθηκαν σε κατανάλωση, καθώς και μεθυλεστέρων λιπαρών οξέων μέχρι τουλάχιστον το 4 % vol της ποσότητας των προϊόντων ντίζελ που τέθηκαν σε κατανάλωση, εφόσον κατά την παραγωγή αυτών των βιοκαυσίμων είναι υποχρεωτική η τήρηση των κριτηρίων αειφορίας του άρθρου 7β.
2.
Το σχέδιο ενός προτύπου, βάσει του οποίου οι καταχωρισμένες εταιρίες πετρελαιοειδών που θέτουν σε κατανάλωση προϊόντα βενζίνης και/ή προϊόντα ντίζελ υποχρεούνται να θέσουν κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος σε κατανάλωση και μια συγκεκριμένη ποσότητα αειφόρων βιοκαυσίμων μέσω προσμείξεως με βενζίνη ή ντίζελ, πρέπει κατ’ αρχήν να γνωστοποιείται στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 8 της οδηγίας 98/34 ως άλλη απαίτηση. Εντούτοις, αυτή η υποχρέωση γνωστοποιήσεως εκλείπει, όταν το σχέδιο αυτό αφορά απλώς τη θέσπιση ελαστικότερων προϋποθέσεων σε σχέση με αυτές που περιλαμβάνονται σε σχέδιο το οποίο έχει ήδη γνωστοποιηθεί.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2003, σχετικά με την προώθηση της χρήσης βιοκαυσίμων ή άλλων ανανεώσιμων καυσίμων για τις μεταφορές (ΕΕ L 123, σ. 42).
( 3 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (ΕΕ L 140, σ. 16).
( 4 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, με την οποία τροποποιείται η οδηγία 98/70/ΕΚ όσον αφορά τις προδιαγραφές για τη βενζίνη, το ντίζελ και το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης και την καθιέρωση μηχανισμού για την παρακολούθηση και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τροποποιείται η οδηγία 1999/32/ΕΚ του Συμβουλίου όσον αφορά την προδιαγραφή των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στα πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας και καταργείται η οδηγία 93/12/ΕΟΚ (ΕΕ L 140, σ. 88).
( 5 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ και την τροποποίηση της οδηγίας 93/12/EΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 350, σ. 58).
( 6 ) Βάσει της ανακοινώσεως της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο «Η πρόοδος προς την επίτευξη του στόχου για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές το 2020» της 31ης Ιανουαρίου 2011 [COM(2011) 31 τελικό, σ. 12], είκοσι κράτη μέλη είχαν επιβάλλει παρεμφερείς υποχρεώσεις κατά την ημερομηνία συντάξεως της ανακοινώσεως.
( 7 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ L 204, σ. 37), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2006/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας (ΕΕ L 363, σ. 81).
( 8 ) Οδηγία 98/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, περί προσαρμογής στην απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου των διατάξεων των σχετικών με τις επιτροπές που επικουρούν την Επιτροπή στην άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της, οι οποίες προβλέπονται από πράξεις υποκείμενες στη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 284, σ. 1), ως είχε μέχρι τις 25 Ιουνίου 2009.
( 9 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3.
( 10 ) Moniteur belge της 3ης Αυγούστου 2009, σ. 51920.
( 11 ) Moniteur belge της 30ής Ιουνίου 2011, σ. 37981.
( 12 ) Αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C-355/97, Beck και Bergdorf (Συλλογή 1999, σ. I-4977, σκέψη 22), της 5ης Δεκεμβρίου 2006, C-94/04 και C-202/04, Cipolla κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-11421, σκέψη 25), της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, C-478/07, Budějovický Budvar (Συλλογή 2009, σ. I-7721, σκέψη 63), και της 1ης Δεκεμβρίου 2011, C-145/10, Painer (Συλλογή 2011, σ. I-12533, σκέψη 59).
( 13 ) Βλ. σε σχέση με την επίκληση των νέων διατάξεων πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη κατωτέρω, σημείο 57.
( 14 ) Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2009, C-110/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2009, σ. I-519, σκέψη 33).
