ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 15ης Μαΐου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-79/11
Procura della Repubblica
κατά
Maurizio Giovanardi,Andrea Lastini,Filippo Ricci,Vito Piglionica,Massimiliano Pempori,Gezim Lakja,Elettrifer Srl,Rete Ferroviaria Italiana SpA
[αίτηση του Tribunale di Firenze (Ιταλία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις — Ποινική ευθύνη νομικών προσώπων — Δικαίωμα των θυμάτων αξιόποινων πράξεων να αξιώσουν αποζημίωση»
1.
Με την υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ζητείται από το Δικαστήριο η ερμηνεία των διατάξεων της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220 σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες ( 2 ), ειδικότερα δε του άρθρου 9 της αποφάσεως αυτής.
2.
Το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα συνίσταται στο αν και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, κατά πόσον δύναται το θύμα αξιόποινης πράξεως να αξιώσει την αποκατάσταση των ζημιογόνων συνεπειών της όχι μόνο από το φυσικό πρόσωπο ή από τα φυσικά πρόσωπα που είναι αυτουργοί της πράξεως, αλλά και από το νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, φέρει ευθύνη για τη διάπραξη του αδικήματος.
Νομικό πλαίσιο
Νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
3.
Κατά την έκτακτη σύνοδό του στο Τάμπερε, τη 15η και 16η Οκτωβρίου 1999, για τη δημιουργία χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε, μεταξύ άλλων, να καθορίσει τις ελάχιστες προδιαγραφές για την προστασία των θυμάτων εγκληματικών πράξεων. Οι προδιαγραφές αυτές επρόκειτο να περιλάβουν και τα δικαιώματα αποζημιώσεως των θυμάτων όσον αφορά τις ζημιογόνες συνέπειες αδικήματος ( 3 ).
4.
Η απόφαση-πλαίσιο εκδόθηκε προκειμένου να υλοποιήσει το ψήφισμα αυτό ( 4 ).
5.
Η τέταρτη, η πέμπτη και η έβδομη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως-πλαισίου έχουν ως εξής:
«(4)
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσεγγίσουν τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις τους στον βαθμό που απαιτείται προκειμένου να επιτευχθεί ο [σκοπός] παροχής, στα θύματα από εγκληματικές πράξεις, υψηλού επιπέδου προστασίας, ανεξαρτήτως του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκονται.
(5)
Θα πρέπει να εκτιμώνται και να αντιμετωπίζονται σφαιρικά και συντονισμένα οι ανάγκες των θυμάτων και να αποφεύγονται αποσπασματικές ή ασυνεπείς λύσεις, ικανές να προκαλέσουν παρεπόμενες επιπτώσεις.
[…]
(7)
Τα μέτρα υποστήριξης των θυμάτων από εγκληματικές πράξεις, και ιδίως οι διατάξεις που αφορούν την αποζημίωση καθώς και τη μεσολάβηση, δεν αφορούν διευθετήσεις στα πλαίσια της πολιτικής δικονομίας».
6.
Το άρθρο 1 περιλαμβάνει τους εξής ορισμούς:
«α)
“θύμα” [νοείται] το φυσικό πρόσωπο το οποίο υπέστη ζημία… που προκαλείται απευθείας από πράξεις ή παραλείψεις που παραβιάζουν την ποινική νομοθεσία ενός κράτους μέλους·
[…]
γ)
“ποινική διαδικασία” [νοείται] η ποινική διαδικασία σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο».
7.
Η απόφαση-πλαίσιο δεν περιλαμβάνει ορισμό της έννοιας του «αυτουργού»
8.
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου (το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα αποζημίωσης στ[ο] πλαίσι[ο] της ποινικής διαδικασίας») ορίζει ότι:
«Κάθε κράτος μέλος κατοχυρώνει το δικαίωμα του θύματος να εξασφαλίζει, σε εύλογο χρονικό διάστημα, απόφαση σχετικά με την εκ μέρους του δράστη ανόρθωση της ζημίας, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, εκτός αν, για ορισμένες περιπτώσεις, το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι η αποζημίωση λαμβάνει χώρα με διαφορετικό τρόπο».
Εθνική νομοθεσία
9.
Κατά το άρθρο 185 του ιταλικού Codice Penale (ποινικού κώδικα), ο αυτουργός αδικήματος υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία που προκάλεσαν οι πράξεις του στο θύμα. Λόγω των πράξεων αυτών βαρύνονται με υποχρέωση προς αποζημίωση και τα (φυσικά ή νομικά) πρόσωπα που φέρουν ευθύνη για τις πράξεις του αυτουργού του αδικήματος.
10.
Βάσει του άρθρου 74 του ιταλικού Codice di procedura penale (κώδικα ποινικής δικονομίας) παρέχεται στα θύματα τέτοιας αξιόποινης πράξεως δικαίωμα ασκήσεως πολιτικής αγωγής κατά των κατηγορουμένων, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης. Εφόσον τα αιτήματά του γίνουν δεκτά στο πλαίσιο της δίκης αυτής, το θύμα θα αποζημιωθεί από τον κατηγορούμενο, ακριβώς όπως και στην περίπτωση κατά την οποία θα είχε ασκήσει ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων αγωγή κατά του κατηγορουμένου προβάλλοντας αξίωση αποκαταστάσεως της ιδίας ζημίας, αλλά (στην πλειονότητα των περιπτώσεων) ταχύτερα απ’ ό,τι στην περίπτωση χωριστής δίκης.
11.
Έως την έκδοση του Decreto legislativo (νομοθετικού διατάγματος) αριθ. 231/2001 (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα), το ιταλικό δίκαιο ακολουθούσε την αρχή societas delinquere non potest [δηλαδή, το νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να διαπράξει ποινικό αδίκημα] ( 5 ). Μολονότι τα νομικά πρόσωπα ενδέχεται να φέρουν έμμεση ευθύνη για τις αξιόποινες πράξεις των προσώπων για τα οποία είναι υπεύθυνα στο πλαίσιο αστικής αγωγής, ως τέτοια δεν μπορούσαν, κατά το ιταλικό δίκαιο, να αποτελέσουν το αντικείμενο ποινικής διώξεως λόγω της διαπράξεως αδικήματος.
12.
Το άρθρο 1 του διατάγματος αυτού εισάγει τη, χαρακτηριζόμενη ως «διοικητική», ευθύνη των νομικών προσώπων λόγω αξιόποινης πράξεως. Στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής εμπίπτουν οι νομίμως συσταθείσες εταιρίες και οι επιχειρήσεις που διαθέτουν νομική προσωπικότητα, καθώς και οι ενώσεις προσώπων, περιλαμβανομένων και αυτών που δεν διαθέτουν νομική προσωπικότητα. Δεν έχει, πάντως, εφαρμογή στην περίπτωση του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, των δημοσίων οργανισμών που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα ή των οργανισμών των οποίων η αποστολή καθορίζεται εκ του Συντάγματος ( 6 ).
13.
Το πρώτο κεφάλαιο του νομοθετικού διατάγματος αποτελείται από τρία τμήματα. Το πρώτο από αυτά περιλαμβάνει γενικό μέρος, το οποίο καθορίζει τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται για να γίνει δεκτό ότι ένα νομικό πρόσωπο φέρει ευθύνη βάσει του διατάγματος αυτού. Το τρίτο τμήμα μνημονεύει ειδικώς (παραπέμποντας στις διατάξεις του ποινικού κώδικα) τα αδικήματα που δύνανται να επισύρουν ευθύνη νομικού προσώπου.
14.
