ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 21ης Μαρτίου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C-241/11
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Τσεχικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους — Μη μεταφορά της οδηγίας 2003/41/ΕΚ στο εσωτερικό δίκαιο — Δραστηριότητες και εποπτεία των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών φορέων — Μη εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-343/08 — Άρθρο 260 ΣΛΕΕ — Κατ’ αποκοπήν ποσό — Προθεσμία εκτελέσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνεται παράβαση»
I – Εισαγωγή
1.
Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Τσεχική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως της 14ης Ιανουαρίου 2010, C-343/08, Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας ( 2 ), περί μερικής μη μεταφοράς της οδηγίας 2003/41/ΕΚ ( 3 ), για τους επαγγελματικούς συνταξιοδοτικούς φορείς, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να επιβάλει στην Τσεχική Δημοκρατία κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 3364395, 20 ευρώ.
2.
Το Δικαστήριο έρχεται έτσι αντιμέτωπο με μια σημαντική εργασία, συνήθη τόσο στις εθνικές έννομες τάξεις όσο και στο δίκαιο της Ένωσης, ιδίως στον τομέα του ανταγωνισμού, ήτοι την επιμέτρηση της κυρώσεως.
3.
Η ιδιαιτερότητα της υπό κρίση υποθέσεως έγκειται στο ότι η παράβαση που διαπιστώθηκε στην απόφαση την οποία εξέδωσε το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, δηλαδή στην προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας, είχε πρακτικά πολύ μικρό αντίκτυπο στην τσεχική έννομη τάξη, από τη στιγμή που δεν υπήρχαν επαγγελματικοί συνταξιοδοτικοί φορείς (στο εξής: ΙΕΣΠ) εγκατεστημένοι στην ημεδαπή.
4.
Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι, στον τομέα των χρηματικών κυρώσεων κατά την έννοια του άρθρου 260 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει σειρά ανακοινώσεων ( 4 ), έχοντας ως σκοπό να ενοποιήσει την πρακτική της επιβολής των εν λόγω κυρώσεων, συμβάλλοντας ταυτοχρόνως στην ίση μεταχείριση των κρατών μελών. Το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται όμως από τις προτάσεις τις οποίες διατυπώνει η Επιτροπή στις εν λόγω ανακοινώσεις ( 5 ).
5.
Μεταξύ άλλων, προκύπτει από τις εν λόγω ανακοινώσεις ότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, κάθε παράβαση του δικαίου της Ένωσης, και ιδίως η μη εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου, αποτελεί σοβαρή παράβαση. Μια τέτοια προσέγγιση φέρει όμως, κατά τη γνώμη μου, μια σφραγίδα ρητορείας, εφόσον φαίνεται να αποκλείει κάθε έλεγχο της αναλογικότητας της κυρώσεως και κάθε εξατομίκευσή της, παρά τις αρχές που γίνονται συνήθως δεκτές στον τομέα των μέτρων καταστολής.
6.
Είναι μεν αληθές ότι, σε αντίθεση με τα εθνικά δίκαια που ταξινομούν συχνά τις παραβάσεις με βάση τις επαπειλούμενες ποινές, το δίκαιο της Ένωσης δεν γνωρίζει αυτή τη διάκριση. Εντούτοις, κοινή παράμετρο τόσο των εθνικών δικαίων όσο και του δικαίου της Ένωσης αποτελεί το γεγονός ότι λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός παρανομίας, νοούμενης ως παραβάσεως ενός κανόνα που διαπράττεται με ορισμένο βαθμό δόλου ή αμέλειας ( 6 ).
7.
Έτσι, στο σύστημα το οποίο προβλέπει το άρθρο 260 ΣΛΕΕ για τους σκοπούς της επιβολής κατ’ αποκοπήν ποσού, η φύση της παραβάσεως καθορίζεται πρωτίστως με βάση τη σοβαρότητα αυτής.
8.
Συνεπώς, προκειμένου να εξασφαλισθεί αντιστοιχία μεταξύ της διαπραχθείσας παραβάσεως και της προβλεπόμενης κυρώσεως, το Δικαστήριο θα μπορούσε να διακρίνει μεταξύ των παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης, διαβαθμίζοντάς τις σε ελαφρές, μεσαίες ή σοβαρές παραβάσεις. Εξάλλου, από τη στιγμή που ο παράνομος χαρακτήρας δεν αποτελεί μόνον συνάρτηση της συμπεριφοράς του αυτουργού προς τα έξω και των συνεπειών της πράξεως, αλλά συνδέεται και με ιδιαίτερες περιστάσεις που συντρέχουν στο πρόσωπο του αυτουργού, και ιδίως με τις προθέσεις του, το μέτρο του κατ’ αποκοπήν ποσού πρέπει να συνεκτιμά, αφενός, τις ελαφρυντικές περιστάσεις, όπως η καλόπιστη συνεργασία, και, αφετέρου, τις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως η υποτροπή του οικείου κράτους μέλους.
9.
Εν τέλει, η στάθμιση όλων των ως άνω στοιχείων εντάσσεται στο πλαίσιο της πλήρους δικαιοδοσίας την οποία έχει το Δικαστήριο για την επιβολή των χρηματικών κυρώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 260 ΣΛΕΕ.
II – Επί της οικείας ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης
10.
Με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας, η προδικαστική διαδικασία που εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ, σε περίπτωση μη εκτελέσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου συντμήθηκε με την κατάργηση της απαιτήσεως περί αιτιολογημένης γνώμης της Επιτροπής. Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του εν λόγω άρθρου, η Επιτροπή έχει μόνο την υποχρέωση να αποστείλει στο οικείο κράτος μέλος έγγραφο οχλήσεως πριν να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου.
11.
Η οδηγία 2003/41, της οποίας η μερική μη μεταφορά αποτέλεσε την παράβαση της Τσεχικής Δημοκρατίας, έχει ως σκοπό τη θέσπιση κανόνων για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ΙΕΣΠ [ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών]. Τα ΙΕΣΠ είναι ιδρύματα τα οποία έχουν ως αντικείμενο τη χορήγηση συνταξιοδοτικών παροχών στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής δραστηριότητας, με βάση συμφωνία ή σύμβαση η οποία έχει συναφθεί μεμονωμένα ή συλλογικά μεταξύ των εργοδοτών και του προσωπικού τους ή των οργανώσεων αντιπροσωπεύσεως του ως άνω προσωπικού. Συναφώς, η οδηγία 2003/41 αποβλέπει στη θέσπιση μιας εσωτερικής αγοράς επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Σύμφωνα πάντως με την αρχή της επικουρικότητας, τα κράτη μέλη παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για την οργάνωση των συστημάτων τους συνταξιοδοτήσεως και για την κατανομή των ρόλων μεταξύ των τριών «πυλώνων» του συνταξιοδοτικού συστήματος, οπότε είναι δικό τους έργο, ειδικότερα, στο πλαίσιο του δεύτερου πυλώνα, να καθορίσουν τον ρόλο και τις λειτουργίες των διαφόρων ειδών ΙΕΣΠ.
12.
Προκειμένου να επιτευχθούν οι επιδιωκόμενοι σκοποί, η οδηγία 2003/41 επιβάλλει στα κράτη μέλη διάφορες υποχρεώσεις σχετικά με τα ΙΕΣΠ που είναι εγκατεστημένα στο έδαφός τους, και ειδικότερα τον νομικό διαχωρισμό μεταξύ χρηματοδοτουσών επιχειρήσεων και ΙΕΣΠ (άρθρο 8), την τήρηση προϋποθέσεων λειτουργίας (άρθρο 9), τον έλεγχό τους (άρθρο 13) και τη δημιουργία τεχνικών αποθεματικών (άρθρα 15 έως 18). Εξάλλου, το άρθρο 20, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να επιτρέπουν στις επιχειρήσεις της επικράτειάς τους να χρηματοδοτούν ΙΕΣΠ των οποίων η άδεια έχει εκδοθεί σε άλλα κράτη μέλη και να επιτρέπουν στα ΙΕΣΠ των οποίων η άδεια έχει εκδοθεί στις επικράτειές τους να δέχονται χρηματοδότηση από επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών. Οι παράγραφοι 2 έως 4 του ως άνω άρθρου προσδιορίζουν συναφώς τους κανόνες για τον έλεγχο των διασυνοριακών δραστηριοτήτων των ΙΕΣΠ.
13.
Κατά το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/41, τα κράτη μέλη έπρεπε να θεσπίσουν τις αναγκαίες διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την οδηγία το αργότερο στις 23 Σεπτεμβρίου 2005.
III – Η απόφαση C-343/08, Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας
14.
Με την προπαρατεθείσα απόφασή του Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Τσεχική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς τα άρθρα 8, 9, 13, 15 έως 18 και 20, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας 2003/41, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 22, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας.
15.
Σε απάντηση της επιχειρηματολογίας της Τσεχικής Δημοκρατίας κατά την οποία η μη ύπαρξη ΙΕΣΠ στο ως άνω κράτος μέλος δικαιολογούσε τη μη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας 2003/41, το Δικαστήριο υπενθύμισε στις σκέψεις 37 έως 52 της αποφάσεώς του ότι, κατά τη νομολογία, εφόσον δεν υπάρχει γεωγραφικός λόγος δυνάμενος να καταστήσει άνευ αντικειμένου τη μεταφορά των επίμαχων διατάξεων στην εσωτερική έννομη τάξη, είναι σημαντικό, σε περίπτωση κατά την οποία η Τσεχική Δημοκρατία αποφασίσει να συμπληρώσει το εθνικό της σύστημα συνταξιοδοτήσεως με σύστημα επαγγελματικής συντάξεως αντιστοιχούν στον δεύτερο πυλώνα, όλα τα υποκείμενα δικαίου στο ως άνω κράτος μέλος, όπως ακριβώς και τα άλλα υποκείμενα δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, να γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.
