ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 29ης Μαρτίου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-131/11
Pfeifer & Langen Kommanditgesellschaft
κατά
Hauptzollamt Aachen
[αίτηση του Finanzgericht Düsseldorf (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης — Καθορισμός οριστικών στοιχείων που αφορούν την παραγωγή ζάχαρης για την οικεία περίοδο εμπορίας — Πλεονασματικές ποσότητες λευκής ζάχαρης που εντοπίζουν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους μετά το τέλος της υπό έρευνα περιόδου εμπορίας — Υποχρέωση συνεκτίμησης των πλεονασμάτων ζάχαρης και καταλογισμού τους στην περίοδο εμπορίας υπό έρευνα ή στην περίοδο εμπορίας κατά την οποία διαπιστώνονται»
1.
Με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του Finanzgericht Düsseldorf (Γερμανία), ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν τα πλεονάσματα ζάχαρης που εντοπίζονται από τις εθνικές αρχές κατά τη διάρκεια έρευνας πρέπει να καταλογιστούν στην περίοδο εμπορίας κατά την οποία διαπιστώνεται η ύπαρξή τους ή, αναδρομικώς, στην περίοδο εμπορίας που αποτελεί αντικείμενο έρευνας.
Νομοθετικό πλαίσιο
Η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης
2.
Την 1η Ιουλίου 1968, ο κανονισμός 1009/67/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 2 ), θέσπισε ένα σύστημα στήριξης του τομέα της ζάχαρης. Το σύστημα προέβλεπε τη χορήγηση επιδοτήσεων (στο εξής: μέτρα παρέμβασης) για τις ποσότητες ζάχαρης που παράγονταν και πωλούνταν κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου εμπορίας στο πλαίσιο των μέγιστων επιτρεπόμενων ποσοστώσεων. Τα κράτη μέλη είχαν την εξουσία να χορηγούν στους παραγωγούς ζάχαρης της επικράτειάς τους ποσοστώσεις για κάθε περίοδο εμπορίας (οι οποίες θεσπίστηκαν με το άρθρο 23 του κανονισμού 1009/67). Προβλέφθηκε επίσης η δημιουργία κοινοτικού ( 3 ) συστήματος χρηματοδότησης των μέτρων παρέμβασης. Τα σχετικά έξοδα έφεραν, εντός ορισμένων ορίων, όλοι οι κοινοτικοί παραγωγοί, μέσω καταβολής συνεισφοράς στην παραγωγή, ενώ οι λοιπές δαπάνες καλύπτονταν από τον κοινοτικό προϋπολογισμό ( 4 ). Σε περίπτωση που παράγονταν ποσότητες ζάχαρης καθ’ υπέρβαση των μέγιστων ποσοστώσεων, αυτές δεν μπορούσαν να πωληθούν στην εσωτερική αγορά, ενώ δεν ήταν επιλέξιμες ούτε για επιδότηση.
Ο βασικός κανονισμός
3.
Την 1η Ιουλίου 1981 τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1785/81 ( 5 ) (στο εξής: βασικός κανονισμός).
4.
Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι «[…] οι λόγοι που υποχρέωσαν έως τώρα την Κοινότητα να επιλέξει για [τον τομέα] της ζάχαρης […] ένα καθεστώς ποσοστώσεων παραγωγής εξακολουθούν να είναι πάντοτε βάσιμοι· […] πάντως, πρέπει να γίνουν σ’ αυτό διευθετήσεις αφ’ ενός για να ληφθεί υπόψη η πρόσφατη εξέλιξη της παραγωγής και, αφ’ ετέρου, για να δοθούν στην Κοινότητα τα αναγκαία μέσα ώστε να διασφαλισθεί με δίκαιο αλλά αποτελεσματικό τρόπο η συνολική χρηματοδότηση από τους ίδιους τους παραγωγούς των εξόδων για τη διάθεση των πλεονασμάτων που προκύπτουν από τη σχέση μεταξύ της παραγωγής της Κοινότητος και της καταναλώσεώς της […]».
5.
Η δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη ορίζει ότι «[…] οι ποσοστώσεις παραγωγής που χορηγούνται στις επιχειρήσεις συνιστούν για τους παραγωγούς ένα μέσο εγγυήσεως των κοινοτικών τιμών και της διαθέσεως της παραγωγής τους […]».
6.
Ο βασικός κανονισμός καθιέρωσε νέο σύστημα ποσοστώσεων. Συναφώς, προβλέπεται ότι κάθε χρόνο ορίζονται ελάχιστες τιμές για τα τεύτλα Α και για τα τεύτλα Β ( 6 ). Κατά τον κρίσιμο χρόνο, η παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης διακρινόταν σε τρεις κατηγορίες. Η παραγωγή A και B συνιστούσε παραγωγή εντασσόμενη στο πλαίσιο των ποσοστώσεων και αντιστοιχούσε, καταρχήν, η μεν πρώτη στη ζήτηση της εσωτερικής αγοράς και η δεύτερη στις εξαγωγές του πλεονάσματος ζάχαρης με επιστροφές κατά την εξαγωγή. Η ζάχαρη Γ παραγόταν εκτός του πλαισίου των εν λόγω ποσοστώσεων και δεν μπορούσε να διατεθεί ελεύθερα στην αγορά της Ευρωπαϊκής [Κοινότητας]. Έπρεπε να εξαχθεί χωρίς επιστροφή με δαπάνες της βιομηχανίας ζάχαρης ( 7 ). Επιπλέον, τα μέτρα στήριξης των τιμών δεν ίσχυαν ως προς τα τεύτλα που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή ζάχαρης Γ. Το άρθρο 24, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού προέβλεπε συναφώς τα εξής:
«[…]
α)
ζάχαρη Α […], οιαδήποτε ποσότητα ζάχαρης […] που παράγεται για λογαριασμό μιας συγκεκριμένης περιόδου εμπορίας στα όρια της ποσοστώσεως Α της εν λόγω επιχειρήσεως·
β)
ζάχαρη Β […], οιαδήποτε ποσότητα ζάχαρης […] που παράγεται για λογαριασμό μιας συγκεκριμένης περιόδου εμπορίας και που υπερβαίνει την ποσόστωση Α χωρίς να υπερβαίνει το άθροισμα των ποσοστώσεων Α και Β της εν λόγω επιχειρήσεως·
γ)
ζάχαρη Γ […], οιαδήποτε ποσότητα ζάχαρης […] που παράγεται για λογαριασμό μιας συγκεκριμένης περιόδου εμπορίας και που υπερβαίνει το άθροισμα των ποσοστώσεων Α και Β της εν λόγω επιχειρήσεως.» ( 8 )
7.
Βάσει του άρθρου 26 του βασικού κανονισμού, απαγορευόταν η διάθεση στην εσωτερική αγορά της Κοινότητας ζάχαρης Γ η οποία δεν είχε μεταφερθεί σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου κανονισμού. Η ζάχαρη αυτή έπρεπε να εξαχθεί πριν την 1η Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους μετά το τέλος της σχετικής περιόδου εμπορίας. Το άρθρο 26, παράγραφος 3, προέβλεπε την επιβολή επιβάρυνσης στην περίπτωση κατά την οποία δεν αποδεικνυόταν ότι η ζάχαρη Γ είχε εξαχθεί εντός ορισμένης προθεσμίας.
8.
Κατά το άρθρο 27, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, «[κ]άθε επιχείρηση μπορεί να αποφασίσει να μεταφέρει στην επόμενη περίοδο εμπορίας, για λογαριασμό της παραγωγής της περιόδου αυτής, ολόκληρη ή μέρος της παραγωγής της ζάχαρης Α. Η απόφαση αυτή είναι αμετάκλητη» ( 9 ).
9.
Το άρθρο 28 καθιέρωσε την αρχή ότι το σύνολο του κόστους της διάθεσης των πλεονασμάτων που προκύπτουν από τη διαφορά μεταξύ κοινοτικής παραγωγής και κατανάλωσης ζάχαρης στην εσωτερική αγορά πρέπει να επιβαρύνει τους ίδιους τους παραγωγούς. Ως εκ τούτου, το σύνολο της παραγωγής ζάχαρης Α και Β υπήχθη σε καθεστώς συνεισφοράς στην παραγωγή. Το ποσό της συνεισφοράς υπολογιζόταν σε δύο στάδια. Αρχικά επιβαλλόταν προσωρινή συνεισφορά, υπολογιζόμενη βάσει των κατ’ εκτίμηση αριθμητικών στοιχείων για την τρέχουσα εμπορική περίοδο ( 10 ). Εν συνεχεία, και πριν το τέλος της επόμενης περιόδου, καθορίζονταν τα οριστικά στοιχεία για τις ποσότητες της ζάχαρης που είχε παραχθεί κατά την προηγούμενη περίοδο ( 11 ).