Όσον αφορά τα εφαρμοστέα κριτήρια, το άρθρο 5 του νομοθετικού διατάγματος μνημονεύει ειδικώς τα φυσικά πρόσωπα τα οποία, ως αυτουργοί αξιόποινων πράξεων, μπορούν να προκαλέσουν την ευθύνη του νομικού προσώπου. Κατ’ ουσίαν, πρόκεται α) για τα πρόσωπα που ενεργούν υπό εκτελεστική ή διαχειριστική ιδιότητα και β) για πρόσωπα ευρισκόμενα υπό την εποπτεία αυτών που ενεργούν με τέτοια ιδιότητα. Τα άρθρα 6 και 7 μνημονεύουν ειδικώς τις περιπτώσεις στις οποίες ενδέχεται να καταλογισθεί ευθύνη σε νομικό πρόσωπο. Εφόσον το επίμαχο αδίκημα διαπράχθηκε από άτομο που ενεργούσε υπό εκτελεστική ή διαχειριστική ιδιότητα υφίσταται τεκμήριο ευθύνης σε βάρος του νομικού προσώπου. Το τεκμήριο είναι μαχητό εφόσον το νομικό πρόσωπο μπορεί να αποδείξει ότι προέβλεψε και έθεσε πράγματι σε εφαρμογή σύστημα οργανώσεως και διαχειρίσεως δυνάμενο να διασφαλίσει ότι δεν θα διαπράττονταν τα επίμαχα αδικήματα ή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος παρέβη ή εφήρμοσε κατά τρόπο δολίως καταχρηστικό τους κανόνες του συστήματος αυτού. Όσον αφορά τα άτομα που δεν ενεργούν υπό εκτελεστική ή διαχειριστική ιδιότητα, δεν υφίσταται τεκμήριο ευθύνης σε βάρος του νομικού προσώπου. Αντιθέτως, απαιτείται να αποδειχθεί ότι η διάπραξη του αδικήματος κατέστη δυνατή εξαιτίας της παραλείψεως εφαρμογής των αναγκαίων προδιαγραφών διαχειρίσεως και εποπτείας.
15.
Κατά το άρθρο 25septies του νομοθετικού διατάγματος, τα αδικήματα που μνημονεύονται στο ειδικό μέρος περιλαμβάνουν την ανθρωποκτονία και την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης.
16.
Πρέπει να μνημονευθούν άλλες τέσσερις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος. Το άρθρο 8 ορίζει ότι η ευθύνη του νομικού προσώπου λόγω αδικήματος μπορεί να είναι αυτοτελής, δηλαδή ενδέχεται να εξακολουθεί να υφίσταται ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία είναι αδύνατος ο προσδιορισμός της ταυτότητας του φυσικού προσώπου που διέπραξε το οικείο αδίκημα ή σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατή η δίωξή του. Κατά το άρθρο 34, οι δικονομικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή στην περίπτωση νομικού προσώπου κατά του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη βάσει των προμνημονευθεισών διατάξεων είναι οι διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος και, καθόσον κρίνονται εφαρμοστέες, αυτές του κώδικα ποινικής δικονομίας και του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 271/1989 ( 7 ). Το άρθρο 35 προβλέπει ότι οι δικονομικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή στην περίπτωση φυσικού προσώπου το οποίο κατηγορείται για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος εφαρμόζονται και στην περίπτωση νομικού προσώπου κατά του οποίου έχει ασκηθεί δίωξη βάσει των προπαρατεθεισών διατάξεων, καθόσον κρίνονται συμβατές με την ιδιαιτερότητα της περιπτώσεως. Δυνάμει του άρθρου 36, η δικαιοδοσία όσον αφορά νομικά πρόσωπα κατά των οποίων έχει ασκηθεί δίωξη ανήκει στο ποινικό δικαστήριο που είναι κατά τόπον και καθ’ ύλην αρμόδιο για τα αδικήματα που διέπραξαν φυσικά πρόσωπα.
17.
Το άρθρο 74 του κώδικα ποινικής δικονομίας ορίζει ότι τα θύματα αξιόποινων πράξεων (ή οι διάδοχοί τους) μπορούν να ασκήσουν πολιτική αγωγή στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά, μεταξύ άλλων, των κατηγορουμένων ως αυτουργών του αδικήματος, προκειμένου να αξιώσουν την αποκατάσταση της υλικής ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν εξαιτίας του αδικήματος.
18.
Το άρθρο 83 του κώδικα ποινικής δικονομίας ορίζει τα εξής:
«Ο αστικώς υπεύθυνος για τις πράξεις του κατηγορουμένου μπορεί να κλητευθεί στο πλαίσιο της ποινικής δίκης από [τα θύματα των αξιόποινων πράξεων αυτών] […] Ο κατηγορούμενος μπορεί να κλητευθεί όσον αφορά οποιαδήποτε ευθύνη ενδέχεται να έχει βάσει του αστικού δικαίου για τις πράξεις των συγκατηγορουμένων του σε περίπτωση αθωώσεώς του ή εκδόσεως διατάξεως περί παύσεως της εναντίον του ποινικής διώξεως».
Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικό ερώτημα
19.
Στις 2 Οκτωβρίου 2008 συνέβη δυστύχημα σε σιδηροδρομικό κόμβο κοντά στη Φλωρεντία. Όπως υποστηρίχθηκε, το δυστύχημα φέρεται να οφειλόταν σε πταίσματα κατά την εκτέλεση εργασιών (τα οποία συνιστούν ποινικώς κολάσιμη αμέλεια κατά τα άρθρα 41, 113 και 589, παράγραφοι II και IV, του ιταλικού ποινικού κώδικα) στα οποία υπέπεσαν ο M. Giovanardi και άλλα τέσσερα άτομα ( 8 ). Στις 28 Ιουλίου 2010, η Pubblico Ministero (εισαγγελία) ζήτησε την ποινική δίωξη των προσώπων αυτών από το Ufficio del Giudice delle indagini preliminari (γραφείο προανακριτή) του Tribunale di Firenze (πλημμελειοδικείου Φλωρεντίας). Τα πρόσωπα αυτά ήταν υπάλληλοι του Rete Ferroviaria Italiana (RFI), του δημόσιου οργανισμού σιδηροδρόμων. Το δυστύχημα είχε ως συνέπεια τον θάνατο του A. Marrai, τον ακρωτηριασμό του A. Bardelli στο πόδι και τον σοβαρό τραυματισμό του A. Tomberli. Άπαντα τα θύματα ήταν υπάλληλοι του RFI.
20.
Με το κατηγορητήριο έγγραφο για την άσκηση ποινικής διώξεως κατά των εν λόγω προσώπων ζητείται και η άσκηση διώξεως, όσον αφορά το δυστύχημα, κατά δύο νομικών προσώπων, συγκεκριμένα δε κατά της Elettri Fer s.r.l (στο εξής: Elettri Fer) και του RFI. Η άσκηση ποινικής διώξεως ζητείται, μεταξύ άλλων, βάσει του άρθρου 25septies του νομοθετικού διατάγματος.
21.
Κατά την ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαδικασία, ο A. Bardelli και οι συνήγοροι των στενών συγγενών του αποβιώσαντος A. Marrai (στο εξής: ενάγοντες της κύριας δίκης) δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής, βάσει των άρθρων 74 επ. του κώδικα ποινικής δικονομίας. Αξιώνουν την αποκατάσταση κάθε υλικής ζημίας και την ικανοποίηση κάθε ηθικής βλάβης που υπέστησαν λόγω της αξιόποινης πράξεως και ζητούν από το αιτούν δικαστήριο να δεχθεί τις δηλώσεις τους παραστάσεως πολιτικής αγωγής όχι μόνον κατά των κατηγορουμένων για τις επίμαχες αξιόποινες πράξεις, αλλά και κατά της Elettri Fer και του RFI.
22.
Το εθνικό δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί ενστάσεως στρεφομένης κατά του ως άνω αιτήματος, βάσει της οποίας κατά το ιταλικό δίκαιο δεν επιτρέπεται στα θύματα αξιόποινων πράξεων και τους εκπροσώπους τους να ενάγουν ευθέως νομικά πρόσωπα στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας.
23.
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το ζήτημα που εγείρεται με την ένσταση είναι διαφιλονικούμενο και δεν έχει επιλυθεί οριστικώς. Παρατηρεί ότι, κατά το εθνικό δίκαιο, η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά νομικού προσώπου χαρακτηρίζεται ως έμμεση και επικουρικού χαρακτήρα ευθύνη και, ως εκ τούτου, δεν συνδέεται, από την άποψη αιτιώδους συνάφειας με τη διάπραξη των επίμαχων αδικημάτων. Κατόπιν εξετάσεως των επιχειρημάτων υπέρ και κατά της ενστάσεως, το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι, μολονότι το ζήτημα δεν έχει επιλυθεί οριστικώς, η ορθή ερμηνεία του εθνικού δικαίου συνηγορεί υπέρ των επιχειρημάτων των διαδίκων που ήγειραν την ένσταση.