16.
Αντιθέτως, στις σκέψεις 53 έως 62 της αποφάσεώς του, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μεταφορά των επίμαχων διατάξεων στην εσωτερική έννομη τάξη σε καμία περίπτωση δεν υποχρέωνε την Τσεχική Δημοκρατία να τροποποιήσει το εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημά της. Ειδικότερα, η οδηγία 2003/41 δεν μπορεί, κατά το Δικαστήριο, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποχρεώνει ένα κράτος μέλος το οποίο απαγορεύει την εγκατάσταση ΙΕΣΠ στο έδαφός του, λόγω της απουσίας δεύτερου πυλώνα, να καταργήσει την απαγόρευση αυτή.
IV – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-241/11 και οι εξελίξεις κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας
17.
Με επιστολή της 19ης Φεβρουαρίου 2010, η Επιτροπή κάλεσε την Τσεχική Δημοκρατία να της κοινοποιήσει τα μέτρα και το ακριβές χρονοδιάγραμμα τα οποία προτίθετο να υιοθετήσει η Τσεχική Κυβέρνηση προκειμένου να συμμορφωθεί προς την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας. Σε απάντηση, το ως άνω κράτος μέλος δήλωσε ότι τα αναγκαία μέτρα θα λαμβάνονταν το αργότερο τον Ιούνιο του 2012. Με επιστολή της 17ης Ιουνίου 2010, ο Υπουργός Οικονομικών της Τσεχικής Δημοκρατίας ειδοποίησε την Επιτροπή ότι η απόφαση για τον τρόπο μεταφοράς της οδηγίας 2003/41 θα λαμβανόταν από την κυβέρνηση που θα αναδεικνυόταν από τις βουλευτικές εκλογές της 28ης και 29ης Μαΐου 2010. Αργότερα, με επιστολή της 1ης Οκτωβρίου 2010, ο ως άνω υπουργός ανήγγειλε ότι προσεχώς θα υποβαλλόταν στην κυβέρνηση έγγραφο εργασίας σχετικά με τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας.
18.
Με επιστολή της 29ης Οκτωβρίου 2010, η Επιτροπή απέστειλε στην Τσεχική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως με το οποίο την κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών από της λήψεως της εν λόγω επιστολής. Κατ’ αίτηση της Τσεχικής Δημοκρατίας, η Επιτροπή δέχθηκε να παρατείνει την προθεσμία αυτή μέχρι τις 28 Ιανουαρίου 2011.
19.
Σε απάντηση στο εν λόγω έγγραφο οχλήσεως, η Τσεχική Δημοκρατία δήλωσε ότι προετοίμαζε σχέδιο νόμου το οποίο θα υποβαλλόταν στην κυβέρνηση κατά το πρώτο τρίμηνο του 2011 και στο Κοινοβούλιο τον Απρίλιο του 2011, οπότε θα άρχιζε να ισχύει κατά το τρίτο τρίμηνο.
20.
Στις 19 Μαΐου 2011 η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να διαπιστώσει ότι το ως άνω κράτος μέλος δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας, καθώς και
—
να επιβάλει στο κράτος αυτό χρηματική ποινή ύψους 22364,16 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως όσον αφορά τη λήψη των μέτρων που συνεπάγεται η εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως, από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση μέχρι την ημέρα της λήψεως των εν λόγω μέτρων εκτελέσεως, και
—
να επιβάλει επίσης στο κράτος αυτό κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 5644,80 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως όσον αφορά τη λήψη των ως άνω μέτρων, από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της επίμαχης αποφάσεως μέχρι την ημέρα δημοσιεύσεως της αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση, ή μέχρι την ημερομηνία λήψεως των μέτρων εκτελέσεως.
21.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 2011 η Τσεχική Δημοκρατία ειδοποίησε την Επιτροπή σχετικά με τη δημοσίευση και τη θέση σε ισχύ, στις 31 Αυγούστου 2011, του νόμου 260/2011 ( 7 ) (στο εξής: νόμος 260/11) με τον οποίο, κατά το ως άνω κράτος μέλος, επέρχεται πλήρης εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας. Αφού εξέτασε το περιεχόμενο του νόμου 260/2011, η Επιτροπή έκρινε, στο υπόμνημα απαντήσεως, ότι η Τσεχική Δημοκρατία είχε συμμορφώσει τη νομοθεσία της προς την ως άνω απόφαση. Συνεπώς, η Επιτροπή παραιτήθηκε από το αίτημά της για καθορισμό χρηματικής ποινής. Εμμένει όμως στο αίτημά της για την καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού.
V – Επί της προσφυγής και επί της επιχειρηματολογίας των διαδίκων
Α – Επί της υπάρξεως της παραβάσεως
22.
Επισημαίνεται καταρχάς ότι, με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, η ημερομηνία αναφοράς προκειμένου να εκτιμηθεί αν υπάρχει παράβαση κατά το άρθρο 260 ΣΛΕΕ είναι η ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που τάσσεται με το έγγραφο οχλήσεως το οποίο αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου 2, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω άρθρου ( 8 ).
23.
Έστω και αν η Τσεχική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί το υποστατό της προσαπτόμενης παραβάσεως, αλλά μόνον τη σοβαρότητα της παραβάσεως που προκύπτει από την ερμηνεία της Επιτροπής, εντούτοις, κατά το χρονικό σημείο της λήξεως της προθεσμίας που τασσόταν στο έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής και η οποία παρατάθηκε, η Τσεχική Δημοκρατία δεν είχε λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί πλήρως προς τις υποχρεώσεις οι οποίες απέρρεαν από την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας. Κατά συνέπεια, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η Τσεχική Δημοκρατία παρέβη την υποχρέωσή της από το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
Β – Επί του αιτήματος περί κατ’ αποκοπήν ποσού
24.
Από τη στιγμή που τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας, το αίτημα περί επιβολής χρηματικής ποινής έχει καταστεί άνευ αντικειμένου σύμφωνα με τη νομολογία ( 9 ).
25.
Αντιθέτως, η Επιτροπή εμμένει στο αίτημά της για την επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού υπολογιζόμενου σύμφωνα με την προαναφερθείσα ανακοίνωσή της του 2005. Από την ως άνω ανακοίνωση προκύπτει ότι το κατ’ αποκοπήν ποσό ισούται με το γινόμενο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό ενός ημερήσιου ποσού με τον αριθμό ημερών εξακολουθήσεως της παραβάσεως. Το δε ημερήσιο ποσό προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό ενός βασικού κατ’ αποκοπήν ποσού ( 10 ) με τον συντελεστή σοβαρότητας της παραβάσεως (σε κλίμακα από το 1 έως το 20) και με τον συντελεστή «n», ο οποίος απεικονίζει το ακαθάριστο προϊόν του κράτους μέλους και τον αριθμό ψήφων που διαθέτει στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
26.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει την υποχρέωση που βαρύνει το κάθε κράτος μέλος για πλήρη μεταφορά της οδηγίας 2003/41, έστω και αν εν προκειμένω η μη μεταφορά δεν θα είχε, στην πράξη, κάποια συγκεκριμένη επίπτωση λόγω του ότι δεν υπήρχε δεύτερος πυλώνας στο τσεχικό σύστημα συντάξεων γήρατος. Υπενθυμίζει ότι, με τη θέσπιση της οδηγίας 2003/41, ο νομοθέτης της Ένωσης απέβλεπε στο να έχουν καθορίσει όλα τα κράτη μέλη τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τις δραστηριότητες των ΙΕΣΠ στις επικράτειές τους. Εξάλλου, κατά την άποψη της Επιτροπής, τόσο οι επίμαχες διατάξεις της οδηγίας 2003/41 όσο και το περιεχόμενο της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας είχαν σαφή διατύπωση και δεν άφηναν καμία αμφιβολία ως προς τους λεπτομερείς όρους εκτελέσεώς τους.
27.
Όσον αφορά τις λεπτομέρειες υπολογισμού του κατ’ αποκοπήν ποσού, η Επιτροπή προτείνει να γίνει δεκτός συντελεστής σοβαρότητας 8, εφόσον οι διατάξεις της οδηγίας 2003/41 είναι, κατά την άποψή της, αναγκαίες για τις διασυνοριακές παροχές υπηρεσιών εκ μέρους των ΙΕΣΠ, ενώ, χωρίς πλήρη μεταφορά τους στην εσωτερική έννομη τάξη, δεν δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για τη λειτουργία μιας εσωτερικής αγοράς των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η μη μεταφορά συνιστά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου η οποία καθίσταται σοβαρότερη σε ό,τι αφορά τις διατάξεις σχετικά με τους κανόνες χρηστής διαχειρίσεως και τους κανόνες εποπτείας που αποσκοπούν στο να κατοχυρώσουν ένα υψηλό επίπεδο ασφάλειας για τους μέλλοντες συνταξιούχους.
28.
Επιπλέον, σε απάντηση του επιχειρήματος της Τσεχικής Δημοκρατίας περί μερικής μεταφοράς της οδηγίας 2003/41 εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το γεγονός αυτό ουδόλως μεταβάλλει την κατάσταση. Ειδικότερα, η μερική μεταφορά αφορά μόνον τα ΙΕΣΠ που είναι πάροχοι διασυνοριακών υπηρεσιών στην Τσεχική Δημοκρατία. Δεν μπορούν επομένως να συναχθούν εξ αυτής οι προϋποθέσεις λειτουργίας των ΙΕΣΠ που υπόκεινται στον έλεγχο των τσεχικών οργάνων ούτε οι κανόνες χρηστής διαχειρίσεως που εφαρμόζονται στα ως άνω ΙΕΣΠ.