10.
Το άρθρο 28, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού έχει ως εξής: «Όταν οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 διαπιστώσεις φθάνουν, μετά την προσαρμογή κατά την παράγραφο 2 και με την επιφύλαξη του άρθρου 29, παράγραφος 1, σε μία προβλεπόμενη συνολική ζημία, η τελευταία διαιρείται διά της προβλεπόμενης ποσότητος ζάχαρης Α και Β […] που παράγεται για λογαριασμό της τρέχουσας περιόδου. Το ποσό που προκύπτει εισπράττεται από τους βιομήχανους ως βασική συνεισφορά στην παραγωγή για τις παραγωγές τους σε ζάχαρη Α και Β […]».
11.
Το σύστημα που καθιέρωσε το άρθρο 28 έθεσε ανώτατα όρια στο ποσό της βασικής συνεισφοράς στην παραγωγή. Όταν, λόγω του ανωτάτου ορίου, δεν ήταν δυνατή η πλήρης κάλυψη της συνολικής ζημίας, δηλαδή του συνολικού κόστους διαθέσεως των πλεονασμάτων, από τη βασική συνεισφορά στην παραγωγή, ο βασικός κανονισμός προέβλεπε την επιβολή πρόσθετης συνεισφοράς επί της ποσοστώσεως Β (στο εξής: συνεισφορά Β) ( 12 ).
12.
Δυνάμει του άρθρου 41 του βασικού κανονισμού θεσπίστηκαν λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του καθεστώτος για τη ζάχαρη ( 13 ).
Ο κανονισμός εφαρμογής
13.
Τα άρθρα 27, παράγραφος 3, 28, παράγραφος 7, 29, παράγραφος 5, και 39 του βασικού κανονισμού χρησίμευσαν ως νομικές βάσεις για τον κανονισμό εφαρμογής ( 14 ). Οι αιτιολογικές του σκέψεις διευκρινίζουν ότι, για την ορθή εφαρμογή του συστήματος ποσοστώσεων είναι αναγκαίο, ειδικότερα, να θεσπιστούν κανόνες σχετικοί με τα στοιχεία που απαιτούνται προκειμένου να καθοριστούν οι συνεισφορές στην παραγωγή που προβλέπει το άρθρο 28 του βασικού κανονισμού (δηλαδή, η βασική συνεισφορά στην παραγωγή και –κατά περίπτωση– η συνεισφορά Β). Αναγνωρίστηκε δε ότι το ύψος των εν λόγω συνεισφορών δεν μπορούσε να προσδιοριστεί πριν το τέλος της οικείας περιόδου εμπορίας. Εντούτοις, η οικονομική ευθύνη έπρεπε να καταλογιστεί στους παραγωγούς το συντομότερο δυνατόν. Ως εκ τούτου, κρίθηκε αναγκαίο να εξασφαλιστεί η προκαταβολή συνεισφορών στην παραγωγή (υπολογιζόμενων βάσει κατ’ εκτίμηση αριθμητικών στοιχείων) καθώς και η πληρωμή ενδεχόμενων οφειλών αρκετά πριν το τέλος της οικείας περιόδου. Επιπλέον, αναγνωρίστηκε ότι ο καθορισμός του ύψους των συνεισφορών δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί παρά μόνον εφόσον καθίσταντο διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την κατανάλωση οι οποίες έπρεπε να είναι όσο το δυνατόν ακριβέστερες. Επομένως, για να διευκολυνθεί η χρηστή διαχείριση του συστήματος ποσοστώσεων, έπρεπε να καθοριστούν προθεσμίες για την καταγραφή της παραγωγής και την ανακοίνωση των σχετικών στοιχείων, ενώ ήταν αναγκαίο να προβλεφθούν και κατάλληλα μέτρα ελέγχου από τα κράτη μέλη ( 15 ).
14.
Το άρθρο 3 του κανονισμού εφαρμογής είχε ως ακολούθως:
«1. Τα Κράτη μέλη προσδιορίζουν, πριν από την 15η Φεβρουαρίου κάθε έτους, την προσωρινή παραγωγή ζάχαρης της τρέχουσας περιόδου εμπορίας κάθε επιχειρήσεως κειμένης στο έδαφός τους.
[…]
3. Τα Κράτη μέλη προσδιορίζουν, σύμφωνα μ’ αυτές τις ανακοινώσεις, πριν από την 1η Οκτωβρίου κάθε έτους, για την προηγούμενη περίοδο εμπορίας, την οριστική παραγωγή ζάχαρης […] που παρήχθη από κάθε επιχείρηση.
4. Όταν, μετά τον προσδιορισμό της οριστικής παραγωγής για τη ζάχαρη που αναφέρεται στην παράγραφο 3, διαπιστώνονται εκ των υστέρων διαφορές σε σχέση με αυτή, οι διαφορές αυτές λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της οριστικής παραγωγής της περιόδου εμπορίας κατά τη διάρκεια της οποίας διαπιστώθηκε η διαφορά» ( 16 ).
15.
Το άρθρο 5 του κανονισμού εφαρμογής προέβλεπε ότι η βασική συνεισφορά στην παραγωγή και (κατά περίπτωση) η συνεισφορά Β υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 28 του βασικού κανονισμού πριν την 1η Απριλίου για την τρέχουσα περίοδο εμπορίας.
16.
Το άρθρο 7 όρισε τις προθεσμίες εντός των οποίων έπρεπε να καθοριστούν οι συνεισφορές στην παραγωγή. Θεσπίστηκαν επίσης κανόνες για τον καθορισμό των οφειλόμενων υπολοίπων, λαμβανομένων υπόψη των δυνάμει του άρθρου 5 εισπραττόμενων προκαταβολών.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2670/81 της Επιτροπής: ρυθμίσεις για τη ζάχαρη Γ
17.
Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2670/81 της Επιτροπής ( 17 ) προέβλεπε ότι οι βιομήχανοι που παράγουν ζάχαρη Γ πρέπει να προσκομίσουν παραστατικά που να αποδεικνύουν ότι η ζάχαρη είχε εξαχθεί, χωρίς επιστροφή ή εισφορά, από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου παρήχθη. Σε περίπτωση μη προσκομίσεως παραστατικών που να αποδεικνύουν ότι η οικεία ζάχαρη Γ έχει εξαχθεί από την Κοινότητα πριν από την 1η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθούσε το τέλος της περιόδου εμπορίας κατά τη διάρκεια της οποίας είχε παραχθεί, η εν λόγω ποσότητα λογιζόταν ότι έχει διατεθεί στην εσωτερική αγορά ( 18 ).
18.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής όριζε ότι, στην ανωτέρω περίπτωση, επιβάλλεται στον παραγωγό ζάχαρης η υποχρέωση καταβολής ορισμένου ποσού.
Η εθνική νομοθεσία
19.
Κατά την περίοδο εμπορίας 1997/98 είχε εφαρμογή η Verordnung über die im Rahmen der Produktionsregelung für Zucker zu erhebenden Abgaben (κανονιστική απόφαση για τις συνεισφορές παραγωγής στο πλαίσιο ρύθμισης του τομέα της ζάχαρης) της 7ης Μαρτίου 1983 (στο εξής: εθνικό μέτρο).
20.
Το άρθρο 1, τιτλοφορούμενο «Πεδίο εφαρμογής» διευκρίνιζε ότι το εθνικό μέτρο εφαρμόζεται στις ποσότητες παραγόμενης ζάχαρης εκτός των ποσοστώσεων παραγωγής, καθώς και σε εκείνες που μεταφέρονται στην επόμενη περίοδο εμπορίας, στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος.
21.
Το άρθρο 4 του εθνικού μέτρου προέβλεπε την υποχρέωση του παραγωγού ζάχαρης να δηλώνει στις αρμόδιες εθνικές αρχές έως τις 31 Ιανουαρίου κάθε έτους την προσωρινή παραγωγή ζάχαρης της τρέχουσας περιόδου εμπορίας και έως τις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους την οριστική παραγωγή ζάχαρης της προηγούμενης περιόδου εμπορίας.
22.