24.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί προστασίας των θυμάτων αξιόποινων πράξεων στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας η ιταλική ρύθμιση περί διοικητικής ευθύνης των φορέων/νομικών προσώπων, την οποία προβλέπει το νομοθετικό διάταγμα […], όπως έχει τροποποιηθεί, και βάσει της οποίας δεν προβλέπεται “ρητώς” η δυνατότητα κλητεύσεώς τους στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας ως υπευθύνων για τις ζημίες που υπέστησαν τα θύματα των αξιόποινων πράξεων;»
25.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι εκπρόσωποι των στενών συγγενών του A. Marrai, η Γερμανική, η Ιταλική, η Ολλανδική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 15ης Μαρτίου 2012, ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους οι εκπρόσωποι των στενών συγγενών του A. Marrai, η Γερμανική και η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
Ανάλυση
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
26.
Η απόφαση-πλαίσιο εκδόθηκε βάσει των άρθρων 31 ΕΕ και 34, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, ΕΕ. Οι διατάξεις αυτές περιλαμβάνονται στον τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο οποίος τιτλοφορείται «Διατάξεις περί αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις». Το άρθρο 35, παράγραφος 1, ΕΕ ανέθετε στο Δικαστήριο την αρμοδιότητα να αποφαίνεται προδικαστικώς, μεταξύ άλλων, επί της ερμηνείας αποφάσεως-πλαισίου που εκδόθηκε βάσει του τίτλου αυτού, υπό τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου. Βάσει του άρθρου 35, παράγραφος 1, ΕΕ, στις προϋποθέσεις αυτές καταλεγόταν και η προηγούμενη δήλωση κράτους μέλους περί αποδοχής της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να αποφαίνεται προδικαστικώς υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του ιδίου αυτού άρθρου. Η Ιταλική Δημοκρατία αποδέχθηκε την αρμοδιότητα αυτή με δήλωση που τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 1999 ( 9 ).
27.
Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως-πλαισίου, τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη της Λισσαβώνας ( 10 ).
28.
Όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση X ( 11 ), σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αριθ. 36, σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις, που έχει προσαρτηθεί στη ΣΛΕΕ, τα έννομα αποτελέσματα της αποφάσεως-πλαισίου εξακολουθούν να ισχύουν παρά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης αυτής, ενώ δεν θίγεται η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται σχετικώς με προδικαστικές αποφάσεις ( 12 ).
29.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί προδικαστικώς.
Οδηγία 2004/80
30.
Μολονότι το αιτούν δικαστήριο δεν εγείρει ρητώς το ζήτημα με το προδικαστικό ερώτημα, στην αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επισημαίνει ότι ζητεί την εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία όχι μόνον όσον αφορά την απόφαση-πλαίσιο, αλλά και ως προς το αν έχει εφαρμογή εν προκειμένω η οδηγία 2004/80 ( 13 ).
31.
Όπως καθίσταται σαφές βάσει του άρθρου της 1, η οδηγία αυτή τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε περίπτωση τελέσεως «εκ προθέσεως εγκλήματος βίας» η οποία ενέχει διασυνοριακό στοιχείο. Εν προκειμένω, εάν υποτεθεί ότι έχουν τελεσθεί ποινικά αδικήματα, ουδόλως προκύπτει ότι αυτά τελέσθηκαν εκ προθέσεως. Επιπλέον, απουσιάζει το διασυνοριακό στοιχείο. Ως εκ τούτου, η εν λόγω οδηγία δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή ( 14 ), οπότε παρέλκει η περαιτέρω εξέτασή της.
Το προδικαστικό ερώτημα
32.
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ορισμένες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας είναι συμβατές με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου. Είναι σαφές ότι βάσει του εθνικού δικαίου το θύμα αξιόποινης πράξεως της οποίας αυτουργός είναι φυσικό πρόσωπο δύναται να αξιώσει από το δεύτερο την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη, ασκώντας πολιτική αγωγή στο πλαίσιο της ποινικής δίκης ( 15 ). Πάντως, σε περίπτωση κατά την οποία ο αυτουργός της αξιόποινης πράξεως είναι νομικό πρόσωπο, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι μια τέτοια αξίωση είναι απαράδεκτη και ότι το θύμα πρέπει να ασκήσει ειδικώς προς τούτο αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων ( 16 ). Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, όσον αφορά την άσκηση αυτής της πολιτικής αγωγής, το θύμα έχει την εξής διακριτική ευχέρεια. Μπορεί, καταρχάς, να αναμείνει να περιβληθεί με την ισχύ του δεδικασμένου η ενδεχόμενη καταδικαστική απόφαση σε βάρος των αυτουργών της αξιόποινης πράξεως, κάτι για το οποίο (τουλάχιστον στην περίπτωση εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως ή κατά της επιβληθείσας ποινής) μπορεί να απαιτηθεί η παρέλευση ετών, και εν συνεχεία να ασκήσει αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, η εκδίκαση της οποίας θα απαιτήσει κατά πάσα πιθανότητα την παρέλευση μερικών ετών επιπλέον. Το θύμα μπορεί επίσης να ασκήσει εκ παραλλήλου πολιτική αγωγή, πλην όμως, ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, η εκδίκαση της υποθέσεως θα απαιτήσει την παρέλευση «πολύ μεγάλου» χρονικού διαστήματος και θα επιβαρύνει σημαντικά τα έξοδά του.
33.
Καθόσον το αιτούν δικαστήριο, με το ερώτημά του, ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν εθνικό μέτρο είναι συμβατό με το δίκαιο της ΕΕ, το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να επιληφθεί του ζητήματος αυτού. Πάντως, το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τα σχετικά με το δίκαιο της Ένωσης ερμηνευτικά στοιχεία που θα καταστήσουν δυνατό στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού έτσι ώστε να εκδικάσει την υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί ( 17 ). Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, το ερώτημα μπορεί να αναδιατυπωθεί προκειμένου να παρασχεθεί στο αιτούν δικαστήριο λυσιτελής απάντηση. Το κρίσιμο ζήτημα έγκειται κατ’ ουσίαν στο αν το άρθρο 9, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου επιτρέπει διάκριση μεταξύ των φυσικών και των νομικών προσώπων ως αυτουργών αξιόποινης πράξεως, όσον αφορά το δικαίωμα του θύματος να αξιώσει, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά των προσώπων αυτών, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εξαιτίας αυτής της αξιόποινης πράξεως.
34.
Στις παρατηρήσεις τους, η Γερμανική, η Ολλανδική και η Αυστριακή Κυβέρνηση επισημαίνουν ομόφωνα την ευρεία διακριτική ευχέρεια την οποία παρέχει η απόφαση-πλαίσιο στα κράτη μέλη όσον αφορά την εφαρμογή της. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν συναφώς ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ( 18 ). Τούτο μπορεί να αποδειχθεί ιδιαιτέρως σημαντικό στην περίπτωση κατά την οποία μια ερμηνεία ενδέχεται να αντιβαίνει στις συνταγματικές διατάξεις του οικείου κράτους μέλους, ενώ μια άλλη όχι ( 19 ). Παράλληλα, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι η απόφαση-πλαίσιο καταρτίσθηκε προκειμένου να επιβληθούν στα κράτη μέλη υποχρεώσεις όσον αφορά τους σκοπούς των οποίων επιδιώκεται η επίτευξη. Πρόκειται, επομένως, για τομέα στον οποίο το Δικαστήριο οφείλει να κινηθεί με περίσκεψη. Τούτο, όμως, δεν συνεπάγεται και ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφύγει εντελώς να παρέμβει.
35.