29.
Η δε Τσεχική Δημοκρατία αμφισβητεί κατά κύριο λόγο τη σοβαρότητα της εξακολουθήσεως της παραβάσεως η οποία διαπιστώθηκε με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας, η οποία, όπως υποστηρίζει, είναι πολύ μικρή αν όχι ανύπαρκτη. Το εν λόγω κράτος μέλος φρονεί ότι δεν πρέπει να του επιβληθεί κατ’ αποκοπήν ποσό ή ότι το ύψος αυτού πρέπει να μειωθεί σημαντικά βάσει των ιδιαιτεροτήτων της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
30.
Αφενός, η Τσεχική Δημοκρατία επισημαίνει ότι η εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως βασίζεται σε μια εσφαλμένη βασική υπόθεση, εφόσον η Επιτροπή συγχέει το ζήτημα αυτό με το ζήτημα της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης. Αφετέρου, η Τσεχική Δημοκρατία υπενθυμίζει ότι, προς εκτίμηση της σοβαρότητας μιας παραβάσεως, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες της παραβάσεως επί των ιδιωτικών και δημοσίων συμφερόντων, το κατά πόσον είναι επείγον να παροτρυνθεί το οικείο κράτος μέλος να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του, η σπουδαιότητα του κανόνα δικαίου του οποίου η παράβαση διαπιστώθηκε και η συμπεριφορά του εν λόγω κράτους μέλους.
VI – Γενική εκτίμηση
Α – Επί της φύσεως του κατ’ αποκοπήν ποσού
31.
Προκύπτει από τη νομολογία, κατόπιν ιδίως της αποφάσεως της 12ης Ιουλίου 2005, C-304/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 11 ), ότι οι δύο χρηματικές κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν επιτελούν την ίδια λειτουργία. Ειδικότερα, η μεν επιβολή χρηματικής ποινής φαίνεται κατάλληλη ώστε να παρακινήσει το κράτος μέλος να θέσει τέρμα, το συντομότερο δυνατόν, στην προσαπτόμενη παράβαση, ενώ η επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού στηρίζεται περισσότερο στην αποτίμηση των συνεπειών της μη εκτελέσεως των υποχρεώσεων του οικείου κράτους μέλους επί των ιδιωτικών και δημοσίων συμφερόντων ( 12 ).
32.
Το κατ’ αποκοπήν ποσό συνιστά επομένως κύρωση με τη στενή έννοια του όρου. Σε αντίθεση με τη χρηματική ποινή που έχει κατ’ ουσίαν εξαναγκαστικό χαρακτήρα, το κατ’ αποκοπήν ποσό έχει ως αποστολή να τιμωρήσει την προηγούμενη αδράνεια του οικείου κράτους μέλους.
33.
Έτσι, το Δικαστήριο οριοθέτησε το κατ’ αποκοπήν ποσό τονίζοντας τον αποτρεπτικό του χαρακτήρα και την αποστολή να προλάβει τη μελλοντική επανάληψη των παραβάσεων ( 13 ). Κατά την άποψη της Επιτροπής, η επαπειλούμενη επιβολή του μπορεί ειδικότερα να παρακινήσει το κράτος μέλος να εκτελέσει την αρχική απόφαση με την οποία διαπιστώθηκε η παράβαση το συντομότερο και, ιδίως, πριν να επιληφθεί το Δικαστήριο για δεύτερη φορά ( 14 ).
34.
Επιπλέον, ο τιμωρητικός χαρακτήρας του κατ’ αποκοπήν ποσού σημαίνει ότι έχει λειτουργία ανταποδόσεως αντιστοιχούσα στην αρχή κατά την οποία κάθε παράβαση πρέπει να ακολουθείται από ανάλογη κύρωση προκειμένου να αποκατασταθεί το κράτος δικαίου.
35.
Ειδικότερα, από τη στιγμή που η παράβαση είναι μια πράξη αμφισβητήσεως της κατεστημένης εννόμου τάξεως, η κύρωση συνιστά δίκαιη απάντηση έπειτα από την πράξη αυτή. Για να είναι όμως δίκαιη η απάντηση απαιτείται, κατά τη γνώμη μου, το επιβαλλόμενο κατ’ αποκοπήν ποσό να παραμένει όσο το δυνατόν χαμηλότερο στην περίπτωση παραβάσεων των οποίων η σοβαρότητα είναι ιδιαιτέρως μικρή.
36.
Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι, κατά την άσκηση της εξουσίας του εκτιμήσεως, το Δικαστήριο οφείλει να καθορίσει το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού κατά τρόπον ώστε, αφενός, να ανταποκρίνεται στις περιστάσεις και, αφετέρου, να είναι ανάλογο προς τη διαπιστωθείσα παράβαση και προς την ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους ( 15 ). Η επιβολή του κατ’ αποκοπήν ποσού πρέπει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να εξαρτάται από το σύνολο των συναφών στοιχείων που συνδέονται με τα χαρακτηριστικά της διαπιστωθείσας παραβάσεως καθώς και με τη συμπεριφορά του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ( 16 ).
37.
Ιδιαίτερη έμφαση στον αποτρεπτικό χαρακτήρα του κατ’ αποκοπήν ποσού προσέδωσε η προπαρατεθείσα απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας, με την οποία το Δικαστήριο αποφάσισε να επιβάλει την καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού παρά την πλήρη εκτέλεση της αρχικής αποφάσεως πριν την ολοκλήρωση της κινηθείσας βάσει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρου 228 ΕΚ) διαδικασίας. Συνεπώς, το Δικαστήριο, ενώ υπογράμμισε ότι δεν πρόκειται για αυτόματη κύρωση, επιβεβαίωσε την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει όσον αφορά την ανάγκη επιβολής του κατ’ αποκοπήν ποσού βάσει των συνθηκών της εκάστοτε περιπτώσεως.
Β– Επί του ρόλου των ανακοινώσεων της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 260 ΣΛΕΕ
38.
Δεν αμφισβητείται ότι οι κατευθυντήριες γραμμές που περιέχονται στις προαναφερθείσες ανακοινώσεις της Επιτροπής, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 260 ΣΛΕΕ, συμβάλλουν στην κατοχύρωση της διαφάνειας, του προβλέψιμου και της ασφάλειας δικαίου κατά τη δράση του οργάνου αυτού ( 17 ).
39.
Ειδικότερα, σε αντίθεση με τις εθνικές έννομες τάξεις, στις οποίες είναι ως επί το πλείστον έργο του νομοθέτη, των εκπροσώπων της εισαγγελικής αρχής ή ακόμη και των δευτεροβάθμιων ή των ανώτατων δικαστηρίων να καθορίσουν τους κανόνες ή την πρακτική όσον αφορά το μέτρο της κυρώσεως, στον τομέα της εφαρμογής του άρθρου 260 ΣΛΕΕ, επιφορτισμένη με τη δημοσίευση αυτού του μέσου αναφοράς είναι η Επιτροπή.
40.
Φρονώ, όπως και ο γενικός εισαγγελέας D. Ruiz Jarabo-Colomer, ότι μολονότι οι ανακοινώσεις αυτές δεν αποτελούν κατά κυριολεξία κανονιστικά κείμενα, εντούτοις δεσμεύουν το θεσμικό όργανο που τις έχει εκδώσει, τουλάχιστον υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να παρεκκλίνει από τα κείμενα αυτά παρά μόνο παραθέτοντας την προσήκουσα αιτιολογία, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα παραβιαζόταν η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ( 18 ).
41.
Επισημαίνω, επιπλέον, ότι, στους άλλους τομείς του δικαίου της Ένωσης και ιδίως στο δίκαιο του ανταγωνισμού, η Επιτροπή, θεσπίζοντας τέτοιους κανόνες συμπεριφοράς και αναγγέλλοντας με τη δημοσίευσή τους ότι θα τους εφαρμόζει στο εξής στις εμπίπτουσες στους κανόνες αυτούς περιπτώσεις, αυτοπεριορίζεται κατά την άσκηση της εξουσίας της εκτιμήσεως ( 19 ). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεσμεύεται από τις ανακοινώσεις τις οποίες εκδίδει, εφόσον δεν παρεκκλίνουν από τους κανόνες της Συνθήκης ( 20 ).
42.
Υπογραμμίζεται ότι οι ανακοινώσεις της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 260 ΣΛΕΕ αποτελούν απαραίτητο εργαλείο για το Δικαστήριο προκειμένου να είναι σε θέση να υιοθετήσει μια δίκαιη και συνεπή πρακτική, που να συνεισφέρει στον προβλέψιμο χαρακτήρα της δικαιοσύνης. Ειδικότερα, οι ανακοινώσεις συμβάλλουν στη δημιουργία εκ μέρους του Δικαστηρίου μιας μεθοδικής και αυστηρής πρακτικής όσον αφορά την επιβολή χρηματικών κυρώσεων. Οι προτάσεις της Επιτροπής έχουν ως κύρια λειτουργία να παράσχουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να λάβει ως αφετηρία μια κατηγορία κυρώσεων που να ανταποκρίνεται στη φύση της προσαπτόμενης παραβάσεως. Αποτελούν δηλαδή για το Δικαστήριο ένα ενδεικτικό σημείο εκκίνησης για τη συνολική εκτίμηση της προσαπτόμενης παραβάσεως και συγκροτούν ένα σύστημα το οποίο εγγυάται ότι το μέτρο της κυρώσεως δεν καθίσταται αυθαίρετο ή υποκειμενικό, ανεξαρτήτως του ότι το μέτρο της κυρώσεως ποτέ δεν επιτυγχάνει τη μαθηματική αντικειμενικότητα.