Το άρθρο 8 του εθνικού μέτρου προέβλεπε ότι οι αρμόδιες αρχές οφείλουν, εντός των προθεσμιών που ορίζονταν στις σχετικές κοινοτικές πράξεις, να εκδώσουν για κάθε παραγωγό ζάχαρης «πράξη προσδιορισμού» ως προς την προσωρινή και την οριστική του παραγωγή ζάχαρης κατά την οικεία περίοδο εμπορίας. Εν συνεχεία, οι αρμόδιες αρχές καθόριζαν με γραπτή πράξη το ποσό της προκαταβολής των συνεισφορών (υπολογιζόμενο βάσει του άρθρου 9) για τις σύμφωνα με τις εν λόγω πράξεις προσδιορισμού ποσότητες ζάχαρης που είχαν παραχθεί εντός ποσοστώσεων παραγωγής. Το ποσό των οριστικών συνεισφορών για τις ποσότητες ζάχαρης που είχαν παραχθεί εντός των ποσοστώσεων Α και Β παραγωγής επιβεβαιωνόταν κατόπιν υπολογισμού της διαφοράς μεταξύ των στοιχείων που αφορούσαν την προσωρινή και την οριστική παραγωγή ζάχαρης και της προκαταβολής των συνεισφορών.
23.
Το άρθρο 9, παράγραφος 3, σημείο 3, του εθνικού μέτρου προέβλεπε ότι οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν τις συνεισφορές για τις ποσότητες της ζάχαρης Γ που διατίθενται εντός της εσωτερικής αγοράς.
Ιστορικό της διαφοράς και διαδικασία
24.
Κατά την περίοδο εμπορίας 1997/98, η Pfeifer & Langen KG (στο εξής: Pfeifer) παρασκεύασε ζάχαρη στα εργοστάσιά της που βρίσκονταν στις πόλεις Elsdorf, Euskirchen, Appeldorn και Lage. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1998, η Pfeifer υπέβαλε δήλωση με τα οριστικά της στοιχεία σχετικά με την παραγωγή ζάχαρης. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1998, οι αρμόδιες αρχές εξέδωσαν πράξη προσδιορισμού για την τελική παραγωγή ζάχαρης της Pfeifer για την οικεία εμπορική περίοδο.
25.
Στις 4 Νοεμβρίου 1999 οι αρμόδιες αρχές άρχισαν να διενεργούν επιτόπιο έλεγχο στις εγκαταστάσεις της Pfeifer. Η Pfeifer αντιτάχθηκε στον έλεγχο αυτό με αποτέλεσμα αυτός να διακοπεί, συνεχίστηκε όμως στις 16 Ιανουαρίου 2003. Ο έλεγχος αφορούσε, μεταξύ άλλων, τη συνεισφορά παραγωγής στον τομέα της ζάχαρης για την περίοδο εμπορίας 1997/98.
26.
Το 2006 ανακαλύφθηκαν πρόσθετες ποσότητες λευκής ζάχαρης (συνολικά 9657,4 τόνοι). Η ζάχαρη αυτή αντιμετωπίστηκε ως ζάχαρη Γ και καταλογίστηκε στην περίοδο εμπορίας 1997/98· κατόπιν εκδόσεως σχετικής πράξης, η Pfeifer υποχρεώθηκε να καταβάλει ποσό ύψους 5810857,58 ευρώ, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, του εθνικού μέτρου. Η Pfeifer αντιτάχθηκε στην πράξη αυτή, με αποτέλεσμα οι αρμόδιες αρχές να εκδώσουν στις 27 Απριλίου 2010 πράξεις προσδιορισμού με τις οποίες υπολόγισαν εκ νέου την ποσότητα της ζάχαρης Γ στους 6922,1 τόνους, μειώνοντας το προς καταβολή ποσό στα 4165027,57 ευρώ.
27.
Η Pfeifer προσέβαλε τις πράξεις προσδιορισμού της 27ης Απριλίου 2010. Η Pfeifer υποστηρίζει ότι οι εν λόγω πράξεις αντιβαίνουν στο άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής.
28.
Δεδομένου ότι το ζήτημα που ανακύπτει αφορά την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Finanzgericht Düsseldorf αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως με το ακόλουθο ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού [εφαρμογής] την έννοια ότι στη διάταξη αυτή υπάγεται και το πλεόνασμα που διαπιστώνεται εκ των υστέρων από μια αρχή στο πλαίσιο ελέγχου που διενεργεί στις εγκαταστάσεις του παραγωγού;»
29.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Pfeifer, οι αρμόδιες αρχές και η Επιτροπή. Άπαντες αγόρευσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 9ης Φεβρουαρίου 2012.
Εκτίμηση
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
30.
Η λευκή ζάχαρη αποτελεί ομοιογενές προϊόν ( 19 ). Οι κατηγορίες ζάχαρης Α, Β και Γ δεν διαφοροποιούνται εξωτερικά μεταξύ τους από κανένα στοιχείο. Ούτε είναι δυνατόν να διαπιστωθεί η ημερομηνία παρασκευής της ζάχαρης με κριτήριο τη φυσική της κατάσταση. Επομένως, όταν ο παραγωγός αποθηκεύει ζάχαρη σε σιλό όπου βρίσκονται ήδη παρτίδες ζάχαρης παραχθείσας κατά τα προηγούμενα έτη, είναι αδύνατο να γίνει διάκριση μεταξύ της ζάχαρης που έχει παρασκευαστεί κατά τη διάρκεια διαφορετικών περιόδων εμπορίας ( 20 ).
31.
Επομένως, είναι σημαντικό τα συστήματα καταγραφής της ζάχαρης που παράγεται κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου εμπορίας να είναι αξιόπιστα και ακριβή ( 21 ).
32.
Δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη ζάχαρη παρήχθη εκτός των ποσοστώσεων Α και Β της Pfeifer για την περίοδο εμπορίας 1997/98. Επομένως, τα πλεονάσματα που εντόπισαν οι αρμόδιες αρχές συνιστούν ζάχαρη Γ κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού.
33.
Κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν επιβλήθηκαν συνεισφορές για τη ζάχαρη Γ (τούτο εξακολουθεί να ισχύει για ζάχαρη που παράγεται καθ’ υπέρβαση των ποσοστώσεων του συστήματος που διέπεται από τον κανονισμό 1234/2007 ( 22 )).
Το σύστημα ποσοστώσεων και οι συνεισφορές στην παραγωγή ζάχαρης
34.
Για την ορθή ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής είναι αναγκαίο να εξεταστεί ο τρόπος εφαρμογής του συστήματος ποσοστώσεων και συνεισφορών στην παραγωγή ζάχαρης κατά την περίοδο εμπορίας 1997/98.
35.
Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της κοινής οργάνωσης των αγορών ζάχαρης κατά την εν λόγω περίοδο ήταν η επιδότηση η οποία χορηγείτο για τη ζάχαρη που παραγόταν με σκοπό τόσο την κατανάλωση στην εσωτερική αγορά όσο και ορισμένες εξαγωγές.
36.
Κατά τη διάρκεια κάθε συγκεκριμένης περιόδου εμπορίας, η παραγωγή ζάχαρης Α και Β συμπλήρωνε ποσοστώσεις που ανταποκρίνονταν αντιστοίχως (καταρχήν) στη ζήτηση ζάχαρης εντός της εσωτερικής αγοράς και στις εξαγωγές των παραγόμενων πλεονασμάτων με τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή. Με την απόφαση British Sugar ( 23 ), το εθνικό δικαστήριο ζήτησε να διευκρινιστεί αν ένας παραγωγός μπορούσε να κατατάξει τη ζάχαρή του στην κατηγορία Γ χωρίς να έχει προηγουμένως παραγάγει ποσότητες ζάχαρης ισοδύναμες με τις ποσοστώσεις του Α και Β κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου εμπορίας. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο βασικός κανονισμός επιβάλλει στους παραγωγούς να έχουν εξαντλήσει τις ποσοστώσεις τους Α και Β πριν μπορέσουν να χαρακτηρίσουν μια ποσότητα ζάχαρης ως ζάχαρη Γ ( 24 ).
37.
