ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
YVES BOT
της 21ης Ιουνίου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-89/11 P
E.ON Energie AG
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως — Ανταγωνισμός — Απόφαση της Επιτροπής για την επιβολή προστίμου λόγω διαρρήξεως σφραγίδας — Άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 — Αρχές που διέπουν το βάρος αποδείξεως — Εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως και καθορισμός του ποσού του προστίμου — Αναλογικότητα του προστίμου — Πλήρης δικαιοδοσία»
1.
Η κρινόμενη υπόθεση έχει ως αντικείμενο την αίτηση αναιρέσεως της E.ON Energie AG ( 2 ) κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 15ης Δεκεμβρίου 2010, E.ON Energie κατά Επιτροπής ( 3 ). Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο επικύρωσε τη νομιμότητα της αποφάσεως C(2008) 377 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Ιανουαρίου 2008 ( 4 ), με την οποία η Επιτροπή επέβαλε στην E.ON Energie, βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 ( 5 ), πρόστιμο 38 εκατομμυρίων ευρώ λόγω διαρρήξεως σφραγίδας.
2.
Πράγματι, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα που δεν υπερβαίνουν το 1 % του συνολικού κύκλου εργασιών του προηγούμενου οικονομικού έτους, σε περίπτωση που αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, έχουν διαρρήξει σφραγίδες οι οποίες ετέθησαν σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1/2003 από τους υπαλλήλους ή τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή. Πρόκειται για την πρώτη απόφαση εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως ( 6 ).
3.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και ιδίως ο έκτος λόγος αναιρέσεως, θέτει ένα ζήτημα αρχής σχετικά με τη φύση και την έκταση του δικαστικού ελέγχου που πρέπει να ασκεί το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του ποσού του προστίμου που επιβάλλει η Επιτροπή σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού. Αντιθέτως, οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως δεν γεννούν, κατά τη γνώμη μου, κάποια νομική δυσχέρεια, καθόσον η αναιρεσείουσα ουσιαστικώς αμφισβητεί, τόσο με τα υποβληθέντα έγγραφα όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τις πραγματικές εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, πράγμα που υπερβαίνει την αναιρετική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
I – Το ιστορικό της υποθέσεως
4.
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μπορούν να συνοψισθούν ως εξής ( 7 ).
5.
Με απόφαση της 24ης Μαΐου 2006, η Επιτροπή διέταξε, σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 1/2003, τη διενέργεια ελέγχου στις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας στο Μόναχο (Γερμανία), ώστε να εξακριβώσει εάν είναι βάσιμες οι υπόνοιες για συμμετοχή της σε αντίθετες προς τον ανταγωνισμό συμφωνίες.
6.
Ο έλεγχος, ο οποίος διενεργήθηκε από τέσσερις εκπροσώπους της Επιτροπής και έξι εκπροσώπους της Bundeskartellamt (γερμανικής αρχής ανταγωνισμού), άρχισε το απόγευμα της 29ης Μαΐου 2006. Λόγω του ότι δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί αυθημερόν, τα έγγραφα που επιλέχθηκαν για περαιτέρω εξέταση τοποθετήθηκαν στον χώρο G.505, η πόρτα του οποίου κλειδώθηκε και τέθηκε επίσημη σφραγίδα. Συντάχθηκε πρακτικό για την επίθεση της σφραγίδας, το οποίο υπογράφηκε από τους εκπροσώπους της Επιτροπής, της Bundeskartellamt και της αναιρεσείουσας.
7.
Το πρωί της 30ής Μαΐου 2006 και περί ώρα 08:45, η ομάδα ελεγκτών διαπίστωσε ότι η κατάσταση της επίμαχης σφραγίδας, η οποία ήταν ακόμη κολλημένη στην πόρτα του χώρου G.505, είχε μεταβληθεί. Σε περίπτωση διαρρήξεως πλαστικής σφραγίδας, όπως η επίμαχη, το λευκό συγκολλητικό υλικό, διά του οποίου η σφραγίδα προσκολλάται στο υπόστρωμα, παραμένει στο υπόστρωμα υπό τη μορφή της ενδείξεως «VOID» που κατανέμεται σε όλη την επιφάνεια του αυτοκόλλητου. Η αφαιρεθείσα σφραγίδα γίνεται διαφανής σε αυτά τα σημεία, με αποτέλεσμα οι ενδείξεις «VOID» να είναι εμφανείς και επί της σφραγίδας.
8.
Ο επικεφαλής της ομάδας ελεγκτών άνοιξε την πόρτα του χώρου G.505 περί ώρα 09:15. Στη συνέχεια, συντάχθηκε πρακτικό διαρρήξεως της σφραγίδας, το οποίο υπογράφηκε από εκπρόσωπο της Επιτροπής και της Bundeskartellamt. Στο πρακτικό αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι ολόκληρη η σφραγίδα είχε μετατοπισθεί κατά περίπου 2 χιλιοστά σε ύψος και πλάτος, με αποτέλεσμα να είναι ορατά ίχνη κολλητικής ουσίας στο κάτω και στο δεξί μέρος της σφραγίδας, ενώ οι ενδείξεις «VOID» ήταν ευδιάκριτες σε όλη την επιφάνεια της σφραγίδας, η οποία πάντως παρέμενε «ιππαστί» στο πλαίσιο της πόρτας και δεν είχε σχισθεί. Το απόγευμα, λήφθηκαν με κινητό τηλέφωνο φωτογραφίες της επίμαχης σφραγίδας.
9.
Η αναιρεσείουσα αρνήθηκε να υπογράψει το εν λόγω πρακτικό και δήλωσε ότι δεν διαπιστώθηκε καμία μεταβολή όσον αφορά την κατάσταση των αποθηκευμένων στον χώρο εγγράφων.
10.
Στην κοινοποίηση αιτιάσεων την οποία απέστειλε στην αναιρεσείουσα στις 2 Οκτωβρίου 2006, η Επιτροπή ανέφερε ότι η επίμαχη σφραγίδα είχε παραβιασθεί και ότι, λόγω της οργανωτικής εξουσίας της αναιρεσείουσας επί του κτιρίου, επιβαλλόταν ο καταλογισμός σε αυτήν της ευθύνης για τη διάρρηξη της σφραγίδας. Η αναιρεσείουσα υπέβαλε παρατηρήσεις στις οποίες επεσύναψε διάφορες πραγματογνωμοσύνες σχετικές με την αντίδραση της επίμαχης σφραγίδας σε ορισμένες δοκιμασίες.
11.
Μετά το πέρας της διαδικασίας, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έκρινε ότι η E.ON Energie διέρρηξε σφραγίδα και παρέβη, έστω και εξ αμελείας, το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1/2003 και της επέβαλε πρόστιμο 38 εκατομμυρίων ευρώ.
12.
Με προσφυγή που άσκησε στις 15 Απριλίου 2008 ενώπιον του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου], η E.ON Energie ζήτησε την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως προβάλλοντας εννέα λόγους. Κατ’ ουσίαν, η E.ON Energie προσήψε στην Επιτροπή ότι παραβίασε τις αρχές που διέπουν το βάρος αποδείξεως όσον αφορά τη διάρρηξη της επίμαχης σφραγίδας και ότι δεν είχε θέσει κανονικά τη σφραγίδα. Προσήψε επίσης στην Επιτροπή ότι παραγνώρισε τις «εναλλακτικές εκδοχές» που θα μπορούσαν να εξηγήσουν την κατάσταση της σφραγίδας η οποία συνδέεται, ιδίως, με την παρέλευση του ανώτατου επιτρεπόμενου διαστήματος φυλάξεώς της, τη χρησιμοποίηση από την καθαρίστρια του καθαριστικού Synto, την υγρασία του αέρα και τους κραδασμούς που υπέστη η πόρτα. Η E.ON Energie υποστήριξε, επίσης, ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, καθώς και το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 κατά το ότι δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητά της. Τέλος, όσον αφορά το ποσό του προστίμου, υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει προς την υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 253 ΕΚ και προς την αρχή της αναλογικότητας.
13.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της E.ON Energie.
II – Τα αιτήματα των διαδίκων
14.
Με την αίτηση αναιρέσεώς της, η E.ON Energie ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικουρικώς να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας, να δεχθεί τα αιτήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως και να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον την καταδικάζει στην καταβολή προστίμου και, επικουρικότερα, να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο. Επιπλέον, ζητεί να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
15.
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αναιρέσεως και την καταδίκη της E.ON Energie στα δικαστικά έξοδα.
III – Η εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως
16.
Προς θεμελίωση της αναιρέσεώς της, η E.ON Energie προβάλλει έξι λόγους.
17.
Οι δύο πρώτοι λόγοι στρέφονται κατά της αναλύσεως του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τους κανόνες που διέπουν το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων. Ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος αφορούν, αντιθέτως, τις εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου που άπτονται της κανονικής επιθέσεως της επίμαχης σφραγίδας και της καταστάσεώς της. Ο έκτος λόγος στρέφεται κατά της εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου η οποία αφορά τη σοβαρότητα της παραβάσεως και την αναλογικότητα του ποσού του προστίμου που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα.
Α – Επί του πρώτου λόγου, ο οποίος αντλείται από παράβαση των αρχών που διέπουν το βάρος αποδείξεως, της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής in dubio pro reo
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
18.
Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, πρώτον, τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας που αφορούσαν παράβαση των κανόνων περί του βάρους αποδείξεως, με τις σκέψεις 48 έως 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
19.