43.
Υπενθυμίζω, εντούτοις, ότι το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί στις προαναφερθείσες ανακοινώσεις μόνο ως αναλυτικό πλαίσιο και ως μεθοδολογικό σημείο αναφοράς. Κατά συνέπεια, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο απαλλάσσεται, ιδίως, από την υποχρέωση να εκθέσει τις λεπτομέρειες υπολογισμού του κατ’ αποκοπήν ποσού που επιβάλλει στο οικείο κράτος μέλος.
VII – Επί της μεθοδολογίας της επιβολής του κατ’ αποκοπήν ποσού
Α – Εφαρμογή του κριτηρίου της σοβαρότητας στην πρακτική της Επιτροπής
44.
Σύμφωνα με την ανακοίνωσή της του 2005 ( 21 ), η Επιτροπή στηρίζεται, για τους σκοπούς του υπολογισμού του ύψους του κατ’ αποκοπήν ποσού, σε τρία κριτήρια, ήτοι στη σοβαρότητα της παραβάσεως, στη διάρκειά της και στην ικανότητα πληρωμής του κράτους μέλους. Η κύρια δυσχέρεια κατά την εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων μου φαίνεται ότι έγκειται στον κίνδυνο αλληλοεπικαλύψεως, ειδικότερα, μεταξύ των κριτηρίων της σοβαρότητας και της διάρκειας. Συγκεκριμένα, ενώ αποτελεί αντικειμενική παράμετρο, η χρονική επιμήκυνση της παραβάσεως μπορεί ευλόγως να συντελέσει στην επίταση της σοβαρότητας της προσαπτόμενης παραβάσεως.
45.
Συναφώς, μολονότι δέχομαι τη μεγάλη ποικιλία των παραβάσεων που προσάπτονται, εντούτοις παρατηρώ ότι η εφαρμογή του συντελεστή της σοβαρότητας από την Επιτροπή για την εφαρμογή των χρηματικών κυρώσεων χαρακτηρίζεται από κάποια ασυνέπεια ( 22 ).
46.
Ειδικότερα, προκαλεί κατάπληξη η διαπίστωση ότι, όσον αφορά τη χρηματική ποινή, σε μια από τις πιο πολύπλοκες, μέχρι σήμερα, υποθέσεις σχετικά με την εφαρμογή των χρηματικών κυρώσεων σε περίπτωση γενικευμένης και διαρθωτικής παραβάσεως, η Επιτροπή πρότεινε συντελεστή σοβαρότητας 10. Αντιθέτως, σε μεταγενέστερη υπόθεση που αφορούσε παράβαση αποκλειστικώς νομοθετικής φύσεως, ο συντελεστής προσδιορίσθηκε στο 11 ( 23 ). Εξάλλου, στη μόνη υπόθεση στην οποία, λόγω ελλείψεως αποδεικτικών στοιχείων, η παράβαση δεν μπόρεσε να διαπιστωθεί, η Επιτροπή είχε προτείνει συντελεστή σοβαρότητας 14 ( 24 ). Τέλος, η Επιτροπή έφθασε να προτείνει απλώς συντελεστή 1 σε μια υπόθεση σχετική με τη μη μεταφορά οδηγίας ( 25 ).
47.
Όσον αφορά ειδικότερα αιτήματα για την επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού στις υποθέσεις που αφορούσαν τη μη μεταφορά οδηγιών, η Επιτροπή πρότεινε συντελεστές 11 ( 26 ) και 12 ( 27 ). Αντιθέτως, σε υποθέσεις σχετικές με τη μη ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων, που χαρακτηρίζονται από αυξημένη περιπλοκότητα, ο συντελεστής που προτάθηκε κυμαινόταν μεταξύ 5 ( 28 ), 8 ( 29 ) και 12 ( 30 ).
48.
Χάριν συγκρίσεως, υπενθυμίζω ότι στην υπό κρίση υπόθεση η Επιτροπή εκτίμησε ότι η σοβαρότητα της παραβάσεως δικαιολογούσε την εφαρμογή του συντελεστή 8 με ανώτατο συντελεστή το 20.
Β – Εξέταση της σοβαρότητας της παραβάσεως για τους σκοπούς της επιβολής κατ’ αποκοπήν ποσού
49.
Καταρχάς, υπενθυμίζω ότι, σε αντίθεση με την αναγνωριστική απόφαση που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, η οποία αντικατοπτρίζει την αντικειμενική κατάσταση του δικαίου της Ένωσης ( 31 ), η απόφαση που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και με την οποία επιβάλλονται χρηματικές κυρώσεις φέρει τη σφραγίδα ενός αντικειμενικού στοιχείου, δεδομένου ότι προϋποθέτει εκτίμηση της ενοχής του κράτους μέλους. Επιπλέον, αυτή η δεύτερη απόφαση έχει καταψηφιστικό αποτέλεσμα όταν το Δικαστήριο αποφασίζει να επιβάλει τις εν λόγω κυρώσεις.
50.
Κατά τη γνώμη μου, η εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως που συνίσταται στη μη εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου συμπεριλαμβάνει, αφενός, παραμέτρους υποκειμενικής φύσεως, που αφορούν ιδίως την ενοχή του κράτους μέλους, και, αφετέρου, τον προσδιορισμό της σοβαρότητας, που στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία τα οποία ανάγονται στην έκταση της παραβάσεως και στις συνέπειές της.
1. Επί της υποκειμενικής διαστάσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως
51.
Από υποκειμενικής απόψεως, το τιθέμενο ερώτημα όσον αφορά την επιμέτρηση του κατ’ αποκοπήν ποσού είναι αν το κράτος μέλος ενήργησε καλόπιστα από της δημοσιεύσεως της πρώτης αποφάσεως περί διαπιστώσεως παραβάσεως. Τούτο εκτιμάται με βάση τα μέτρα που ελήφθησαν από το εν λόγω κράτος μέλος για την εκτέλεση της αποφάσεως που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ.
52.
Συναφώς, μεταξύ των σχετικών παραμέτρων της εξετάσεως περιλαμβάνεται η εκτίμηση της επιμέλειας και της καλόπιστης συνεργασίας του κράτους μέλους. Έτσι, το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει αν η επίμαχη μη εκτέλεση είναι προϊόν σκόπιμης ή απλώς αμελούς συμπεριφοράς και, ενδεχομένως, τον βαθμό της εν λόγω αμέλειας. Μου φαίνεται στοιχειώδες το να μην υποχρεώνεται το καλόπιστο κράτος μέλος σε καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού αντίστοιχου προς εκείνο που επιβλήθηκε σε κράτος μέλος που δεν επέδειξε ούτε στο ελάχιστο καλή θέληση.
53.
Όσον αφορά συγκεκριμένα τη συμπεριφορά της Τσεχικής Δημοκρατίας εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι το εν λόγω κράτος μέλος εκτέλεσε πλήρως την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας, θεσπίζοντας νομοθεσία για τη μεταφορά της οδηγίας 2003/41, 19 μήνες μετά τη δημοσίευση της εν λόγω αποφάσεως, ήτοι έξι μήνες μετά την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου.
54.
Η Τσεχική Δημοκρατία δικαιολογεί την καθυστέρησή της με βάση την εσωτερική κατάσταση, δηλαδή την αλλαγή κυβερνήσεως κατόπιν των βουλευτικών εκλογών, τη συζήτηση σχετικά με τη μεταρρύθμιση του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, καθώς και την οικονομική αστάθεια που συνδέεται με την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση.
55.
Είναι μεν αληθές ότι, κατά πάγια νομολογία, το κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεσθεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης ( 32 ).
56.
Εντούτοις, βάσει της αρχής impossibilium nulla obligatio est [oυδείς υποχρεούται εις τα αδύνατα], το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη, κατά την εκτίμησή του της σοβαρότητας της παραβάσεως για την πιθανή επιβολή χρηματικών κυρώσεων, τις πραγματικές δυσχέρειες τις οποίες ενδέχεται να αντιμετωπίσει το κράτος μέλος κατά τη διαδικασία εκτελέσεως αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ ( 33 ). Ειδικότερα, σε αντίθεση με τη διαδικασία λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, η βασιζόμενη στην αντικειμενική ευθύνη αντιμετώπιση δεν χωρεί στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 260 ΣΛΕΕ.
57.
Στα δικόγραφά της, η Τσεχική Δημοκρατία υπογραμμίζει ότι κίνησε τη διαδικασία εκτελέσεως από τον μήνα που ακολούθησε τη δημοσίευση της αποφάσεως και ότι εξάλλου τήρησε την υποχρέωση για καλόπιστη συνεργασία με την Επιτροπή απαντώντας πάντοτε σχολαστικά στα αιτήματά της. Επιπλέον, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η οδηγία 2003/41 μεταφέρθηκε εν μέρει στο εσωτερικό δίκαιο εντός μιας ταχθείσας προθεσμίας και συνεπώς πριν καν τη δημοσίευση της πρώτης αποφάσεως του Δικαστηρίου ( 34 ). Επιπλέον, η πλήρης μεταφορά περατώθηκε κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας.
58.
Συναφώς, είναι κατά τη γνώμη μου δεδομένο ότι η Τσεχική Δημοκρατία επέδειξε πράγματι συμπεριφορά καλόπιστης συνεργασίας με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, στο πλαίσιο των επιστολών που αντηλλάγησαν.