Στους παραγωγούς ζάχαρης επιβάλλονταν συνεισφορές προκειμένου να επιδοτηθεί η παραγωγή ζάχαρης Α και Β, ειδικότερα μέσω της χορηγήσεως επιστροφών κατά την εξαγωγή ζάχαρης Α και Β που συνιστούσε πλεόνασμα σε σχέση με την εντός της Κοινότητας κατανάλωση κατά την οικεία περίοδο εμπορίας ( 25 ). Το άρθρο 28 του βασικού κανονισμού καθόρισε τον τρόπο υπολογισμού των εν λόγω συνεισφορών, αρχικώς βάσει προσωρινών και εν συνεχεία βάσει οριστικών στοιχείων ( 26 ). Επομένως, συλλέγονταν και καταγράφονταν τα ακόλουθα δεδομένα: α) οι ποσότητες της παραγόμενης ζάχαρης Α και Β· β) η ποσότητα της ζάχαρης που διετίθετο προς πώληση για κατανάλωση εντός της Κοινότητας· γ) το «εξαγώγιμο πλεόνασμα» που προέκυπτε από την αφαίρεση της ποσότητας β) από την ποσότητα α)· δ) η μέση ζημία (ή, ενδεχομένως, ο μέσος όρος εσόδων) ανά τόνο ζάχαρης προοριζόμενης για εξαγωγή· ε) το ποσό που, βάσει των ανωτέρω, πρέπει να καλυφθεί από τις συνεισφορές και το οποίο προκύπτει από πολλαπλασιασμό της ποσότητας γ) με το ποσό δ).
38.
Ο βασικός κανονισμός εκθέτει λεπτομερώς το σύστημα που εφαρμόζεται στη ζάχαρη Α και Β. Εντούτοις, όσον αφορά τη ζάχαρη Γ, θεσπίζονται μόνον οι ουσιώδεις αρχές. Η ζάχαρη Γ παραγόταν εκτός του αθροίσματος των ποσοστώσεων Α και Β και δεν μπορούσε να διατεθεί ελεύθερα εντός της Κοινότητας. Τα τεύτλα που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή ζάχαρης δεν ωφελούνταν από το προνόμιο της ελάχιστης εγγυημένης τιμής ( 27 ). Αντιθέτως, η τιμή τους αποτελούσε αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης μεταξύ παραγωγών και καλλιεργητών. Οι παραγωγοί ζάχαρης είχαν την επιλογή να μεταφέρουν τη ζάχαρη Γ στην επόμενη περίοδο εμπορίας, στην οποία θα καταλογιζόταν ως ζάχαρη Α. Η ζάχαρη αυτή έπρεπε να παραμείνει αποθηκευμένη για τουλάχιστον 12 μήνες. Η επιλογή μεταφοράς περιοριζόταν στο 20 % της ποσοστώσεως Α του οικείου παραγωγού ( 28 ). Η ζάχαρη Γ που δεν μεταφερόταν έπρεπε να εξαχθεί χωρίς επιστροφή· έπρεπε δε να προσκομιστούν παραστατικά της εξαγωγής αυτής. Ως αξία της ζάχαρης αυτής λογιζόταν το κέρδος που απέφερε η πώλησή της διεθνή αγορά. Ο οικείος παραγωγός έφερε το συνολικό βάρος εξαγωγής της ζάχαρης Γ που είχε παραγάγει ( 29 ).
39.
Στην περίπτωση που ο παραγωγός αδυνατούσε να προσκομίσει παραστατικά της εξαγωγής της ζάχαρης Γ, η επίμαχη ποσότητα λογιζόταν ως διατεθείσα στην εσωτερική αγορά ( 30 ). Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 2670/81 της Επιτροπής προέβλεπε ότι το οικείο κράτος μέλος υποχρεούται να επιβάλλει την καταβολή ποσού. Ο εν λόγω κανονισμός δεν περιείχε ρητή διάταξη που να επιτρέπει την προσαρμογή της εν λόγω επιβάρυνσης, μολονότι ορισμένες φορές τούτο ενδεχομένως υπαγορευόταν από την αρχή της αναλογικότητας ( 31 ). Ως εκ τούτου, το προς καταβολή ποσό σε σχέση με τη ζάχαρη Γ διέφερε σημαντικά από τις συνεισφορές παραγωγής που εφαρμόζονταν στη ζάχαρη Α και Β ( 32 ).
40.
Δεδομένου ότι η ζάχαρη Γ δεν υπαγόταν στο σύστημα συνεισφορών παραγωγής του άρθρου 28 του βασικού κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δεν υποχρεούνταν να συλλέγουν και να καταγράφουν δεδομένα για την εν λόγω κατηγορία ζάχαρης βάσει των εφαρμοστέων στη ζάχαρη Α και Β κανόνων.
41.
Έκτοτε, ο βασικός κανονισμός έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί. Οι κατηγορίες της ζάχαρης Α, Β και Γ έπαυσαν να χρησιμοποιούνται στο νέο καθεστώς ( 33 ). Εντούτοις, το αναθεωρημένο καθεστώς στον τομέα της ζάχαρης εξακολουθεί να παρέχει επιδοτήσεις χρηματοδοτούμενες από τους παραγωγούς που καταβάλλουν συνεισφορά για τη ζάχαρη που παράγεται εντός των ποσοστώσεων. Τα πλεονάσματα ζάχαρης που παράγονται εκτός των ποσοστώσεων και τα οποία δεν μεταφέρονται στην επόμενη περίοδο εμπορίας εξακολουθούν να υπόκεινται σε επιβάρυνση, καθόσον δεν μπορούν να διατεθούν ελεύθερα στην εσωτερική αγορά ( 34 ).
Ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής
42.
Το εθνικό δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αν το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής επιβάλλει, στην υπό κρίση υπόθεση, τον αναδρομικό καταλογισμό των ποσοτήτων ζάχαρης Γ που εντοπίζονται από τις αρμόδιες αρχές στην περίοδο εμπορίας υπό έρευνα (δηλαδή το έτος 1997/98) ή στην περίοδο εμπορίας κατά την οποία διαπιστώθηκαν.
43.
Η Pfeifer υποστηρίζει ότι το ανακύψαν ζήτημα έχει σημαντικές οικονομικές συνέπειες για τους παραγωγούς ζάχαρης και ότι θα πρέπει να της παρασχεθεί η δυνατότητα είτε να μεταφέρει τα πλεονάσματα ζάχαρης στην περίοδο εμπορίας που έπεται εκείνης κατά την οποία διαπιστώθηκαν ( 35 ) είτε να τα εξαγάγει εντός των οριζόμενων προθεσμιών. Η Pfeifer παραδέχεται ότι αν οι πλεονασματικές ποσότητες καταλογιστούν αναδρομικώς στην περίοδο εμπορίας 1997/98, πρέπει να επιβληθεί συνεισφορά κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του κανονισμού 2670/71 της Επιτροπής ( 36 ).
44.
Επιπλέον, η Pfeifer υποστηρίζει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να ερμηνευτεί υπό το πρίσμα της αποφάσεως που εξέδωσε στις 30 Ιανουαρίου 1974 το Δικαστήριο στην υπόθεση 159/73, Hannoversche Zucker ( 37 ), και υποστηρίζει ότι, συνεπεία της αποφάσεως αυτής, τα πλεονάσματα ζάχαρης που εντοπίζονται από τις αρμόδιες αρχές πρέπει να καταλογίζονται στην περίοδο εμπορίας κατά την οποία διαπιστώνονται. Η Pfeifer υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη αφορούσε περιόδους εμπορίας πριν τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1009/67, η εκτίμηση του Δικαστηρίου έχει εφαρμογή κατά μείζονα λόγο στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών ζάχαρης που άρχισε να εφαρμόζεται ακολούθως.
45.
Οι αρμόδιες αρχές, η Επιτροπή και το εθνικό δικαστήριο θεωρούν ότι η νομολογία Hannoversche Zucker δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η νομολογία αυτή αφορά μόνον τη ζάχαρη Α και Β και ότι, ως εκ τούτου, είναι αλυσιτελής για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, η οποία αφορά ζάχαρη Γ. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν είναι δυνατόν να καταλογιστεί αναδρομικώς ζάχαρη ποσοστώσεων Α και Β σε περιόδους εμπορίας οι οποίες έχουν κλείσει. Τούτο θα δημιουργούσε διοικητική αναρχία, καθόσον θα ήταν ανέφικτη η αντιστοίχιση των ετήσιων ποσοστώσεων και των στοιχείων ετήσιας απογραφής με τις λογιστικές εγγραφές συγκεκριμένης περιόδου εμπορίας.
46.