Υπενθυμίζοντας τη σχετική νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι ο δικαστής δεν μπορεί να συμπεράνει ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμο την ύπαρξη της επίδικης παραβάσεως, όταν υφίστανται αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αυτό, ιδίως στο πλαίσιο προσφυγής με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση αποφάσεως περί επιβολής προστίμου, διότι τούτο επιβάλλει η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας η οποία διακηρύσσεται με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών ( 8 ). Απέρριψε την αιτίαση της E.ON Energie, η οποία βασιζόταν σε φερόμενη αναλογία με τη νομολογία περί εναρμονισμένων πρακτικών, κατά την οποία αρκεί μια επιχείρηση να προβάλει επιχειρηματολογία η οποία τονίζει μία άλλη διάσταση των γεγονότων τα οποία επικαλείται η Επιτροπή προς θεμελίωση παραβάσεως, επισημαίνοντας ότι η νομολογία αυτή δεν είναι εφαρμοστέα στις περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή στηρίζεται σε άμεσα αποδεικτικά στοιχεία. Με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε ότι, «όταν η Επιτροπή στηρίζεται σε άμεσα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είναι κατ’ αρχήν επαρκή για την απόδειξη της υπάρξεως παραβάσεως […], απόκειται στην οικεία επιχείρηση να αποδείξει επαρκώς κατά νόμο, αφενός, την ύπαρξη του γεγονότος που επικαλείται και, αφετέρου, ότι το γεγονός αυτό αναιρεί την αποδεικτική αξία [ ( 9 )] των στοιχείων επί των οποίων στηρίζεται η Επιτροπή».
20.
Στην κρινόμενη υπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της E.ON Energie, σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή έπρεπε να αποδείξει, πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας, ότι η μεταβολή της καταστάσεως της επίμαχης σφραγίδας που διαπιστώθηκε στις 30 Μαΐου 2006 ήταν καταλογιστέα στην E.ON Energie. Αφού έκρινε ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστήριζε η Επιτροπή, ο λόγος προσφυγής δεν ήταν αόριστος, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, εντούτοις, ότι η Επιτροπή δεν είχε παραγνωρίσει τις αρχές που διέπουν το βάρος αποδείξεως. Συγκεκριμένα, αφενός, στην αιτιολογική σκέψη 44 της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται ρητώς ότι «απόκειται στην Επιτροπή να εκθέσει τα κατάλληλα πραγματικά περιστατικά προκειμένου να αποδειχθεί η φερόμενη διάρρηξη της σφραγίδας», αφετέρου δε, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η Επιτροπή, με τις αιτιολογικές σκέψεις 75 και 76 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στήριξε τη διαπίστωσή της περί διαρρήξεως σφραγίδας στην κατάσταση της επίμαχης σφραγίδας το πρωί της 30ής Μαΐου 2006, η οποία, κατ’ αυτήν, εμφάνιζε τις ενδείξεις «VOID» σε ολόκληρη την επιφάνειά της, καθώς και υπολείμματα κολλητικής ουσίας στην οπίσθια όψη, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις δηλώσεις των ελεγκτών της Επιτροπής και της Bundeskartellamt και τις διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στο πρακτικό διαρρήξεως σφραγίδας. Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα της E.ON Energie που βασίζονταν σε εναλλακτικές εκδοχές σχετικά με την κατάσταση της επίμαχης σφραγίδας, κρίνοντας ότι η φερόμενη παλαιότητα της σφραγίδας και η ανυπαρξία φωτογραφιών που να απεικονίζουν την κατάστασή της πριν από το άνοιγμα της πόρτας δεν αύξησαν το βάρος αποδείξεως που φέρει η Επιτροπή.
2. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
21.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η E.ON Energie υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την κατανομή του βάρους αποδείξεως παραβιάζοντας έτσι την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας και την αρχή in dubio pro reo, μία από τις αρχές του δικαίου της Ένωσης.
22.
Πράγματι, αφού αναγνώρισε, με τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδεικνύει τις παραβάσεις τις οποίες διαπιστώνει, το Γενικό Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως, με τη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κρίνοντας ότι, καθόσον η Επιτροπή προσκομίζει άμεσες αποδείξεις για συγκεκριμένο περιστατικό, απόκειται στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να αποδείξουν την ανεπάρκεια των αποδείξεων αυτών. Σύμφωνα με την E.ON Energie, το Γενικό Δικαστήριο παραγνώρισε, μεταξύ άλλων, τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, κρίνοντας ότι οι αποδείξεις στις οποίες βασίστηκε η Επιτροπή αρκούσαν για να αποδειχθεί η ύπαρξη της παραβάσεως. Οι εν λόγω αποδείξεις, και συγκεκριμένα το πρακτικό διαρρήξεως της σφραγίδας, οι δηλώσεις των ελεγκτών και της κατασκευαστικής εταιρίας της επίμαχης σφραγίδας, η φωτογραφία της επίμαχης σφραγίδας και η πραγματογνωμοσύνη, συνιστούν έμμεσες απλώς αποδείξεις, οι οποίες εξάλλου προέρχονται αποκλειστικά από την αναιρεσίβλητη. Σε σχέση με τη διάρρηξη της σφραγίδας, η E.ON Energie υποστηρίζει ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη, καθόσον δεν έλαβε υπόψη την παρέλευση του διαστήματος φυλάξεως της σφραγίδας. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι εφάρμοσε κατ’ αναλογία την απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, Montecatini κατά Επιτροπής ( 10 ), διότι η διάρρηξη σφραγίδας, αντιθέτως προς την έγγραφη απόδειξη, δεν συνιστά άμεσο και επαρκές αποδεικτικό στοιχείο, αλλά αμφιλεγόμενο στοιχείο.
23.
Η E.ON Energie υποστηρίζει, επίσης, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η αβεβαιότητα σχετικά με την ορθή λειτουργία της επίμαχης σφραγίδας πρέπει να επιρριφθεί στην Επιτροπή, η οποία, αφενός, χρησιμοποίησε σφραγίδα της οποίας είχε παρέλθει το διάστημα φυλάξεως και, αφετέρου, δεν φρόντισε για την ασφάλεια των αποδεικτικών στοιχείων πριν από το άνοιγμα της πόρτας του χώρου. Προσθέτει, με το υπόμνημα απαντήσεώς της, ότι, για τον λόγο αυτό, η σφραγίδα τοποθετήθηκε εσφαλμένα, διότι η ορθή τοποθέτησή της προϋποθέτει την τήρηση των οδηγιών που δίνει ο κατασκευαστής με το τεχνικό δελτίο του προϊόντος. Κατά την αναιρεσείουσα, η αδυναμία να προσκομιστούν αποδεικτικά στοιχεία, η οποία οφείλεται στη συμπεριφορά της Επιτροπής, δεν πρέπει να επιρριφθεί στην αναιρεσείουσα. Η περίσταση αυτή αντιστρέφει το βάρος αποδείξεως, έτσι ώστε το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να απαιτήσει να αποδείξει η Επιτροπή ότι η σφραγίδα είχε τοποθετηθεί ορθώς και λειτούργησε κανονικά, και όχι να απαιτήσει από την E.ON Energie να αποδείξει το αντίθετο. Η E.ON Energie υπογραμμίζει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός, διότι η κατανομή του βάρους αποδείξεως είναι νομικό ζήτημα.
24.
Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως καθόσον αφορά εκτίμηση πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου. Επικουρικώς, αμφισβητεί τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας.
3. Εκτίμηση
25.
Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ενόψει του χαρακτήρα και της εκτάσεως του αναιρετικού ελέγχου του Δικαστηρίου.
26.
Πράγματι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, κατά τα άρθρα 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και ως λόγοι αναιρέσεως επιτρέπεται να προβάλλονται αναρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία και παραβίαση του δικαίου της Ένωσης. Συνεπώς, μόνον το Γενικό Δικαστήριο είναι κατ’ αρχήν αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες η ουσιαστική ανακρίβεια των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, και, αφετέρου, για την εκτίμηση των περιστατικών αυτών. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 256 ΣΛΕΕ, μόνον έλεγχο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες που έχει συναγάγει το Γενικό Δικαστήριο.
27.
Το Δικαστήριο δεν είναι, επομένως, αρμόδιο να εξακριβώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, κατ’ αρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη το Γενικό Δικαστήριο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Εφόσον τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία προσκομίστηκαν νομότυπα και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή αποδείξεων, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμά την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του έχουν υποβληθεί. Η εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων δεν συνιστά συνεπώς, υπό την επιφύλαξη της ενδεχόμενης παραμορφώσεως του περιεχομένου τους, νομικό ζήτημα υποκείμενο, αυτό καθ’ εαυτό, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου ( 11 ).
28.
Εν προκειμένω, φρονώ ότι, πέραν των κανόνων δικαίου των οποίων την παράβαση προβάλλει η αναιρεσείουσα, οι επικρίσεις της επικεντρώνονται στον τρόπο με τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία που του προσκομίστηκαν. Η E.ON Energie προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή επαρκή για τη στοιχειοθέτηση της παραβάσεως χωρίς να λάβει υπόψη, σε αυτό το πλαίσιο, την παρέλευση του ανώτατου επιτρεπόμενου διαστήματος φυλάξεως της επίμαχης σφραγίδας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η E.ON Energie εκθέτει τη δική της εκτίμηση σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Γενικό Δικαστήριο, χωρίς, εξάλλου, να προβάλλει κάποιο επιχείρημα από το οποίο να προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία.
29.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύει, κατά τη γνώμη μου, ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε με την εκτίμησή του τις γενικές αρχές του δικαίου και τους εφαρμοστέους διαδικαστικούς κανόνες σχετικά με το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή αποδείξεων. Με τις σκέψεις 48 έως 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απαρίθμησε, ορθώς και εξαντλητικώς, τους κανόνες δικαίου και τη νομολογία που διέπουν το κρινόμενο ζήτημα, πριν υπενθυμίσει ποια είναι η έκταση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας στο πλαίσιο των διαδικασιών εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού. Υπό το πρίσμα των εν λόγω δικονομικών και νομολογιακών κανόνων, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς εξέτασε και απέρριψε τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας.
30.
Βάσει των εν λόγω στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ως απαράδεκτο.
Β – Επί του δεύτερου λόγου, ο οποίος αντλείται από παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως κατά την εφαρμογή των αρχών που διέπουν το βάρος αποδείξεως
1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
31.
Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η E.ON Energie υποστηρίζει ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τις προεκτεθείσες αρχές που διέπουν το βάρος αποδείξεως πάσχει λόγω αντιφατικής και ανεπαρκούς αιτιολογίας.
32.
