ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 24ης Μαΐου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-170/11
Maurice Robert Josse Marie Ghislain LippensGilbert Georges Henri Mittler
Jean Paul François Caroline Votronκατά
Hendrikus Cornelis Kortekaas Kortekaas Entertainment Marketing BV Kortekaas Pensioen BV Dirk Robbard De Kat Johannes Hendrikus Visch Euphemia Joanna Bökkerink, Laminco GLD N-A,Ageas NV, πρώην Fortis NV
[αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις — Διεξαγωγή αποδείξεων — Κανονισμός (ΕΚ) 1206/2001 — Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής — Εξέταση από δικαστήριο κράτους μέλους μαρτύρων που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος — Μάρτυρες που είναι επίσης διάδικοι στην κύρια δίκη — Μέτρα καταναγκασμού — Ενδεχόμενη υποχρέωση εφαρμογής μίας εκ των μεθόδων διεξαγωγής αποδείξεων που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός ή ευχέρεια εφαρμογής εκείνων που προβλέπει το δικονομικό δίκαιο που ισχύει στο κράτος μέλος όπου εδρεύει το οικείο δικαστήριο — Επικουρική εφαρμογή του εθνικού δικαίου»
I – Εισαγωγή
1.
Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει τον κανονισμό (ΕΚ) 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις ( 2 ). Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, ειδικότερα, σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο καθορίζει το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του ορίζοντας τους δύο τρόπους δικαστικής συνεργασίας στους οποίους μπορεί να προσφύγει δικαστήριο κράτους μέλους ( 3 ) οσάκις προτίθεται να προβεί σε διεξαγωγή αποδείξεων σε άλλο κράτος μέλος.
2.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) στο πλαίσιο αγωγής ασκηθείσας ενώπιον ολλανδικού δικαστηρίου κατά εναγόμενων που κατοικούν στο Βέλγιο, των οποίων η προσωρινή εξέταση ως μαρτύρων ζητήθηκε από τους ενάγοντες. Παρότι οι ενδιαφερόμενοι εξέφρασαν την επιθυμία να εξετασθούν στη γαλλική γλώσσα στη χώρα κατοικίας τους, κατόπιν σχετικής αιτήσεως του επιληφθέντος δικαστηρίου προς τις βελγικές δικαστικές αρχές κατά τον κανονισμό 1206/2001, το δικαστήριο απέρριψε το εν λόγω αίτημα και απεφάνθη ότι η εξέταση έπρεπε να λάβει χώρα στις Κάτω Χώρες, κατονομάζοντας τους μάρτυρες που έπρεπε να εμφανισθούν ενώπιόν του κατ’ εφαρμογήν του εθνικού δικονομικού δικαίου.
3.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί κατά πόσον δικαστήριο κράτους μέλους που προτίθεται να εξετάσει μάρτυρα, εν προκειμένω διάδικο στη διαφορά, ο οποίος κατοικεί στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους υποχρεούται να εφαρμόσει τις μεθόδους διερευνήσεως που καθιερώνει ο κανονισμός 1206/2001 ή δύναται να εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί τις προβλεπόμενες από δικονομικούς κανόνες που ισχύουν στο κράτος όπου αυτό εδρεύει, προσφεύγοντας ενδεχομένως σε μέτρα καταναγκασμού οσάκις ο μάρτυρας δεν συμμορφώνεται. Επομένως, πρέπει να καθορισθεί, για πρώτη φορά, κατά πόσον ο κανονισμός 1206/2001 διέπει τη διεξαγωγή αποδείξεων εκ μέρους κράτους μέλους σε άλλο κράτος μέλος κατά αποκλειστικό και διεξοδικό τρόπο ή κατά πόσον επιτρέπει διαφορετική πρόσβαση σε τέτοιες αποδείξεις.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α — Ο κανονισμός 1206/2001
4.
Το προοίμιο του κανονισμού 1206/2001 ορίζει:
«[…]
(2)
Η απρόσκοπτη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς απαιτεί να βελτιωθεί, και ιδίως να απλουστευθεί και να επιταχυνθεί, η συνεργασία των δικαστηρίων στο πεδίο της διεξαγωγής αποδείξεων.
[…]
(7)
Δεδομένου ότι, για την έκδοση μιας απόφασης στα πλαίσια εκκρεμούς διαδικασίας σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις ενώπιον δικαστηρίου ενός κράτους μέλους συχνά απαιτείται η διεξαγωγή αποδείξεων σε άλλο κράτος μέλος, η δραστηριότητα της Κοινότητας δεν πρέπει να περιορίζεται στον τομέα της διαβίβασης δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που εμπίπτει στον κανονισμό (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις ( 4 ). Ως εκ τούτου θα πρέπει να συνεχισθεί η βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ δικαστηρίων των κρατών μελών στον τομέα της διεξαγωγής αποδείξεων.
(8)
Η αποτελεσματικότητα δικαστικών διαδικασιών σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις προϋποθέτει ότι η διαβίβαση της παραγγελίας για διεξαγωγή αποδείξεων και η διεκπεραίωσή της γίνονται απευθείας και κατά τον ταχύτερο δυνατό τρόπο μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών.
[…]
(15)
Για τη διευκόλυνση της διεξαγωγής αποδείξεων, ένα δικαστήριο κράτους μέλους πρέπει να έχει τη δυνατότητα, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους του, να διεξάγει αποδείξεις απευθείας σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον υπάρχει αποδοχή του τελευταίου προς τούτο και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει το κεντρικό όργανο ή η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως.
[…]»
5.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 1206/2001, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει στις παραγράφους 1 και 2:
«1. Ο παρών κανονισμός ισχύει σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις όταν το δικαστήριο ενός κράτους μέλους παραγγέλλει, σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής του νομοθεσίας:
α)
στο αρμόδιο δικαστήριο άλλου κράτους μέλους τη διεξαγωγή αποδείξεων, ή
β)
τη διεξαγωγή αποδείξεων απευθείας σε άλλο κράτος μέλος.
2. Δεν επιτρέπεται παραγγελία για τη διεξαγωγή αποδείξεων εάν οι αποδείξεις δεν προορίζονται να χρησιμοποιηθούν σε δικαστικές υποθέσεις που έχουν ήδη αρχίσει να εκδικάζονται ή πρόκειται να εκδικασθούν.»
6.
Τα άρθρα 10 έως 16, που περιλαμβάνονται στο τμήμα 3 του ίδιου κανονισμού, καθορίζουν τον τρόπο διεξαγωγής των αποδείξεων από το δικαστήριο εκτελέσεως (μέθοδος συνεργασίας που είναι γνωστή ως «έμμεση»).
7.
Το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1206/2001 διευκρινίζει ότι «[τ]ο δικαστήριο της εκτελέσεως εκτελεί την παραγγελία σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει».
8.
Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι η έμμεση εκτέλεση διενεργείται με την παρουσία και τη συμμετοχή των διαδίκων, ως εξής:
«Εφόσον προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους του αιτούντος δικαστηρίου, οι διάδικοι και, ενδεχομένως, οι εκπρόσωποί τους, έχουν δικαίωμα να παρίστανται κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων από το δικαστήριο εκτελέσεως.»
9.
Το άρθρο 13 του εν λόγω κανονισμού επιτρέπει τη χρήση μέτρων καταναγκασμού στο πλαίσιο της εμμέσου μεθόδου διεξαγωγής αποδείξεων ως εξής:
«Εφόσον είναι αναγκαίο, το δικαστήριο εκτελέσεως εφαρμόζει κατά την εκτέλεση της παραγγελίας τα ενδεδειγμένα μέτρα καταναγκασμού στις περιπτώσεις και στην έκταση που προβλέπει το δίκαιο του κράτους μέλους του δικαστηρίου εκτελέσεως για την εκτέλεση μιας παραγγελίας εθνικών αρχών ή διαδίκου προς τον ίδιο σκοπό.»
10.
Το άρθρο 17 του κανονισμού, το οποίο διέπει την απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων από το αιτούν δικαστήριο (μέθοδος συνεργασίας που είναι γνωστή ως «άμεση»), προβλέπει:
«1. Όταν δικαστήριο ζητεί να διεξαχθούν αποδείξεις απευθείας σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει να υποβάλλει παραγγελία στο προβλεπόμενο από το άρθρο 3 παράγραφος 3 κεντρικό όργανο ή αρμόδια αρχή του κράτους αυτού […].
2. Η απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον σε εθελοντική βάση, χωρίς τη λήψη μέτρων καταναγκασμού.