Είμαι της γνώμης ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης Hannoversche Zucker ήταν μοναδικές. Τα γεγονότα που οδήγησαν στην υπόθεση εκείνη αφορούσαν περιόδους εμπορίας που προηγούνταν και έπονταν της 1ης Ιουλίου 1968, ημερομηνίας θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 1009/67 ( 38 ). Η Hannoversche Zucker ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο παραγωγός ζάχαρης. Υποβλήθηκε σε απογραφή κατά τη διάρκεια δύο λογιστικών περιόδων. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1996 και η δεύτερη στις 30 Σεπτεμβρίου 1970. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης απογραφής εντοπίστηκε πλεόνασμα. Το πλεόνασμα αυτό αφορούσε ζάχαρη για την οποία οφειλόταν η καταβολή συνεισφοράς. Θεωρήθηκε ότι το επίμαχο πλεόνασμα έπρεπε (σχεδόν μετά βεβαιότητας) να καταλογιστεί εν μέρει σε περιόδους εμπορίας πριν τις 30 Ιουνίου 1968 και, ως εκ τούτου, πριν τη θέση σε ισχύ της συνεισφοράς παραγωγής (που είχε θεσπιστεί με τον κανονισμό 1009/67) ( 39 ). Το εθνικό δικαστήριο είχε ζητήσει να διευκρινιστεί αν ένα πλεόνασμα, εντοπιζόμενο μετά την 1η Ιουλίου 1968, το οποίο όμως είχε προκύψει πριν την ημερομηνία αυτή, πρέπει να καταλογιστεί, για τους σκοπούς υπολογισμού της συνεισφοράς στην παραγωγή, α) στην περίοδο που προηγείται της ημερομηνίας θέσεως σε ισχύ της κοινής οργάνωσης των αγορών της ζάχαρης· β) στην πρώτη περίοδο εμπορίας υπό το νέο αυτό καθεστώς (1968/69), ή γ) στην περίοδο εμπορίας κατά την οποία διαπιστώθηκε το πλεόνασμα αυτό.
47.
Ελλείψει νομοθεσίας που να διέπει το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι η λύση πρέπει να αναζητηθεί υπό το πρίσμα των σκοπών και επιδιώξεων της κοινής οργάνωσης των αγορών ζάχαρης, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών διοικητικών και πρακτικών παραμέτρων ( 40 ). Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, για τεχνικούς λόγους, η απογραφή πραγματοποιείται ανά διαστήματα που απέχουν μεταξύ τους αρκετά χρόνια και όχι ετησίως. Επομένως, ήταν δύσκολο να καθοριστεί επακριβώς το έτος κατά το οποίο όντως παρήχθη το επίμαχο πλεόνασμα. Ο καταλογισμός των πλεονασμάτων αυτών σε περίοδο εμπορίας προηγούμενη εκείνης κατά την οποία διαπιστώθηκαν θα συνεπαγόταν τροποποίηση των οριστικών στοιχείων παραγωγής για την οικεία περίοδο, όχι μόνον ως προς την Hannoversche Zucker, αλλά και ως προς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, καθώς και για το σύνολο της Κοινότητας ( 41 ). Τούτο θα επέφερε διοικητικές επιπλοκές υπέρμετρα δυσανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό ( 42 ).
48.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι το πλεόνασμα που εντοπίζεται μετά την καταγραφή των οριστικών στοιχείων παραγωγής πρέπει να λογίζεται ως προκύπτον την περίοδο εμπορίας κατά την οποία διαπιστώθηκε. Κατά συνέπεια, το πλεόνασμα έπρεπε να καταλογιστεί σ’ αυτήν ακριβώς την περίοδο εμπορίας ( 43 ).
49.
Θεωρώ ότι η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από εκείνη της αποφάσεως Hannoversche Zucker.
50.
Πρώτον, οι συγκεκριμένες περιστάσεις που ανέκυψαν πριν 47 χρόνια στην υπόθεση εκείνη δεν επαναλαμβάνονται στην παρούσα διαδικασία. Δεύτερον, το πλεόνασμα της ζάχαρης στην υπόθεση Hannoversche Zucker αφορούσε ζάχαρη ποσόστωσης (ακολούθως ζάχαρη Α και Β υπό το καθεστώς του βασικού κανονισμού) ως προς την οποία έπρεπε να επιβληθούν συνεισφορές παραγωγής υπολογιζόμενες με πολύπλοκες μεθόδους ( 44 ). Η παρούσα υπόθεση αφορά ζάχαρη Γ για την οποία δεν οφείλονται ανάλογες συνεισφορές.
51.
Επομένως, οι ιδιαίτερες διοικητικές δυσχέρειες που διαπίστωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Hannoversche Zucker δεν συντρέχουν εν προκειμένω.
52.
Η Pfeifer υποστηρίζει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζεται σε πλεονάσματα ζάχαρης που εντοπίζουν οι αρμόδιες αρχές και ότι τα εν λόγω πλεονάσματα πρέπει να καταλογίζονται στην περίοδο εμπορίας κατά την οποία διαπιστώνονται. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Pfeifer προέβαλε διάφορα πρόσθετα επιχειρήματα προς στήριξη της θέσης της ότι το άρθρο 3, παράγραφος 4 εφαρμόζεται στη ζάχαρη Γ. Η Pfeifer υποστήριξε ότι ο όρος «παραγωγή ζάχαρης» των άρθρων 1 και 4 του κανονισμού εφαρμογής παραπέμπει στα άρθρα 26 έως 29 του βασικού κανονισμού. Δεδομένου ότι οι εν λόγω διατάξεις του τελευταίου αυτού κανονισμού καλύπτουν όλες τις κατηγορίες ζάχαρης, συνάγεται, κατά την Pfeifer, ότι η ζάχαρη Α, Β και Γ εμπίπτει στο άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής. Επιπλέον, η εν λόγω εταιρία φρονεί ότι ο κανονισμός 2670/81 της Επιτροπής πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του κανονισμού εφαρμογής.
53.
Οι αρμόδιες αρχές υποστηρίζουν ότι το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι η λέξη «προσδιορισμός» της πρώτης περιόδου της εν λόγω διάταξης («Όταν, μετά τον προσδιορισμό της οριστικής παραγωγής […], διαπιστώνονται […] διαφορές») αναφέρεται στα οριστικά στοιχεία που καταρτίζει ο παραγωγός ζάχαρης, και όχι στα οριστικά στοιχεία για την παραγωγή ζάχαρης που βεβαιώνουν οι αρμόδιες αρχές κατόπιν έρευνας.
54.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής δεν εφαρμόζεται για τον καθορισμό των οριστικών στοιχείων όσον αφορά την παραγωγή ζάχαρης Γ. Κατά το θεσμικό αυτό όργανο, μολονότι ορισμένες διατάξεις του κανονισμού έχουν εφαρμογή σε όλες τις κατηγορίες ζάχαρης, εντούτοις, στο άρθρο 3 του εμπίπτουν μόνον οι κατηγορίες ζάχαρης Α και Β.
55.
Συμφωνώ με την άποψη της Επιτροπής.
56.
Αληθεύει ασφαλώς ότι τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού εφαρμογής παραπέμπουν στην «παραγωγή ζάχαρης» για τους σκοπούς των άρθρων 26 και 29 του βασικού κανονισμού. Εντούτοις, νομική βάση του κανονισμού εφαρμογής συνιστούν τα άρθρα 27, παράγραφος 3, 28, παράγραφος 7, 29, παράγραφος 5 και 39 του βασικού κανονισμού. Όλες αυτές οι διατάξεις (πλην του άρθρου 39 ( 45 )) αφορούν ζάχαρη Α και Β ή ζάχαρη μεταφερόμενη δυνάμει του άρθρου 27, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού και ως εκ τούτου λογιζόμενη ως ζάχαρη Α. Τούτο υποδηλώνει ότι κύριος σκοπός του βασικού κανονισμού ήταν να εξασφαλίσει την υλοποίηση ενός συστήματος που θα εφαρμόζεται στη ζάχαρη Α και Β, και όχι στη ζάχαρη Γ.
57.
Επιπλέον, η ζάχαρη κατατασσόταν στην κατηγορία Α, Β ή Γ μετά την παραγωγή της ώστε να καταστήσει δυνατή τη λειτουργία του πολύπλοκου χρηματοδοτικού συστήματος που καθιέρωσε η κοινή οργάνωση των αγορών ζάχαρης ( 46 ). Η κατάταξη έπρεπε να πραγματοποιηθεί διαδοχικά. Επομένως, η κατηγορία Γ ενεργοποιούνταν μόνο μετά τη συμπλήρωση των ποσοστώσεων Α και Β ( 47 ).
58.