59.
Επιπλέον, μου φαίνεται αδιαμφισβήτητο ότι η μερική ή οριστική μεταφορά που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ αποτελεί στοιχείο υπέρ του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Στην πράξη, το Δικαστήριο λαμβάνει αυτήν την παράμετρο υπόψη κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως χωρίς όμως τούτο να σημαίνει ότι το κράτος μέλος δεν θα υποστεί τις συνέπειες της παραβάσεώς του, καταβάλλοντας κατ’ αποκοπήν ποσό ( 35 ).
60.
Εντούτοις, διαβλέπω στη συμπεριφορά της Τσεχικής Δημοκρατίας έναν επιβαρυντικό παράγοντα που ανάγεται σε κάποια αμέλεια καθώς και σε έλλειψη συνέπειας όσον αφορά τις εθνικές διαδικασίες, πράγμα το οποίο καθυστέρησε χωρίς λόγο την εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας, η έκταση των νομοθετικών εργασιών που έπρεπε να πραγματοποιηθούν για την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως ήταν σαφώς καθορισμένη. Οι προσπάθειες όμως που έπρεπε να καταβληθούν για τον σκοπό αυτό δεν ήταν υπερβολικά έντονες, έστω και σε ένα πολιτικό πλαίσιο βουλευτικών εκλογών.
61.
Εν τέλει, φρονώ ότι ενώπιον μιας τέτοιας συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται σαφώς από αμέλεια, το Δικαστήριο δεν μπορεί να μην υποχρεώσει την Τσεχική Δημοκρατία σε καταβολή ενός κατ’ αποκοπήν ποσού.
2. Επί της αντικειμενικής διαστάσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως
62.
Το αντικειμενικό στοιχείο της παραμέτρου της σοβαρότητας καθορίστηκε στη νομολογία του Δικαστηρίου κατά κύριο λόγο με βάση τη φύση της παραβάσεως. Στους κρίσιμους συναφώς παράγοντες περιλαμβάνονται η διάρκεια για την οποία εξακολούθησε η παράβαση από τη δημοσίευση της αποφάσεως με την οποία διαπιστώθηκε, καθώς και τα εμπλεκόμενα δημόσια και ιδιωτικά συμφέροντα ( 36 ). Εξάλλου, προκαλεί εντύπωση το ότι το Δικαστήριο συχνά μειώνει το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού σε σχέση με το ποσό που είχε προτείνει η Επιτροπή ( 37 ).
63.
Ενώ δέχομαι την αλληλοεπικάλυψη μεταξύ των παραμέτρων της διάρκειας και της σοβαρότητας, σκοπεύω να επικεντρώσω την παρούσα εξέταση στο αντικειμενικό στοιχείο της σοβαρότητας της προβαλλομένης παραβάσεως, πριν αναφερθώ κατόπιν στην προβληματική σχετικά με τον χρόνο που έχει παρέλθει.
64.
Όσον αφορά τις επιπτώσεις της επίμαχης μη μεταφοράς επί των δημοσίων και ιδιωτικών συμφερόντων, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 2003/41 αποσκοπεί στη δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων, στο πλαίσιο της οποίας τα ΙΕΣΠ πρέπει να απολαύουν της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας επενδύσεων ( 38 ).
65.
Υπογραμμίζω καταρχάς ότι η παράβαση η οποία προσάπτεται εν προκειμένω από την Επιτροπή στην Τσεχική Δημοκρατία έχει, κατά τη γνώμη μου, σοβαρότητα μικρότερη από εκείνη που προκύπτει από την ερμηνεία της Επιτροπής. Ειδικότερα, μου φαίνεται ότι πρέπει να γίνουν δεκτές ελαφρυντικές περιστάσεις υπέρ της Τσεχικής Δημοκρατίας.
66.
Έτσι, αφενός, στο μέτρο που, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, η οδηγία 2003/41 δεν επιβάλλει στο εν λόγω κράτος μέλος ούτε τη δημιουργία δευτέρου πυλώνα ούτε την άρση της απαγορεύσεως για την εγκατάσταση των ΙΕΣΠ στο έδαφός του, οι πραγματικές επιπτώσεις της μη μεταφοράς των επίμαχων διατάξεων είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Ειδικότερα, εφόσον η μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη έχει ως κύριο σκοπό να ενημερώσει τα πρόσωπα τα οποία ενδεχομένως αφορούν οι δραστηριότητες των ΙΕΣΠ, η μη πραγματοποίηση της εν λόγω μεταφοράς στην τσεχική έννομη τάξη, στην οποία απουσιάζει ο δεύτερος πυλώνας του εθνικού συστήματος συντάξεων γήρατος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ιδιαιτέρως σοβαρή. Κατά συνέπεια, οι επιπτώσεις της προσαπτόμενης παραβάσεως επί των δημοσίων και ιδιωτικών συμφερόντων παραμένουν πολύ περιορισμένες.
67.
Αφετέρου, δεδομένης της ιδιαίτερης καταστάσεως που επικρατούσε στην Τσεχική Δημοκρατία, η πολύ διασταλτική ερμηνεία της οδηγίας 2003/41 την οποία επικαλέσθηκε η Επιτροπή στο πλαίσιο της πρώτης προσφυγής λόγω παραβάσεως μπορούσε όντως να οδηγήσει σε σύγχυση ( 39 ). Κατά συνέπεια, ακόμη και αν η Τσεχική Δημοκρατία είχε επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια, εν πάση περιπτώσει, καθ’ όλη τη διάρκεια της πρώτης διαδικασίας λόγω παραβάσεως, δεν μπορούσε να θεσπίσει αποτελεσματικά μέτρα για τον τερματισμό της προσαπτόμενης παραβάσεως.
68.
Μολονότι τα εθνικά μέτρα που έπρεπε να ληφθούν θα παρέμεναν χωρίς συγκεκριμένη εφαρμογή, η κατάσταση αυτή πάντως δεν θα διαρκούσε παρά μέχρι τη θέσπιση από τον εθνικό νομοθέτη ενός δευτέρου πυλώνα στο εθνικό του σύστημα συντάξεων γήρατος. Παρατηρείται συναφώς ότι, στην περίπτωση αυτή, ο νομοθέτης θα μπορούσε να μεταβάλει το κατ’ αυτόν τον τρόπο καθοριζόμενο νομικό πλαίσιο εντός των ορίων που προκύπτουν από την οδηγία 2003/41.
Γ – Εξέταση της διάρκειας της παραβάσεως για τους σκοπούς της επιβολής κατ’ αποκοπήν ποσού
69.
Η παρούσα διαδικασία θέτει στο προσκήνιο δύο παραμέτρους που αφορούν τη συνεκτίμηση του χρόνου που έχει παρέλθει. Αφενός, απαιτεί να διατυπωθεί εκτίμηση σχετικά με τον χρόνο που χρειάσθηκε για την εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας. Αφετέρου, αφορά το ζήτημα της σπουδής με την οποία η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ.
70.
Καταρχάς, όσον αφορά την πρώτη παράμετρο, μου φαίνεται πρόδηλο ότι το κριτήριο της διάρκειας της παραβάσεως, στο πλαίσιο της εκτελέσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου, αποτελεί στοιχείο που επαφίεται πλήρως στο οικείο κράτος μέλος. Το κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει είτε να αρχίσει την εκτέλεση κατά τη στιγμή που το κρίνει σκόπιμο είτε, στην περίπτωση που εξακολουθούν να υφίστανται οι αμφιβολίες όσον αφορά την έκταση των υποχρεώσεών του, να ζητήσει την ερμηνεία της αποφάσεως που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με το άρθρο 158 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ( 40 ).
71.
Για τον λόγο αυτό, η διάρκεια συμβάλλει στην επίταση της αντικειμενικής σοβαρότητας της παραβάσεως που συνίσταται στη μη εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου, και μπορεί έτσι να χρησιμοποιηθεί ως ενδεικτικό στοιχείο στο αναλυτικό πλαίσιο της επιμετρήσεως της κυρώσεως, δηλαδή, εν προκειμένω, του κατ’ αποκοπήν ποσού.
72.
Στα δικόγραφά της, η Τσεχική Δημοκρατία επισημαίνει ότι προέβη αμελλητί στην άρση της παραβάσεως την οποία είχε διαπιστώσει το Δικαστήριο στην απόφασή του. Επιπλέον, εφόσον έτσι ο μόνος σκοπός της μεταφοράς ήταν η επαρκής ενημέρωση των υποκειμένων δικαίου που θα αποτελούσαν δυνητικούς ενδιαφερόμενους στην περίπτωση τυχόν αποφάσεως να εισαχθεί ο δεύτερος πυλώνας στην επικράτεια της Τσεχικής Δημοκρατίας, το ως άνω κράτος μέλος υποβαθμίζει τον επείγοντα χαρακτήρα της λήψεως των μέτρων για την εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας.
73.
Η δε Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι η εκτέλεση αποφάσεως περί διαπιστώσεως παραβάσεως πρέπει να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατόν. Εν προκειμένω όμως, ο νόμος 260/11 εκδόθηκε μόλις 19 μήνες μετά τη δημοσίευση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας. Εξάλλου, δώδεκα μήνες μεσολάβησαν μεταξύ της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας και της ημερομηνίας λήξεως της προθεσμίας που καθοριζόταν στο έγγραφο οχλήσεως, το οποίο είχε αποσταλεί βάσει της διαδικασίας του άρθρου 260 ΣΛΕΕ. Τέλος, πέντε έτη και τέσσερις μήνες μεσολάβησαν μεταξύ της τελευταίας ημερομηνίας και της ημερομηνίας την οποία καθόριζε για τη μεταφορά της οδηγίας 2003/41 το άρθρο της 22, παράγραφος 1.