Όταν η απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων προϋποθέτει την ακρόαση προσώπου, το αιτούν δικαστήριο ενημερώνει το πρόσωπο αυτό ότι η δικαστική πράξη θα πραγματοποιηθεί σε εθελοντική βάση.
3. Η διεξαγωγή αποδείξεων πραγματοποιείται από μέλος του δικαστικού προσωπικού ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, όπως από πραγματογνώμονα, ο οποίος διορίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους του αιτούντος δικαστηρίου.
[…]»
Β — Το εθνικό δίκαιο
11.
Στις Κάτω Χώρες, η εξέταση μαρτύρων, όπως και η προσωρινή εξέταση μαρτύρων, διέπεται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Wetboek van Burgerlijke Rechtsvordering, στο εξής: WBR) ( 5 ).
12.
Κατά το άρθρο 164 του WBR:
«1. Οι διάδικοι μπορούν επίσης να εξεταστούν ως μάρτυρες.
[…]
3. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την μη εμφάνιση κατά τη συζήτηση διαδίκου, ο οποίος όφειλε να καταθέσει ως μάρτυρας, την άρνησή του να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβάλλονται ή την άρνησή του να υπογράψει την κατάθεσή του.»
13.
Το άρθρο 165, παράγραφος 1, του WBR ορίζει ότι «[ό]ποιος καλείται να εξετασθεί ως μάρτυρας σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζει ο νόμος υποχρεούται να εμφανιστεί και να καταθέσει».
14.
Το άρθρο 176, παράγραφος 1, του WBR προβλέπει:
«Στο μέτρο που δεν ορίζεται άλλως σε διεθνή σύμβαση ή κανονισμό της ΕΕ, ο δικαστής δύναται, αν ο μάρτυρας κατοικεί στην αλλοδαπή, είτε να ζητήσει από κατονομαζόμενη από αυτόν αρχή της χώρας κατοικίας του μάρτυρα να προβεί στην εξέταση, ει δυνατόν ενόρκως, είτε να την αναθέσει στον Ολλανδό προξενικό υπάλληλο στην αρμοδιότητα του οποίου εμπίπτει ο τόπος κατοικίας του μάρτυρα.»
15.
Το άρθρο 186 του WBR ορίζει:
«1. Στις περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται από τον νόμο η απόδειξη με μάρτυρες, μπορεί να διαταχθεί αμελλητί η προσωρινή εξέταση μαρτύρων πριν ασκηθεί αγωγή, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου.
2. Προσωρινή εξέταση μαρτύρων μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως διαδίκου όσο η υπόθεση είναι εκκρεμής.»
16.
Το άρθρο 189 του WBR ορίζει ότι «[ο]ι σχετικές με την εξέταση των μαρτύρων διατάξεις εφαρμόζονται επίσης στην προσωρινή εξέταση».
III – Η διαφορά της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
17.
Στις 3 Αυγούστου 2009, διάφοροι κάτοχοι κινητών αξιών ( 6 ) (στο εξής: Κortekaas κ.λπ.) της εταιρείας Fortis NV ( 7 ) άσκησαν αγωγή ενώπιον του Rechtbank Utrecht (Κάτω Χώρες) κατά τριών μελών της διοικήσεως της εν λόγω εταιρείας που κατοικούν στο Βέλγιο ( 8 ) (στο εξής: Lippens κ.λπ.) και κατά της ίδιας της εταιρείας, ζητώντας την καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξιών.
18.
Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας επί της ουσίας, οι Kortekaas κ.λπ. υπέβαλαν στο Rechtbank Utrecht, στις 6 Αυγούστου 2009, αίτηση προσωρινής εξετάσεως των Lippens κ.λπ. ως μαρτύρων αναφορικά με τους ισχυρισμούς τους. Το ως άνω δικαστήριο δέχθηκε την αίτηση αυτή με απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2009, διευκρινίζοντας ότι η εξέταση θα διενεργείτο από εισηγητή δικαστή που έπρεπε να οριστεί επί τούτου.
19.
Στις 9 Δεκεμβρίου 2009, οι Lippens κ.λπ. ζήτησαν από το Rechtbank Utrecht να υποβάλει αίτηση δικαστικής συνδρομής προκειμένου να τους δοθεί η δυνατότητα να εξεταστούν από γαλλόφωνο δικαστή στο Βέλγιο, τη χώρα κατοικίας τους. Το αίτημά τους απορρίφθηκε με διάταξη της 3ης Φεβρουαρίου 2010.
20.
Επιληφθέν εφέσεως που άσκησαν οι Lippens κ.λπ., το Gerechtshof te Amsterdam επικύρωσε την εφεσιβληθείσα διάταξη, με απόφαση της 18ης Μαΐου 2010, στηριζόμενο στο άρθρο 176, παράγραφος 1, του WBR, το οποίο παρέχει στον Ολλανδό δικαστή που οφείλει να εξετάσει μάρτυρα κατοικούντα στην αλλοδαπή και μη δεχόμενο να εμφανισθεί οικειοθελώς ενώπιόν του την ευχέρεια, και όχι την υποχρέωση, να ζητήσει δικαστική συνδρομή. Το Gerechtshof te Amsterdam διευκρίνισε ότι οι μάρτυρες πρέπει κατ’ αρχήν να εξεταστούν από το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η δίκη επί της ουσίας και ότι, εν προκειμένω, ουδεμία ειδική περίσταση συνιστά δικαιολογητική βάση για παρέκκλιση από τον κανόνα αυτόν υπέρ των Lippens κ.λπ., λαμβανομένης ιδίως υπόψη της εναντιώσεως των Kortekaas κ.λπ. Προσέθεσε ότι δεν μπορεί να προβάλλεται το γλωσσικό ζήτημα ως επιχείρημα υπέρ της εξετάσεως στο Βέλγιο, καθότι οι Lippens κ.λπ. θα έχουν τη δυνατότητα να εξετασθούν στις Κάτω Χώρες επικουρούμενοι από γαλλόφωνο διερμηνέα.
21.
Οι Lippens κ.λπ. άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Hoge Raad der Nederlanden κατά της αποφάσεως αυτής του Gerechtshof te Amsterdam.
22.
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι δεν αντιβαίνει προς τον κανονισμό 1206/2001 η κλήτευση εκ μέρους εδρεύοντος σε κράτος μέλος δικαστηρίου, σύμφωνα με τους ισχύοντες στο κράτος αυτό δικονομικούς κανόνες, μάρτυρος κατοικούντος σε άλλο κράτος μέλος, και η επιβολή των προβλεπομένων κυρώσεων σε περίπτωση μη εμφανίσεως. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ούτε από το γράμμα ούτε από τη δεύτερη και την πέμπτη αιτιολογική σκέψη ( 9 ) του κανονισμού 1206/2001 μπορεί να συναχθεί ότι οι προβλεπόμενες από αυτόν μέθοδοι διεξαγωγής αποδείξεων αποκλείουν την προσφυγή σε άλλες κανονιστικές ρυθμίσεις. Εκτιμά ότι ο κανονισμός αυτός αποσκοπεί απλώς στη διευκόλυνση της διεξαγωγής αποδείξεων και δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να τροποποιήσουν τις μεθόδους διεξαγωγής αποδείξεων τις οποίες προβλέπει το εθνικό τους δικονομικό δίκαιο.
23.
Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στη Σύμβαση της Χάγης της 18ης Μαρτίου 1970 για τη διεξαγωγή αποδείξεων στην αλλοδαπή σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, την οποία αντικατέστησε ο κανονισμός 1206/2001 όσον αφορά τα έντεκα κράτη μέλη μεταξύ των οποίων ίσχυε η εν λόγω σύμβαση ( 10 ). Επισημαίνει ότι υφίσταται διάσταση απόψεων ως προς το κατά πόσον η σύμβαση αυτή έχει αποκλειστικό και δεσμευτικό χαρακτήρα ή επιτρέπει την εφαρμογή και άλλων κανονιστικών ρυθμίσεων, όπως έκρινε το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών ( 11 ). Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι, αντιθέτως, μια απόφαση του Δικαστηρίου ενδέχεται να αποτελεί ένδειξη ως προς το ότι ο κανονισμός 1206/2001 μπορεί να έχει «αποκλειστικό χαρακτήρα», κατά το γράμμα της αποφάσεως του εν λόγω δικαστηρίου ( 12 ).