Πράγματι, με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απαίτησε τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα να αναιρούν «την αποδεικτική αξία των στοιχείων επί των οποίων στηρίζεται η Επιτροπή». Στο πλαίσιο όμως της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα για να εξηγήσει την κατάσταση της επίμαχης σφραγίδας, το Γενικό Δικαστήριο απαίτησε, με τη σκέψη 202 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, να αποδείξει η αναιρεσείουσα «αιτιώδη συνάφεια» μεταξύ της προβαλλομένης περιστάσεως, δηλαδή της παρελεύσεως του ανώτατου επιτρεπόμενου διαστήματος φυλάξεως, και της εμφανίσεως των ενδείξεων «VOID». Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο αγνόησε την αρχή την οποία είχε θέσει το ίδιο με τη σκέψη 56 της εν λόγω αποφάσεως.
33.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον στρέφεται κατά της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων από το Γενικό Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, φρονεί ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
2. Εκτίμηση
34.
Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, φρονώ ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.
35.
Πράγματι, με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έθεσε έναν κανόνα δικαίου σχετικό με το βάρος αποδείξεως, ο οποίος βαίνει πέραν των αρχών που έχουν τεθεί με τις αποφάσεις του Mannesmannröhren-Werke κατά Επιτροπής ( 12 ) και JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής ( 13 ), στις οποίες παραπέμπει το Γενικό Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, δεν πρόκειται απλώς για πραγματική, αλλά για νομική εκτίμηση. Βάσει των αρμοδιοτήτων που του χορηγεί το άρθρο 256 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο είναι κατ’ αρχήν αρμόδιο να εκτιμήσει τη νομιμότητα της συλλογιστικής του Γενικού Δικαστηρίου.
36.
Στο πλαίσιο του παρόντος λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει αντίφαση μεταξύ της αρχής που τίθεται με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και του τρόπου με τον οποίο εφαρμόστηκε με τη σκέψη 202 της εν λόγω αποφάσεως. Κατά την άποψή μου, δεν υφίσταται αντίφαση.
37.
Πράγματι, όταν το Γενικό Δικαστήριο θέτει την αρχή ότι η περίσταση την οποία προβάλλει η αναιρεσείουσα πρέπει να αναιρεί την αποδεικτική αξία των στοιχείων επί των οποίων στηρίζεται η ανάλυση της Επιτροπής, αυτό προϋποθέτει, προφανώς, αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των δύο. Η περίσταση την οποία επικαλείται η E.ON Energie και η οποία αντλείται από την παρέλευση του ανώτατου επιτρεπόμενου διαστήματος φυλάξεως της επίμαχης σφραγίδας μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την αποδεικτική αξία των ενδείξεων «VOID» που εμφανίστηκαν στη σφραγίδα μόνον αν αποδειχθεί και αν υπάρχει σχέση αιτίου-αιτιατού μεταξύ της ενδεχόμενης λήξεως της σφραγίδας και της εμφανίσεως των εν λόγω ενδείξεων.
38.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ως αβάσιμο.
Γ – Επί του τρίτου λόγου που αντλείται από παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων, παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου και του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως, καθώς και από τον αντίθετο προς τους κανόνες της λογικής και εσφαλμένο χαρακτήρα της αιτιολογίας όσον αφορά την εκτίμηση της κανονικής επιθέσεως της επίμαχης σφραγίδας
39.
Ο τρίτος λόγος τον οποίο προβάλλει η E.ON Energie στρέφεται κατά της εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την κανονική επίθεση της επίμαχης σφραγίδας, η οποία περιέχεται στις σκέψεις 102 έως 115 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
40.
Με τις σκέψεις 102 έως 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αν τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία βασίστηκε η Επιτροπή δικαιολογούν το συμπέρασμα περί κανονικής επιθέσεως της επίμαχης σφραγίδας. Πρώτον, έκρινε ότι το πρακτικό επιθέσεως της σφραγίδας αποδεικνύει αρκούντως ότι η επίμαχη σφραγίδα τέθηκε κανονικά, επισημαίνοντας σχετικά ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε διατυπώσει κάποια παρατήρηση περί προβαλλόμενης μη κανονικότητας. Δεύτερον, ανατρέχοντας στο περιεχόμενο των δηλώσεων των έξι ελεγκτών της Επιτροπής και της Bundeskartellamt που ήταν παρόντες κατά την επίθεση της επίμαχης σφραγίδας, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι δηλώσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι η σφραγίδα τέθηκε κανονικά. Τρίτον, επισήμανε ότι οι δηλώσεις των λοιπών τεσσάρων ελεγκτών που είχαν συμμετάσχει στους ελέγχους δεν αναιρούν την αποδεικτική αξία των σχετικών στοιχείων.
41.
Βασιζόμενο στα στοιχεία αυτά, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 115 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι η επίμαχη σφραγίδα είχε τεθεί κανονικώς, ότι εφάρμοζε, επομένως, σταθερά στην πόρτα του χώρου και ότι ήταν άθικτη, υπό την έννοια ότι δεν ήταν εμφανείς οι ενδείξεις «VOID».
2. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
42.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα επικαλείται ατάκτως διάφορες και ποικίλες πλάνες περί το δίκαιο, μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις αιτιάσεις.
43.
Πρώτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που του προσκομίστηκαν.
44.
Αφενός, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα την κανονικότητα της επιθέσεως της επίμαχης σφραγίδας με βάση αποκλειστικά την εξωτερική ακεραιότητά της, όταν διαπίστωσε, με τη σκέψη 115 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ήταν άθικτη υπό την έννοια ότι δεν ήταν εμφανείς οι ενδείξεις «VOID» όταν η ομάδα ελεγκτών απομακρύνθηκε από τις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας. Το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την εσωτερική ακεραιότητα της σφραγίδας, η οποία δεν μπορούσε να καταστεί εμφανής εξωτερικά κατά το σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ της επιθέσεώς της και της στιγμής κατά την οποία η ομάδα ελέγχου εγκατέλειψε τον χώρο. Αγνοώντας αυτό το στοιχείο, το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε, κατά συνέπεια, τις αρχές του κράτους δικαίου, καθώς και το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως το οποίο διακηρύσσεται με το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 14 ), εφόσον η κανονικότητα της ενέργειας της Επιτροπής δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί διά γυμνού οφθαλμού.
45.
Αφετέρου, με τη σκέψη 104 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το πρακτικό επιθέσεως της επίμαχης σφραγίδας αποδίδοντάς του περιεχόμενο και αποδεικτική αξία την οποία προφανώς δεν διαθέτει: το εν λόγω πρακτικό δεν παρέχει καμία ένδειξη όσον αφορά την άψογη επίθεση της σφραγίδας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τους «κανόνες της λογικής».
46.
Δεύτερον, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι βάσισε την ανάλυσή του στις δηλώσεις των ελεγκτών της Επιτροπής και της Bundeskartellamt σχετικά με την επίθεση της σφραγίδας, ισχυριζόμενη ότι οι δηλώσεις αυτές είναι αλυσιτελείς καθόσον οι εν λόγω ελεγκτές δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσουν την εσωτερική ακεραιότητα της επίμαχης σφραγίδας.
47.
Τρίτον, η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω εσφαλμένης αιτιολογίας. Πράγματι, στη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρει ότι η αναιρεσείουσα «είχε πλήρη γνώση της σημασίας των [ενδείξεων “VOID”]», μολονότι δεν είχε ούτε τη δυνατότητα ούτε την ευκαιρία να λάβει γνώση της ιδιαίτερης ευαισθησίας της ταινίας ασφαλείας της επίμαχης σφραγίδας ή να εξακριβώσει τις συγκεκριμένες ιδιότητές της.
48.
Η Επιτροπή αμφισβητεί τα εν λόγω επιχειρήματα και εκτιμά ότι, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η E.ON Energie προσπαθεί, στην πραγματικότητα, να θέσει υπό αμφισβήτηση πραγματικές διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου. Για τον λόγο αυτό, φρονεί ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
3. Εκτίμηση
49.
Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, η οποία αντλείται από παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων, θα πρέπει να υπομνησθεί, πρώτον, ότι, όταν ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που του προσκομίστηκαν, το Δικαστήριο, το οποίο δεν είναι κατ’ αρχήν αρμόδιο να εξετάσει τις αποδείξεις στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο θεμελίωσε τα πραγματικά περιστατικά, μπορεί να προβεί σε δικαστικό έλεγχο. Στην περίπτωση αυτή, ο αναιρεσείων πρέπει να επισημάνει επακριβώς τα στοιχεία που παραμόρφωσε το Γενικό Δικαστήριο και να αποδείξει την πλάνη κατά τη σχετική ανάλυση που, κατά τη γνώμη του, οδήγησαν το Γενικό Δικαστήριο στην παραμόρφωση αυτή. Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, τέτοια παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας και να μη χρειάζεται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων ( 15 ).
50.
Για να εκτιμηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο της εν λόγω αιτιάσεως, πρέπει να γίνει διάκριση ανάλογα με το αν η αναιρεσείουσα στρέφεται κατά της εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την ακεραιότητα της επίμαχης σφραγίδας ή κατά της εκτιμήσεως σχετικά με την αξία του πρακτικού επιθέσεως της σφραγίδας.
51.
Στην πρώτη περίπτωση, τα επιχειρήματα της E.ON Energie δεν αφορούν, κατά την άποψή μου, παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων. Προσάπτοντας στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη τις εσωτερικές αλλοιώσεις τις οποίες θα μπορούσε να έχει υποστεί η επίμαχη σφραγίδα, η αναιρεσείουσα προβάλλει, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, τη δική της εκδοχή όσον αφορά τον ορισμό του αναλλοίωτου σφραγίδας, υπό το πρίσμα της οποίας επιθυμεί να εξετάσει τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τις αποδείξεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αμφισβητεί την εκτίμηση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο σχετικά με την ακεραιότητα της επίμαχης σφραγίδας βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που του υποβλήθηκαν, και ιδίως βάσει του ότι η σφραγίδα δεν έφερε τις ενδείξεις «VOID» όταν τοποθετήθηκε και όταν οι ελεγκτές αποχώρησαν από τις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας.
52.
Φρονώ ότι η αιτίαση αυτή αφορά πραγματική εκτίμηση που δεν είναι παραδεκτή στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, για τους λόγους τους οποίους εξέθεσα στα σημεία 26 και 27 των παρουσών προτάσεων.