Πριν εξετασθεί το ζήτημα της ερμηνείας που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 9, παράγραφος 1, είναι χρήσιμο να εκτεθεί συνοπτικά τι δεν ορίζει η διάταξη αυτή. Δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να τροποποιήσουν το ποινικό δίκαιό τους επί της ουσίας προκειμένου να εισαγάγουν την έννοια της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων ή να διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής της ( 20 ). Δηλαδή, δεν υποχρεώνει το κράτος μέλος να θεσπίσει ευθύνη αυτού του είδους εφόσον δεν υφίσταται. Συνεπώς, κράτος μέλος του οποίου το εσωτερικό δίκαιο προβλέπει ότι μόνον τα φυσικά πρόσωπα μπορούν να κριθούν ένοχα αξιόποινης πράξεως δεν παραβιάζει τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου καθόσον δεν διευρύνει τη δυνατότητα αυτή και στην περίπτωση κατά την οποία μπορεί να γίνει δεκτό ότι νομικά πρόσωπα φέρουν μέρος της συνακόλουθης ευθύνης για την αξιόποινη πράξη αυτή και καθόσον δεν επιτρέπει την έγερση αξιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας έναντι των προσώπων αυτών, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1. Σε ένα τέτοιο κράτος μέλος, το θύμα που αξιώνει την αποκατάσταση των ζημιογόνων συνεπειών αξιόποινης πράξεως για την οποία θεωρεί υπεύθυνο το νομικό πρόσωπο πρέπει να ασκήσει αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, με όλες τις συνέπειες που απορρέουν εξ αυτού στο εσωτερικό δίκαιο.
36.
Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Κατά τη γνώμη μου, από την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, σε συνδυασμό με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και τις απόψεις που αναπτύχθηκαν προφορικώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, προκύπτει ότι, κατά το ιταλικό δίκαιο:
—
είναι δυνατό να αναζητηθεί η ευθύνη νομικών προσώπων για τη διάπραξη αδικήματος, βάσει των διατάξεων του νομοθετικού διατάγματος·
—
η παράνομη πράξη για την οποία μπορεί να κατηγορηθεί νομικό πρόσωπο χαρακτηρίζεται ως διοικητική: αυτός ο νομικός χαρακτηρισμός προκρίθηκε για να αποτραπούν ενδεχόμενα προβλήματα τα οποία ενδέχεται να ανέκυπταν βάσει του ιταλικού συνταγματικού δικαίου σε περίπτωση κατά την οποία πράξη νομικού προσώπου θα έπρεπε να χαρακτηρισθεί ειδικώς ως «ποινικού χαρακτήρα»·
—
τα κριτήρια του γενικού τμήματος του νομοθετικού διατάγματος βάσει των οποίων ορίζεται η παράνομη πράξη διατυπώνονται με ρητή παραπομπή στις διατάξεις του ποινικού κώδικα ( 21 )·
—
τυχόν παράνομη πράξη νομικού προσώπου δεν πρέπει να εξομοιώνεται με την αντίστοιχη πράξη φυσικού προσώπου· η ευθύνη την οποία συνεπάγεται χαρακτηρίζεται ως «έμμεσου και επικουρικού χαρακτήρα»· για να γίνει δεκτό ότι υφίσταται ευθύνη νομικού προσώπου απαιτείται να αποδειχθεί ότι το πρόσωπο αυτό πρέπει να φέρει την ευθύνη για τις πράξεις των διευθυντικών στελεχών και/ή των υπαλλήλων του·
—
κατά συνέπεια, το νομικό πρόσωπο δεν πρέπει να θεωρείται άμεσος «αυτουργός» της αξιόποινης πράξεως φυσικού προσώπου·
—
πάντως, η ευθύνη νομικού προσώπου στηρίζεται κατ’ ουσίαν στην ύπαρξη αξιόποινης πράξεως αυτουργός της οποίας είναι φυσικό πρόσωπο ( 22 )· δηλαδή ελλείψει αυτής της (αξιόποινης) πράξεως, το εμπλεκόμενο νομικό πρόσωπο δεν φέρει ευθύνη·
—
η διαδικασία κατά νομικού προσώπου υπάγεται στη δικαιοδοσία των ποινικών δικαστηρίων και διέπεται από τις διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας, η δε υπόθεση του νομικού προσώπου συνεκδικάζεται με αυτήν του ποινικώς διωκομένου φυσικού προσώπου το οποίο φέρεται ως αυτουργός της επίμαχης παράνομης πράξεως ( 23 ).
37.
Μολονότι βάσει του ιταλικού δικαίου δεν επιτρέπεται στο θύμα να αξιώσει και να λάβει αποζημίωση από νομικό πρόσωπο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, δηλώνοντας παράσταση πολιτικής αγωγής στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής κατά το άρθρο 74 του κώδικα ποινικής δικονομίας, το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί, κατά τα φαινόμενα, να επιτευχθεί με άλλον τρόπο. Με απόφαση που εξέδωσε τον Οκτώβριο του 2010, το έκτο ποινικό τμήμα του Corte Suprema di Cassazione έκρινε ότι:
«[...] βάσει της διαδικασίας την οποία προβλέπει το νομοθετικό διάταγμα, το θύμα διασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι όχι μόνον δύναται να προστατεύσει αμέσως τα συμφέροντά του ασκώντας αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά δύναται επίσης να ζητήσει την κλήτευση του νομικού προσώπου ως αστικώς υπευθύνου, κατά την έννοια του άρθρου 83 του κώδικα ποινικής δικονομίας, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας με αντικείμενο την ποινική ευθύνη του αυτουργού του αδικήματος το οποίο διέπραξε προς το συμφέρον του νομικού προσώπου, δυνατότητα που υφίσταται —κατά κανόνα— και στο πλαίσιο της σχετικής με την ευθύνη του νομικού προσώπου διαδικασίας» ( 24 ).
38.
Απόκειται, βεβαίως, στο αιτούν δικαστήριο να διακριβώσει αν η άποψη αυτή απηχεί την υφιστάμενη κατάσταση του εσωτερικού δικαίου.
39.
Είναι συμβατοί οι προεκτεθέντες κανόνες με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου;
40.
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, διασφαλίζει την προστασία των θυμάτων αξιόποινων πράξεων, υποχρεώνοντας τα κράτη μέλη να θεσπίσουν διατάξεις για την εντός ευλόγου προθεσμίας αποζημίωση των θυμάτων αυτών στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας. Με την κατ’ αυτόν τον τρόπο εκδίκαση των αξιώσεών τους, τα θύματα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, διαδικασία ταυτοχρόνως ταχύτερη και λιγότερο δαπανηρή απ’ ό,τι στην περίπτωση κατά την οποία θα έπρεπε να αποδείξουν το βάσιμο των αξιώσεών τους σε χωριστή δίκη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.
41.
Η εν λόγω διάταξη αποτελείται από δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος της προβλέπεται ο γενικός κανόνας ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν στο θύμα αξιόποινης πράξεως την εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος εκδίκαση της αξιώσεώς του να αποζημιωθεί από τον αυτουργό της πράξεως αυτής στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας. Το δεύτερο σκέλος εισάγει εξαίρεση από τον γενικό κανόνα. Η εξαίρεση αυτή τυγχάνει εφαρμογής σε «ορισμένες περιπτώσεις» στις οποίες το εθνικό δίκαιο προβλέπει την επιδίκαση αποζημιώσεως με διαφορετικό τρόπο.
42.
Θα εξετάσω αρχικά τον γενικό κανόνα τον οποίο προβλέπει το πρώτο σκέλος της διατάξεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου και στη συνέχεια την εξαίρεση που εισάγει το δεύτερο σκέλος της διατάξεως.
Ο γενικός κανόνας
43.
Ποιες είναι οι ουσιώδεις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το άρθρο 9, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διασφαλίζουν την εντός ευλόγου προθεσμίας εκδίκαση της αξιώσεως αποζημιώσεως θύματος όσον αφορά τη ζημία που υπέστη εξαιτίας αξιόποινης πράξεως; Πρώτον, απαιτείται η διάπραξη αδικήματος. Δεύτερον, το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα ποινικής διώξεως του κατηγορουμένου για το αδίκημα αυτό. Τρίτον, απαιτείται ποινική δίκη.