Δεν προκαλεί επομένως έκπληξη το γεγονός ότι ορισμένες διατάξεις του κανονισμού εφαρμογής αναφέρονται στη συνολική παραγωγή ζάχαρης. Ο καθορισμός της συνολικής ποσότητας παραγόμενης ζάχαρης καθίσταται αναγκαίος προκειμένου να διαπιστωθεί, πρώτον, αν συμπληρώνονται οι ποσοστώσεις Α και Β και, δεύτερον, αν από την εν λόγω συνολική ποσότητα παραγόμενης ζάχαρης προκύπτει ζάχαρη Γ την οποία ο παραγωγός επιθυμεί ενδεχομένως να μεταφέρει στην επόμενη περίοδο εμπορίας ώστε να τη συμπεριλάβει στην ποσόστωση Α που του αναλογεί για το έτος αυτό. Η ύπαρξη υποχρέωσης πληροφόρησης σχετικά με τη συνολική παραγωγή ζάχαρης δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός εφαρμογής θέσπισε κανόνες όσον αφορά το ειδικό σύστημα που έχει εφαρμογή στη ζάχαρη Γ. Τούτο δεν ισχύει. Οι κανόνες αυτοί περιλαμβάνονται, κατ’ ουσίαν, στον κανονισμό 2670/81 της Επιτροπής.
59.
Το άρθρο 3 του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένου υπόψη του συνολικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται ο εν λόγω κανονισμός, ο οποίος με τη σειρά του πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του συστήματος ποσοστώσεων και συνεισφορών παραγωγής που καθιέρωσαν τα άρθρα 26 έως 29 του βασικού κανονισμού.
60.
Οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού εφαρμογής διευκρίνιζαν ότι η συλλογή και καταγραφή δεδομένων σχετικών με την παραγωγή ζάχαρης για όλες τις περιόδους εμπορίας ήταν αναγκαία προκειμένου να καθοριστούν οι συνεισφορές στην παραγωγή, αρχικώς σε προσωρινή βάση. Δεδομένου ότι στη ζάχαρη Γ δεν εφαρμόζονταν τέτοιες συνεισφορές, η προς τον σκοπό αυτό συλλογή και καταγραφή δεδομένων για τη ζάχαρη Γ δεν ήταν επιβεβλημένη.
61.
Το σύστημα σχεδιάστηκε προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι παραγωγοί θα εκπλήρωναν την υποχρέωσή τους να καταβάλουν τις συνεισφορές στην παραγωγή για την οικεία περίοδο εμπορίας το συντομότερο δυνατόν μετά το κλείσιμο της περιόδου αυτής. Συγκεκριμένα, το σύστημα αποσκοπούσε στο να αποτρέψει μια κατάσταση κατά την οποία η απογραφή (από τους παραγωγούς, καθώς και η επακόλουθη εξακρίβωση από τις αρμόδιες αρχές) θα πραγματοποιούνταν κατά διαστήματα, πράγμα που θα υπονόμευε τον ρητό αυτό σκοπό λόγω της χρονικής αποστάσεως μεταξύ της παραγωγής ζάχαρης και της καταγραφής των δεδομένων σχετικά με την ζάχαρη Α και Β που όντως παρήχθη.
62.
Επομένως, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής επέβαλλε στα κράτη μέλη την υποχρέωση να καταρτίζουν μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου προσωρινά στοιχεία παραγωγής για την οικεία περίοδο εμπορίας για κάθε επιχείρηση εγκατεστημένη στο έδαφός τους. Η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου όριζε ότι τα τελικά στοιχεία για την παραγωγή ζάχαρης πρέπει να παρέχονται το αργότερο μέχρι την 1η Οκτωβρίου της επόμενης περιόδου εμπορίας.
63.
Το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής προέβλεπε τη δυνατότητα διόρθωσης των στοιχείων στην περίπτωση που προέκυπταν αποκλίσεις σε σχέση με τα οριστικά στοιχεία για την παραγωγή ζάχαρης της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου. Περαιτέρω διόρθωση ήταν δυνατή στην περίπτωση κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές εντόπιζαν πλεόνασμα οφειλόμενο σε απόκλιση των στοιχείων για την παραγωγή ζάχαρης κατόπιν λογιστικού ελέγχου ή επαλήθευσης των δηλώσεων του παραγωγού.
64.
Δεδομένου ότι η ζάχαρη αποτελεί ομοιογενές προϊόν, τέτοιες διαφορές ενδέχεται να προκύπτουν μάλλον εκ παραδρομής παρά λόγω παρατυπίας διαπραχθείσας από τον παραγωγό. Εν πάση περιπτώσει, ο κοινοτικός νομοθέτης αναγνώρισε ότι το σύστημα χρειαζόταν κάποια ευελιξία προκειμένου να συνεκτιμώνται οι ενδεχόμενες διοικητικές και πρακτικές δυσχέρειες που παρουσιάζει ο καθορισμός των στοιχείων για την παραγωγή ζάχαρης. Επομένως, το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής προέβλεπε ότι οι διαφορές αυτές λαμβάνονται υπόψη κατά την περίοδο εμπορίας κατά τη διάρκεια της οποίας διαπιστώθηκαν. Δεν προβλέφθηκε αναδρομικός καταλογισμός των διαφορών αυτών στην υπό έρευνα περίοδο εμπορίας.
65.
Είναι μεν αληθές ότι το άρθρο 3 του κανονισμού εφαρμογής δεν διευκρίνιζε ρητώς αν ο κανονισμός αυτός έχει εφαρμογή σε όλες τις κατηγορίες ζάχαρης του κοινοτικού συστήματος, ή μόνο στη ζάχαρη Α και Β.
66.
Εντούτοις, φρονώ ότι, αν το άρθρο 3 ερμηνευτεί υπό το πρίσμα του κανονισμού εφαρμογής στο σύνολό του, καθίσταται προφανές ότι η λειτουργία του ήταν να ορίσει προθεσμίες για την κατάρτιση στοιχείων σχετικών τόσο με την προσωρινή όσο και με την οριστική παραγωγή ζάχαρης (για οποιαδήποτε περίοδο εμπορίας), τούτο δε όσον αφορά την παραγωγή ζάχαρης Α και Β.
67.
Ως εκ τούτου, το άρθρο 5 του κανονισμού εφαρμογής προέβλεπε ότι η βασική συνεισφορά στην παραγωγή και η συνεισφορά Β πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 28 του βασικού κανονισμού. Οι προκαταβολές καθορίζονταν με αναφορά στα κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής καταγραφόμενα δεδομένα. Τα κράτη μέλη υποχρεούνταν να εισπράττουν τα εν λόγω ποσά πριν την 1η Μαΐου. Το άρθρο 7 όριζε ότι τα ποσά της βασικής συνεισφοράς στην παραγωγή και της συνεισφοράς Β καθορίζονταν πριν από την 1η Νοεμβρίου, για την προηγούμενη περίοδο εμπορίας, λαμβανομένων υπόψη των προκαταβολών που εισπράχθηκαν δυνάμει του άρθρου 5. Οι προθεσμίες εντός των οποίων έπρεπε να παρασχεθούν οι απαραίτητες πληροφορίες δεν αφορούσαν τη ζάχαρη Γ, καθόσον δεν προβλεπόταν συνεισφορά στην παραγωγή για την εν λόγω κατηγορία ζάχαρης.
68.
Επομένως, ο σκοπός των δεδομένων που συλλέγονταν δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 3 του κανονισμού εφαρμογής (περί προσωρινών και οριστικών στοιχείων για την παραγωγή ζάχαρης σε σχέση με συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας) ήταν να καταστήσει δυνατή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του άρθρου 28, παράγραφοι 1 έως 4, του βασικού κανονισμού όσον αφορά τον καθορισμό και την είσπραξη της βασικής συνεισφοράς και της συνεισφοράς Β ( 48 ).
69.
Κατά τη γνώμη μου, συνεπώς, η έκφραση «προσδιορισμός της οριστικής παραγωγής για τη ζάχαρη» του άρθρου 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής αφορά μόνον τη ζάχαρη Α και Β.
70.
Από τον βασικό κανονισμό δεν απέρρεε υποχρέωση καθορισμού προσωρινών και οριστικών στοιχείων παραγωγής ως προς τη ζάχαρη Γ. Κατά το καθεστώς κοινής οργάνωσης των αγορών ζάχαρης, η υποχρέωση παροχής πληροφοριών ως προς τη ζάχαρη Γ κάλυπτε μόνον τα ακόλουθα: αν έχει όντως παραχθεί, αν έχει μεταφερθεί και αν έχει εξαχθεί εντός της οριζόμενης προθεσμίας ( 49 ). Οι προθεσμίες για τη συλλογή δεδομένων του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού εφαρμογής δεν ίσχυαν για τη ζάχαρη Γ. Κατά συνέπεια, όσον αφορά την τελευταία αυτή κατηγορία ζάχαρης δεν παρίστατο ανάγκη προσαρμογής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού.