53.
Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που αντλούνται από παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου και του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως είναι απορριπτέες καθόσον απορρέουν από την προβαλλόμενη αλλοίωση της επίμαχης σφραγίδας. Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει κάποιο νομικό επιχείρημα στο οποίο να μπορούν να θεμελιωθούν ειδικά οι αιτιάσεις αυτές.
54.
Στη δεύτερη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε το πρακτικό επιθέσεως της επίμαχης σφραγίδας, αποδίδοντάς του αποδεικτική αξία, μολονότι δεν παρείχε καμία ένδειξη σχετικά με το ότι η σφραγίδα τέθηκε δεόντως.
55.
Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, ο έλεγχος τον οποίο πραγματοποιεί το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση του εν λόγω επιχειρήματος πρέπει να περιοριστεί στο αν το Γενικό Δικαστήριο υπερέβη προδήλως τα όρια της εύλογης εκτιμήσεως του σχετικού πρακτικού βασίζοντας την εκτίμησή του περί της κανονικής επιθέσεως της επίμαχης σφραγίδας στο εν λόγω έγγραφο.
56.
Εν προκειμένω, είναι, κατά την άποψή μου, σαφές ότι το πρακτικό με το οποίο διαπιστώθηκε η κανονική επίθεση της επίμαχης σφραγίδας και το οποίο συντάχθηκε και υπογράφηκε από τους εκπροσώπους της Επιτροπής, της Bundeskartellamt και της αναιρεσείουσας, αποτελεί απόδειξη εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο. Η αναιρεσείουσα, όμως, με την επιχειρηματολογία την οποία αναπτύσσει για τη θεμελίωση του τρίτου λόγου αναιρέσεως, δεν προβάλλει κάποια ανακρίβεια όσον αφορά την εκτίμηση του εν λόγω πρακτικού από το Γενικό Δικαστήριο ούτε αναφέρει κάποιο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το πρακτικό περιλάμβανε ανακριβείς διαπιστώσεις ή ψευδείς δηλώσεις.
57.
Κατά συνέπεια, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το πρακτικό επιθέσεως της επίμαχης σφραγίδας και το σχετικό επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Προτείνω επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα της αναιρεσείουσας που αντλείται από παράβαση των «κανόνων της λογικής» λόγω της φερόμενης παραμορφώσεως του εν λόγω πρακτικού.
58.
Με τη δεύτερη αιτίασή της, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι ερμήνευσε εσφαλμένα τις δηλώσεις των ελεγκτών της Επιτροπής και της Bundeskartellamt σχετικά με την επίθεση της επίμαχης σφραγίδας. Στην πραγματικότητα, η αναιρεσείουσα απλώς αμφισβητεί το βάσιμο των δηλώσεων αυτών, δεδομένων των δυνατοτήτων των εν λόγω ελεγκτών οι οποίοι δεν ήσαν, κατ’ αυτή, σε θέση να εκτιμήσουν την εσωτερική λειτουργία της σφραγίδας. Όπως όμως προκύπτει από πάγια νομολογία, εφόσον η προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων ήταν νομότυπη και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων και το βάρος αποδείξεως, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμά την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του έχουν υποβληθεί ( 16 ). Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 256 ΣΛΕΕ, μόνον έλεγχο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες που έχει συναγάγει το Γενικό Δικαστήριο ( 17 ).
59.
Συναφώς, όμως, η αναιρεσείουσα δεν αναπτύσσει επιχειρηματολογία θέτουσα υπό αμφισβήτηση τη νομική εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά την κανονική τοποθέτηση της επίμαχης σφραγίδας.
60.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η δεύτερη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
61.
Με την τρίτη αιτίασή της, η E.ON Energie υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα «αιτιολογήσεως» κρίνοντας, με τη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «είχε πλήρη γνώση της σημασίας [των ενδείξεων “VOID”]», μολονότι δεν είχε ούτε τη δυνατότητα ούτε την ευκαιρία να λάβει γνώση της ιδιαίτερης ευαισθησίας της αυτοκόλλητης ταινίας της επίμαχης σφραγίδας ούτε, κατά συνέπεια, να εξακριβώσει τις συγκεκριμένες ιδιότητές της.
62.
Η αιτίαση αυτή είναι, κατά την άποψή μου, αλυσιτελής. Πράγματι, στρέφεται κατά στοιχείου του σκεπτικού που παρατίθεται επαλλήλως εκ περισσού και, κατά συνέπεια, οι επικρίσεις της αναιρεσείουσας κατά της σχετικής κρίσεως του Γενικού Δικαστηρίου δεν μπορούν να επιφέρουν αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ( 18 ).
63.
Εν πάση περιπτώσει, τα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα είναι, κατά την άποψή μου, αλυσιτελή. Αφενός, η αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύει με ποιο τρόπο το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς του ή περιέλαβε σε αυτή αντιφατικές αιτιολογίες. Αφετέρου, η διαβεβαίωση αυτή του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται. Στη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία η αναιρεσείουσα θα είχε διαπιστώσει την εμφάνιση των ενδείξεων «VOID» στην επίμαχη σφραγίδα διευκρινίζοντας ότι «ευλόγως μπορεί να θεωρηθεί ότι θα είχε αμέσως υποβάλει παρατηρήσεις σχετικώς, δεδομένου ότι είχε πλήρη γνώση της σημασίας των εν λόγω στοιχείων». Το σχόλιο συνεπώς αυτό αφορούσε πολύ συγκεκριμένα το ζήτημα της εμφανίσεως των εν λόγω ενδείξεων στην επίμαχη σφραγίδα και τη σχετική αντίδραση της αναιρεσείουσας και όχι το αν η αναιρεσείουσα γνώριζε τις φυσικές ιδιότητες της σφραγίδας ή την ευαισθησία της στους εξωτερικούς παράγοντες.
64.
Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την τρίτη αιτίαση ως αβάσιμη.
65.
Βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ως εν μέρει απαράδεκτο και εν μέρει αβάσιμο.
Δ– Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από παράβαση των κανόνων της λογικής κατά την αιτιολόγηση της εκτιμήσεως του επιχειρήματος σχετικά με την παρέλευση του ανώτατου επιτρεπόμενου διαστήματος φυλάξεως της επίμαχης σφραγίδας
66.
Για τη θεμελίωση του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει κατ’ ουσίαν στο Γενικό Δικαστήριο ότι απέρριψε το επιχείρημα ότι η παρέλευση του ανώτατου επιτρεπόμενου διαστήματος φυλάξεως της επίμαχης σφραγίδας μπορούσε να προκαλέσει την εμφάνιση των ενδείξεων «VOID» σε αυτή.
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
67.
Με τις σκέψεις 199 έως 234 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αν η αναιρεσείουσα απέδειξε την ύπαρξη περιστάσεων ικανών να επηρεάσουν την αποδεικτική αξία των στοιχείων στα οποία η Επιτροπή είχε θεμελιώσει το πόρισμά της περί διαρρήξεως της σφραγίδας. Ειδικότερα, με τις σκέψεις 202 και 203 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το επιχείρημα ότι η αξιοπιστία της ταινίας ασφαλείας της επίμαχης σφραγίδας είχε επηρεαστεί από την παρέλευση του ανώτατου επιτρεπόμενου διαστήματος φυλάξεώς της και έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αυτής της παρελεύσεως και της εμφανίσεως των ενδείξεων «VOID» στην επιφάνεια της επίμαχης σφραγίδας. Για τη θεμελίωση της κρίσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο ανέφερε ότι οι εν λόγω ενδείξεις εμφανίστηκαν μόνο στην επίμαχη σφραγίδα, μολονότι και άλλες σφραγίδες προερχόμενες από την ίδια παρτίδα είχαν χρησιμοποιηθεί στις υπόλοιπες πόρτες και δεν παρουσίαζαν αυτή την ιδιομορφία. Κατόπιν τούτου, απέρριψε το επιχείρημα της αναιρεσείουσας.
2. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
68.
Η E.ON Energie ουσιαστικά αμφισβητεί τη διαπίστωση που περιέχεται στη σκέψη 203 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία η φερόμενη παρέλευση του ανώτατου επιτρεπόμενου διαστήματος φυλάξεως της επίμαχης σφραγίδας δεν προκάλεσε την εμφάνιση των ενδείξεων «VOID» στη σφραγίδα.
69.
Κατά την αναιρεσείουσα, η διαπίστωση αυτή πάσχει λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, καθόσον παραβαίνει τους «κανόνες της λογικής». Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να αποκλείσει κάτι τέτοιο για τον λόγο ότι μόνον η επίμαχη σφραγίδα έφερε την ένδειξη «VOID», ενώ οι σφραγίδες που χρησιμοποιήθηκαν στις υπόλοιπες πόρτες και προέρχονταν από την ίδια παρτίδα δεν έφεραν ανάλογες ενδείξεις. Το χαρακτηριστικό της μαζικής παραγωγής είναι ακριβώς ότι ένα συγκεκριμένο ελάττωμα προκαλεί προβλήματα σε μεμονωμένα μόνο προϊόντα. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται συναφώς ότι οι υπόλοιπες σφραγίδες δεν τέθηκαν σε πόρτες αποτελούμενες από ηχομονωτικά φύλλα και από πλαίσιο ανοδιωμένου αλουμινίου.
70.
Η Επιτροπή φρονεί ότι ο λόγος αναιρέσεως δεν είναι παραδεκτός, καθόσον η E.ON Energie στρέφεται κατά πραγματικής διαπιστώσεως του Γενικού Δικαστηρίου την οποία δεν μπορεί να αμφισβητήσει στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης.
3. Εκτίμηση
71.
Φρονώ ότι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι παραδεκτός βάσει των αρχών που εξέθεσα στα σημεία 26 και 27 των προτάσεών μου.
72.