44.
Με την εξέταση ενός απλού παραδείγματος η εφαρμογή των προϋποθέσεων αυτών καθίσταται σαφής. Εάν υποτεθεί ότι, σε ορισμένο κράτος, ο Χ, οδηγώντας απρόσεκτα κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως εργαζόμενος του (νομικού προσώπου) Υ καθίσταται υπαίτιος ατυχήματος, εξαιτίας του οποίου υφίστανται ζημία ένα ή περισσότερα θύματα. Το κράτος μέλος αυτό δέχεται την αρχή της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων και διώκει, ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων και κατά την τακτική διαδικασία, τα νομικά πρόσωπα που διαπράττουν τέτοια αδικήματα. Υποθέτουμε επίσης ότι η έννοια του «αυτουργού της αξιόποινης πράξεως», κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση των νομικών προσώπων (το ζήτημα αυτό θα εξετασθεί εκ νέου κατωτέρω ( 25 )). Κατόπιν του ατυχήματος αυτού, ασκείται ποινική δίωξη τόσο κατά του Χ (με την ιδιότητα του φυσικού προσώπου που υπήρξε άμεσος αυτουργός του ατυχήματος) όσο και του Υ (ως νομικού προσώπου που ευθύνεται εμμέσως για την πρόκληση του ατυχήματος). Αμφότεροι διώκονται για συναφή αδικήματα. Στην περίπτωση αυτή είναι σαφές ότι η απόφαση-πλαίσιο επιβάλλει στο κράτος μέλος του οποίου το εσωτερικό δίκαιο δεν παρέχει ακόμη στα θύματα τη δυνατότητα να αξιώσουν και (ενδεχομένως) να λάβουν αποζημίωση στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας την υποχρέωση να τροποποιήσει το εθνικό δίκαιό του, προκειμένου να συμμορφωθεί προς το άρθρο 9, παράγραφος 1.
45.
Εντούτοις, η υπό κρίση υπόθεση δεν είναι τόσο απλή.
46.
Εξετάζοντας μία προς μία τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν στο σημείο 42, φρονώ ότι, πρώτον, η απόφαση-πλαίσιο δεν ασχολείται τόσο με τον νομικό χαρακτηρισμό της «αξιόποινης πράξεως», όσο με τον ουσιώδη χαρακτήρα της. Η απόφαση-πλαίσιο αφορά την ουσία και όχι τον τύπο. Επισημαίνοντας, βεβαίως, την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν οι εθνικές αρχές ως προς τους συγκεκριμένους όρους εφαρμογής των μέτρων για την επίτευξη των σκοπών της αποφάσεως-πλαισίου, το Δικαστήριο έχει επίσης αποφανθεί ότι, προκειμένου να μη στερηθεί της αποτελεσματικότητάς της, η απόφαση-πλαίσιο πρέπει να ερμηνεύεται τελολογικά ( 26 ).
47.
Επομένως, όσον αφορά την τήρηση του άρθρου 9, παράγραφος 1, το γεγονός ότι το εθνικό δίκαιο χαρακτηρίζει την αξιόποινη πράξη ως «έμμεσου και επικουρικού χαρακτήρα» στερείται παντελώς σημασίας. Ως εκ της φύσεώς της, η ποινική ευθύνη των νομικών προσώπων έχει ελάχιστες πιθανότητες να είναι άμεση ή πρωτογενής. Χάριν πληρότητας, προσθέτω ότι δεν είναι αναγκαίο τα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα να διώκονται για το ίδιο αδίκημα. Βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, δεν απαιτείται άλλωστε, προκειμένου τα νομικά πρόσωπα να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής, να έχει καταρχάς ασκηθεί δίωξη κατά ενός ή πλειόνων φυσικών προσώπων για το επίμαχο αδίκημα.
48.
Όσον αφορά τον κατά το ιταλικό δίκαιο χαρακτηρισμό του αδικήματος νομικού προσώπου ως «διοικητικού» ( 27 ), φρονώ ότι εν πάση περιπτώσει πρέπει να εφαρμοσθεί η ίδια ερμηνευτική αρχή. Από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της αποφάσεως-πλαισίου προκύπτει σαφώς ότι αυτή έχει ως σκοπό να παράσχει «υψηλό επίπεδο προστασίας» στα θύματα εγκληματικών πράξεων. Βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, ένα από τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι να διασφαλισθεί η δυνατότητα των θυμάτων να αποζημιώνονται στο πλαίσιο της ποινικής δίκης με αντικείμενο το αδίκημα που προκάλεσε την επίμαχη ζημία. Δέχομαι ασμένως ότι η έκδοση της αποφάσεως-πλαισίου δεν υποχρέωνε τα κράτη μέλη να εισαγάγουν στο εσωτερικό δίκαιό τους την έννοια της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων σε περίπτωση κατά την οποία η έννοια αυτή δεν αποτελούσε ήδη μέρος του συγκεκριμένου δικαιικού συστήματος ( 28 ). Φρονώ, εντούτοις, ότι κράτος μέλος στο εσωτερικό δίκαιο του οποίου υφίσταται η έννοια αυτή δεν μπορεί, για λόγους κατά το μάλλον τυπικούς, να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του να διασφαλίζει την προστασία των θυμάτων σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1.
49.
Εν προκειμένω, η νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους προβλέπει την ευθύνη των νομικών προσώπων λόγω αδικήματος, βάσει διατάξεων κατά τις οποίες (1) τα κριτήρια για τον ορισμό της έννοιας του αδικήματος παραπέμπουν στις διατάξεις του ποινικού κώδικα, (2) η ευθύνη λόγω της πράξεως αυτής στηρίζεται κατ’ ανάγκη στη διάπραξη αδικήματος από φυσικό πρόσωπο και (3) η διαδικασία κατά νομικού προσώπου υπάγεται στη δικαιοδοσία των ποινικών δικαστηρίων και διέπεται από τις διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας, η δε υπόθεση του νομικού προσώπου θα συνεκδικασθεί, καταρχήν, με αυτήν του ποινικώς διωκομένου φυσικού προσώπου το οποίο φέρεται ως αυτουργός του επίμαχου αδικήματος. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, πρέπει να ερμηνεύεται τελολογικά, δίδοντας προτεραιότητα στην ουσία και όχι στον τύπο. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι βάσει του εσωτερικού δικαίου η ευθύνη των νομικών προσώπων λόγω τέτοιου αδικήματος χαρακτηρίζεται ως «διοικητική» ευθύνη δεν αρκεί, κατά τη γνώμη μου, για να αποκλείσει την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και, κατ’ επέκταση, την υποχρέωση διασφαλίσεως της προστασίας του θύματος τέτοιων πράξεων.
50.
Δεύτερον, το επίμαχο αδίκημα πρέπει να συνεπάγεται την ποινική δίκη του αυτουργού. Μολονότι κατά το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως-πλαισίου ορίζεται η έννοια του «θύματος», δεν περιέχεται ορισμός της έννοιας του «αυτουργού» ( 29 ). Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι πρέπει να αποδοθεί στον υπό εξέταση όρο το φυσικό και σύνηθες σημασιολογικό περιεχόμενό του. Πρόκειται για όρο με ευρύ σημασιολογικό περιεχόμενο, χρησιμοποιούμενο σε πλαίσιο στο οποίο αν ο νομοθέτης είχε ως σκοπό να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του, θα το έπραττε. Ως εκ τούτου, δεν έχω ενδοιασμούς ως προς το ότι ο όρος «αυτουργός» πρέπει να νοηθεί κατά τρόπο που να περιλαμβάνει όχι μόνο τα φυσικά, αλλά και τα νομικά πρόσωπα κατά των οποίων έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τη διάπραξη αδικήματος.
51.