71.
Τέλος, θεωρώ ότι, αν το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι είχε εφαρμογή και στη ζάχαρη Γ, τούτο θα προσέκρουε στον σκοπό του καθεστώτος κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, στο μέτρο που η ζάχαρη Γ δεν μπορούσε να διατίθεται ελεύθερα στην αγορά από τους παραγωγούς ( 50 ). Ο καταλογισμός της ζάχαρης Γ στην περίοδο εμπορίας κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν την ύπαρξή της, όπως υποστηρίζει η Pfeifer, θα υπονόμευε ενδεχομένως τη διαχείριση του συστήματος αυτού, όπως ευθύς θα εξηγήσω.
72.
Η δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81 της Επιτροπής επιβαλλόμενη επιβάρυνση είχε εφαρμογή σε περίπτωση που δεν προσκομίζονταν στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν ότι η ζάχαρη Γ είτε είχε μεταφερθεί στην επόμενη περίοδο εμπορίας είτε είχε εξαχθεί εντός της οριζόμενης προθεσμίας ( 51 ). Σκοπός της επιβάρυνσης αυτής ήταν να υπαχθεί η ζάχαρη Γ σε όρους συγκρίσιμους με εκείνους της ζάχαρης που έχει εισαχθεί από τρίτες χώρες ( 52 ). Εξαίρεση από την επιβάρυνση αυτή προβλέφθηκε μόνον σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας, δηλαδή για τις ποσότητες ζάχαρης Γ οι οποίες καταστράφηκαν ή υπέστησαν ανεπανόρθωτες ζημίες ( 53 ).
73.
Η δυνατότητα επιβολής της επιβάρυνσης αυτής ενδέχεται επίσης να χρησίμευσε ως κίνητρο προς τους παραγωγούς να εξασφαλίσουν τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια των συλλεγόμενων και καταγραφόμενων δεδομένων και τη διαβίβασή τους στις αρμόδιες αρχές εντός των οριζόμενων προθεσμιών, προς αποφυγή ή ελαχιστοποίηση του κινδύνου να τους επιβληθεί επιβάρυνση.
74.
Ο καταλογισμός των πλεονασμάτων ζάχαρης Γ στην περίοδο εμπορίας κατά την οποία διαπιστώνονται θα είχε ως συνέπεια τη δυνατότητα των παραγωγών να αποφεύγουν την επιβολή της επιβάρυνσης του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81 της Επιτροπής, εκμεταλλευόμενοι, πολύ μετά την εκπνοή των εφαρμοστέων προθεσμιών, τις διευκολύνσεις της εξαγωγής και της μεταφοράς ( 54 ). Με τον τρόπο αυτό, θα παρέχονταν στους παραγωγούς ζάχαρης ορισμένα περιθώρια ελιγμών όσον αφορά τη λογιστική μεταχείριση της ζάχαρης Γ τα οποία δεν προβλέπονταν από το καθεστώς που καθιέρωσε ο βασικός κανονισμός.
75.
Κατά συνέπεια, η ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής υπό την έννοια ότι αυτό εφαρμόζεται στη ζάχαρη Γ είναι αντίθετη προς τον σκοπό της διάταξης αυτής.
76.
Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι η ζάχαρη Γ που εντοπίζουν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους κατά τη διάρκεια ελέγχου δεν εμπίπτει στο άρθρο 3 του κανονισμού εφαρμογής.
Πρόταση
77.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht Düsseldorf ως ακολούθως:
«Το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού (EOK) 1443/82 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1982, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης δεν εφαρμόζεται στη ζάχαρη Γ. Ως εκ τούτου, ποσότητες ζάχαρης Γ που εντοπίζουν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους ως προς συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας που αποτελεί αντικείμενο έρευνας δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Κανονισμός της 18ης Δεκεμβρίου 1967, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (JO 308, σ. 1).
( 3 ) Στις παρούσες προτάσεις θα χρησιμοποιώ τους όρους «Κοινότητα» και «κοινοτικός», δεδομένου ότι αυτοί είναι οι όροι που περιλαμβάνονται στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις.
( 4 ) Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/011, σ. 134) επέφερε ορισμένες τροποποιήσεις στον τομέα της ζάχαρης. Η ισχύς του συστήματος ποσοστώσεων (το οποίο είχε θεσπιστεί για μια μεταβατική περίοδο) παρατάθηκε (στην πράξη) μέχρι τις 30 Ιουνίου 1980 ενώ οι βασικές ποσοστώσεις αυξήθηκαν.
( 5 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 177, σ. 4). Όσον αφορά την κρίσιμη περίοδο εμπορίας, εφαρμογή είχε ο βασικός κανονισμός, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 133/94 του Συμβουλίου, της 24ης Ιανουαρίου 1994 (ΕΕ L 22, σ. 7), και τον κανονισμό (ΕΚ) 1599/96 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1996 (ΕΕ L 206, σ. 43). Κατά τον κρίσιμο χρόνο, η παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης περιλάμβανε την παραγωγή ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης, Δεδομένου ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά τη λευκή ζάχαρη, δεν θα αναφερθώ σε αυτά τα λοιπά προϊόντα.
( 6 ) Βλ. άρθρα 3 έως 5 του βασικού κανονισμού.
( 7 ) Βλ. σημεία 34 έως 41 κατωτέρω.
( 8 ) Ο βασικός κανονισμός έχει έκτοτε καταργηθεί και αντικατασταθεί. Σήμερα ισχύει αναθεωρημένη μορφή του συστήματος ποσοστώσεων το οποίο εισήγαγε ο κανονισμός (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (ΕΕ L 299, σ. 1).
( 9 ) Κατά τον κρίσιμο χρόνο, το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (EOK) 65/82 της Επιτροπής, της 13ης Ιανουαρίου 1982, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής για τη μεταφορά ζάχαρης στην επόμενη περίοδο εμπορίας (ΕΕ L 9, σ. 14), όπως τροποποιήθηκε ειδικότερα με τον κανονισμό (EOK) 948/82 της Επιτροπής, της 26ης Απριλίου 1982 (ΕΕ L 113, σ. 7), όριζε ότι μια επιχείρηση δύναται να μεταφέρει μόνο ζάχαρη της οποίας η παραγωγή ως ζάχαρη Β ή ζάχαρη Γ διαπιστώνεται ως τέτοια από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
( 10 ) Άρθρο 28, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού. Το άρθρο 2 του βασικού κανονισμού ορίζει ως περίοδο εμπορίας την περίοδο από 1ης Ιουλίου μέχρι 30 Ιουνίου του επόμενου έτους.
( 11 ) Άρθρο 28, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.
( 12 ) Άρθρο 28, παράγραφος 4.
( 13 ) Βλ., για παράδειγμα, τους κανόνες εφαρμογής που περιγράφονται στα σημεία 13 και 17 κατωτέρω.
( 14 ) Κανονισμός (EOK) 1443/82 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1982, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 158, σ. 17), όπως τροποποιήθηκε ειδικότερα με τον κανονισμό (ΕΚ) 392/94 της Επιτροπής, της 23ης Φεβρουαρίου 1994 (ΕΕ L 53, σ. 7) για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1443/82 περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής). Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 314/2002 της Επιτροπής, της 20ής Φεβρουαρίου 2002, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 50, σ. 40). Σήμερα έχει εφαρμογή ο κανονισμός (ΕΚ) 952/2006 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2006, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 318/2006 του Συμβουλίου, όσον αφορά τη διαχείριση της εσωτερικής αγοράς και του καθεστώτος ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 178, σ. 39).
( 15 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 7 του κανονισμού εφαρμογής.
( 16 ) Ο κανονισμός εφαρμογής κατάργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 700/73 της Επιτροπής, της 12ης Μαρτίου 1973, περί καθορισμού ορισμένων αναγκαίων λεπτομερειών για την εφαρμογή του καθεστώτος των ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009 σ. 73). Το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής ήταν ουσιαστικά πανομοιότυπο με αυτό του άρθρου 2, παράγραφος 3, του προγενέστερου κανονισμού. Σήμερα έχει εφαρμογή ο κανονισμός 952/2006· το δε γράμμα του άρθρου 22, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού είναι κατ’ ουσίαν πανομοιότυπο με το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής.