Πράγματι, μέσω αυτού του λόγου ο οποίος θεμελιώνεται σε έλλειψη αιτιολογίας, η αναιρεσείουσα βάλλει στην πραγματικότητα κατά διαπιστώσεως του Γενικού Δικαστηρίου η οποία αντλείται από τα πραγματικά περιστατικά που του υποβλήθηκαν. Η διαπίστωση αυτή, η οποία περιέχεται στη σκέψη 203 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αφορά πραγματική εκτίμηση η οποία δεν μπορεί να συζητηθεί στο πλαίσιο αναιρέσεως, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών στα οποία βασίστηκε το Γενικό Δικαστήριο.
Ε– Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από παρατυπίες κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, παραβίαση της αρχής in dubio pro reo και αντιφάσεων όσον αφορά την εκτίμηση της καταστάσεως της επίμαχης σφραγίδας
73.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την κατάσταση της επίμαχης σφραγίδας κατά την ημέρα που ακολούθησε τον έλεγχο.
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
74.
Με τις σκέψεις 134 έως 146 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αν τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση οδηγούσαν στη διαπίστωση διαρρήξεως της σφραγίδας. Κατέληξε ότι το συμπέρασμα αυτό δικαιολογούσε η κατάσταση της επίμαχης σφραγίδας το πρωί της 30ής Μαΐου 2006, όπως περιγράφεται στο πρακτικό διαρρήξεως σφραγίδας και στις δηλώσεις των ελεγκτών που ήσαν παρόντες επιτόπου. Στη συνέχεια, με τις σκέψεις 147 έως 156 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αν τα περιστατικά τα οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, και συγκεκριμένα το γεγονός ότι οι ενδείξεις «VOID» ήταν ιδιαίτερα δυσδιάκριτες και το γεγονός ότι η Επιτροπή εσφαλμένως στηρίχθηκε σε φωτογραφίες της επίμαχης σφραγίδας ήταν ικανά να αμφισβητήσουν την αποδεικτική αξία των εν λόγω στοιχείων.
2. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
75.
Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 146 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή δικαιολογούσαν το συμπέρασμα ότι η επίμαχη σφραγίδα είχε αφαιρεθεί από την πόρτα του χώρου G.505 το βράδυ της 29ης προς την 30ή Μαΐου 2006 και ότι η πόρτα αυτή θα μπορούσε επομένως να είναι ανοικτή στο διάστημα αυτό, λαμβανομένων υπόψη των ενδείξεων «VOID» σε ολόκληρη την επιφάνεια της επίμαχης σφραγίδας. Ειδικότερα, προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έκρινε λυσιτελές το επιχείρημα ότι, εφόσον οι ενδείξεις στο πλαίσιο της πόρτας δεν είχαν σβηστεί και παρέμεναν άθικτες, αυτό υποδήλωνε «ψευδώς θετικό αποτέλεσμα».
76.
Συναφώς, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι υπάρχει αντίφαση με τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου. Αφενός, με τη σκέψη 137 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διαπίστωσε ότι ήταν αδύνατον να τοποθετηθεί εκ νέου η επίμαχη σφραγίδα στο ίδιο σημείο όπου είχε επικολληθεί προηγουμένως. Αφετέρου, με τη σκέψη 149 της ίδιας αποφάσεως, επισήμανε ότι η εμφάνιση των ενδείξεων «VOID» υποδηλώνει ότι η επίμαχη σφραγίδα είχε διαρραγεί και ότι το αυτοκόλλητο είχε μετακινηθεί. Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο αντιφάσκει προς την έκθεση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία κάθε επανατοποθέτηση της σφραγίδας προκαλεί ζημία των γραμμάτων, εις τρόπον ώστε το γεγονός ότι οι ενδείξεις «VOID» ήταν άθικτες αποδεικνύει ότι πρέπει να αποκλειστεί η επανατοποθέτηση της σφραγίδας μετά την αποκόλλησή της. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι τα εν λόγω ίχνη μπορούν να εμφανιστούν στο πλαίσιο της πόρτας χωρίς να προηγηθεί αποκόλληση της σφραγίδας, αποκλειστικά λόγω «ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων». Κατά συνέπεια, κατ’ εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo, το ίδιο θα μπορούσε να ισχύει και σε σχέση με το τμήμα της σφραγίδας που είχε επικολληθεί στο φύλλο της πόρτας.
77.
Τέλος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν διέταξε αποδείξεις όσον αφορά την κατάσταση των ενδείξεων «VOID» στο πλαίσιο της πόρτας.
78.
Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά και εκτιμά, μεταξύ άλλων, ότι η E.ON Energie προσπαθεί και πάλι να αμφισβητήσει πραγματικές εκτιμήσεις. Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
3. Εκτίμηση
79.
Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι παραδεκτός.
80.
Αφενός, προκύπτει σαφώς από τα υπομνήματα της αναιρεσείουσας, και ιδίως από τις πολυάριθμες αναφορές της στην προσφυγή και στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε πρωτοδίκως, ότι σκοπός της είναι, στην πραγματικότητα, να επιτύχει την απλή επανεξέταση των επιχειρημάτων που προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και την επανεκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
81.
Το Δικαστήριο τονίζει ότι μια αίτηση αναιρέσεως δεν είναι παραδεκτή αν ο αναιρεσείων απλώς επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ήδη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου χωρίς να εξηγεί ή να διαπιστώνει την πλάνη περί το δίκαιο με την οποία ενδεχομένως βαρύνεται η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως συνιστά στην πραγματικότητα αίτηση απλής επανεξετάσεως της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου ( 19 ). Αντιθέτως, αν ο αναιρεσείων αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης από το Γενικό Δικαστήριο, τα νομικά ζητήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν να αποτελέσουν εκ νέου αντικείμενο συζητήσεως κατά την αναιρετική διαδικασία. Πράγματι, σύμφωνα με το Δικαστήριο, αν ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να στηρίξει την αναίρεσή του σε ισχυρισμούς και επιχειρήματα που προέβαλε ήδη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η αναιρετική διαδικασία θα έχανε εν μέρει τη σημασία της ( 20 ).
82.
Εν προκειμένω, μολονότι η αναιρεσείουσα προβάλλει, με την επικεφαλίδα του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, παραβίαση της αρχής in dubio pro reo, διαπιστώνεται ότι δεν εξηγεί σε τι έγκειται αυτή η πλάνη περί το δίκαιο που βαρύνει την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ούτε αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης από το Γενικό Δικαστήριο.
83.
Αφετέρου, όσον αφορά τις συμπληρωματικές αποδείξεις τις οποίες έπρεπε να διατάξει το Γενικό Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να κρίνει αν ενδεχομένως απαιτείται να συμπληρωθούν τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία διαθέτει στις υποθέσεις τις οποίες εκδικάζει. Ο αποδεικτικός χαρακτήρας των στοιχείων αυτών εμπίπτει στην κυριαρχική εκτίμησή του περί των πραγματικών περιστατικών. Κατά το Δικαστήριο, η εκτίμηση αυτή εκφεύγει, επομένως, του ελέγχου του όταν κρίνει κατ’ αναίρεση, εκτός αν οι διάδικοι προβάλλουν παραμόρφωση των ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων ή αν η ουσιαστική ανακρίβεια των διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ( 21 ).
84.
Στην αίτηση αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται κανένα στοιχείο βάσει του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κάτι τέτοιο ισχύει στην κρινόμενη υπόθεση, δεδομένου μάλιστα ότι το συμπέρασμα που εξάγει το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 146 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως θεμελιώνεται επαρκώς, ας μου επιτραπεί να το επισημάνω, στην εκτίμηση των διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία προσκόμισε ενώπιόν του η Επιτροπή και τα οποία απαριθμούνται στις σκέψεις 136 έως 145 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, φρονώ ότι το σχετικό επιχείρημα δεν είναι παραδεκτό και, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι βάσιμο.
85.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ως απαράδεκτο.
Στ – Επί του έκτου λόγου που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο, και ιδίως από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως και του ποσού του προστίμου
86.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ουσιαστικά αμφισβητεί την έκταση του δικαστικού ελέγχου που άσκησε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως και του καθορισμού του ποσού του προστίμου που επιβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 23, παράγραφος 1, σημείο εʹ, του κανονισμού 1/2003.
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
87.
Με τις σκέψεις 276 έως 283 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσον η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς την προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τα κριτήρια στα οποία βασίστηκε για να καθορίσει το ποσό του προστίμου που επέβαλε στην αναιρεσείουσα.
88.
Αφενός, επισήμανε ότι η συλλογιστική της Επιτροπής διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία αναφέρεται ότι το ποσό του προστίμου αποτελούσε συνάρτηση, μεταξύ άλλων, της σοβαρότητας της παραβάσεως και των ιδιαίτερων περιστάσεων της υποθέσεως. Διευκρίνισε, επίσης, ότι η διάρρηξη σφραγίδας αποτελεί σοβαρή παράβαση και ότι το πρόστιμο θα πρέπει να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι υπήρχαν εν προκειμένω ενδείξεις παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού τις οποίες θα μπορούσε να εξακριβώσει με τον έλεγχο και ότι τα μη απογραφέντα έγγραφα βρίσκονταν στον χώρο που είχε σφραγισθεί. Διευκρίνισε ότι είχε λάβει υπόψη, για τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου, ότι επρόκειτο για την πρώτη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1/2003, και ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε τα σημαντικά πρόστιμα που προβλέπονται σε περίπτωση διαρρήξεως σφραγίδας, λαμβανομένου υπόψη ότι ήταν μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στην αγορά και ότι διέθετε ειδικευμένους νομικούς. Τέλος, η Επιτροπή απέρριψε ρητώς τα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα ως προς τις ελαφρυντικές περιστάσεις.
89.
Επίσης, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, ως προς το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή δεν έχει εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού την οποία ακολουθεί στο πλαίσιο του καθορισμού των προστίμων.
90.
Βάσει των στοιχείων αυτών, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, αντιθέτως προς ό,τι υποστήριξε η αναιρεσείουσα, δεν ήταν υποχρεωμένη να προσδιορίσει αριθμητικώς, σε απόλυτη τιμή ή σε ποσοστό, το βασικό ποσό του προστίμου και τις ενδεχόμενες επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις και έκρινε, με τη σκέψη 284 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν αιτιολογημένη σύμφωνα με τις απαιτήσεις τις οποίες προβλέπει το άρθρο 256 ΣΛΕΕ.