Τρίτον, απαιτείται ποινική διαδικασία. Η απαίτηση αυτή είναι προφανής· άνευ αυτής το άρθρο 9, παράγραφος 1, καθίσταται άνευ περιεχομένου. Με το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως-πλαισίου διευκρινίζεται ότι ο όρος αυτός πρέπει να νοείται σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Δηλαδή, το περιεχόμενο του όρου «ποινική διαδικασία» δεν έχει εναρμονισθεί στο δίκαιο της Ένωσης. Δεδομένου ότι, εν προκειμένω, δεν υφίσταται καμία αμφιβολία περί του ότι πρόκειται για ποινική διαδικασία —όπως επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Ιταλική Κυβέρνηση ( 30 )— δεν θα εξετάσω το ζήτημα αυτό περαιτέρω.
52.
Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, το οικείο κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίσει ότι το εσωτερικό δίκαιό του περιλαμβάνει διατάξεις που να καθιστούν δυνατή τη συμμετοχή του θύματος αξιόποινης πράξεως στην ποινική διαδικασία, κατά τρόπο που να μπορεί, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, να προβάλει την αξίωσή του αποζημιώσεως έναντι των προσώπων κατά των οποίων έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Η δυνατότητα αυτή περιλαμβάνει και τα νομικά πρόσωπα.
53.
Στο σημείο 36 ανωτέρω μνημόνευσα απόφαση του Corte Suprema di Cassazione, την οποία επικαλέσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η Ιταλική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις της και η οποία εξετάσθηκε επί μακρόν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Κατά την απόφαση αυτή, τα θύματα αδικημάτων στα οποία ενέχονται νομικά πρόσωπα δεν μπορούν, πράγματι, να επικαλεσθούν την εφαρμογή του άρθρου 74 του κώδικα ποινικής δικονομίας προκειμένου να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής στο πλαίσιο της δίκης κατά των νομικών προσώπων. Στην πράξη, όμως, θα τύχουν προστασίας διότι (1) μπορούν να ασκήσουν αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για να προβάλουν την αξίωσή τους έναντι των προσώπων αυτών και (2) μπορούν να επικαλεσθούν το άρθρο 83 του ιδίου κώδικα για να προβάλουν την αξίωσή τους ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων με άλλο τρόπο. Η πρώτη από τις δυνατότητες αυτές —δηλαδή η άσκηση αγωγής ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων— στερείται εν προκειμένω σημασίας. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι η επιλογή αυτή είναι, εν γένει, ιδιαιτέρως χρονοβόρα ( 31 ). Εφόσον ισχύει κάτι τέτοιο, δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί ο σκοπός της προστασίας που θέτει η απόφαση-πλαίσιο. Αντιθέτως, φρονώ ότι η δυνατότητα επικλήσεως του άρθρου 83 του κώδικα έχει ενδεχομένως σημασία. Εάν τα θύματα αξιόποινων πράξεων μπορούν πράγματι να κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής, το γεγονός ότι κατά το ιταλικό δίκαιο ενδέχεται να μην τους επιτραπεί η άσκηση πολιτικής αγωγής στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής δεν αφορά το ζήτημα αν η εθνική νομοθεσία πληροί τις απαιτήσεις που θέτει το άρθρο 9, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου.
54.
Οι μετέχοντες στη διαδικασία διατύπωσαν αποκλίνουσες απόψεις όσον αφορά το αν η νομολογία που διατυπώθηκε με την απόφαση αυτή μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπόθεση της κύριας δίκης. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να αποφασίσει τι από τα δύο ισχύει.
55.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι ο γενικός κανόνας τον οποίο θέτει το πρώτο σκέλος του άρθρου 9, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία το εσωτερικό δίκαιο κράτους μέλους επιτρέπει τη δίωξη νομικών προσώπων λόγω αδικήματος, το γεγονός ότι βάσει του εν λόγω δικαίου η ευθύνη αυτή χαρακτηρίζεται ως «έμμεσου και επικουρικού χαρακτήρα» και ως «διοικητική» δεν απαλλάσσει το οικείο κράτος μέλος από την υποχρέωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα εφόσον (1) τα κριτήρια βάσει των οποίων ορίζεται το αδίκημα παραπέμπουν στις διατάξεις του ποινικού κώδικα, (2) η συνακόλουθη ευθύνη στηρίζεται κατ’ ανάγκη στη διάπραξη αδικήματος από φυσικό πρόσωπο και (3) η διαδικασία κατά νομικού προσώπου υπάγεται στη δικαιοδοσία των ποινικών δικαστηρίων και διέπεται από τις διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας, η δε υπόθεση του νομικού προσώπου συνεκδικάζεται, καταρχήν, με αυτήν του ποινικώς διωκομένου φυσικού προσώπου ή των ποινικώς διωκόμενων φυσικών προσώπων τα οποία φέρονται ως αυτουργοί του επίμαχου αδικήματος.
Η εξαίρεση
56.
Ο γενικός κανόνας του άρθρου 9, παράγραφος 1, δεν εφαρμόζεται εφόσον, σε «ορισμένες περιπτώσεις, το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι η αποζημίωση λαμβάνει χώρα με διαφορετικό τρόπο».
57.
Η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση διατείνονται ότι η εξαίρεση θα τύχει εφαρμογής στην υπόθεση της κύριας δίκης. Εφόσον τα θύματα έχουν τη δυνατότητα να εναγάγουν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων τα νομικά πρόσωπα που διέπραξαν τα αδικήματα, το κράτος μέλος ουδόλως υποχρεούται να διασφαλίσει τη δυνατότητα προβολής των αξιώσεων αυτών στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά των εν λόγω προσώπων.
58.
Δεν συμφωνώ με την ανωτέρω άποψη.
59.
Ως παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα τον οποίο θέτει το πρώτο σκέλος του άρθρου 9, παράγραφος 1, η ως άνω εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά ( 32 ). Τυχόν ερμηνεία της εξαιρέσεως αυτής που θα είχε ως αποτέλεσμα να αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του γενικού κανόνα όλες τις περιπτώσεις που αφορούν ειδική κατηγορία αυτουργών, δηλαδή τα νομικά πρόσωπα, θα μετέτρεπε, ενδεχομένως, την εξαίρεση σε κανόνα. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στη βούληση του νομοθέτη. Η εξαίρεση πρέπει να έχει εφαρμογή σε «ορισμένες περιπτώσεις». Παραπέμπω συναφώς στις προπαρασκευαστικές εργασίες για την κατάρτιση της αποφάσεως-πλαισίου, όπου καταγράφεται συζήτηση κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως της αρμόδιας ομάδας εργασίας του Συμβουλίου, στο πλαίσιο της οποίας εξετάσθηκε το κείμενο του σχεδίου της αποφάσεως-πλαισίου ( 33 ). Από τα πρακτικά της συνεδριάσεως αυτής προκύπτει ότι η σουηδική, η αυστριακή και η γερμανική αντιπροσωπεία πρότειναν την απαλοιφή των επίμαχων λέξεων ( 34 ). Από τα πρακτικά προκύπτει επίσης ότι η (γαλλική) προεδρία επισήμανε ότι «χωρίς αυτή τη φράση η παράγραφος 1 καθίσταται άνευ περιεχομένου».
60.
Τούτο δεν σημαίνει ότι εξαίρεση δεν μπορεί να εφαρμοσθεί σε καμία περίπτωση. Ως προς αυτό συμφωνώ με την Επιτροπή ότι η εφαρμογή της επίμαχης εξαιρέσεως πρέπει να δικαιολογείται αντικειμενικώς. Πρόκειται ιδίως για περιπτώσεις στις οποίες πρακτικοί λόγοι αποκλείουν την εφαρμογή του γενικού κανόνα, για παράδειγμα οσάκις η ζημία την οποία προκάλεσε η αξιόποινη πράξη δεν μπορεί να αποδειχθεί ή δεν μπορεί να αποδειχθεί με επαρκή ακρίβεια ώστε να είναι δυνατή η προβολή της αξιώσεως πριν περατωθεί η ποινική διαδικασία κατά του αυτουργού της αξιόποινης πράξεως. Ο αποκλεισμός των νομικών προσώπων, θεωρούμενων ως κατηγορία, από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 1, δεν μπορεί πάντως να δικαιολογηθεί αντικειμενικώς.
61.