74.
Συναφώς, υπενθυμίζω ότι το στοιχείο της αντικειμενικής ευθύνης του κράτους μέλους στο οποίο βασίζεται η προσφυγή δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ δεν μπορεί να ισχύσει στο πλαίσιο της διαδικασίας επιβολής χρηματικών κυρώσεων δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ.
75.
Ασφαλώς, η νομολογία επιβάλλει η εκτέλεση να αρχίζει αμέσως και να ολοκληρώνεται το ταχύτερο δυνατόν ( 41 ), πράγμα που προϋποθέτει ότι το κράτος μέλος αρχίζει τις ενέργειες για την εκτέλεση μιας αποφάσεως όσο το δυνατόν ταχύτερα μετά τη δημοσίευσή της. Εντούτοις, είναι αναμφίβολο ότι, αναλόγως των εθνικών πολιτικών και διοικητικών ιδιαιτεροτήτων, καθώς και του βαθμού πολυπλοκότητας της διαπιστωθείσας παραβάσεως, η πλήρης εκτέλεση δεν θα χωρήσει παρά σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Ο καθορισμός του κατ’ αποκοπήν ποσού πρέπει επομένως να συνεκτιμά τις περιστάσεις αυτές.
76.
Εξάλλου, το γεγονός και μόνο της κινήσεως της εκτελέσεως προδήλως δεν εγγυάται την αποτελεσματική και πλήρη εκτέλεση, αν το κράτος μέλος δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτήν άμεσα. Ειδικότερα, δεν αποκλείεται το κράτος μέλος να θεσπίσει ένα μεταβατικό μέτρο και να το κοινοποιήσει στην Επιτροπή προκειμένου να παρελκύσει την εκ μέρους της εξέταση της καταστάσεως της εκτελέσεως, χωρίς όμως να σχεδιάζει πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου ( 42 ). Ο καθορισμός του κατ’ αποκοπήν ποσού πρέπει να είναι τέτοιος ώστε να μπορεί επίσης να αποτρέψει τα κράτη μέλη από τέτοια παρελκυστικά τεχνάσματα.
77.
Εν προκειμένω, δεδομένου του σαφούς χαρακτήρα της προσαπτόμενης παραβάσεως, μου φαίνεται ότι η εξακολούθηση της παραβάσεως επί 19 μήνες από της δημοσιεύσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως της 14ης Ιανουαρίου 2010, Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.
78.
Όσον αφορά τη δεύτερη παράμετρο, δηλαδή την ταχύτητα με την οποία η Επιτροπή θα έπρεπε να κινήσει διαδικασία δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Επιτροπή απέστειλε το πρώτο αίτημα παροχής πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση εκτελέσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας ένα μήνα μετά τη δημοσίευση της εν λόγω αποφάσεως, πριν αποστείλει το έγγραφο οχλήσεως εννέα μήνες αργότερα. Το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας της αποφάσεως και της λήξεως της προθεσμίας που τασσόταν στο έγγραφο οχλήσεως είναι σχεδόν ένα έτος.
79.
Συναφώς, αξίζει να επισημανθεί ότι, με την εξαίρεση των πολύ περίπλοκων παραβάσεων, η πρακτική της Επιτροπής χαρακτηρίζεται από σταδιακή συντόμευση της προθεσμίας την οποία χορηγεί στο κράτος μέλος μεταξύ της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της πρώτης αποφάσεως περί διαπιστώσεως παραβάσεως και της λήξεως της προθεσμίας που τασσόταν προηγουμένως με την αιτιολογημένη γνώμη, και τώρα με το έγγραφο οχλήσεως. Έτσι, στις πρώτες υποθέσεις που υποβλήθηκαν δυνάμει του παλαιού άρθρου 228 ΕΚ, η προθεσμία αυτή ανερχόταν σε δυόμισι έτη ( 43 ), τεσσεράμισι έτη ( 44 ), ακόμη και σε εννέα έτη ( 45 ). Στις πιο πρόσφατες υποθέσεις, η προθεσμία κυμαινόταν μεταξύ ενός και δύο ετών ( 46 ).
80.
Η χορήγηση όμως μιας υπερβολικά γενναιόδωρης προθεσμίας από την Επιτροπή μπορεί να έχει αντίκτυπο στον υπολογισμό του κατ’ αποκοπήν ποσού. Ειδικότερα, η παρέλευση τόσο της προδικαστικής όσο και της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας συμβάλλει στην αύξηση του ύψους του κατ’ αποκοπήν ποσού, ιδίως στην περίπτωση που η πρώτη απόφαση δεν είχε πλήρως εκτελεσθεί κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως της δεύτερης αποφάσεως, που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ ( 47 ).
81.
Συνεπώς, ναι μεν δέχομαι ότι η Επιτροπή απέστειλε την πρώτη επιστολή σχετικά πρόωρα, πλην όμως φρονώ ότι η αναγραφόμενη στο έγγραφο οχλήσεως προθεσμία, βάσει της οποίας η Τσεχική Δημοκρατία διέθετε ένα έτος για να εκτελέσει την απόφαση του Δικαστηρίου, δεν είναι παράλογη, δεδομένης της εκτάσεως των νομοθετικών τροποποιήσεων που απαιτούνταν για να παύσει η προσαπτόμενη παράβαση. Η προθεσμία αυτή εντάσσεται επιπλέον στο πλαίσιο της ανωτέρω περιγραφείσας πρακτικής της Επιτροπής.
82.
Επικουρικώς, σημειώνω ότι η Επιτροπή φαίνεται να αναφέρει στις παρατηρήσεις της ότι το Δικαστήριο θα πρέπει επίσης να λάβει υπόψη, για τους σκοπούς της επιβολής κυρώσεως δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ, τη διάρκεια της παραβάσεως από της λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2003/41. Μια τέτοια θεώρηση είναι όμως εσφαλμένη. Εν πάση περιπτώσει, ο υπολογισμός αυτός εφαρμόζεται, από της ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, στο πλαίσιο προσφυγών που ασκούνται δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ σχετικά με τις παραβάσεις που αφορούν τη μη ανακοίνωση των μέτρων μεταφοράς, κατά την πρώτη προσφυγή λόγω παραβάσεως ( 48 ).
83.
Τέλος, φρονώ ότι η τροποποίηση την οποία επέφερε στο άρθρο 260 ΣΛΕΕ η Συνθήκη της Λισσαβώνας, συνιστάμενη στην κατάργηση του σταδίου της αιτιολογημένης γνώμης, κατά τρόπο ώστε να συντέμνεται το προδικαστικό στάδιο της διαδικασίας, συνηγορεί υπέρ μιας μεγαλύτερης αυστηρότητας όσον αφορά την προθεσμία για την εκτέλεση της αποφάσεως από το κράτος μέλος.
VIII – Επί του ύψους του κατ’ αποκοπήν ποσού που πρέπει να επιβληθεί εν προκειμένω
84.
Στο δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να επιβάλει στην Τσεχική Δημοκρατία κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 3364395,20 ευρώ. Το ποσό αυτό προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του ημερήσιου ποσού των 5644,80 ευρώ με τον αριθμό των ημερών της παραβάσεως, ήτοι 594 ημέρες, από τη δημοσίευση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (14 Ιανουαρίου 2010) μέχρι την ημερομηνία εκδόσεως των διατάξεων που αποτελούσαν τη μεταφορά της οδηγίας 2003/41 (31 Αυγούστου 2011). Το προταθέν από την Επιτροπή ημερήσιο ποσό προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό ενός ενιαίου βασικού ποσού 210 ευρώ με τον συντελεστή σοβαρότητας 8 και τον συντελεστή «n» που είναι για την Τσεχική Δημοκρατία 3,36 ( 49 ).
85.
Πριν ασχοληθώ με τον ενδεικτικό υπολογισμό του ύψους του κατ’ αποκοπήν ποσού, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι, ανταποκρινόμενο στους προβληματισμούς των κρατών μελών, το Δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ της συνεκτιμήσεως της ικανότητας πληρωμής του κράτους μέλους, όπως εμφανίζεται βάσει των τελευταίων οικονομικών δεδομένων που υποβάλλονται στην εκτίμησή του ( 50 ). Κατά συνέπεια, λαμβάνει υπόψη τις πρόσφατες εξελίξεις όσον αφορά τον πληθωρισμό και το ακαθάριστο εθνικό προϊόν του οικείου κράτους μέλους, δηλαδή την κατάσταση ως έχει κατά την ημερομηνία εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο ( 51 ).
86.
Από χρονικής απόψεως, μια τέτοια αναπροσαρμογή των οικονομικών δεδομένων, με σημείο αναφοράς τη στιγμή της εξετάσεως από το Δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, αποτελεί έκφραση των προαναφερθεισών αρχών κατά τις οποίες ο καθορισμός του κατ’ αποκοπήν ποσού πρέπει να ανταποκρίνεται στις περιστάσεις και να τελεί σε αναλογία προς τη διαπιστωθείσα παράβαση και προς την ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους ( 52 ).
87.
Εν προκειμένω, εφόσον οι διάδικοι δεν έχουν επικαιροποιήσει τα κρίσιμα οικονομικά δεδομένα, πρέπει να γίνει παραπομπή στην τελευταία ανακοίνωση της Επιτροπής του 2012 σχετικά με την ενημέρωση των δεδομένων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των χρηματικών κυρώσεων ( 53 ). Εξ αυτής προκύπτει, ειδικότερα, ότι το ύψος του ελάχιστου κατ’ αποκοπήν ποσού για την Τσεχική Δημοκρατία έχει αυξηθεί και ανέρχεται τώρα στα 1768000 ευρώ. Εξάλλου, το βασικό ποσό για τον υπολογισμό του κατ’ αποκοπήν ποσού παραμένει στα 210 ευρώ, αλλά ο ειδικός συντελεστής «n» για την Τσεχική Δημοκρατία έχει καθορισθεί σε 3,34.