91.
Στη συνέχεια, με τις σκέψεις 285 έως 296 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας σχετικά με την αναλογικότητα του προστίμου.
92.
Με τις σκέψεις 286 και 287 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε τη νομολογία σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας στο πλαίσιο του καθορισμού του ποσού του προστίμου.
93.
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της αναιρεσείουσας σχετικά με τις επιβαρυντικές περιστάσεις τις οποίες δέχθηκε η Επιτροπή εναντίον της. Πράγματι, έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε καταλήξει στην ύπαρξη επιβαρυντικών περιστάσεων, αλλά είχε εκθέσει ορθώς τους λόγους για τους οποίους η παράβαση ήταν ιδιαίτερα σοβαρή. Ο πρώτος λόγος αφορούσε τον σκοπό των σφραγίδων, ενώ ο δεύτερος την ανάγκη διασφαλίσεως επαρκώς αποτρεπτικού αποτελέσματος των προστίμων.
94.
Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της αναιρεσείουσας σχετικά με τις ελαφρυντικές περιστάσεις τις οποίες έπρεπε να λάβει υπόψη της η Επιτροπή κατά τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου.
95.
Ειδικότερα, με τη σκέψη 289 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η διάρρηξη σφραγίδας εξ αμελείας δεν συνιστά ελαφρυντική περίσταση για δύο λόγους. Πρώτον, η Επιτροπή δέχθηκε ότι επρόκειτο «έστω» για εξ αμελείας διάρρηξη της σφραγίδας, ενώ, εξάλλου, κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1/2003, η συνιστάμενη σε διάρρηξη σφραγίδας παράβαση μπορεί να διαπραχθεί είτε εκ προθέσεως είτε εξ αμελείας.
96.
Στη συνέχεια, με τη σκέψη 291 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε αλυσιτελές το γεγονός ότι δεν ήταν δυνατόν να διαπιστωθεί αν είχαν αφαιρεθεί έγγραφα από τον σφραγισθέντα χώρο, υπενθυμίζοντας ότι σκοπός της επιθέσεως σφραγίδας ήταν ακριβώς να αποτραπεί κάθε επέμβαση σε έγγραφα που φυλάσσονταν στον σφραγισθέντα χώρο κατά την απουσία των ομάδων ελεγκτών της Επιτροπής. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι τα έγγραφα που φυλάσσονταν στον χώρο δεν είχαν απογραφεί, ιδίως λόγω του μεγάλου αριθμού τους. Επομένως, ήταν αδύνατο για την ομάδα ελεγκτών να εξακριβώσει εάν έλειπαν έγγραφα τα οποία φυλάσσονταν στον εν λόγω χώρο.
97.
Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η επίδικη διάρρηξη σφραγίδας αποτελούσε την πρώτη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1/2003, ενώ η αναιρεσείουσα διέθετε ειδικευμένους νομικούς, είχε ενημερωθεί σχετικά με τις συνέπειες διαρρήξεως της σφραγίδας, η τροποποίηση του κανονισμού είχε πραγματοποιηθεί προ τριών και πλέον ετών και άλλες σφραγίδες είχαν ήδη τεθεί σε κτίρια του ομίλου της.
98.
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε τα ακόλουθα, με τη σκέψη 294 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως:
«Τέταρτον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, πρόστιμο ποσού 38 εκατομμυρίων ευρώ δεν μπορούσε να θεωρηθεί δυσανάλογο σε σχέση με την παράβαση, λαμβανομένων υπόψη του ιδιαιτέρως σοβαρού χαρακτήρα της διαρρήξεως σφραγίδας, του μεγέθους της προσφεύγουσας και της αναγκαιότητας διασφαλίσεως επαρκώς αποτρεπτικού αποτελέσματος του προστίμου, ώστε να μη θεωρείται συμφέρουσα για την επιχείρηση η διάρρηξη σφραγίδας τεθείσας από την Επιτροπή στο πλαίσιο ελέγχων.»
2. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
99.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η E.ON Energie υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, και συγκεκριμένα ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας μη λαμβάνοντας υπόψη κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως και του ποσού του προστίμου το ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε κάποιο στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι η πόρτα του χώρου είχε πράγματι ανοιχθεί ή ότι είχαν αφαιρεθεί έγγραφα. Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, τα στοιχεία αυτά έχουν καθοριστική σημασία, καθόσον σκοπός της επιθέσεως σφραγίδας, όπως εκτίθεται με τη σκέψη 291 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι να αποτραπεί κάθε επέμβαση σε έγγραφα που φυλάσσονται στον σφραγισθέντα χώρο. Προσθέτει ότι το Γενικό Δικαστήριο, ασκώντας πλήρη δικαιοδοσία του, θα έπρεπε να περιορίσει αναλόγως το ποσό του προστίμου.
100.
Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, ως ελαφρυντική περίσταση, το γεγονός ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε σφραγίδα της οποίας είχε παρέλθει το ανώτατο επιτρεπόμενο διάστημα φυλάξεως. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή κατέστη συνυπαίτια της σχετικά ασαφούς καταστάσεως στην οποία βρίσκονται οι διάδικοι και παραπλάνησε την αναιρεσείουσα όσον αφορά τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να ληφθούν. Η αναιρεσείουσα επικαλείται συναφώς, κατ’ αναλογία, την απόφαση Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής ( 22 ), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, ουσιαστικά, ότι μια παράβαση δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του ποσού του προστίμου όταν δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να δοθεί η εντύπωση από το περιεχόμενο ανακοινώσεως της Επιτροπής ότι η πρακτική αυτή θα μπορούσε να γίνει δεκτή ως συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης ( 23 ).
101.
Τέλος, η E.ON Energie υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραγνώρισε τους κανόνες σχετικά με τη διεξαγωγή των αποδείξεων αρνούμενο να διατάξει αποδείξεις σχετικά με το άνοιγμα της πόρτας του χώρου G.505.
102.
Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά και καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει τον έκτο λόγο αναιρέσεως.
3. Εκτίμηση
103.
Κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ο σεβασμός του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ δεν είναι ασυμβίβαστος με το έργο της Επιτροπής να διώκει, να ερευνά και να επιβάλλει κυρώσεις για τις παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού, εφόσον η εκδιδόμενη απόφαση μπορεί στη συνέχεια να αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου από δικαστικό όργανο έχον πλήρη δικαιοδοσία ( 24 ).
104.
Κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η δικαιοδοσία αυτή πρέπει να περιλαμβάνει την «εξουσία μεταρρυθμίσεως όλων των πραγματικών και νομικών σημείων της προσβαλλομένης αποφάσεως του κατώτερου οργάνου» ( 25 ). Ο δικαστής, δηλαδή, πρέπει να μπορεί να εξετάσει όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία της εκδικαζόμενης διαφοράς και δεν πρέπει να περιορίζεται στον έλεγχο πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως.
105.
Πρώτον, συνεπώς, πρέπει να μπορεί να εξακριβώσει αν, σε σχέση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υποθέσεως, η διοικητική αρχή χρησιμοποίησε προσηκόντως τις εξουσίες της.
106.
Δεύτερον, ο δικαστής πρέπει να μπορεί να εξετάζει το βάσιμο και την αναλογικότητα των επιλογών της διοικητικής αρχής και να επαληθεύει τις τεχνικής φύσεως εκτιμήσεις της.
107.
Τρίτον, ο έλεγχος της κυρώσεως προϋποθέτει, κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ότι ο δικαστής εξακριβώνει και αναλύει λεπτομερώς την καταλληλότητα της κυρώσεως σε σχέση με τη διαπιστωθείσα παράβαση, λαμβάνοντας υπόψη κρίσιμες παραμέτρους, συμπεριλαμβανομένης της αναλογικότητας της κυρώσεως, και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, την αντικαθιστά ( 26 ).
108.
Συνεπώς, η αυστηρότητα του δικαστικού ελέγχου εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου συνιστά ουσιώδη προϋπόθεση ώστε η διαδικασία, η οποία χαρακτηρίζεται, αφενός, από τον ποινικό χαρακτήρα της διαδικασίας και των προστίμων τα οποία προβλέπονται με το άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003 ( 27 ) και, αφετέρου, από συγκέντρωση των εξουσιών στα χέρια της Επιτροπής, να συνάδει με τις απαιτήσεις των άρθρων 6 της ΕΣΔΑ και 47 του Χάρτη.
109.
Κατά το άρθρο 261 ΣΛΕΕ και το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003 ( 28 ), το Γενικό Δικαστήριο έχει πλήρη δικαιοδοσία όσον αφορά τα πρόστιμα τα οποία επιβάλλει η Επιτροπή.
110.
Η δικαιοδοσία αυτή, όπως διευκρινίστηκε με την απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής ( 29 ), του επιτρέπει, πέραν του απλού ελέγχου νομιμότητας της κυρώσεως, να υποκαθιστά την Επιτροπή προβαίνοντας στη δική του εκτίμηση. Κατά συνέπεια, όταν υποβάλλεται στην κρίση του το ζήτημα του ποσού του προστίμου, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά, να μεταρρυθμίσει την επίδικη πράξη, ακόμα και χωρίς να την ακυρώσει, τροποποιώντας, μεταξύ άλλων, το ποσό του επιβληθέντος προστίμου. Μπορεί να το καταργήσει, να μειώσει ή να αυξήσει το ποσό του ( 30 ), γνωρίζοντας ότι δεν δεσμεύεται από τους υπολογισμούς της Επιτροπής ούτε από τις μεθόδους που περιγράφονται σε μη δεσμευτικά κοινοτικά κείμενα «soft law», όπως οι κατευθυντήριες γραμμές ( 31 ). Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε δική του εκτίμηση και μπορεί, κατά συνέπεια, να εφαρμόσει άλλη μέθοδο υπολογισμού, ακόμα και λιγότερο ευνοϊκή για την οικεία επιχείρηση. Έτσι, με την προαναφερθείσα απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Πρωτοδικείο είχε ασκήσει ορθώς τις αρμοδιότητές του μεταβάλλοντας τον τρόπο εφαρμογής του συντελεστή τον οποίο προέβλεπαν οι κατευθυντήριες γραμμές, μολονότι το ζήτημα της νομιμότητας της εφαρμογής του εν λόγω συντελεστή δεν είχε τεθεί πρωτοδίκως.