( 17 ) Κανονισμός της 14ης Σεπτεμβρίου 1981, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής για την εκτός ποσοστώσεως παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 262, σ. 14). Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 967/2006 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2006, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 318/2006 όσον αφορά την παραγωγή εκτός ποσόστωσης στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 176, σ. 22).
( 18 ) Άρθρο 26, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, που συνοψίζεται στο σημείο 7 ανωτέρω.
( 19 ) Βλ. προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας J. Mischo στην υπόθεση C-101/99, British Sugar (απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2002, Συλλογή 2002, σ. I-205, σημείο 45).
( 20 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή περιέγραψε πολύ εύστοχα το ζήτημα αυτό ανακαλώντας τον μύθο του λαγού και του σκαντζόχοιρου των αδελφών Γκριμ. Όταν ο λαγός προκάλεσε τον σκαντζόχοιρο να αναμετρηθούν σε αγώνα δρόμου, ο σκαντζόχοιρος ανέθεσε στη γυναίκα του (που ήταν ολόιδια με αυτόν, τουλάχιστον στα μάτια του λαγού) να περιμένει στη γραμμή του τερματισμού. Καθώς έφθανε ο λαγός, η γυναίκα του σκαντζόχοιρου τον μπέρδεψε φωνάζοντάς του «βρίσκομαι ήδη εδώ». Ο λαγός έτρεξε ξανά και ξανά, αδυνατώντας να πιστέψει το αποτέλεσμα. Οι δύο σκαντζόχοιροι εξακολούθησαν να τον εξαπατούν ώσπου, στο τέλος, ο λαγός εξαντλήθηκε μέχρι θανάτου. Επειδή η λευκή ζάχαρη δεν μπορεί να διακριθεί από άλλη λευκή ζάχαρη, όπως οι δύο σκαντζόχοιροι του μύθου, η δυνατότητα να καταλογιστεί ορισμένη ποσότητα ζάχαρης Γ στην περίοδο εμπορίας κατά την οποία ανακαλύφθηκε (γραμμή τερματισμού) και όχι στην περίοδο εμπορίας κατά την οποία όντως παρήχθη (σημείο εκκίνησης του αγώνα) καθιστά στον παραγωγό δυνατή την επίκληση του άρθρου 27 του βασικού κανονισμού, οπότε αυτός μπορεί να μεταφέρει την επίμαχη ποσότητα ζάχαρης στην επόμενη περίοδο εμπορίας, αποφεύγοντας την καταβολή συνεισφοράς (και «νικώντας τον λαγό», δηλαδή, παρακάμπτοντας την ορθή λειτουργία της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης).
( 21 ) Είναι εύλογο να αναμένεται ότι οι παραγωγοί ζάχαρης καταγράφουν τις ποσότητες ζάχαρης που παράγουν κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου εμπορίας και ότι επισημαίνουν κατά πόσον συμπληρώνονται οι ποσοστώσεις τους Α και Β. Οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των παραγωγών, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των εταιριών προς τους μετόχους τους και για την τήρηση των σχετικών υποχρεώσεων που απορρέουν από το εθνικό δίκαιο όσον αφορά την καταγραφή της παραγωγής. Επιπλέον, δεδομένου ότι η ζάχαρη Γ δεν επιδοτείται, δύσκολα γίνεται αντιληπτό κατά ποιον τρόπο εξυπηρετεί τα συμφέροντα του παραγωγού η κατάταξη ζάχαρης στην κατηγορία Γ πριν συμπληρωθούν οι ποσοστώσεις Α και Β. Βλ., επίσης, απόφαση British Sugar (παρατιθέμενη κατωτέρω στο σημείο 36), καθώς και σημείο 57 κατωτέρω.
( 22 ) Βλ. σημείο 41, κατωτέρω.
( 23 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 ανωτέρω.
( 24 ) Απόφαση British Sugar, σκέψη 48.
( 25 ) Απόφαση British Sugar, σκέψη 7.
( 26 ) Βλ. άρθρο 28, παράγραφοι 1 και 2, του βασικού κανονισμού, και σημείο 9 ανωτέρω.
( 27 ) Κατ’ αντιδιαστολή προς τα τεύτλα Α και Β που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή ζάχαρης Α και Β (βλ. σημείο 6 ανωτέρω).
( 28 ) Βλ. σημείο 8 ανωτέρω.
( 29 ) Βλ. σημείο 7 ανωτέρω.
( 30 ) Άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81.
( 31 ) Στην υπόθεση British Sugar, που παρατίθεται στην υποσημείωση 19 ανωτέρω, ο γενικός εισαγγελέας J. Mischo επισήμανε ότι ο παραγωγός ζάχαρης μπόρεσε να εξαγάγει ζάχαρη ποσοστώσεως υπό την επίφαση εξαγωγής ζάχαρης Γ, καθόσον ο οργανισμός παρεμβάσεως χορήγησε τα πιστοποιητικά εξαγωγής μολονότι στις σχετικές αιτήσεις δεν επισυνάπτονταν παραστατικά που να αποδεικνύουν ότι η οικεία ζάχαρη είχε όντως παραχθεί καθ’ υπέρβαση των ποσοστώσεων Α και Β της British Sugar. Ο γενικός εισαγγελέας έκρινε επίσης ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, η αρχή της αναλογικότητας ενδέχεται να επιτάσσει την προσαρμογή της επιβάρυνσης (βλ. σημεία 86 έως 89 των προτάσεών του). Με την απόφασή του, το Δικαστήριο δεν υπεισήλθε στο ζήτημα αυτό, υπό το πρίσμα των λοιπών απαντήσεων που είχε δώσει στο αιτούν δικαστήριο.
( 32 ) Βλ. σημείο 47 ανωτέρω και υποσημείωση 41 κατωτέρω.
( 33 ) Βλ. υποσημείωση 8 ανωτέρω.
( 34 ) Βλ. κεφάλαιο III του κανονισμού 1234/2007, ειδικότερα άρθρο 55.
( 35 ) Οπότε η ζάχαρη αυτή θα αντιμετωπιστεί ως ζάχαρη Α και θα διατεθεί προς πώληση στην εσωτερική αγορά (βλ. σημείο 8 ανωτέρω).
( 36 ) Βλ σημεία 7 και 17 ανωτέρω.
( 37 ) Συλλογή τόμος 1974, σ. 81.
( 38 ) Ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε εφαρμογή η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης και θεσπίστηκε το σύστημα ποσοστώσεων μέσω χρηματοδότησης από συνεισφορές στην παραγωγή καταβαλλόμενες από τους παραγωγούς της Κοινότητας στο σύνολό τους (βλ. σημεία 2 και 34 έως 41 ανωτέρω).
( 39 ) Απόφαση Hannoversche Zucker, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37 ανωτέρω, σκέψη 2.
( 40 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Hannoversche Zucker, σκέψη 4.
( 41 ) Σύμφωνα με την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, οι συνεισφορές στην παραγωγή υπολογίζονταν βάσει της παραγόμενης ζάχαρης σε όλο το έδαφος της Κοινότητας, οι οποίες στη συνέχεια κατανέμονταν μεταξύ των κρατών μελών που τις διένεμαν στους παραγωγούς ζάχαρης εντός της αντίστοιχης επικράτειάς τους. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε τροποποίηση των οριστικών στοιχείων παραγωγής θα συνεπαγόταν νέους υπολογισμούς για κάθε παραγωγό ζάχαρης της Κοινότητας.
( 42 ) Απόφαση Hannoversche Zucker, σκέψη 5.
( 43 ) Απόφαση Hannoversche Zucker, σκέψη 6.
( 44 ) Βλ. σημείο 2 ανωτέρω.
( 45 ) Το άρθρο 39 επέβαλλε απλώς την υποχρέωση στα κράτη μέλη να ανακοινώνουν αμοιβαία τα αναγκαία στοιχεία για την εφαρμογή του βασικού κανονισμού.
( 46 ) Απόφαση British Sugar κατά Επιτροπής, σκέψεις 40 έως 43.
( 47 ) Απόφαση British Sugar κατά Επιτροπής, σκέψη 44.
( 48 ) Βλ. σημείο 9 ανωτέρω.
( 49 ) Βλ. ανωτέρω, σημεία 7, 8 και 17, αντιστοίχως.
( 50 ) Άρθρο 26, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
( 51 ) Άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81.
( 52 ) Άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81.
( 53 ) Άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 2670/81.
( 54 ) Βλ. άρθρα 26 και 27 του βασικού κανονισμού, καθώς και υποσημείωση 20 ανωτέρω (τον μύθο με τον λαγό και τον σκαντζόχοιρο).
Full & Egal Universal Law Academy