24.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Hoge Raad der Nederlanden αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει ο κανονισμός [1206/2001] και, ειδικότερα το άρθρο 1, παράγραφος 1, την έννοια ότι δικαστής που προτίθεται να εξετάσει μάρτυρα, ο οποίος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει, στο πλαίσιο του είδους αυτού αποδείξεως, να χρησιμοποιεί πάντα τις μεθόδους που καθιέρωσε ο εν λόγω κανονισμός, ή έχει την έννοια ότι ο δικαστής έχει την εξουσία να χρησιμοποιήσει τις μεθόδους που προβλέπονται στο εθνικό δικονομικό του δίκαιο, όπως, παραδείγματος χάρη, να κλητεύσει τον μάρτυρα να εμφανιστεί ενώπιόν του;»
25.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Απριλίου 2011.
26.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι Lippens κ.λπ., η Ολλανδική, η Τσεχική, η Γερμανική, η Αυστριακή, η Πολωνική, η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
27.
Με παράρτημα της κλήσεως στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, την οποία απηύθυνε στους μετέχοντες στη διαδικασία και στους λοιπούς ενδιαφερόμενους, το Δικαστήριο υπέβαλε τις ακόλουθες ερωτήσεις προκειμένου να απαντηθούν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση:
«1)
Εάν υποτεθεί ότι το αρμόδιο δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να κλητεύσει, δυνάμει του εθνικού του δικαίου, μάρτυρα που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί το δικαστήριο αυτό, στην περίπτωση που ο μάρτυρας δεν συμμορφωθεί προς την κλήτευση αυτή, να εφαρμόσει τα μέτρα καταναγκασμού που προβλέπει το εθνικό του δίκαιο; Εάν η απόφαση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να προβεί στην εξέταση του μάρτυρα κατά τις μεθόδους που προβλέπει ο κανονισμός [1206/2001];
2)
Δεδομένου ότι η προκειμένη περίπτωση αφορά εξέταση διαδίκου ως μάρτυρα, οι μετέχοντες καλούνται να λάβουν θέση επί του ερωτήματος κατά πόσον πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός αυτό προκειμένου να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Όλα τα κράτη μέλη καλούνται επίσης να τοποθετηθούν επί του ερωτήματος ποιες συνέπειες ενδέχεται να έχει για τα αντίστοιχα εθνικά τους δίκαια η εισαγωγή μιας τέτοιας διαφοροποιήσεως στο πλαίσιο του κανονισμού 1206/2001.»
28.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 7 Μαρτίου 2012, προφορικές παρατηρήσεις υπέβαλαν οι Lippens κ.λπ., η Ολλανδική, η Τσεχική, η Γερμανική, η Ιρλανδική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.
IV – Ανάλυση
Α — Επί των κρίσιμων ζητημάτων της υποθέσεως
29.
Κάθε δικαστήριο κράτους μέλους μπορεί να ασκήσει εγκύρως τις αρμοδιότητές του και να κάνει χρήση του «imperium» που διαθέτει, δηλαδή της εξουσίας του όσον αφορά την εκτέλεση των αποφάσεών του, μόνον εντός των γεωγραφικών ορίων της δικαιοδοσίας του. Εξαίρεση του κανόνα αυτού αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μπορεί να εφαρμόσει σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια. Εντούτοις, λόγω της αρχής της εδαφικότητας του διεθνούς δικαίου, η οποία συνδέεται με την αρχή της κρατικής κυριαρχίας, το δικαστήριο δεν μπορεί, κατά κανόνα, να παρέμβει προκειμένου να εκτελέσει τέτοια μέτρα σε άλλο κράτος μέλος.
30.
Όπως, όμως, επισημαίνεται στο προοίμιο του κανονισμού 1206/2001, «για την έκδοση μιας απόφασης στα πλαίσια εκκρεμούς διαδικασίας σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις ενώπιον δικαστηρίου ενός κράτους μέλους συχνά απαιτείται η διεξαγωγή αποδείξεων σε άλλο κράτος μέλος [και επομένως είναι χρήσιμο] να συνεχισθεί η βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ δικαστηρίων των κρατών μελών στον τομέα της διεξαγωγής αποδείξεων» ( 13 ). Ο εν λόγω κανονισμός ανταποκρίνεται επομένως στην αυξανόμενη ανάγκη, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να είναι δυνατή η συγκέντρωση αποδείξεων σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο εκδικάζεται ή πρόκειται να εκδικασθεί μια αγωγή ( 14 ), οσάκις η διαφορά παρουσιάζει στοιχείο αλλοδαπότητας.
31.
Δεδομένου ότι η έννοια της διεξαγωγής αποδείξεων του κανονισμού 1206/2001 δεν καθορίζεται από αυτόν τον ίδιο, το Δικαστήριο κλήθηκε ήδη να την οριοθετήσει ερμηνεύοντάς την ( 15 ). Εκτιμώ όμως ότι, χωρίς αμφιβολία, η εξέταση μάρτυρα, όπως ζητείται στην υπόθεση της κύριας δίκης, εμπίπτει στον χαρακτηρισμό αυτό ( 16 ).
32.
Κύριος σκοπός του κανονισμού 1206/2001 είναι να καθορίζει πως δικαστήριο κράτους μπορεί να συλλέξει, με απλουστευμένη και εσπευσμένη διαδικασία ( 17 ), αποδεικτικά στοιχείο που βρίσκονται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, με τη συνδρομή των αρχών του δεύτερου αυτού κράτους. Προς τούτο, διαθέτει δύο μεθόδους δικαστικής συνδρομής, τον οποίων η έκταση εκτίθεται συνοπτικώς στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού:
—
είτε μια μέθοδο έμμεσης διεξαγωγής αποδείξεων που προβλέπεται στα άρθρα 10 έως 16 του κανονισμού 1206/2001, κατά την οποία δικαστήριο κράτους μέλους A («αιτούν δικαστήριο» ( 18 )) ζητεί από δικαστήριο κράτους μέλους B («δικαστήριο εκτελέσεως») να αναλάβει τη ζητούμενη διεξαγωγή αποδείξεων, κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους B, ενδεχομένως μέσω μέτρων καταναγκασμού κατά το άρθρο 13 του εν λόγω κανονισμού,
—
είτε μια μέθοδο απευθείας διεξαγωγής αποδείξεων που προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού 1206/2001, κατά την οποία ο δικαστής κράτους μέλους A, ή πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτόν ( 19 ), μεταβαίνει σε κράτος μέλος B προκειμένου να προβεί απευθείας στη διεξαγωγή αποδείξεων, κατόπιν συμφωνίας με τις αρχές του άλλου κράτους ( 20 ), υπό τη διευκρίνιση ότι στην περίπτωση αυτή αποκλείεται κάθε καταναγκασμός του μάρτυρα που κατοικεί σε αυτό.
33.
Κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει για πρώτη φορά κατά πόσον, οσάκις ένα δικαστήριο προτίθεται να προβεί σε διεξαγωγή αποδείξεων έχουσα διασυνοριακές επιπτώσεις, όπως η εξέταση μάρτυρα που βρίσκεται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, το εν λόγω δικαστήριο υποχρεούται να επιλέξει μία εκ των δύο προβλεπόμενων από τον κανονισμό 1206/2001 μεθόδων διεξαγωγής αποδείξεων που περιγράφηκαν ανωτέρω, ήτοι την έμμεση διεξαγωγή αποδείξεων μέσω ενός δικαστηρίου εκτελέσεως ή την απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων από το αιτούν δικαστήριο, όπως μόνον οι Lippens κ.λπ. υποστηρίζουν ενώπιον του Δικαστηρίου, ή κατά πόσον το δικαστήριο αυτό μπορεί να εφαρμόσει τις μεθόδους που προβλέπει το δικονομικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο εδρεύει. Η αίτηση αυτή εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προαπαιτεί τον καθορισμό της εκτάσεως του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1206/2001.
34.
Άλλα ζητήματα προκύπτουν εμμέσως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής καθώς και από τα ερωτήματα που έθεσε προς προφορική απάντηση το Δικαστήριο. Αφορούν ορισμένες πρακτικές συνέπειες της ερμηνείας που θα δοθεί στην απόφαση που θα εκδοθεί, ήτοι, αφενός, την ενδεχόμενη δυνατότητα του δικαστηρίου που ζητεί την εξέταση να προσφύγει σε μέτρα καταναγκασμού ή σε δυσμενή μέτρα ( 21 ) εάν ο μάρτυρας που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος αρνηθεί να καταθέσει και, αφετέρου, τις τυχόν συνέπειες του γεγονότος ότι ο προς εξέταση μάρτυρας είναι διάδικος στη διαφορά.
35.
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν προκύπτει με σαφήνεια κάποια απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο.
36.