( 15 ) Βλ. επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων την απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, C-379/09, Casteels (Συλλογή 2011, σ. Ι-1379, σκέψη 22), επί της ελευθερίας εγκαταστάσεως την απόφαση της 11ης Μαρτίου 2010, C-384/08, Attanasio Group (Συλλογή 2010, σ. I-2055, σκέψη 43), επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών, τις αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1996, C-272/94, Guiot (Συλλογή 1996, σ. I-1905, σκέψη 10), και της 4ης Οκτωβρίου 2011, C-403/08 και C-429/08, Football Association Premier League κ.λπ. (στη Συλλογή 2011, σ. Ι-9083, σκέψη 85), καθώς και επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2006, C-446/04, Test Claimants in the FII Group Litigation (Συλλογή 2006, σ. I-11753, σκέψη 184).
( 16 ) Βλ. π.χ. τις αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 115/78, Knoors (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 169, σκέψη 17), της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-55/94, Gebhard (Συλλογή 1995, σ. I-4165, σκέψη 37), και της 15ης Απριλίου 2010, C-96/08, CIBA (Συλλογή 2010, σ. I-2911, σκέψη 45).
( 17 ) Οδηγία 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ L 283, σ. 51).
( 18 ) DOC 52 2037/001 του βελγικού Κοινοβουλίου της 9ης Ιουνίου 2009, σ. 17, 20 επ. (σημείο 5.2).
( 19 ) Απόφαση του Grondwettelijk Hof της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Belgische Petroleum Unie κ.λπ. (149/2010, σημείο B.5.2).
( 20 ) Παράρτημα 4 του υπομνήματος της Επιτροπής.
( 21 ) Απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, C-212/04, Αδενέλερ κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-6057, σκέψη 119).
( 22 ) Βλ. αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2005, C-320/03, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2005, σ. I-9871, σκέψη 80), και της 14ης Ιουνίου 2007, C-422/05, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2007, σ. I-4749, σκέψη 52).
( 23 ) Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C-201/08, Plantanol (Συλλογή 2009, σ. I-8343, σκέψεις 35 επ.).
( 24 ) Βλ. την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C-309/02, Radlberger Getränkegesellschaft και S. Spitz (Συλλογή 2004, σ. I-11763, σκέψη 36).
( 25 ) Βλ. ανωτέρω σημείο 51.
( 26 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σημείο Β.11.
( 27 ) Βλ. μόνον αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 302/86, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1988, σ. 4607, σκέψη 8), της 9ης Ιουλίου 1992, C-2/90, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1992, σ. I-4431, σκέψη 22), καθώς και Radlberger Getränkegesellschaft και S. Spitz (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψη 75).
( 28 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψεις 74 επ.). Βλ. επίσης την απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra (Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψεις 77 επ.).
( 29 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23.
( 30 ) Αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-129/96, Inter-Environnement Wallonie (Συλλογή 1997, σ. I-7411, σκέψη 45), Αδενέλερ κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 121), Επιτροπή κατά Βελγίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψη 62), και της 26ης Μαΐου 2011, C-165/09 έως C-167/09, Stichting Natuur en Milieu κ.λπ. (Συλλογή 2011, σ. Ι-4599, σκέψη 78).
( 31 ) Βλ. π.χ. τις προτάσεις μου της 18ης Μαΐου 2004 επί της υποθέσεως, C-313/02, Wippel (Συλλογή 2004, σ. I-9483, σημείο 60), της 27ης Οκτωβρίου 2005 επί της υποθέσεως C-212/04, Αδενέλερ κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-6057, σημείο 48), και της 16ης Δεκεμβρίου 2010 επί των υποθέσεων C-165/09 έως C-167/09, Stichting Natuur en Milieu κ.λπ. (σημείο 83 επ.).
( 32 ) Βλ. και τις αναπτύξεις επί της σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της στις προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 31 προτάσεις μου επί των υποθέσεων Wippel (σημεία 58 έως 63) και Αδενέλερ κ.λπ. (σημεία 45 έως 53).
( 33 ) Αποφάσεις της 15ης Απριλίου 2010, C-433/05, Sandström (Συλλογή 2010, σ. I-2885, σκέψη 42), και της 9ης Ιουνίου 2011, C-361/10, Intercommunale Intermosane και Fédération de l’industrie et du gaz (Συλλογή 2011, σ. Ι-5079, σκέψη 10 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 34 ) Απόφαση Sandström (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 43).
( 35 ) Απόφαση Intercommunale Intermosane και Fédération de l’industrie et du gaz (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 11 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 36 ) Απόφαση Intercommunale Intermosane και Fédération de l’industrie et du gaz (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 37 ) Απόφαση Sandström (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 47).
( 38 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σημείο B.5.1.
Full & Egal Universal Law Academy