111.
Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο υποχρεούται, κατά συνέπεια, να εξασφαλίζει τον σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας η οποία, υπενθυμίζω, συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης που διακηρύσσεται πλέον με το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη.
112.
Σύμφωνα με όσα υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 286 και 287 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί να μην υπερβαίνουν οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων τα όρια του κατάλληλου και αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η σχετική ρύθμιση.
113.
Στο πλαίσιο των διαδικασιών εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού, αυτό σημαίνει ότι το πρόστιμο δεν πρέπει να είναι υπέρμετρο σε σχέση με τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει η Επιτροπή, το δε ποσό του πρέπει να είναι ανάλογο με την παράβαση εκτιμώμενη «στο σύνολό της» λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τη σοβαρότητά της. Όπως υπενθύμισε πρόσφατα το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Tomra Systems κ.λπ. κατά Επιτροπής, η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποδεικνύεται βάσει διαφόρων στοιχείων όπως είναι, μεταξύ άλλων, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, τούτο δε χωρίς να υφίσταται δεσμευτικός ή εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων που πρέπει υποχρεωτικά να λαμβάνονται υπόψη ( 32 ).
114.
Κατά συνέπεια, ο έλεγχος της αναλογικότητας του προστίμου σημαίνει συνεκτίμηση όλων των στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόθεση, όπως η συμπεριφορά της επιχειρήσεως και ο ρόλος που διαδραμάτισε στην παγίωση της αντίθετης προς τους κανόνες ανταγωνισμού πρακτικής, το μέγεθός της, η αξία των οικείων εμπορευμάτων ή το κέρδος που αποκόμισε από την παράβαση, ή ακόμα ο επιδιωκόμενος αποτρεπτικός σκοπός και οι κίνδυνοι τους οποίους παρουσιάζουν παραβάσεις αυτού του τύπου για τους σκοπούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
115.
Αυτό σημαίνει, συνεπώς, ιδίως στο πλαίσιο ελέγχου πλήρους δικαιοδοσίας, ότι το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά το ποσό του προστίμου ανεξαρτήτως των απλών νομικών ή πραγματικών στοιχείων κατά των οποίων στρέφεται η οικεία επιχείρηση.
116.
Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές στην εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά την αναλογικότητα του ποσού του προστίμου που επιβλήθηκε στην E.ON Energie, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν άσκησε σε όλο της το εύρος την πλήρη δικαιοδοσία του.
117.
Πράγματι, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να αρκεστεί στη δήλωση, με τη σκέψη 294 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, «αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, πρόστιμο ποσού 38 εκατομμυρίων ευρώ δεν μπορούσε να θεωρηθεί δυσανάλογο σε σχέση με την παράβαση, λαμβανομένων υπόψη του ιδιαιτέρως σοβαρού χαρακτήρα της διαρρήξεως σφραγίδας, του μεγέθους της προσφεύγουσας και της αναγκαιότητας διασφαλίσεως επαρκώς αποτρεπτικού αποτελέσματος του προστίμου».
118.
Μολονότι η σκέψη αυτή πρέπει ασφαλώς να γίνει νοητή σε συνδυασμό με τις σκέψεις 288 έως 293 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εντούτοις το Γενικό Δικαστήριο δεν συμπεριφέρθηκε, κατά τη γνώμη μου, ως δευτεροβάθμιο δικαστικό όργανο που εξετάζει και εκτιμά τον φάκελο εκ νέου, όπως επιτάσσει το άρθρο 6 ΕΣΔΑ.
119.
Πρώτον, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε κατά επαρκώς ανεξάρτητο τρόπο την εκτίμηση στην οποία προέβη η Επιτροπή.
120.
Εν προκειμένω, το ερώτημα ήταν αν το πρόστιμο το οποίο η Επιτροπή όρισε σε 38 εκατομμύρια ευρώ συνιστούσε δίκαιη κύρωση για τη συμπεριφορά που προσάπτεται στην E.ON Energie. Επέτρεπε ένα πρόστιμο αυτού του ποσού την αποτελεσματική κύρωση της παράνομης συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, κατά τρόπο που να μην είναι αμελητέος και να παραμένει επαρκώς αποτρεπτικός; Όσον αφορά το σημείο αυτό, έχω την αίσθηση ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν διαμόρφωσε ίδια γνώμη, αλλά δέχθηκε το ποσό το οποίο καθόρισε κατά σχετικά αφηρημένο τρόπο η Επιτροπή.
121.
Αφενός, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως που περιέχεται στις σκέψεις 288 έως 294 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε μόνο τα νομικά σημεία που αμφισβητούσαν οι διάδικοι, και συγκεκριμένα τη σοβαρότητα της παραβάσεως και τη συνεκτίμηση ορισμένων ελαφρυντικών και επιβαρυντικών περιστάσεων για τον υπολογισμό του προστίμου.
122.
Αφετέρου, στις τέσσερις από τις έξι σκέψεις που απαρτίζουν την εκτίμησή του, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρεται ρητώς στην εκτίμηση στην οποία προέβη η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση. Μολονότι είναι ακριβές ότι η Επιτροπή εξέθεσε ορθώς τους λόγους για τους οποίους η παράβαση της διαρρήξεως σφραγίδων είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς και ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα, κατά πάγια νομολογία, να εξασφαλίσει το επαρκώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα του προστίμου και διέθετε προς τον σκοπό αυτό εξουσία εκτιμήσεως για τον καθορισμό του ποσού του, αυτό δεν σημαίνει ότι ο δικαστής της Ένωσης, στο πλαίσιο του ελέγχου που ασκεί, έπρεπε να επαφεθεί στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια ή στη μεθοδολογία που ενδεχομένως ακολούθησε.
123.
Δεύτερον, θεωρώ δύσκολο να εκτιμηθεί η αναλογικότητα του ποσού του προστίμου που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα χωρίς να αναφερθεί και να εξεταστεί το μέγεθος και οι συνολικοί πόροι της E.ON Energie.
124.
Πράγματι, στη σκέψη 294 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο τονίζει ότι «πρόστιμο ποσού 38 εκατομμυρίων ευρώ δεν μπορούσε να θεωρηθεί δυσανάλογο σε σχέση με την παράβαση, λαμβανομένων υπόψη […] του μεγέθους της προσφεύγουσας». Εντούτοις, ούτε στην προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής ούτε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου αναφέρεται ο κύκλος εργασιών ή το εταιρικό κεφάλαιο της E.ON Energie. Στη σκέψη 3 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως διευκρινίζεται απλώς ότι η εν λόγω επιχείρηση είναι θυγατρική υπό πλήρη κυριότητα της E.ON AG (στο εξής: Ε.ΟΝ), ενώ στη σκέψη 282 ότι πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στον τομέα της ενέργειας.
125.
Ελλείψει των σχετικών δεδομένων, είναι βεβαίως δυνατόν να συναχθεί ο κύκλος εργασιών που πραγματοποίησε το 2005 η E.ON Energie από τα στοιχεία που αναφέρονται στη σκέψη 113 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, η Επιτροπή αναφέρει ότι το ποσό των 38 εκατομμυρίων ευρώ αντιστοιχεί στο 0,14 % του κύκλου εργασιών της αναιρεσείουσας. Βάσει αυτού του δεδομένου, ο κύκλος εργασιών της ανέρχεται σε 27,142 δις ευρώ ( 33 ). Εντούτοις, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της για το 2005 ( 34 ), η αναιρεσείουσα πραγματοποίησε κύκλο εργασιών 23,246 δις ευρώ, ήτοι 4 δις λιγότερα. Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η E.ON Energie επιβεβαίωσε ότι πραγματοποίησε κατά το 2005 ετήσιο κύκλο εργασιών 25 δις ευρώ, ήτοι 2 δις λιγότερα.
126.
Φρονώ ότι δεν πρέπει να υφίστανται τέτοιου είδους αμφιβολίες όσον αφορά τον κύκλο εργασιών της E.ON Energie, ιδίως σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας και στο πλαίσιο του υπολογισμού προστίμου που βασίζεται ρητώς στον κύκλο εργασιών της E.ON Energie. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να διευκρινίσει το σημείο αυτό, χωρίς να επαφεθεί αποκλειστικά στο σχετικά αφηρημένο ποσοστό που ανέφερε η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 113 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, είναι απαραίτητο να είναι γνωστά και να εξεταστούν τα χρηματοοικονομικά δεδομένα της E.ON Energie, για να εκτιμηθεί το ακριβές ποσό του προστίμου.
127.
Αφενός, τα δεδομένα αυτά επιτρέπουν να εκτιμηθεί το ποσό της κυρώσεως που μπορούσε πράγματι να επιβληθεί στην E.ON Energie λόγω της παραβάσεως της διαρρήξεως σφραγίδας, στοιχείο το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως της αναλογικότητας του προστίμου. Είναι ενδιαφέρον να υπογραμμιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή μπορούσε να επιβάλει στην αναιρεσείουσα πρόστιμο μέχρι 1 % του συνολικού κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, πράγμα που, σύμφωνα με τα δεδομένα στα οποία βασίστηκε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, θα μπορούσε να σημαίνει πρόστιμο άνω των 253 εκατομμυρίων ευρώ ( 35 ). Συνεπώς, η αναλογικότητα του ποσού του προστίμου μπορούσε να επιβεβαιωθεί από το ότι το πρόστιμο καθορίστηκε σε ποσό σαφώς κατώτερο από το ανώτατο όριο το οποίο προβλέπει ο κανονισμός 1/2003.
128.
Αφετέρου, τα εν λόγω δεδομένα επιτρέπουν να εκτιμηθεί το ποσό του προστίμου που θα μπορούσε να επιβληθεί στην αναιρεσείουσα αν είχε καταδικαστεί για τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές τις οποίες αφορούσε η έρευνα της Επιτροπής. Σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003, το ποσό του επιβαλλόμενου προστίμου θα μπορούσε να φθάσει το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών της E.ON Energie, ήτοι 2,7 δις ευρώ βάσει των δεδομένων της Επιτροπής. Φρονώ ότι από το στοιχείο αυτό προκύπτει το σημαντικό πλεονέκτημα που θα μπορούσε να αντλήσει η E.ON Energie από τη διάρρηξη της σφραγίδας την οποία είχε θέσει η Επιτροπή και την επέμβαση στα φυλασσόμενα έγγραφα.