Ως εκ τούτου, η εξαίρεση από τον γενικό κανόνα την οποία εισάγει το δεύτερο σκέλος του άρθρου 9, παράγραφος 1, δεν έχει την έννοια ότι καθιστά δυνατό τον αποκλεισμό, από το πεδίο εφαρμογής του γενικού κανόνα του πρώτου σκέλους της διατάξεως αυτής, ειδικής κατηγορίας αυτουργών αδικημάτων, όπως αυτής των νομικών προσώπων.
Τελικές παρατηρήσεις
Εφαρμογή των ανωτέρω αρχών
62.
Όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ενεργήσει ως ακολούθως. Πρώτον, πρέπει να εξετάσει αν τα εμπλεκόμενα νομικά πρόσωπα διέπραξαν ποινικό αδίκημα κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου. Για να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού πρέπει να λάβει υπόψη όχι μόνον τους κανόνες του εσωτερικού δικαίου περί του είδους του αδικήματος, αλλά και τις αρχές που προεκτέθηκαν στο σημείο 48. Δεύτερον, πρέπει να εξετάσει αν αυτά τα νομικά πρόσωπα μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αυτουργοί της αξιόποινης πράξεως, κατά τη διάταξη αυτή. Τρίτον, πρέπει να διακριβώσει ότι η επίμαχη διαδικασία είναι ποινική κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Κατά την εξέταση των ζητημάτων αυτών πρέπει να λάβει υπόψη τα προεκτεθέντα στο σημείο 50. Τέλος, πρέπει να εξετασθεί αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν την εφαρμογή της εξαιρέσεως του δευτέρου σκέλους του άρθρου 9, παράγραφος 1. Εάν, κατόπιν της εξετάσεως αυτής, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι εφαρμόζεται ο γενικός κανόνας και όχι η εξαίρεση, τότε πρέπει εν συνεχεία να διακριβώσει αν το εσωτερικό δίκαιο είναι πράγματι σύμφωνο με τον γενικό αυτό κανόνα.
63.
Συναφώς, πρέπει να επισημανθούν οι ακόλουθες γενικού χαρακτήρα παρατηρήσεις.
64.
Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η αρχή της σύμφωνης με το δίκαιο της ΕΕ ερμηνείας ισχύει και στην περίπτωση αποφάσεως-πλαισίου εκδοθείσας βάσει του τίτλου VI της Συνθήκης ΕΕ. Κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να το ερμηνεύει, κατά το μέτρο του δυνατού, με γνώμονα το γράμμα και τον σκοπό της αποφάσεως-πλαισίου, προκειμένου να επιτυγχάνει το επιδιωκόμενο με την απόφαση αυτή αποτέλεσμα και να συμμορφώνεται προς τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΕ ( 35 ).
65.
Παράλληλα, όμως, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αποφανθεί ότι η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιό του κατά τρόπο σύμφωνο με το δίκαιο της ΕΕ υπόκειται στους περιορισμούς που θέτουν οι γενικές αρχές του δικαίου και ιδίως αυτές της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας. Δηλαδή, η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για να θεμελιώσει ερμηνεία του εθνικού δικαίου contra legem. Η αρχή αυτή επιβάλλει πάντως στο αιτούν δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του, εφόσον είναι αναγκαίο, το σύνολο του εθνικού δικαίου, για να εκτιμά κατά πόσον μπορεί να εφαρμοσθεί το δίκαιο αυτό, έτσι ώστε να μην έχει αποτέλεσμα αντίθετο προς το επιδιωκόμενο από την απόφαση-πλαίσιο ( 36 ).
66.
Τέλος, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η ερμηνεία του εθνικού δικαίου την οποία υποστηρίζουν οι πολιτικώς ενάγοντες της κύριας δίκης ενδέχεται να αντιβαίνει στον κανόνα εσωτερικού δικαίου βάσει του οποίου απαγορεύεται η κατ’ αναλογία εφαρμογή in malam partem των διατάξεων του ποινικού κώδικα.
67.
Το εθνικό δίκαιο δεν είναι το μόνο που απαγορεύει μια τέτοια εφαρμογή των κανόνων του ποινικού δικαίου. Ήδη το 1963, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι η εφαρμογή αυτή συνεπάγεται παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών [στο εξής: ΕΣΔΑ], βάσει του οποίου ουδείς δύναται να καταδικασθεί για πράξη ή παράλειψη η οποία, κατά τον χρόνο που διεπράχθη, δεν αποτελούσε αδίκημα κατά το εθνικό ή το διεθνές δίκαιο ( 37 ). Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υιοθέτησε παρεμφερή προσέγγιση στη νομολογία του ( 38 ).
68.
Η διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ είναι πανομοιότυπη με αυτήν του εφαρμοστέου εν προκειμένω μέρους του άρθρου 49, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Αφότου τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη της Λισσαβώνας, την 1η Δεκεμβρίου 2009, ο Χάρτης έχει την ίδια νομική ισχύ με το πρωτογενές δίκαιο ( 39 ). Δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, τα δικαιώματα που περιλαμβάνει και τα οποία αντιστοιχούν σε δικαιώματα που διασφαλίζονται βάσει της ΕΣΔΑ έχουν την ίδια έννοια και εμβέλεια με αυτήν που τους αποδίδει η ΕΣΔΑ.
69.
Ενδεχόμενη κατ’ αναλογία εφαρμογή in malam partem των διατάξεων του εσωτερικού ποινικού δικαίου μπορεί να αντιβαίνει στο εθνικό δίκαιο ή όχι (δεν αποφαίνομαι επί του ζητήματος αυτού). Εντούτοις, εξακολουθεί να υφίσταται το ζήτημα της εφαρμογής της αρχής αυτής στο πλαίσιο του άρθρου 9, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου.
70.
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, ουδόλως υποχρεώνει κράτος μέλος να τροποποιήσει το εσωτερικό ποινικό δίκαιό του επί της ουσίας ( 40 ). Επιπλέον, η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει το ύψος της οφειλόμενης στο θύμα αποζημιώσεως, όσον αφορά τη ζημία που προκάλεσε η αξιόποινη πράξη —ουδόλως προκύπτει από την απόφαση-πλαίσιο ότι το ποσό της οικείας αποζημιώσεως πρέπει να υπολογίζεται με διαφορετικό τρόπο αναλόγως του αν πρόκειται για αστική ή για ποινική δίκη. Η απόφαση, για να επιτευχθεί ο σκοπός της προστασίας των συμφερόντων των θυμάτων αξιόποινων πράξεων, συντομεύει τις προθεσμίες για την επιδίκαση της οικείας αποζημιώσεως. Πρόκειται για δικονομικό ζήτημα που ουδόλως αφορά την ποινική ευθύνη του οφειλέτη. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι δεν υφίσταται θέμα εφαρμογής της αρχής in malem partem όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, την οποία προτείνω εν προκειμένω.
Πρόταση
71.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Tribunale di Firenze:
«Ο γενικός κανόνας τον οποίο θέτει το πρώτο σκέλος του άρθρου 9, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία το εσωτερικό δίκαιο κράτους μέλους επιτρέπει τη δίωξη νομικών προσώπων λόγω αδικήματος, το γεγονός ότι βάσει του εν λόγω δικαίου η ευθύνη αυτή χαρακτηρίζεται ως «έμμεσου και επικουρικού χαρακτήρα» και/ή ως «διοικητική» δεν απαλλάσσει το οικείο κράτος μέλος από την υποχρέωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, εφόσον (1) τα κριτήρια βάσει των οποίων ορίζεται το αδίκημα παραπέμπουν στις διατάξεις του ποινικού κώδικα, (2) η συνακόλουθη ευθύνη στηρίζεται κατ’ ανάγκη στη διάπραξη αδικήματος από φυσικό πρόσωπο και (3) η διαδικασία κατά νομικού προσώπου υπάγεται στη δικαιοδοσία των ποινικών δικαστηρίων και διέπεται από τις διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας, η δε υπόθεση του νομικού προσώπου συνεκδικάζεται, καταρχήν, με αυτήν του ποινικώς διωκομένου φυσικού προσώπου ή των ποινικώς διωκομένων φυσικών προσώπων τα οποία φέρονται ως αυτουργοί του επίμαχου αδικήματος.