Συγκεκριμένα, η μνημονευθείσα στην απόφαση περί παραπομπής απόφαση St. Paul Dairy, η οποία αφορά την ερμηνεία των κανόνων περί δικαιοδοσίας της Συμβάσεως των Βρυξελλών και αναφέρει μόνον εν είδει obiter dictum τον κανονισμό 1206/2001 ( 22 ), δεν περιέχει παρά απλές νύξεις, χωρίς ουδόλως να κρίνει επί των ζητημάτων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση. Το ίδιο ισχύει για την επίσης αφορώσα θέματα δικαιοδοσίας απόφαση Aguirre Zarraga, η οποία υποδηλώνει ότι το εθνικό δικαστήριο μπορεί να επιλέξει ή μη να κάνει χρήση των διατάξεων του κανονισμού 1206/2001 ( 23 ). Δεδομένης της ιδιαιτερότητας των δύο αυτών αποφάσεων, οι οποίες αφορούν την ερμηνεία όχι του εν λόγω κανονισμού, αλλά νομοθετημάτων που έχουν άκρως διαφορετικό αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής από εκείνον ( 24 ), παρότι αποσκοπούν επίσης στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικαστικού χώρου, το Δικαστήριο πρέπει εν προκειμένω να αποφανθεί με πιο συγκεκριμένο τρόπο επί των προϋποθέσεων υπό τις οποίες η εφαρμογή του κανονισμού αυτού είναι υποχρεωτική για ένα δικαστήριο.
37.
Σε ό,τι αφορά τη μοναδική απόφαση η οποία, εξ όσων γνωρίζω, εκδόθηκε από το Δικαστήριο ( 25 ) αναφορικά με την ερμηνεία του κανονισμού 1206/2001 αυτού καθαυτόν, κατά τη γνώμη μου, δεν συνεισφέρει στοιχεία πρόσφορα για τη λήψη αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση ( 26 ).
38.
Εκ προοιμίου, διευκρινίζω ότι, κατά την άποψή μου η οποία συνάδει προς εκείνη της πλειοψηφίας των μετεχόντων στην παρούσα διαδικασία, οσάκις δικαστήριο κράτους μέλους προτίθεται να προβεί σε διεξαγωγή αποδείξεων σε άλλο κράτος μέλος, δεν υποχρεούται να προσφύγει στα μέσα που προβλέπει ο κανονισμός 1206/2001, παρά μόνον σε ορισμένες περιπτώσεις, και όχι κατά συστηματικό τρόπο, λαμβανομένων υπόψη των λόγων που θα εκθέσω ακολούθως.
Β — Επί του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1206/2001
39.
Το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1206/2001, του οποίου η ερμηνεία ζητείται ειδικότερα από το αιτούν δικαστήριο, επιτρέπει εν μέρει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον οι δύο προβλεπόμενοι σε αυτό μέθοδοι διασυνοριακής διεξαγωγής αποδείξεων πρέπει ή όχι να εφαρμόζονται ευρέως, ήτοι σε κάθε περίπτωση στην οποία ένας παράγοντας αλλοδαπότητας, όπως εν προκειμένω η κατοικία του μάρτυρα, συνδέει το επίμαχο αποδεικτικό μέσο με ένα άλλο κράτος μέλος, σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
40.
Ορίζοντας, ως προκαταρκτική προϋπόθεση, «όταν το δικαστήριο ενός κράτους μέλους παραγγέλλει» ( 27 ), το εν λόγω άρθρο περιορίζει, κατά την άποψή μου, το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1206/2001 στις δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις που αναφέρει ακολούθως. Επιφυλάσσει, επομένως, την εφαρμογή του στις περιπτώσεις στις οποίες είτε η συνεργασία ενός δικαστηρίου «άλλου κράτους μέλους» είναι απαραίτητη κατά τον δικαστή που προτίθεται να προβεί σε διεξαγωγή αποδείξεων, είτε ο εν λόγω δικαστής προτίθεται να προβεί ο ίδιος σε τέτοια διεξαγωγή «σε άλλο κράτος μέλος». Αντιθέτως, ο κανονισμός δεν αποσκοπεί στο να ρυθμίσει την περίπτωση στην οποία ο εν λόγω δικαστής εκτιμά ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα αποδεικτικό μέσο, ακόμα και εντός άλλου κράτους μέλους, χωρίς να χρειάζεται να χρησιμοποιήσει έναν εκ των δύο αυτών τρόπων προσβάσεως στις αποδείξεις, ήτοι χωρίς να χρειάζεται να ζητήσει την παρέμβαση των δικαστικών αρχών του εν λόγω κράτους μέλους, ούτε να μεταβεί σε αυτό.
41.
Ομοίως, η έβδομη και η δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1206/2001 ορίζουν ότι δικαστήριο κράτους μέλους πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διεξάγει αποδείξεις «σε άλλο κράτος μέλος», και όχι στην εθνική επικράτεια, όπως προτίθεται να πράξει το ολλανδικό δικαστήριο στη διαφορά της κύριας δίκης κλητεύοντας τον μάρτυρα να εμφανισθεί ενώπιόν του.
42.
Επίσης, σύμφωνα με τελολογική και όχι μόνο γραμματική ερμηνεία, προσθέτω ότι η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού αναφέρει ότι σκοπός του είναι «να βελτιωθεί, και ιδίως να απλουστευθεί και να επιταχυνθεί, η συνεργασία των δικαστηρίων στο πεδίο της διεξαγωγής αποδείξεων», σκοπός που επαναλαμβάνεται στο τέλος της έβδομης αιτιολογικής σκέψης. Ο τίτλος του κανονισμού 1206/2001 τονίζει, εξάλλου, ότι αποκλειστικό αντικείμενό του είναι να καθιερώσει μηχανισμούς που διευκολύνουν τη «συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών», και όχι να εξαλείψει τους τρόπους διεξαγωγής αποδείξεων που ισχύουν στα κράτη μέλη μέσω ενοποιήσεως. Οσάκις τέτοια συνεργασία δεν είναι απαραίτητη ή δεν ζητείται από δικαστήριο, δεν χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, να τεθούν σε εφαρμογή οι μέθοδοι απλοποιημένης δικαστικής συνδρομής ( 28 ) που καθιερώνει το νομοθέτημα αυτό, ακόμα και αν, όπως στην περίπτωση της κύριας δίκης, την ζητούν οι μάρτυρες, οι οποίοι εν προκειμένω είναι επίσης διάδικοι.
43.
Συγκεκριμένα, σκοπός του κανονισμού 1206/2001 δεν είναι να υπάρξει παρεμβολή στο έργο του αρμόδιου δικαστή, μέσω του περιορισμού της εξουσίας του να διασφαλίζει τη διαχείριση της διαδικασίας εντός των ορίων που θέτουν οι κανόνες του διεθνούς δικαίου, του δικαίου της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου που του επιβάλλονται, αλλά να ενισχυθεί η εξουσία αυτή και να πλαισιωθεί προκειμένου να προστατευθούν τα δικαιώματα των διαδίκων και να γίνουν σεβαστά τα προνόμια των άλλων κρατών μελών. Κρίνω ότι σκοπός της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως είναι να διευκολύνει τη διασυνοριακή δραστηριότητα των δικαστηρίων των κρατών μελών, και όχι να την παρακωλύσει περιορίζοντας τα μέσα που αυτά διαθέτουν για τη διεξαγωγή αποδείξεων.
44.
Θα ήταν αντίθετο προς το πνεύμα του εν λόγω κανονισμού εάν η επιτακτική εφαρμογή του είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των δυνατοτήτων συγκεντρώσεως αποδείξεων αποκλείοντας τη δυνατότητα του δικαστή κράτους μέλους να προσφεύγει σε εναλλακτικές μεθόδους συγκεντρώσεως αποδείξεων, όταν κρίνει ότι αυτό θα ήταν προτιμότερο σε σχέση με τα μέσα διασυνοριακής δικαστικής συνεργασίας που προβλέπει ο κανονισμός 1206/2001 ( 29 ).
45.
Ως προς τούτο, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 21, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, σε συνδυασμό με τη δέκατη έβδομη αιτιολογική του σκέψη, διευκρινίζει ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να συνάπτουν επιμέρους συμφωνίες ή συμβάσεις μεταξύ δύο ή περισσότερων εξ αυτών, προκειμένου να διευκολύνεται «περαιτέρω» ( 30 ) η συνεργασία στον τομέα της διεξαγωγής αποδείξεων, εφόσον αυτές συνάδουν προς τον κανονισμό. Η επιφύλαξη αυτή καταδεικνύει ότι, για λόγους αποτελεσματικότητας, οι συντάκτες του κανονισμού 1206/2001 δεν διέκειντο αρνητικά ως προς την επικουρική χρήση άλλων μέσων στον τομέα αυτό, οσάκις τα τελευταία κρίνονται καταλληλότερα όσον αφορά τις εγγυήσεις και τα απτά αποτελέσματα, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της διαφοράς.