129.
Τέλος, από την εξέταση του μεγέθους και των συνολικών πόρων της E.ON Energie μπορεί να εξασφαλισθεί, μέσω εκτιμήσεως των επιπτώσεων, ότι το πρόστιμο θα έχει επαρκές αποτρεπτικό αποτέλεσμα και ότι η κύρωση δεν θα είναι αμελητέα, σε σχέση, ιδίως, προς την οικονομική δυνατότητα της αναιρεσείουσας ( 36 ).
130.
Τρίτον, η εκτίμηση που αφορά την αναλογικότητα του προστίμου απαιτούσε, κατά την άποψή μου, να ληφθεί υπόψη ότι επρόκειτο για παράβαση εξ αμελείας. Βεβαίως, αληθεύει ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, με τη σκέψη 289 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το στοιχείο αυτό με το σκεπτικό ότι δεν συνιστά ελαφρυντική περίσταση και, κατά συνέπεια, δεν ήταν υποχρεωμένο να το λάβει υπόψη στο πλαίσιο της εκτιμήσεως που εξέθεσε στη σκέψη 294 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εντούτοις, διαφωνώ με την εκτίμηση αυτή, διότι οι λόγοι τους οποίους επικαλείται το Γενικό Δικαστήριο δεν δικαιολογούν το συμπέρασμα αυτό. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δέχθηκε ότι επρόκειτο «έστω» για εξ αμελείας διάρρηξη και ότι, κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1/2003, η συνιστάμενη σε διάρρηξη σφραγίδας παράβαση μπορεί να διαπραχθεί είτε εκ προθέσεως είτε εξ αμελείας είναι επιχειρήματα σχετικά με τη στοιχειοθέτηση της παραβάσεως και δεν ασκούν, κατά την άποψή μου, επιρροή στο πλαίσιο του καθορισμού του ποσού του προστίμου. Εφόσον η αμέλεια συνιστά ελαφρυντική περίσταση κατά τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ ( 37 ), ευλόγως μπορεί να εξεταστεί κατά πόσον θα μπορούσε να επηρεάσει τον υπολογισμό προστίμου επιβαλλόμενου σε περίπτωση διαρρήξεως σφραγίδας.
131.
Κατά συνέπεια, για όλους αυτούς τους λόγους, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν άσκησε την πλήρη δικαιοδοσία του κατά την εξέταση της αναλογικότητας του προστίμου που επέβαλε στην αναιρεσείουσα η Επιτροπή.
132.
Για τον λόγο αυτό, προτείνω στο Δικαστήριο να κηρύξει τον έκτο λόγο βάσιμο και να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
133.
Το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προβλέπει ότι αν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει.
134.
Εν προκειμένω, φρονώ ότι η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση από το Δικαστήριο, εφόσον η εκτίμηση της αναλογικότητας του προστίμου που επιβλήθηκε στην E.ON Energie επιβάλλει ορισμένες πραγματικές επαληθεύσεις, ιδίως όσον αφορά τον κύκλο εργασιών της αναιρεσείουσας, και απαιτεί τη συνεκτίμηση ενός συνόλου στοιχείων πραγματικής φύσεως σχετικών με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υποθέσεως, τα οποία δεν διαθέτει το Δικαστήριο.
135.
Οι σκέψεις αυτές με ωθούν να προτείνω στο Δικαστήριο να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου να αποφανθεί επί της αναλογικότητας του προστίμου που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
IV – Πρόταση
136.
Συνεπώς, κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ως εξής:
1)
Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 15ης Δεκεμβρίου 2010, T-141/08, E.ON Energie κατά Επιτροπής, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν άσκησε την πλήρη δικαιοδοσία του στο πλαίσιο της εξετάσεως της αναλογικότητας του προστίμου που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην E.ON Energie AG.
2)
Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να αποφανθεί επί της αναλογικότητας του προστίμου.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Στο εξής: E.ON Energie.
( 3 ) T-141/08 (Συλλογή 2010, σ. II-5761, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
( 4 ) Απόφαση σχετικά με τον καθορισμό προστίμου βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου για διάρρηξη σφραγίδας (υπόθεση COMP/B-1/39.326 – E.ON Energie AG). Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε σε περίληψη (ΕΕ 2008, C 240, σ. 6, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
( 5 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (EE L 1, σ. 1).
( 6 ) Έκτοτε, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 24 Μαΐου 2011, μια νέα απόφαση κατά της Suez Environnement Company SA (υπόθεση COMP/39.796 – Suez Environnement – διάρρηξη σφραγίδας) [C(2011) 3640 τελικό].
( 7 ) Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται λεπτομερώς στις σκέψεις 3 έως 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 8 ) Υπογράφηκε στη Ρώμη, στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ).
( 9 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 10 ) C-235/92 P (Συλλογή 1999, σ. I-4539, σκέψεις 17 επ.).
( 11 ) Απόφαση της 19ης Απριλίου 2012, C-549/10 P, Tomra Systems κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψεις 25 και 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 12 ) Απόφαση της 8ης Ιουλίου 2004, T-44/00 (Συλλογή 2004, σ. II-2223, σκέψεις 261 και 262).
( 13 ) Απόφαση της 8ης Ιουλίου 2004, T-67/00, T-68/00, T-71/00 και T-78/00 (Συλλογή 2004, σ. II-2501, σκέψεις 342 και 343).
( 14 ) Στο εξής: Χάρτης.
( 15 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C-167/04 P, JCB Service κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I-8935, σκέψη 108 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 18ης Ιανουαρίου 2007, C-229/05 P, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I-439, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 16 ) Αποφάσεις JCB Service κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 107 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 10ης Μαΐου 2007, C-328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I-3921, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 17 ) Βλ., ιδίως, προπαρατεθείσες αποφάσεις JCB Service κατά Επιτροπής (σκέψη 106 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) καθώς και SGL Carbon κατά Επιτροπής (σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 18 ) Βλ., ιδίως, διάταξη της 12ης Δεκεμβρίου 2006, C-129/06 P, Autosalone Ispra κατά Επιτροπής (σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 19 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, C-204/00 P, C-205/00 P, C-211/00 P, C-213/00 P, C-217/00 P και C-219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I-123, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 20 ) Βλ. προαναφερθείσα απόφαση PKK και KNK κατά Συμβουλίου (σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 21 ) Βλ., ιδίως, προπαρατεθείσα διάταξη Autosalone Ispra κατά Επιτροπής (σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 22 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1975, 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 και 114/73 (Συλλογή τόμος 1975, σ. 507).
( 23 ) Σκέψη 556.
( 24 ) Βλ. ΕΔΔΑ, αποφάσεις Schmautzer κατά Αυστρίας της 23ης Οκτωβρίου 1995 , σειρά A αριθ. 328-A, § 36· Valico S.R.L. κατά Ιταλίας της 10ης Ιανουαρίου 2001, , Recueil des arrêts et décisions 2006-III, σ. 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και A. Menarini Diagnostics S.R.L. κατά Ιταλίας της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, § 58 και 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 25 ) Βλ. ΕΔΔΑ, προαναφερθείσες αποφάσεις Schmautzer κατά Αυστρίας (§ 36), Valico S.R.L. κατά Ιταλίας (σ. 21) και A. Menarini Diagnostics S.R.L. κατά Ιταλίας (§ 59).
( 26 ) Βλ. προαναφερθείσα απόφαση του ΕΔΔΑ, A. Menarini Diagnostics S.R.L. κατά Ιταλίας (§ 64 έως 66).
( 27 ) Βλ., συναφώς, σημεία 41 έως 45 των προτάσεών μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 29ης Μαρτίου 2011, C-201/09 P και C-216/09 P, ArcelorMittal Luxembourg κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά ArcelorMittal Luxembourg κ.λπ. (Συλλογή 2011, σ. I-2239). Σχετικά με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, βλ. την πλέον πρόσφατη προαναφερθείσα απόφαση του ΕΔΔΑ A. Menarini Diagnostics S.R.L. κατά Ιταλίας, με την οποία έκρινε, σύμφωνα με τα κριτήρια που είχε εκθέσει με την απόφασή του της 8ης Ιουνίου 1976, Engel κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών, σειρά Α αριθ. 22 (§ 82 και 83), ότι πρόστιμο έξι εκατομμυρίων ευρώ που επιβλήθηκε σε επιχείρηση για πρακτικές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού έχει ποινικό χαρακτήρα, κατά συνέπεια είναι εφαρμοστέο το ποινικό σκέλος του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ (§ 44).
( 28 ) Βλ. και άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 93/350/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21).
( 29 ) Απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2007, C-3/06 P (Συλλογή 2007, σ. I-1331).
( 30 ) Σκέψεις 61 και 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 31 ) Βλ., ιδίως, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 2011, T-11/06, Romana Tabacchi κατά Επιτροπής (Συλλογή 2011, σ. II-6681, σκέψη 266 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 32 ) Σκέψη 107 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 33 ) Όσον αφορά τη μητρική εταιρεία Ε.ΟΝ, το εταιρικό κεφάλαιό της ανερχόταν σε 126,562 δις ευρώ και ο όγκος των πωλήσεών της σε 56,399 δις ευρώ (βλ. ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων 2005, η οποία δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο της E.ON, στη διεύθυνση ).
( 34 ) Η έκθεση αυτή δημοσιεύεται επίσης στον δικτυακό τόπο της Ε.ΟΝ.
( 35 ) Ο αριθμός αυτός επιβεβαιώθηκε από την E.ON Energie κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
( 36 ) Απόφαση της 17ης Ιουνίου 2010, C-413/08 P, Lafarge κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. I-5361, σκέψη 104).
( 37 ) Βλ. σημείο 29 των κατευθυντηρίων γραμμών για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2).
Full & Egal Universal Law Academy