Η εξαίρεση από τον ως άνω γενικό κανόνα την οποία εισάγει το δεύτερο σκέλος του άρθρου 9, παράγραφος 1, πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά. Δεν έχει την έννοια ότι συνεπάγεται τον αποκλεισμό, από το πεδίο εφαρμογής του γενικού κανόνα του πρώτου σκέλους της διατάξεως αυτής, όλων των περιπτώσεων που αφορούν ειδική κατηγορία αυτουργών αδικημάτων και συγκεκριμένα αυτή των νομικών προσώπων.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Απόφαση-πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες (ΕΕ L 82, σ. 1, στο εξής: απόφαση-πλαίσιο).
( 3 ) Βλ. σημείο 32 των συμπερασμάτων της συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε, της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999.
( 4 ) Βλ. τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της αποφάσεως-πλαισίου.
( 5 ) Ή, όπως αναφέρεται στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, «no soul to damn, no body to kick».
( 6 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση επιβεβαιώθηκε ότι κανένα από τα νομικά πρόσωπα που μνημονεύονται στο σημείο 19 κατωτέρω δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως αυτής.
( 7 ) Νομοθετικό διάταγμα της 28ης Ιουλίου 1989 περί ζητημάτων εφαρμογής και συντονισμού, καθώς και περί μεταβατικών διατάξεων σχετικά με τον κώδικα ποινικής δικονομίας.
( 8 ) Όπως προκύπτει από την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Από τη δικογραφία συνάγεται ότι ποινική δίωξη για τα επίμαχα αδικήματα ασκήθηκε κατά έξι συνολικά ατόμων, των οποίων τα ονόματα παρατίθενται μεταξύ των διαδίκων στην πρώτη σελίδα των προτάσεων αυτών.
( 9 ) Βλ., σχετικώς, τα στοιχεία περί της ημερομηνίας της θέσεως σε ισχύ της Συνθήκης του Άμστερνταμ στην ΕΕ 1999, L 114, σ. 56.
( 10 ) Την 1η Δεκεμβρίου 2009.
( 11 ) Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, C-507/10 (Συλλογή 2011, σ. Ι-14241, σκέψεις 18 έως 22).
( 12 ) Βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου αυτού, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 10, παράγραφος 1, θα παύσει να ισχύει, εφόσον δεν τροποποιηθεί το νομοθέτημα του οποίου αποτελεί μέρος, μετά την παρέλευση πέντε ετών από την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας, δηλαδή στις 30 Νοεμβρίου 2014.
( 13 ) Οδηγία 2004/80/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την αποζημίωση των θυμάτων εγκληματικών πράξεων (ΕΕ 2004, L 261, σ. 15).
( 14 ) Βλ., σχετικώς, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2007, C-467/05, Dell’Orto (Συλλογή 2007, σ. Ι-5557, σκέψη 57).
( 15 ) Δυνάμει του άρθρου 74 του ιταλικού κώδικα ποινικής δικονομίας.
( 16 ) Βλ. κατωτέρω σημείο 36.
( 17 ) Βλ. σχετικώς, μεταξύ άλλων, απόφαση της 8ης Ιουνίου 2007, C-60/05, WWF Italia κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. Ι-5083, σκέψη 18).
( 18 ) Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010, C-205/09, Eredics και Sápi (Συλλογή 2010, σ. Ι-10231, σκέψη 38).
( 19 ) Βλ., όσον αφορά την υφιστάμενη κατάσταση στην Ιταλία, σκέψη 35 κατωτέρω.
( 20 ) Βλ., σχετικώς, σημείο 39 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα J. Kokott επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων Gueye και Salmerón Sánchez (απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, C-483/09 και C-1/10, Συλλογή 2011, σ. Ι-8263).
( 21 ) Βλ. σημείο 12 ανωτέρω.
( 22 ) Βλ. την αριθ. 2251/11 απόφαση του Corte Suprema di Cassazione (του ιταλικού ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου), της 5ης Οκτωβρίου 2010, Cass. Pen. n. 2251/11, σκέψη 11.2.2, με την οποία το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο χαρακτήρισε τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από φυσικό πρόσωπο ως «ουσιώδη προϋπόθεση» («presupposto fondamentale») για την ύπαρξη ευθύνης του νομικού προσώπου το οποίο ευθύνεται καταρχήν για τη συμπεριφορά του αυτουργού.
( 23 ) Οι υποθέσεις δεν θα συνεκδικασθούν (προφανώς) σε περίπτωση κατά την οποία τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 8 του νομοθετικού διατάγματος, οπότε διώκεται αποκλειστικώς το νομικό πρόσωπο.
( 24 ) Βλ. προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση, σκέψη 11.2.5.
( 25 ) Βλ. σημείο 49.
( 26 ) Βλ., σχετικώς, την προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση Gueye και Salmerón (σκέψεις 57 και 58). Μολονότι η απόφαση εκείνη αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3 της αποφάσεως-πλαισίου, τόσο το άρθρο 3 όσο και το άρθρο 9 εντάσσονται στο πλαίσιο αποφάσεως εκδοθείσας με σκοπό να διασφαλισθεί ότι οι ανάγκες του θύματος λαμβάνονται υπόψη και αντιμετωπίζονται σφαιρικά. Φρονώ ότι, ως προς τούτο, ουδείς λόγος επιβάλλει να ερμηνεύεται το άρθρο 9 κατά τρόπο διαφορετικό απ’ ό,τι το άρθρο 3.
( 27 ) Βλ. σημείο 11 ανωτέρω
( 28 ) Βλ. σημείο 34 ανωτέρω.
( 29 ) Το ζήτημα εξετάσθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η, προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 14, απόφαση Dell’Orto, και με τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott επί της υποθέσεως αυτής. Μολονότι με την απόφαση Dell’Orto επιβεβαιώνεται ότι, τόσο κατά γράμμα όσο και τελολογικά, το «θύμα» μπορεί να είναι μόνο φυσικό πρόσωπο, από την υπόθεση αυτή δεν συνάγεται κανένα στοιχείο σχετικά με την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στον όρο «αυτουργός».
( 30 ) Βάσει του άρθρου 36 του νομοθετικού διατάγματος. Βλ. σημείο 15 ανωτέρω.
( 31 ) Βλ. σημείο 31 ανωτέρω.
( 32 ) Βλ., συναφώς, τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Dell’Orto (απόφαση προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 14, σημεία 81 και 82).
( 33 ) Βλ. έκθεση της ομάδας για τη «συνεργασία στις ποινικές υποθέσεις», της 11ης Ιουλίου 2000, αριθ. εγγράφου 10387/00 COPEN 54.
( 34 ) Κατά τον χρόνο των συζητήσεων αυτών η διατύπωση του σχεδίου της διατάξεως έκανε λόγο για «ορισμένες ειδικές περιπτώσεις». Φρονώ ότι η απαλοιφή του όρου «ειδικές» στερείται σημασίας.
( 35 ) Απόφαση της 16ης Ιουνίου 2005, C-105/03, Pupino (Συλλογή 2005, σ. I-5285, σκέψη 43).
( 36 ) Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35 απόφαση Pupino (σκέψεις 44 και 47). Βλ. επίσης, σε διαφορετικό πλαίσιο, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2004, C-397/01 έως C-403/01, Pfeiffer κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I-8835, σκέψεις 118 και 119).
( 37 ) Βλ. απόφαση της Επιτροπής της 22ας Απριλίου 1965, υπόθεση Χ. κατά Αυστρίας, αριθ. 1852/63, Ετήσια Συλλογή τ. 8, σ. 190 και 198. Βλ., επίσης, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1975, Χ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 6683/74, D.R. 3, σ. 95.
( 38 ) Βλ. ΕΔΔΑ απόφαση της 25ης Μαΐου 1993, Κοκκινάκης κατά Ελλάδας, σειρά Α αριθ. 260, σκέψη 51.
( 39 ) Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ.
( 40 ) Βλ. σημείο 34 ανωτέρω.
Full & Egal Universal Law Academy