88.
Όσον αφορά τέλος τον υπολογισμό του ποσού που πρέπει να γίνει δεκτό εν προκειμένω, προτείνω καταρχάς στο Δικαστήριο να εφαρμόσει συντελεστή σοβαρότητας χαμηλότερο από τον συντελεστή 8 τον οποίο προτείνει η Επιτροπή.
89.
Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, την αμέλεια των τσεχικών αρχών, αλλά και, αφετέρου, ότι η μη εκτέλεση της αποφάσεως περί διαπιστώσεως παραβάσεως δεν είχε σχεδόν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, ένας συντελεστής από 1 μέχρι 2 μου φαίνεται καταλληλότερος.
90.
Συναφώς, παρατηρώ ότι ο συντελεστής σοβαρότητας 1 έχει ήδη προταθεί μία φορά από την Επιτροπή, αν και στο πλαίσιο αιτήματος για την επιβολή χρηματικής ποινής. Το Δικαστήριο δέχθηκε το αίτημα αυτό, το οποίο θεωρήθηκε ότι ανταποκρινόταν καταλλήλως στη σοβαρότητα της παραβάσεως που συνεχιζόταν κατά τον χρόνο της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο και τελικώς επέβαλε τη χρηματική ποινή στο οικείο κράτος μέλος ( 54 ).
91.
Έτσι, με εφαρμογή των προαναφερθέντων ενημερωμένων δεδομένων και του συντελεστή σοβαρότητας 1, το ύψος του ημερήσιου ποσού θα ανερχόταν σε 701,40 ευρώ, δηλαδή 210 ευρώ πολλαπλασιαζόμενα με τον συντελεστή «n» 3,34. Κατόπιν πολλαπλασιασμού με τον αριθμό 594 που αντιστοιχεί στις ημέρες της παραβάσεως, το επιβλητέο κατ’ αποκοπήν ποσό θα ανερχόταν σε 416631,60 ευρώ. Αντιθέτως, εφαρμόζοντας συντελεστή σοβαρότητας 2, το ύψος του ημερήσιου ποσού θα ανερχόταν σε 1402,80 ευρώ, που, κατόπιν πολλαπλασιασμού με τον αριθμό ημερών της παραβάσεως, θα έδιναν αποτέλεσμα κατ’ αποκοπήν ποσό 833263,20 ευρώ.
92.
Πλην όμως, αν το Δικαστήριο επέλεγε τόσο χαμηλούς συντελεστές, θα προσέκρουε στη δυσχέρεια ότι το κατ’ αυτόν τον τρόπο προτεινόμενο κατ’ αποκοπήν ποσό θα ήταν χαμηλότερο από το ελάχιστο ποσό των 1768000 ευρώ, το οποίο υπολόγισε η Επιτροπή για την Τσεχική Δημοκρατία στην ανακοίνωσή της του 2005, όπως ενημερώθηκε από την προαναφερθείσα πρόσφατη ανακοίνωση του 2012.
93.
Ειδικότερα, κατά την Επιτροπή, στην περίπτωση που το ποσό που υπολογίζεται βάσει ενός ημερήσιου ποσού είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο κατ’ αποκοπήν ποσό, επιβλητέο καταρχήν είναι το ελάχιστο κατ’ αποκοπήν ποσό. Η εν λόγω σταθερή κατώτατη βάση αντανακλά, κατά την Επιτροπή, την αρχή σύμφωνα με την οποία κάθε παρατεταμένη παράλειψη εκτελέσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου από κράτος μέλος συνιστά αφεαυτής προσβολή της αρχής της νομιμότητας σε μία κοινότητα δικαίου και πρέπει να επισύρει ουσιαστική κύρωση. Με την πρόβλεψη αυτού του σταθερού κατώτατου ποσού αποφεύγεται, εξάλλου, το να προτείνονται ποσά καθαρά συμβολικά, τα οποία θα στερούνταν αποτρεπτικού χαρακτήρα και θα κινδύνευαν να υπονομεύσουν το κύρος των αποφάσεων του Δικαστηρίου αντί να το ενισχύουν ( 55 ).
94.
Συναφώς, παρατηρώ ότι η πρόταση για ένα ελάχιστο κατ’ αποκοπήν ποσό, όπως την αντιλαμβάνεται η Επιτροπή, οδηγεί στον αποκλεισμό της εφαρμογής των μικρότερων συντελεστών στις περισσότερες περιπτώσεις, πλην των περιπτώσεων παραβάσεων με πολύ μακρά διάρκεια. Επιπλέον, η απαρέγκλιτη αρχή περί ενός ελάχιστου κατ’ αποκοπήν ποσού μου φαίνεται ότι υπερβαίνει και το μέτρο που είναι αναγκαίο για να αποφεύγεται η επιβολή καθαρά συμβολικών ποσών, εφόσον γνωρίζω ότι, από πλευράς προϋπολογισμού, η απρόβλεπτη απώλεια ενός ποσού που μπορεί να θεωρηθεί ως «άσκοπη» έχει ένα ορισμένο αποτρεπτικό αποτέλεσμα για τα κράτη μέλη.
95.
Εφόσον, όπως υπενθύμισα, η ανακοίνωση της Επιτροπής δεν αποτελεί για το Δικαστήριο παρά αναλυτικό πλαίσιο αναφοράς, το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί για τη δίκαιη εκτίμησή του στο συνολικό πλαίσιο της προσαπτόμενης παραβάσεως, ακολουθώντας μια μεθοδική προσέγγιση και εφαρμόζοντας ταυτοχρόνως τα κριτήρια που περιέχονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής.
96.
Συνεπώς, υπό το φως του συνόλου των στοιχείων της παρούσας διαδικασίας και προκειμένου να εξασφαλισθεί η διαφύλαξη της αποτρεπτικής και τιμωρητικής λειτουργίας του κατ’ αποκοπήν ποσού, προτείνω στο Δικαστήριο να επιβάλει στην Τσεχική Δημοκρατία κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ.
IX – Πρόταση
97.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
—
να διαπιστώσει ότι η Τσεχική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2010, C-343/08, Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 260 ΣΛΕΕ·
—
να υποχρεώσει την Τσεχική Δημοκρατία να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης», κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ και
—
να καταδικάσει την Τσεχική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Συλλογή 2010, σ. I-275.
( 3 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΕΕ L 235, σ. 10).
( 4 ) Βλ., μεταξύ άλλων, ανακοίνωση σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 171 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 1996, C 242, σ. 6)· μέθοδος υπολογισμού της χρηματικής ποινής που προβλέπεται από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 1997, C 63, σ. 2)· ανακοίνωση SEC(2005) 1658, της 12ης Δεκεμβρίου 2005, που επιγράφεται «Εφαρμογή του άρθρου 228 της Συνθήκης ΕΚ» (ΕΕ 2007, C 126, σ. 12), όπως ενημερώθηκε με την ανακοίνωση SEC(2010) 923, της 20ής Ιουλίου 2010, που φέρει τον τίτλο «Θέση σε εφαρμογή του άρθρου 260 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενημέρωση των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των κατ’ αποκοπήν ποσών και των χρηματικών ποινών που η Επιτροπή θα προτείνει στο Δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασιών λόγω παραβάσεως».
( 5 ) Απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, C-387/97, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2000, σ. I-5047, σκέψεις 86 και 89).
( 6 ) Βλ., ως προς το ποινικό δίκαιο, Darbellay, J., Théorie générale de l’illicéité, σ. 124.
( 7 ) Τσεχική Συλλογή Νομοθεσίας της 31ης Αυγούστου 2011, τόμος 92.
( 8 ) Βλ. αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 2012, C-610/10, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 67)· της 19ης Δεκεμβρίου 2012, C-279/11, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (σκέψη 19), και C-374/11, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (σκέψη 19).
( 9 ) Βλ. απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2008, C-121/07, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2008, σ. I-9159, σκέψεις 26 έως 28).
( 10 ) Βλ. ανακοίνωση της Επιτροπής C(2012) 6106 τελικό, που φέρει τον τίτλο «Ενημέρωση των δεδομένων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των κατ’ αποκοπήν ποσών και των χρηματικών ποινών που θα προτείνει η Επιτροπή στο Δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασιών λόγω παραβάσεως», και με την οποία το εν λόγω βασικό κατ’ αποκοπήν ποσό καθορίζεται στα 210 ευρώ.
( 11 ) Συλλογή 2005, σ. I-6263.
( 12 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 12ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Γαλλίας (σκέψη 81).
( 13 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 2009, C-369/07, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2009, σ. I-5703, σκέψη 145)· προπαρατεθείσες αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 142), και της 19ης Δεκεμβρίου 2012, C-374/11, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (σκέψη 48).
( 14 ) Προπαρατεθείσα απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας (σκέψη 33).
( 15 ) Προπαρατεθείσες αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 2009, Επιτροπή κατά Ελλάδας (σκέψη 146), και της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 143).
( 16 ) Προπαρατεθείσα απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 141).
( 17 ) Βλ. απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2008, C-70/06, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2008, σ. I-1, σκέψη 34)· προπαρατεθείσες αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 2009, Επιτροπή κατά Ελλάδας (σκέψη 112), και της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 116).