46.
Στην πράξη, όμως, ενδέχεται οι προβλεπόμενες από το εθνικό δίκαιο μέθοδοι έρευνας να είναι εξίσου ή ακόμα και πιο αποτελεσματικές από εκείνες που προβλέπει ο κανονισμός 1206/2001. Από τη δε έκθεση της Επιτροπής, περί απολογισμού της εφαρμογής του κανονισμού 1206/2001 στις 5 Δεκεμβρίου 2007 ( 31 ), προκύπτει ότι, κατά τη διενεργηθείσα εμπειρική μελέτη ( 32 ), σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, οι παραγγελίες για διεξαγωγή αποδείξεων δυνάμει του εν λόγω κανονισμού διεκπεραιώθηκαν εντός προθεσμίας μεγαλύτερης από εκείνη που προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 1, ήτοι εντός 90 ημερών από την παραλαβή τους, η οποία ενίοτε υπερέβη τους 6 μήνες. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι εύλογο να καταλήγει δικαστήριο κράτους μέλους να επιλέγει μια μέθοδο που δεν απαιτεί μεσάζοντες, όπως η απευθείας κλήτευση μάρτυρα σε κατάθεση ενώπιόν του, προκειμένου να διασφαλίζεται η ταχύτητα και επομένως η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας που κινεί.
47.
Διευκρινίζω ότι η πρακτική αποτελεσματικότητα του εν λόγω κανονισμού ουδόλως διακυβεύεται από τέτοια ερμηνεία των διατάξεών του, δεδομένου ότι σκοπός του κανονισμού αυτού δεν είναι να ρυθμίσει κάθε περίπτωση στην οποία αποδείξεις πρέπει να διεξαχθούν σε άλλο κράτος μέλος, αλλά μόνον την περίπτωση εκείνη στην οποία το δικαστήριο που επιδιώκει τη διεξαγωγή αποδείξεων διαπιστώνει ότι χρειάζεται τη συνδρομή των αρχών άλλου κράτους μέλους. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το δικαστήριο πρέπει να επιλέξει μεταξύ είτε της έμμεσης διερευνήσεως, η οποία παρουσιάζει το μειονέκτημα ότι το αιτούν δικαστήριο πρέπει να επαφίεται στην εκ μέρους του δικαστηρίου εκτελέσεως ορθή διεξαγωγή των αποδείξεων και ότι συνεπάγεται ότι η εξέταση του μάρτυρα δεν διενεργείται από τον ίδιο τον δικαστή που έχει κληθεί να αποφανθεί ( 33 ), είτε της απευθείας διερευνήσεως, η οποία απαιτεί την έγκριση του κράτους μέλους στο οποίο θα διεξαχθούν οι αποδείξεις ( 34 ) και στερεί από τον δικαστή τη δυνατότητα να εφαρμόσει μέτρα καταναγκασμού ( 35 ). Επομένως, τυχόν αποκλειστική εφαρμογή του κανονισμού 1206/2001 θα είχε ως αποτέλεσμα, τουλάχιστον δυνητικώς, την υποβάθμιση ενίοτε της ποιότητας της εξετάσεων των μαρτύρων που βρίσκονται εκτός της εθνικής επικράτειας, σε σύγκριση με την περίπτωση στην οποία δεν υφίστατο ο κανονισμός. Τούτο δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητικό λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του κανονισμού να διευκολύνει τη διεξαγωγή αποδείξεων.
48.
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, φρονώ ότι πρόθεση του Ευρωπαίου νομοθέτη δεν ήταν να επιβάλλεται συστηματικά η εφαρμογή των προβλεπόμενων από τον κανονισμό 1206/2001 μεθόδων δικαστικής συνεργασίας οσάκις δικαστήριο κράτους μέλους προτίθεται να προβεί σε διεξαγωγή αποδείξεων που σχετίζεται με άλλο κράτος μέλος. Κατά την άποψή μου, τούτο είναι υποχρεωτικό μόνο στην —μη συντρέχουσα στην υπόθεση της κύριας δίκης περίπτωσης— στην οποία η διεξαγωγή αυτή αποδείξεων πρέπει να πραγματοποιηθεί εκτός της επικράτειας του κράτους μέλους του οικείου δικαστηρίου. Φρονώ ότι είναι σκόπιμο στην πράξη να έχει το εν λόγω δικαστήριο τη δυνατότητα να αξιολογεί κατά περίπτωση, με γνώμονα την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης, ποια μέθοδος έρευνας, μεταξύ της απορρέουσας από το εθνικό δίκαιο και της απορρέουσας από το δίκαιο της Ένωσης, θα είναι η πιο αποτελεσματική για τη διεξαγωγή των αποδείξεων που χρειάζεται προκειμένου να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως.
49.
Έχοντας, επομένως, αναπτύξει τους λόγους για τους οποίους εκτιμώ, όπως και τα μετέχοντα στη διαδικασία κράτη μέλη και η Επιτροπή, ότι η προσφυγή στις προβλεπόμενες από τον κανονισμό 1206/2001 μεθόδους συνεργασίας επιβάλλεται στο δικαστήριο κράτους μέλους που προτίθεται να προβεί στην εξέταση μάρτυρα ο οποίος κατοικεί σε άλλο κράτη μέλος μόνον εφόσον το εν λόγω δικαστήριο επιθυμεί να εξετασθεί ο μάρτυρας στο άλλο αυτό κράτος μέσω μίας εκ των δύο προαναφερθεισών μεθόδων, όχι όμως όταν το εν λόγω δικαστήριο προτιμά να μεταβεί ο μάρτυρας στην εθνική του επικράτεια για να εξετασθεί εκεί, θα εστιάσω ακολούθως την ανάλυσή μου σε δύο συγκεκριμένες συνέπειες της ερμηνείας που προτείνω στο Δικαστήριο, αναφορικά με δύο ειδικές περιπτώσεις που μνημονεύθηκαν στο πλαίσιο της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Γ — Επί δύο ειδικών ζητημάτων που συνδέονται με την εξέταση μάρτυρα
1. Η εξέταση μάρτυρα που αρνείται να καταθέσει
50.
Κατά το γράμμα του προδικαστικού του ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο δεν ερωτά ρητώς το Δικαστήριο κατά πόσον είναι δυνατόν να ληφθούν εκ μέρους δικαστηρίου κράτους μέλους μέτρα καταναγκασμού ( 36 ) ή δυσμενή μέτρα ( 37 ) εις βάρος μάρτυρα που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος ο οποίος δεν συμμορφώνεται προς την κλήτευση να εμφανισθεί ενώπιον δικαστηρίου.
51.
Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό ανακύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, δεδομένου ότι το Hoge Raad der Nederlanden διευκρινίζει ότι κατά την εκτίμησή του «ο κανονισμός [1206/2001] δεν αντιβαίνει προς την άποψη ότι ο Ολλανδός δικαστής έχει την εξουσία να διατάσσει την ενώπιόν του εμφάνιση μάρτυρα που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, ούτε αντιτάσσεται στο να επιβάλλει ο δικαστής στον λιπομάρτυρα τις συνέπειες που προβλέπει το οικείο εθνικό δικονομικό δίκαιο» ( 38 ).
52.
Προκαταρκτικώς, διαπιστώνω ότι το ζήτημα αυτό δεν αντιστοιχεί στην αναμφισβήτητα πιο συνήθη στην πράξη περίπτωση στην οποία ο μάρτυρας που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος δέχεται αυθορμήτως να μετακινηθεί προκειμένου να καταθέσει ενώπιον του δικαστηρίου που τον κλήτευσε. Δεδομένου ότι η συμμετοχή στη διεξαγωγή αποδείξεων είναι επομένως οικειοθελής, δεν χρειάζεται, στην περίπτωση αυτή, να εφαρμοσθούν οι προβλεπόμενοι από τον κανονισμό 1206/2001 μηχανισμοί δικαστικής συνεργασίας.
53.
Εντούτοις, εάν ο μάρτυρας αρνείται χωρίς βάσιμο λόγο ( 39 ) να εξετασθεί από το αρμόδιο δικαστήριο και το τελευταίο εμμένει στην πρόθεσή του να τον εξετάσει, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο περιπτώσεων.
54.