( 18 ) Σημεία 12 και 100 των προτάσεών του στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, Επιτροπή κατά Ελλάδας.
( 19 ) Απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, C-189/02 P, C-202/02 P, C-205/02 P έως C-208/02 P και C-213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I-5425, σκέψεις 211 έως 213).
( 20 ) Βλ., αντί πολλών, απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2010, C-464/09 P, Holland Malt κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. I-12443, σκέψη 47).
( 21 ) Προαναφερθείσα ανακοίνωση SEC(2005) 1658.
( 22 ) Για την εξέταση της εφαρμογής του συντελεστή σοβαρότητας βλ., μεταξύ άλλων, Kilbey, I., «The interpretation of Article 260 TFEU (ex 228 EC)», European Law Review, 2010, τόμος 35, αριθ. 3, σ. 370. Για την εξέταση με βάση, μεταξύ άλλων, τη σπουδαιότητα των κανόνων δικαίου της Ένωσης, βλ. van Rijn, T., «Non-exécution des arrêts de la Cour de justice par les États membres», Cahier de droit européen, 2008, αριθ. 1 και 2, σ. 105 επ.
( 23 ) Προπαρατεθείσα απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2008, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας.
( 24 ) Απόφαση της 18ης Ιουλίου 2006, C-119/04, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2006, σ. I-6885).
( 25 ) Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2006, C-177/04, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2006, σ. I-2461).
( 26 ) Απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, C-109/08, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2009, σ. I-4657).
( 27 ) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 2011, C-407/09, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2011, σ. I-2467).
( 28 ) Προπαρατεθείσα απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ισπανίας.
( 29 ) Απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2011, C-496/09, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2011, σ. Ι-11483).
( 30 ) Προπαρατεθείσα απόφαση της 7ης Ιουλίου 2009, Επιτροπή κατά Ελλάδας.
( 31 ) Βλ. απόφαση της 10ης Μαΐου 2012, C-39/10, Επιτροπή κατά Εσθονίας (σκέψη 63).
( 32 ) Βλ., αντί πολλών, προσφάτως την προπαρατεθείσα απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2012, C-374/11, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (σκέψη 39). Βλ. επίσης προπαρατεθείσα απόφαση της 31ης Μαρτίου 2011, Επιτροπή κατά Ελλάδας.
( 33 ) Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2012, C-374/11, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (σκέψη 40).
( 34 ) Η Τσεχική Δημοκρατία υπογραμμίζει ότι η οδηγία 2003/41 είχε εν μέρει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο πριν η Επιτροπή κινήσει τη διαδικασία δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ, όσον αφορά το μέρος σχετικά με τη δυνατότητα που παρέχεται στα ΙΕΣΠ να παράσχουν τις υπηρεσίες τους στην ημεδαπή υπό τη μορφή διασυνοριακών παροχών υπηρεσιών.
( 35 ) Προπαρατεθείσα απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας (σκέψεις 60 και 84). Για παραδείγματα συνεκτιμήσεως των προσπαθειών που κατεβλήθησαν από τις εθνικές αρχές, βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 2011, Επιτροπή κατά Ελλάδας (σκέψη 36), και της 19ης Δεκεμβρίου 2012, C-374/11, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (σκέψεις 40 και 41).
( 36 ) Προπαρατεθείσες αποφάσεις της 9ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας (σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 19ης Δεκεμβρίου 2012, C-374/11, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (σκέψη 51).
( 37 ) Έτσι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας, το Δικαστήριο, δεδομένου ότι είχαν ληφθεί μέτρα για την άμεση εκτέλεση της αποφάσεως και την τήρηση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, μείωσε το ποσό από τα σχεδόν 43 εκατομμύρια στα 10 εκατομμύρια ευρώ. Στην υπόθεση C-568/07, Επιτροπή κατά Ελλάδας (απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, Συλλογή 2009, σ. I-4505), το κατ’ αποκοπήν ποσό μειώθηκε από το Δικαστήριο από τα 5 εκατομμύρια στο 1 εκατομμύριο ευρώ για τον λόγο ότι η παράβαση είχε εν μέρει τερματισθεί πριν καν δημοσιευθεί η πρώτη απόφαση περί διαπιστώσεως παραβάσεως. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση της 7ης Ιουλίου 2009, Επιτροπή κατά Ελλάδας, το Δικαστήριο υποχρέωσε το κράτος μέλος στην καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού ύψους 2 εκατομμυρίων ευρώ αντί του προταθέντος ποσού των 15 εκατομμυρίων ευρώ. Ομοίως, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση της 31ης Μαρτίου 2011, Επιτροπή κατά Ελλάδας, το κατ’ αποκοπήν ποσό μειώθηκε κατά το εν τρίτο και τελικά ανήλθε στα 3 εκατομμύρια ευρώ. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Ιταλίας, το Δικαστήριο υποχρέωσε το κράτος μέλος στην καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού, όχι 68 εκατομμυρίων ευρώ, όπως είχε ζητήσει η Επιτροπή, αλλά 30 εκατομμυρίων ευρώ. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Ισπανίας, το Δικαστήριο, ενώ διευκρίνισε ότι η εκτέλεση της αποφάσεως δεν απαιτούσε σημαντικές προσπάθειες, καθόρισε το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού σε 20 εκατομμύρια ευρώ, αντί των 50 εκατομμυρίων ευρώ που ζητούσε η Επιτροπή.
( 38 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (σκέψεις 43 και 44). Βλ., επίσης, την παρουσίαση της εν λόγω οδηγίας στα σημεία 11 έως 13 των παρουσών προτάσεων.
( 39 ) Κατά την Τσεχική Δημοκρατία, η Επιτροπή δημιούργησε αβεβαιότητα υποστηρίζοντας ότι η οδηγία 2003/41 επέβαλλε στην Τσεχική Δημοκρατία υποχρέωση καταργήσεως της απαγορεύσεως για την εγκατάσταση των ΙΕΣΠ στο έδαφός της. Το Δικαστήριο απέρριψε τα ως άνω υποστηριζόμενα, αίροντας κάθε αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο της εν λόγω οδηγίας, μόλις κατά το στάδιο της δημοσιεύσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας.
( 40 ) Υπενθυμίζω όμως ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το ερώτημα ποια είναι τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να εκτελεσθεί απόφαση περί διαπιστώσεως παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ είναι άσχετο προς το αντικείμενο μιας τέτοιας αποφάσεως, οπότε το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αιτήσεως ερμηνείας. Βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, C-503/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2007, σ. I-6153, σκέψη 15), καθώς και σημείο 43 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση της 14ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Γαλλίας.
( 41 ) Απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2003, C-278/01, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2003, σ. Ι-14141, σκέψη 27).
( 42 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας.
( 43 ) Προπαρατεθείσα απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Ισπανίας.
( 44 ) Προπαρατεθείσα απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, Επιτροπή κατά Ελλάδας.
( 45 ) Προπαρατεθείσα απόφαση της 12ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Γαλλίας.
( 46 ) Στην υπόθεση C-119/04, η προθεσμία ήταν δύο έτη· στην υπόθεση C-177/04, η προθεσμία ήταν ενάμισι έτος· στην υπόθεση C-503/04, η προθεσμία ήταν ένα έτος και δύο μήνες· στην υπόθεση C-70/06, η προθεσμία ήταν ένα έτος και ένδεκα μήνες· στην υπόθεση C-121/07, η προθεσμία ήταν ένα έτος και οκτώ μήνες· στις υποθέσεις C-369/07 και C-457/07, η προθεσμία ήταν ένα έτος και δύο μήνες· στην υπόθεση C-109/08 όμως ήταν μόνον εννέα μήνες. Τέλος, στην υπόθεση C-496/09, η προθεσμία ανερχόταν σε τέσσερα έτη.
( 47 ) Πρέπει να ληφθεί υπόψη το χρονικό διάστημα μεταξύ, αφενός, της ημέρας δημοσιεύσεως της πρώτης αποφάσεως περί διαπιστώσεως παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, και, αφετέρου, της ημέρας κατά την οποία η εν λόγω απόφαση θα έχει πλήρως εκτελεσθεί ή, άλλως, της ημέρας δημοσιεύσεως της αποφάσεως βάσει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ.
( 48 ) Βλ. ανακοίνωση της Επιτροπής SEC(2010) 1371, «Εφαρμογή του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ».
( 49 ) Σύμφωνα με την ανακοίνωση SEC(2010) 923 που τροποποιεί την ανακοίνωση SEC(2005) 1658.
( 50 ) Προπαρατεθείσα απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2012, C-279/11, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (σκέψεις 78 και 79). Το Δικαστήριο δεν ακολούθησε, ως προς το σημείο αυτό, την Επιτροπή, κατά την οποία έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο συντελεστής «n» όπως υπολογιζόταν κατά το χρονικό σημείο της προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ.
( 51 ) Προπαρατεθείσα απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 131).
( 52 ) Προπαρατεθείσα απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, C-568/07, Επιτροπή κατά Ελλάδας (σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 53 ) Βλ. προαναφερθείσα ανακοίνωση C(2012) 6106 τελικό.
( 54 ) Βλ. υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση της 14ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Γαλλίας. Το Δικαστήριο επέβαλε χρηματική ποινή 31650 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως κατά τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την πλήρη εκτέλεση της πρώτης αποφάσεως, από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως δυνάμει του παλαιού άρθρου 228 ΕΚ μέχρι την πλήρη εκτέλεση της πρώτης αποφάσεως περί διαπιστώσεως παραβάσεως.
( 55 ) Βλ. προαναφερθείσα ανακοίνωση SEC(2005) 1658.
Full & Egal Universal Law Academy