Αφενός, εάν, όπως επεδίωξε να πράξει ο Ολλανδός δικαστής στην υπόθεση της κύριας δίκης, το αρμόδιο δικαστήριο προτίθεται να εξετάσει στην επικράτεια του κράτους μέλους όπου εδρεύει μάρτυρα που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να προσφύγει σε μέτρα καταναγκασμού εις βάρος του ενδιαφερόμενου μόνον εντός των ορίων που θέτουν οι κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ( 40 ). Εξ όσων διαμείφθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, φρονώ ότι όλα τα μετέχοντα στη διαδικασία κράτη μέλη συμμερίζονται την άποψη κατά την οποία δεν είναι δυνατόν να γίνει χρήση τέτοιων μέτρων εις βάρος μάρτυρα που βρίσκεται εκτός της εθνικής επικράτειας, πλην ειδικών περιπτώσεων ( 41 ) όπου τούτο επιτρέπεται βάσει διμερούς ή πολυμερούς συμβάσεως που δεσμεύει τα δύο κράτη μέλη.
55.
Όσον αφορά το δίκαιο της Ένωσης, τούτο δεν περιέχει, κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεώς του, κανόνες που να ρυθμίζουν το ζήτημα αυτό. Εντούτοις, οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, όπως η αρχή της αναλογικότητας, περιορίζουν το περιθώριο κινήσεων των κρατών μελών στον τομέα αυτό.
56.
Αφετέρου, εάν η εξέταση τέτοιου μάρτυρα πρέπει να πραγματοποιηθεί στην επικράτεια του κράτους μέλους κατοικίας του, διότι ο ενδιαφερόμενος αρνείται να εμφανισθεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους το οποίο εμμένει στην εξέταση, το τελευταίο οφείλει να προσφύγει σε μία εκ των μεθόδων διεξαγωγής αποδείξεων, την άμεση ή την έμμεση, οι οποίες προβλέπονται από τον κανονισμό 1206/2001, όπως ανέφερα ανωτέρω.
57.
Στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο προτίθεται να προβεί το ίδιο σε αυτή τη διεξαγωγή αποδείξεων στην αλλοδαπή, με τη μέθοδο που είναι γνωστή ως άμεση, μπορεί να το πράξει μόνο «σε εθελοντική βάση» και «χωρίς τη λήψη μέτρων καταναγκασμού», βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, κάτι που αποκλείει τη δυνατότητα να εξαναγκασθεί ο μάρτυρας στην απευθείας αυτή εξέταση, εκτός εάν υφίστανται συμβάσεις συνεργασίας μεταξύ των οικείων κρατών μελών.
58.
Αντιθέτως, στην περίπτωση που η διεξαγωγή αποδείξεων ανατίθεται σε δικαστήριο κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ο μάρτυρας, το άρθρο 13 του ίδιου κανονισμού επιτρέπει «[να εφαρμόζει] το δικαστήριο εκτελέσεως […] κατά την εκτέλεση της παραγγελίας τα ενδεδειγμένα μέτρα καταναγκασμού στις περιπτώσεις και στην έκταση που προβλέπει το δίκαιο του κράτους μέλους του δικαστηρίου εκτελέσεως για την εκτέλεση μιας παραγγελίας εθνικών αρχών ή διαδίκου προς τον ίδιο σκοπό». Εντούτοις, φρονώ ότι η απόφαση περί λήψεως μέτρου καταναγκασμού επιτρεπόμενου από το εθνικό δίκαιο εις βάρος μάρτυρα που δεν συμμορφώνεται απόκειται όχι στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της ουσίας της υποθέσεως, αλλά στο δικαστήριο εκτελέσεως, το οποίο οφείλει να αξιολογήσει κατά πόσον αυτό είναι «απαραίτητο», υπό την έννοια του άρθρου 13 in limine ( 42 ). Επιπλέον, δεδομένου ότι η άρνηση εφαρμογής της διατάξεως περί εξαναγκασμού δεν επιφέρει κάποια κύρωση, εξακολουθεί ενδεχομένως να μην έχει συγκεκριμένες επιπτώσεις, γεγονός που καταδεικνύει ένα από τα όρια του συστήματος που καθιερώνει ο κανονισμός 1206/2001.
59.
Μια ακόμα πιο ειδική περίπτωση εξετάσεως μάρτυρα μπορεί να παρουσιασθεί όταν, όπως και στην υπόθεση της κύριας δίκης, το οικείο πρόσωπο είναι επίσης διάδικος στη διαδικασία επί της ουσίας.
2. Η εξέταση μάρτυρα που είναι επίσης διάδικος
60.
Με τις ερωτήσεις που υπέβαλε στους μετέχοντες στη διαδικασία, το Δικαστήριο επιχείρησε να αξιολογήσει κατά πόσον έχει ή όχι καθοριστική σημασία για την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα το γεγονός ότι ο μάρτυρας είναι διάδικος ή τρίτο πρόσωπο.
61.
Επί τούτου, ζητήθηκε από τα κράτη μέλη που διατύπωσαν προφορικές παρατηρήσεις να διευκρινίσουν κατά πόσον η εισαγωγή τέτοιας διακρίσεως στην απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα θα είχε αντίκτυπο στους εθνικούς δικονομικούς κανόνες που ισχύουν στις αντίστοιχες επικράτειές τους.
62.
Φρονώ ότι δεν είναι απαραίτητο να ληφθεί απόφαση επί του ζητήματος αυτού προκειμένου να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο δεν διατύπωσε, έστω εμμέσως, σχετικό αίτημα. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης και τα μετέχοντα στη διαδικασία κράτη μέλη κλήθηκαν να τοποθετηθούν σχετικώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, θα ήθελα να εκθέσω ορισμένες σκέψεις επί τούτου.
63.
Επισημαίνω ότι ο κανονισμός 1206/2001 δεν προβλέπει διαφορετική μεταχείριση σε συνάρτηση με την ιδιότητα των προσώπων που εξετάζονται ως μάρτυρες, αναλόγως του αν είναι ή όχι διάδικοι στη διαδικασία επί της ουσίας. Το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού αναφέρει απλώς, στο πλαίσιο της έμμεσης διεξαγωγής αποδείξεων, την ενδεχόμενη παρουσία και συμμετοχή διαδίκου, αυτοπροσώπως ή διά εκπροσώπου, οσάκις το δικαστήριο εκτελέσεως προβαίνει σε διεξαγωγή αποδείξεων όπως η εξέταση μάρτυρα, με την παρατήρηση ότι ο μάρτυρας αυτός μπορεί να είναι τρίτο πρόσωπο ή ακόμα ο αντίδικος, δεδομένου ότι το γράμμα της διατάξεως δεν προβαίνει σε σχετική διάκριση.
64.
Κατά την άποψή μου, στην περίπτωση που ο προς εξέταση μάρτυρας είναι διάδικος στη διαφορά και δέχεται να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους, δεν είναι εφαρμοστέος ο κανονισμός 1206/2001, η δε εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί εφόσον το επιτρέπει το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή. Σε περίπτωση αρνήσεως ενός τέτοιου μάρτυρα να εμφανισθεί στην επικράτεια του κράτους μέλους όπου εδρεύει το δικαστήριο ή αποχής του, απόκειται, επίσης, στην εθνική νομοθεσία να ορίσει ποιες είναι οι συγκεκριμένες συνέπειες που μπορεί να συναγάγει το οικείο δικαστήριο από μια τέτοια συμπεριφορά, οσάκις το δίκαιο αυτό επιτρέπει την εξέταση διαδίκου ως μάρτυρα.
65.
Υπενθυμίζω ότι, από απόψεως διεθνούς δικαίου, η νομική κατάσταση ενός μάρτυρα που είναι επίσης διάδικος διαφέρει από εκείνη ενός μάρτυρα που δεν είναι διάδικος, καθότι η διεθνής δικαιοδοσία του οικείου δικαστηρίου διευρύνει τη δικαστική του εξουσία και, επομένως, την εξουσία του να λαμβάνει μέτρα καταναγκασμού όπως χρηματικές ποινές ( 43 ) εις βάρος των διαδίκων ακόμα και αν κατοικούν στην αλλοδαπή, κάτι που δεν συντρέχει αναφορικά με τους υπολοίπους μάρτυρες.
66.
Αντιθέτως, στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο προτίθεται να προβεί σε εξέταση διαδίκου ως μάρτυρα στην επικράτεια του κράτους μέλους όπου κατοικεί το πρόσωπο αυτό, εξετάζοντάς τον το ίδιο ή μέσω δικαστηρίου του άλλου κράτους μέλους, θα ήταν απαραίτητο να εφαρμοσθεί μία εκ των δύο διατάξεων περί συνεργασίας που προβλέπει ο κανονισμός 1206/2001 για την πραγματοποίηση τέτοιας διασυνοριακής διεξαγωγής αποδείξεων, ενδεχομένως μέσω μέτρων καταναγκασμού που επιτρέπει το άρθρο 13 του κανονισμού αυτού, κατά τον ίδιο τρόπο ως αν ο μάρτυρας ήταν τρίτο πρόσωπο σε σχέση με τη διαφορά.
V – Πρόταση
67.
Με βάση τα προηγηθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden ως εξής:
«Ο κανονισμός (ΕΚ) 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις και, ειδικότερα, το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτού, έχει την έννοια ότι δικαστήριο κράτους μέλους, το οποίο προτίθεται να εξετάσει μάρτυρα που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος στο πλαίσιο αστικής ή εμπορικής υποθέσεως, υποχρεούται να εφαρμόσει τις προβλεπόμενες από τον εν λόγω κανονισμό μεθόδους απλοποιημένης δικαστικής συνδρομής, μόνον εφόσον αποφασίσει να προβεί σε τέτοια διεξαγωγή αποδείξεων ζητώντας είτε τη συνδρομή του αρμοδίου δικαστηρίου του άλλου κράτους μέλους, είτε την έγκριση να προβεί απευθείας στη διεξαγωγή αποδείξεων στην επικράτεια του τελευταίου. Αντιθέτως, στην περίπτωση που, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, δικαστήριο κράτους μέλους προτίθεται να εξετάσει στην επικράτεια του κράτους μέλους όπου εδρεύει μάρτυρα που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, το εν λόγω δικαστήριο έχει την ευχέρεια να χρησιμοποιήσει τις προβλεπόμενες από το εθνικό του δικονομικό δίκαιο μεθόδους, όπως, παραδείγματος χάρη, την κλήτευση του μάρτυρα να εμφανισθεί ενώπιόν του, εφόσον κρίνει ότι οι μέθοδοι αυτές θα είναι εν προκειμένω αρκούντως αποτελεσματικές.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 174, σ. 1.
( 3 ) Στις παρούσες προτάσεις, η έννοια «κράτος μέλος» παραπέμπει στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξαιρουμένου του Βασιλείου της Δανίας, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1206/2001.
( 4 ) ΕΕ L 160, σ. 37.
( 5 ) Διευκρινίζω ότι η απόφαση περί παραπομπής παραθέτει αυτολεξεί μόνον το άρθρο 176, παράγραφος 1, του WBR, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο της 26ης Μαΐου 2004 (Stb. 2004, αριθ. 258) και ότι τα υπόλοιπα αποσπάσματα του WBR που παρατίθενται κάτωθι προέρχονται από παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο στην ολλανδική γλώσσα, η μετάφραση των οποίων δεν είναι επίσημη.
( 6 ) Hendrikus Cornelis Kortekaas, Kortekaas Entertainment Marketing BV, Kortekaas Pensioen BV, Dirk Robbard De Kat, Johannes Hendrikus Visch, Euphemia Joanna Bökkerink και Laminco GLD N-A.
( 7 ) Η Fortis NV μετετράπη σε Ageas NV κατά τη διάρκεια της κύριας δίκης.
( 8 ) Maurice Robert Josse Marie Ghislain Lippens, Gilbert Georges Henri Mittler και Jean Paul François Caroline Votron.
( 9 ) Η πέμπτη αυτή αιτιολογική σκέψη περιέχει τη συνήθη παραπομπή στις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, ΕΕ.
( 10 ) Βλ. έκτη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού 1206/2001.
( 11 ) Το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1987, Aérospatiale (ILM 1987, σ. 1021-1045, 482 U.S. 522, 1987), στην οποία το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η σύμβαση αυτή προβλέπει διαδικασίες για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος οι οποίες δεν είναι αποκλειστικές και υποχρεωτικές, αλλά προαιρετικές για τα αμερικανικά δικαστήρια.
( 12 ) Αφορά τη σκέψη 23 της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2005, C-104/03, St. Paul Dairy (Συλλογή 2005, σ. I-3481). Σημειώνω, ήδη από αυτό το στάδιο, ότι η εν λόγω απόφαση αφορά την ερμηνεία όχι του κανονισμού 1206/2001, αλλά της Συμβάσεως που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 27 Σεπτεμβρίου 1968 αναφορικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε από τις συμβάσεις προσχωρήσεως των νέων κρατών μελών (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών).
( 13 ) Έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1206/2001.
( 14 ) Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο του 1, παράγραφος 2, ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται τόσο σε δικαστικές υποθέσεις που έχουν ήδη αρχίσει να εκδικάζονται επί της ουσίας, όπως στην προκειμένη υπόθεση της κύριας δίκης, όσο και σε εκείνες που πρόκειται να εκδικασθούν.
( 15 ) Βλ. σημεία 40 επ. των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, C-175/06, Tedesco (Συλλογή 2007, σ. I-7929).
( 16 ) Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1206/2001 μνημονεύει ρητώς την «εξέταση […] ενός προσώπου», διατύπωση αρκετά ευρεία ώστε να καλύπτει την εξέταση μάρτυρα που είναι επίσης διάδικος στην κύρια δίκη. Κατά το σημείο 8 του πρακτικού οδηγού για την εφαρμογή του κανονισμού περί διεξαγωγής αποδείξεων, τον οποίον κατήρτισαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής σε συνεργασία με το ευρωπαϊκό δικαστικό δίκτυο για αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: πρακτικός οδηγός, έγγραφο διαθέσιμο στο Διαδίκτυο στην ιστοσελίδα: ), «η έννοια “απόδειξη” περιλαμβάνει […] την εξέταση των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων και των διαδίκων, την εξέταση εγγράφων, τις επαληθεύσεις, την τεκμηρίωση των γεγονότων, τις πραγματογνωμοσύνες σχετικά με τις συνθήκες διαβιώσεως οικογενειών ή παιδιών».
( 17 ) Βλ. δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού.
( 18 ) Βλ. τους ορισμούς που δίνονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1206/2001.
( 19 ) Το άρθρο 17, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού επιτρέπει στο αιτούν δικαστήριο να ορίζει μέλος του δικαστικού προσωπικού ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, παραδείγματος χάρη πραγματογνώμονα, ή, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα πρακτικό οδηγό, εκπρόσωπο προξενικής ή διπλωματικής αρχής, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους του αιτούντος δικαστηρίου.
( 20 ) Ως προς τις αρμοδιότητες του κεντρικού οργάνου και/ή της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου πρέπει να πραγματοποιηθεί η διεξαγωγή αποδείξεων, βλ. άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1206/2001.
( 21 ) Θα επανέλθω αργότερα (βλ. σημείο 50) στο περιεχόμενο των δύο αυτών εννοιών.
( 22 ) Προπαρατεθείσα απόφαση, της οποίας η σκέψη 23 αναφέρει:
«Περαιτέρω, το αίτημα εξετάσεως μάρτυρα, υπό συνθήκες όπως αυτές της υπό κρίση υποθέσεως, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο καταστρατηγήσεως των κανόνων που διέπουν, με τις ίδιες εγγυήσεις και τα ίδια αποτελέσματα για όλα τα υποκείμενα δικαίου, τη διαβίβαση και την εξέταση της παραγγελίας ενός δικαστηρίου κράτους μέλους για τη διεξαγωγή αποδείξεων σε άλλο κράτος μέλος (βλ. τον κανονισμό [1206/2001]).»
( 23 ) Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C-491/10 PPU (Συλλογή 2010, σ. I-14247), που αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 (ΕΕ L 338, σ. 1, στο εξής: κανονισμός Βρυξέλλες IIα). Στη σκέψη 67 της αποφάσεως αυτής αναφέρεται ότι, οσάκις δικαστήριο κράτους μέλους αποφασίσει να προβεί στην ακρόαση ενός παιδιού, θα πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιήσει, στο μέτρο του δυνατού και πάντοτε λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του παιδιού, «όλα τα μέσα που θέτει συναφώς στη διάθεσή του το εθνικό δίκαιο, καθώς και εκείνα τα οποία προσιδιάζουν στη διασυνοριακή δικαστική συνεργασία, περιλαμβανομένων, εφόσον παρίσταται ανάγκη, των προβλεπομένων από τον κανονισμό 1206/2001».
( 24 ) Σε αντίθεση προς τον κανονισμό 1206/2001, η Σύμβαση των Βρυξελλών και ο κανονισμός Βρυξέλλες IIα αποσκοπούν σε ενοποίηση των διατάξεων των κρατών μελών που εμπίπτουν στα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής τους, μέσω της ρητής απαγορεύσεως της επικουρικής εφαρμογής εθνικών κανόνων, ιδίως εκείνων περί της διασυνοριακής αρμοδιότητας (βλ. άρθρο 3 της εν λόγω συμβάσεως και άρθρο 6 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα). Επιπλέον, ο κανονισμός 1206/2001 περιλαμβάνει διαδικασίες για ζητήματα που αποκλείονται από τα μέσα αυτά (βλ. τίτλο I της εν λόγω συμβάσεως και άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού Βρυξέλλες IIα).
( 25 ) Υπενθυμίζω ότι στην προαναφερθείσα υπόθεση Tedesco, στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο ερωτήθηκε για πρώτη φορά σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού 1206/2001, εκδόθηκε διάταξη περί διαγραφής.
( 26 ) Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2011, C-283/09, Weryński (Συλλογή 2011, σ. I-601), σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 14 και 18 του εν λόγω κανονισμού, η οποία αφορά μεν εξέταση μάρτυρα, κρίνει, όμως, ότι το αιτούν δικαστήριο δεν υποχρεούται να προκαταβάλει στο δικαστήριο εκτελέσεως ποσό έναντι της αποζημιώσεως ή να αποδώσει εκ των υστέρων την καταβληθείσα στον εξετασθέντα μάρτυρα αποζημίωση.
( 27 ) Η υπογράμμιση δική μου. Η διατύπωση αυτή υπήρχε ήδη στο αρχικό σχέδιο του κανονισμού 1206/2001 [βλ. προπαρασκευαστικές πράξεις, πρωτοβουλία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας για την έκδοση κανονισμού του Συμβουλίου για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (2000/C 314/01)].
( 28 ) Η γενική εισαγγελέας J. Kokott χαρακτήρισε επίσης ως «απλοποιημένο μηχανισμό δικαστικής συνδρομής» το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός 1206/2001, στο σημείο 43 των προπαρατεθεισών προτάσεών της στην υπόθεση Tedesco.
( 29 ) Τοποθέτηση που είναι συγκρίσιμη προς εκείνη που έλαβε το Δικαστήριο στη σκέψη 67 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Aguirre Zarraga.
( 30 ) Η διευκρίνιση αυτή δεν περιλαμβανόταν στο προμνημονευθέν αρχικό σχέδιο του κανονισμού 1206/2001.
( 31 ) Έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 1206/2001 [COM(2007) 769 τελικό, σημείο 2.1]. Η Επιτροπή σημειώνει σε αυτό ότι «[ο] κανονισμός απλούστευσε και επιτάχυνε τη διεξαγωγή αποδείξεων […], σε βαθμό που διαφέρει εντούτοις σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο» (σημείο 2.12).
( 32 ) Μελέτη σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 1206/2001, εκπονηθείσα κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής προς 11000 και πλέον επαγγελματίες των 24 κρατών μελών στα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός αυτός, της οποίας ο απολογισμός που πραγματοποιήθηκε το 2007 αναρτάται στη διεύθυνση: .
( 33 ) Οι προς υποβολή ερωτήσεις διατυπώνονται κατ’ αρχήν από το αιτούν δικαστήριο στην παραγγελία του περί διεξαγωγής αποδείξεων, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1206/2001. Επιπλέον, μπορεί ασφαλώς να παρίσταται εντεταλμένος του δικαστηρίου αυτού, δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Εντούτοις, ο τελευταίος δεν μπορεί να παρέμβει για να εξετάσει ο ίδιος τον μάρτυρα κατά διαδραστικό και αυθόρμητο τρόπο παρά μόνο με τη σχετική συγκατάθεση του δικαστηρίου εξετάσεως (βλ. προμνημονευθέντα πρακτικό οδηγό, σημεία 14 και 57).
( 34 ) Πράγματι, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 5, του κανονισμού 1206/2001, οι λόγοι αρνήσεως είναι περιορισμένοι. Εντούτοις, ακόμα και αν ανατεθεί απευθείας εκτέλεση, ένα δικαστήριο του κράτους μέλους εκτελέσεως μπορεί ενδεχομένως να ελέγξει την εξέταση του μάρτυρα και να παρέμβει κατά τη διεξαγωγή της, κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 4, δεύτερο εδάφιο, του άρθρου αυτού.
( 35 ) Από την προμνημονευθείσα μελέτη σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 1206/2001 προκύπτει ότι, στην πράξη, η αδυναμία εφαρμογής μέτρων καταναγκασμού στο πλαίσιο αυτό ενδέχεται να περιορίσει σημαντικά τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες η μέθοδος αυτή είναι χρήσιμη (σ. 95, σημείο 4.1.11.1.2).
( 36 ) Προκειμένου να εξαναγκάσει πρόσωπο να προσέλθει για να καταθέσει ως μάρτυρας, ένα πολιτικό δικαστήριο ή ένα εμποροδικείο δύναται να προσφύγει σε χρηματικά μέσα άσκησης πιέσεως (χρηματική ή άλλη ποινή), ή ακόμα και να λάβει μέτρα κρατήσεως εφόσον τούτο επιτρέπεται από το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή.
( 37 ) Το δικαστήριο που επελήφθη της διαφοράς επί της ουσίας μπορεί να συναγάγει από την άρνηση προσώπου να προσέλθει για να καταθέσει ότι τα πραγματικά γεγονότα επί των οποίων έπρεπε να καταθέσει δεν αποδεικνύονται, γεγονός που θίγει τον διάδικο ο οποίος θα ωφελείτο από την κατάθεση αυτή.
( 38 ) Στο ολλανδικό δίκαιο, βλ. άρθρο 164, παράγραφος 3, του WBR.
( 39 ) Αποκλείω τις προβλεπόμενες στο άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 1206/2001 περιπτώσεις, στις οποίες πρόσωπο επικαλείται δικαίωμα να αρνηθεί να καταθέσει ή μια απαγόρευση να καταθέσει, είτε δυνάμει νόμου (παραδείγματος χάρη εις βάρος του/της συζύγου του), είτε λόγω ανωτέρας βίας (όπως κατάσταση υγείας που καθιστά αδύνατη τη μετακίνησή του).
( 40 ) Βλ. σκέψεις 19 επ. των προτάσεων της 25ης Μαΐου 1988 του γενικού εισαγγελέα Μ. Darmon στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 89/85, 104/85, 114/85, 116/85, 117/85 και 125/85 έως 129/85, επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Ahlström Osakeyhtiö κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 5193).
( 41 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Γερμανική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι γερμανικό δικαστήριο θα μπορούσε να επιβάλει σε Γερμανό υπήκοο που κατοικεί στην αλλοδαπή κάθε υποχρέωση και ενέργεια που προβλέπει το εθνικό της δίκαιο. Επισήμανε ότι αυτό απορρέει από την κρατική κυρίαρχη εξουσία που ασκεί ένα κράτος μέλος στους υπηκόους του, δεδομένου ότι ο προσωπικός δεσμός που απορρέει από την υπηκοότητα εξακολουθεί να υφίσταται ακόμα και όταν ένα πρόσωπο κατοικεί στην αλλοδαπή. Προσέθεσε ότι γερμανικό δικαστήριο που κλήτευσε τέτοιον υπήκοο να εμφανισθεί ενώπιόν του θα μπορούσε να τον απειλήσει με μέτρα καταναγκασμού σε περίπτωση λιπομαρτυρίας και, εφόσον δεν συντρέχει θεμιτός λόγος απουσίας, να του επιβάλει χρηματική ποινή ή στερητική της ελευθερίας ποινή, υπό τη διευκρίνιση ότι τα μέτρα αυτά καταναγκασμού θα εκτελεσθούν μόνον επί γερμανικού εδάφους.
( 42 ) Εντούτοις, όπως και για την απόρριψη παραγγελίας για τη διεξαγωγή αποδείξεων, η άρνηση εφαρμογής μέτρου καταναγκασμού πρέπει να εξακολουθεί να παραμένει η εξαίρεση, δεδομένου ότι σκοπός του κανονισμού 1206/2001 είναι να διευκολυνθεί η διεξαγωγή αποδείξεων από ένα κράτος μέλος σε άλλο.
( 43 ) Εντούτοις, δικαστήριο επιληφθέν αστικής ·η εμπορικής υποθέσεως, υπό την έννοια του κανονισμού 1206/2001, δεν μπορεί να κάνει χρήση της κρατικής εξουσίας εκτός της επικράτειας του κράτους μέλους όπου βρίσκεται, εφαρμόζοντας υλικές πράξεις που απαιτούν την άσκηση κρατικού εξαναγκασμού, όπως την προσαγωγή μέσω αστυνομικών δυνάμεων ενός διαδίκου που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να υποχρεωθεί αυτός να εμφανισθεί ενώπιόν του για να καταθέσει.
Full & Egal Universal Law Academy